Ελέα - Φωτική - Παραμυθιά
Ελέα - Φωτική - Παραμυθιά, τρία μεγάλα οικιστικά κέντρα της Θεσπρωτίας
Η σύγχρονη Εγνατία οδός, μετά τα Ιωάννινα, συνεχίζει την πορεία της με κατεύθυνση προς τα δυτικά διασχίζοντας την Π.Ε. Θεσπρωτίας, για να καταλήξει στην Ηγουμενίτσα. Σε συνδυασμό με την κατασκευή της Ιόνιας οδού, οι δύο σύγχρονοι αυτοκινητόδρομοι έχουν βελτιώσει σημαντικά τη διασύνδεση της άλλοτε απομονωμένης ακριτικής περιοχής με τα Ιωάννινα και τα άλλα μεγάλα αστικά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Το πρώτο μεγάλο οικιστικό κέντρο της Θεσπρωτίας, από το οποίο διέρχεται σε κοντινή απόσταση η Εγνατία οδός, είναι η Παραμυθιά, πρωτεύουσα σήμερα του Δήμου Σουλίου, σε απόσταση περίπου 32 χλμ. από την Ηγουμενίτσα και 53 χλμ. από τα Ιωάννινα. Η Παραμυθιά, η μεγαλύτερη κωμόπολη της Θεσπρωτίας, είναι κτισμένη αμφιθεατρικά σε υψόμετρο περίπου 300 μ., στις δυτικές πλαγιές του Γκορίλ(λ)α (Γορίλ[λ]α, Κορύλα), της ψηλότερης κορυφής των Ορέων Παραμυθιάς. Στα ανατολικά της υψώνονται τα Όρη Σουλίου, ενώ βορειότερα το όρος Χιονίστρα (Σπάτα ή Βουνά Λαμπανίτσας). Ένα από τα λιγοστά περάσματα ανάμεσα στους τρεις αυτούς ορεινούς όγκους είναι η Σκάλα της Παραμυθιάς (Κακιά Σκάλα), ένα στενό φαράγγι με απότομες πλαγιές, το οποίο καταλήγει σε ένα ανοικτό πλάτωμα, κοντά στον κατηργημένο σήμερα οικισμό του Ελευθεροχωρίου, τη λεγόμενη Διάβαση Ελευθεροχωρίου. Η χρήση της Διάβασης, λόγω της σημασίας της, υπήρξε διαχρονική, καθώς ακόμη και σήμερα από εδώ διέρχεται η Εγνατία οδός.
Στα νοτιοδυτικά της Παραμυθιάς εκτείνεται η μεγάλη στενόμακρη κοιλάδα την οποία διασχίζει ο Κωκυτός (Μαύρος), παραπόταμος του Αχέροντα. Μαζί με τον Πυριφλεγέθοντα, τον άλλο παραπόταμο του Αχέροντα, συναποτελούσαν κατά την αρχαιότητα τους τρεις ποταμούς του Άδη. Στο σημείο της συμβολής των τριών ποταμών, κοντά στην αρχαία Εφύρα, στο σημερινό Μεσοπόταμο της Πρέβεζας, βρισκόταν το φημισμένο Νεκρομαντείο (Νεκυομαντείο) του Αχέροντα και η αποξηραμένη σήμερα Αχερουσία λίμνη, το σημείο κατάβασης των νεκρών στον Άδη. Η κοιλάδα του Κωκυτού γνώρισε διαρκή κατοίκηση από τους προϊστορικούς χρόνους, με έναν μεγάλο αριθμό αρχαιολογικών θέσεων όλων των περιόδων. Ειδικότερα, λόγω του χθόνιου χαρακτήρα του Κωκυτού, ο οποίος κατά τη μυθολογία θεωρούνταν το ποτάμι των θρήνων, ολόκληρη η κοιλάδα χρησιμοποιήθηκε ως νεκρόπολη, με έναν μεγάλο αριθμό μεμονωμένων τάφων και ταφικών μνημείων που χρονολογούνται από τους ελληνιστικούς μέχρι τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους.
Το έντονο ανάγλυφο της ευρύτερης περιοχής της Παραμυθιάς, με τους ψηλούς ορεινούς όγκους, τις βαθιές και απότομες χαράδρες και το πυκνό ποτάμιο σύστημα, διαμορφώνει ένα πλούσιο φυσικό περιβάλλον, μεγάλο μέρος του οποίου, λόγω της ιδιαίτερης περιβαλλοντολογικής και οικολογικής του αξίας έχει ενταχθεί στο ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο Natura 2000. Η κοίτη του Αχέροντα και των παραποτάμων του έχουν επίσης κηρυχθεί ως τόποι ιστορικοί και ιδιαίτερου φυσικού κάλλους.
Στην ευρύτερη περιοχή της Παραμυθιάς ιδρύθηκαν δύο από τα σπουδαιότερα οικιστικά κέντρα της Θεσπρωτίας, η Ελέα, το πρώτο πολιτικό κέντρο των αρχαίων Θεσπρωτών, και η Φωτική, αποικία των Ρωμαίων, αρχικά με αμιγώς λατινόφωνο πληθυσμό. Η ίδια η Παραμυθιά υπήρξε το σημαντικότερο διοικητικό και οικονομικό κέντρο της περιοχής κατά τους υστεροβυζαντινούς και οθωμανικούς χρόνους. Πλούσια κινητά ευρήματα των ανασκαφών από την περιοχή της Παραμυθιάς μπορεί να θαυμάσει κανείς σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Ηγουμενίτσας.
Ιστορική διαδρομή
Τα παλαιότερα ίχνη κατοίκησης της ευρύτερης περιοχής της Παραμυθιάς ανάγονται στην Παλαιολιθική εποχή (100000-10000 πριν από το παρόν), κατά την οποία οι άνθρωποι του Νεάντερταλ (Homo Νeanderthalensis) και των Ανατομικά Σύγχρονων Ανθρώπων (Homo Sapiens) ζούσαν νομαδικά εξασφαλίζοντας την τροφή τους με το κυνήγι και τη συλλογή φρούτων και καρπών. Εκτός από την κοιλάδα του Κωκυτού, μια σειρά από θέσεις της εποχής αυτής έχουν αποκαλυφθεί στα βόρεια της Παραμυθιάς κατά τη διάρκεια των εργασιών κατασκευής της Εγνατίας οδού (Σήραγγες Μεσοβουνίου-Γκρίκας, Γέφυρα Κρυσταλλοπηγής, Κρυσταλλοπηγή-Ψηλοράχη, Διάβαση Ελευθεροχωρίου). Ευρήματα της Μεσολιθικής (10000-9000 π.Χ.) και Νεολιθικής εποχής (9000-2800 π.Χ.) έχουν επίσης εντοπιστεί στην κοιλάδα του Κωκυτού και στο δαιδαλώδες σπήλαιο της Ψάκκας, πάνω από την κοινότητα της Γκρίκας, στα βορειοδυτικά της Παραμυθιάς.
Κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, γύρω στο 2000 π.Χ., θεωρείται ότι εγκαταστάθηκαν στην Ήπειρο τα πρώτα ελληνόφωνα φύλα, μεταξύ των οποίων και οι Θεσπρωτοί, που μαζί με τους Μολοσσούς και τους Χάονες αποτελούσαν τα τρία μεγαλύτερα ηπειρώτικα φύλα, το καθένα από τα οποία χωριζόταν σε πολυάριθμα μικρότερα φύλα, που ζούσαν «κατά κώμας», σε μικρούς δηλαδή ατείχιστους οικισμούς, καθαρά αγροτοκτηνοτροφικού χαρακτήρα. Η επικράτεια των Θεσπρωτών εκτεινόταν πέραν των γεωγραφικών ορίων της σημερινής Θεσπρωτίας, περιλαμβάνοντας τον έλεγχο του σημαντικού μαντείου της Δωδώνης και του Νεκρομαντείου του Αχέροντα. Στους ιστορικούς χρόνους, η περιοχή της Παραμυθιάς αποτελούσε τμήμα της αρχαίας Ελεάτιδας, της επικράτειας των Ελεατών ή Ελεαίων, ενός από τα σημαντικότερα φύλα των Θεσπρωτών. Τα κατάλοιπα ενός μικρού οικισμού της Ύστερης Εποχής του Χαλκού έχουν αποκαλυφθεί στη θέση Στένες της Γκρίκας. Ανάμεσα στα ευρήματα της ανασκαφής περιλαμβάνονται μυκηναϊκά αγγεία (1400-1100 π.Χ.), τα οποία τεκμηριώνουν την επίδραση του μυκηναϊκού πολιτισμού στην περιοχή.
Κατά τους γεωμετρικούς (1100-730/700 π.Χ.) και αρχαϊκούς (730/700-500/480 π.Χ.) χρόνους, στο πλαίσιο του Δεύτερου Ελληνικού Αποικισμού, κατά μήκος των ηπειρώτικων παραλίων ιδρύθηκε από Ηλείους, Κορίνθιους και Κερκυραίους ένας σημαντικός αριθμός αποικιών. Αρχαιολογικές θέσεις των δύο αυτών περιόδων στην περιοχή της Παραμυθιάς έχουν ανασκαφεί στην κοιλάδα του Κωκυτού, με σημαντικότερη από αυτές την ανασκαφή στη θέση Μαυρομαντίλια, καθώς επίσης και στην ανασκαφή που διενεργήθηκε μεταξύ των κοινοτήτων Νεοχωρίου και Γκρίκας, στα βορειοδυτικά της Παραμυθιάς. Τα ευρήματα των ανασκαφών, που περιλαμβάνουν εισηγμένη κεραμική και νομίσματα από περιοχές της νότιας και κεντρικής Ελλάδας, αναδεικνύουν τη σημασία της περιοχής για τη διακίνηση προϊόντων προς τη Δύση, αλλά και την ηπειρωτική ενδοχώρα.
Στα τέλη του 5ου-αρχές 4ου αιώνα π.Χ., στο πλαίσιο του αυξανόμενου ανταγωνισμού μεταξύ των ηπειρώτικων φύλων, οι Μολοσσοί συρρίκνωσαν εδαφικά τους Θεσπρωτούς, προσαρτώντας το Ιερό της Δωδώνης και την Κασσωπαία, περιοχή κοντά στο Ζάλογγο της Πρέβεζας, όπου ήταν εγκατεστημένο το ομώνυμο φύλο των Θεσπρωτών. Οι Θεσπρωτοί αναγκάστηκαν τότε να επεκταθούν στα βόρεια του ποταμού Καλαμά. Το επόμενο διάστημα (β΄ μισό 4ου αι. π.Χ.), θεωρείται σταθμός στην ιστορία της Θεσπρωτίας, όπως και ολόκληρης της Ηπείρου, καθώς έκτοτε και για διάστημα δύο περίπου αιώνων, έως τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ., η περιοχή γνώρισε μεγάλη πληθυσμιακή, οικιστική και οικονομική ανάπτυξη. Οι Θεσπρωτοί, όπως και τα υπόλοιπα ηπειρώτικα φύλα, άρχισαν σταδιακά να εγκαταλείπουν τον νομαδικό τρόπο ζωής, θέτοντας τις βάσεις για την αστικοποίησή τους, με τον συνοικισμό των ατείχιστων μέχρι τότε κωμών και τη δημιουργία ισχυρά οχυρωμένων πόλεων. Την περίοδο αυτή τοποθετείται επίσης η συγκρότηση του Κοινού των Θεσπρωτών, της ομοσπονδίας των θεσπρωτικών φύλων με έδρα αρχικά την Ελέα και μετέπειτα τα Γίτανα (Γιτάνη), σημαντική πόλη των Θεσπρωτών στα βόρεια της κοίτης του ποταμού Καλαμά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο υιοθετήθηκε από τους Θεσπρωτούς μια σειρά από νεοτερισμούς, μεταξύ των οποίων και η κοπή των πρώτων τους νομισμάτων. Στη συνέχεια, οι Θεσπρωτοί, αδύναμοι να συναγωνιστούν τους Μολοσσούς, υποχρεώθηκαν να προσχωρήσουν στην Άπειρο ή Συμμαχία των Ηπειρωτών (περ. 329/5-233/2 π.Χ.), υπό τον βασιλιά των Μολοσσών, και στη συνέχεια στο Κοινό των Ηπειρωτών (233/2-168 π.Χ.). Στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ., στο πλαίσιο της στρατηγικής του βασιλιά Πύρρου των Μολοσσών (293-272 π.Χ.), του ισχυρότερου ηγεμόνα της ηπειρωτικής Ελλάδας αυτήν την περίοδο, ιδρύθηκαν στη Θεσπρωτία νέοι οικισμοί, ενώ ενισχύθηκαν οι παλαιότεροι.
Στην ευρύτερη περιοχή της Παραμυθιάς εντοπίζεται ένας μεγάλος αριθμός οχυρωμένων ακροπόλεων των ύστερων κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, κτισμένων σε φυσικά οχυρές θέσεις, όπου κατέφευγαν οι πληθυσμοί σε περιόδους εχθρικών επιδρομών (κάστρα του Αγίου Δονάτου στην Παραμυθιά, του Αγίου Δονάτου στο Ζερβοχώρι, της Αγοράς κοντά στην ομώνυμη κοινότητα, του Αγίου Αρσενίου στο Σεβαστό κ.ά.). Την ίδια περίοδο λειτουργούσαν και μικρότεροι ανοχύρωτοι οικισμοί, ενώ ανεγείρονταν και μεμονωμένες αγροικίες. Η αποκάλυψη ενός σημαντικού αριθμού κλιβάνων μαρτυρεί επίσης την ανάπτυξη αξιόλογης βιοτεχνικής δραστηριότητας αυτήν την περίοδο στην περιοχή.
Η ρωμαϊκή κατάκτηση (168 π.Χ.) σηματοδότησε το τέλος των θεσπρωτικών πόλεων των υστεροκλασικών και ελληνιστικών χρόνων, μεταξύ των οποίων της Ελέας και των Γιτάνων, που έκτοτε εγκαταλείφθηκαν σταδιακά. Η εισβολή των Θρακών μισθοφόρων του βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη Στ΄ Ευπάτορος στην Ήπειρο το 88/7 π.Χ. και η εμφύλια διαμάχη μεταξύ του Καίσαρα και του Πομπήιου (49-48 π.Χ.) επιτάχυναν την παρακμή των ελληνιστικών πόλεων της Ηπείρου. Λίγο αργότερα, η νικηφόρα ναυμαχία στο Άκτιο από τον Οκταβιανό Αύγουστο το 31 π.Χ. και η ίδρυση της Νικόπολης σηματοδότησαν την έναρξη μιας νέας περιόδου ειρήνης και ασφάλειας στην περιοχή (Pax Romana).
Στον θεσπρωτικό χώρο κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους εξακολούθησε να επιβιώνει ένας σημαντικός αριθμός οργανωμένων οικισμών, κυρίως κατά μήκος των ηπειρώτικων παραλίων, οι οποίοι διατηρούσαν επαφές με τα μεγάλα λιμάνια της εποχής, τη Νικόπολη και το Βουθρωτό στη νότια Αλβανία. Από τα τέλη του 2ου αιώνα π.Χ., νωρίτερα από τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο, φαίνεται πως είχε αρχίσει η εγκατάσταση στις παράλιες και πεδινές περιοχές της Ηπείρου μεμονωμένων Ρωμαίων αποίκων, μελών της ιταλικής αριστοκρατίας, οι οποίοι καλλιεργούσαν τις εκτάσεις που τους είχαν παραχωρηθεί και εξέτρεφαν τα περίφημα θεσπρωτικά βοοειδή. Στην περιοχή της Παραμυθιάς έχει έρθει στο φως ένας αξιόλογος αριθμός οικιστικών θέσεων, αγρεπαύλεων και νεκροταφείων της ρωμαϊκής εποχής, μεταξύ των οποίων και μία εργαστηριακή εγκατάσταση στη θέση Γεφυράκια, κοντά στην ανατολική όχθη του Κωκυτού.
Στα μέσα περίπου του 1ου αιώνα π.Χ., στο πλαίσιο της οργανωμένης αποικιακής πολιτικής του Ιούλιου Καίσαρα ιδρύθηκαν στον ελλαδικό χώρο μια σειρά από αποικίες με προνομιακό νομικό καθεστώς (colonia Romana), ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνεται και η Φωτική, στα βορειοδυτικά της Παραμυθιάς. Η νεοϊδρυθείσα αποικία φαίνεται ότι αποτελούσε το διοικητικό κέντρο της περιοχής, πιθανότατα εξαρτημένο από τη Νικόπολη. Στα χρόνια του Οκταβιανού Αυγούστου (27 π.Χ.-14 μ.Χ.) πραγματοποιήθηκε πιθανότατα ένας δεύτερος αποικισμός της περιοχής. Όπως συνάγεται από τις σωζόμενες λατινικές επιγραφές, αρχικά ο πληθυσμός της πόλης ήταν αμιγώς λατινόφωνος. Από τον 3ο αιώνα μ.Χ., ωστόσο, ο οποίος σηματοδοτεί το τέλος του ρωμαϊκού κόσμου στην Ήπειρο, οι δίγλωσσες ή ελληνικές επιγραφές της Φωτικής μαρτυρούν τη σταδιακή επικράτηση του ελληνικού στοιχείου έναντι του λατινικού. Κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της Ηπείρου εξακολούθησε να είναι η Νικόπολη, η οποία ορίστηκε πρωτεύουσα της Παλαιάς Ηπείρου (Epirus Vetus), της μίας από τις δύο μεγάλες επαρχίες στις οποίες διαιρέθηκε η Ήπειρος επί Διοκλητιανού (τέλη 3ου αι. μ.Χ.).
Ο χριστιανισμός φαίνεται ότι διαδόθηκε νωρίς στην Ήπειρο, σύμφωνα με την παράδοση ότι επισκέφτηκε τη Νικόπολη ο απόστολος Παύλος στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. Οι πρώτες επισκοπές της Ηπείρου, της Νικοπόλεως και της Εύροιας, μνημονεύονται ωστόσο από τον 4ο αιώνα μ.Χ. Επίσκοπος της Εύροιας, μίας από τις σημαντικότερες πόλεις της Παλαιάς Ηπείρου, που από ορισμένους ερευνητές ταυτίζεται με το σημερινό χωριό Γλυκή στα νότια της Παραμυθιάς, διετέλεσε ο άγιος Δονάτος, διακεκριμένη εκκλησιαστική μορφή της εποχής και πολιούχος άγιος της Θεσπρωτίας. Κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, κυρίως μετά τα μέσα του 5ου αιώνα μ.Χ., παρά τις συνεχείς επιδρομές Βησιγότθων, Βανδάλων και Οστρογότθων, παρατηρείται στη Θεσπρωτία έντονη οικοδομική δραστηριότητα με την ανέγερση ενός αξιόλογου αριθμού εκκλησιών της νέας θρησκείας. Στην περιοχή της Παραμυθιάς έχουν ανασκαφεί μέχρι σήμερα τέσσερις παλαιοχριστιανικές βασιλικές (Φωτικής, Χρυσαυγής, Ζερβοχωρίου και Κρυσταλλοπηγής), πέρα από τα εκκλησιαστικά κτήρια της εποχής αυτής που έχουν αποκαλυφθεί αποσπασματικά στη Φωτική και στη Γλυκή κάτω από τα θεμέλια ναών μεταγενέστερων χρόνων. Κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, οι περισσότεροι από τους προϋπάρχοντες οικισμούς εγκαταλείφθηκαν, με εξαίρεση έναν περιορισμένο αριθμό θέσεων, όπως το κάστρο του Αγίου Δονάτου στο Ζερβοχώρι, που εξακολούθησαν να κατοικούνται και αυτήν την περίοδο. Στη θέση των κατηργημένων οικισμών ιδρύθηκαν νέοι μικρότεροι, όπως και μια σειρά από αγροικίες που έχουν αποκαλυφθεί στην κοιλάδα του Κωκυτού, στον Κόμβο Νεοχωρίου της Εγνατίας οδού, στο Ελευθεροχώρι κ.ά.
Η Φωτική φαίνεται ότι κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους παρέμεινε το δεύτερο σημαντικότερο κέντρο της περιοχής μετά τη Νικόπολη. Από τα μέσα τουλάχιστον του 5ου αιώνα υπήρξε έδρα επισκοπής υπαγόμενης στη μητρόπολη της Νικόπολης. Μεταξύ των επισκόπων της πόλης περιλαμβάνεται ο άγιος Διάδοχος, εξέχον θεολόγος του 5ου αιώνα. Σε ένα από τα έργα του κάνει λόγο για τα μεγαλοπρεπή κτήρια της πόλης και την αναπτυγμένη κοινωνική και πνευματική της ζωή, ενώ παραδίδει παράλληλα μια ειδυλλιακή της περιγραφή, αναφερόμενος στους πλούσιους λειμώνες της πόλης, τα «εὔκλωνα» δέντρα της και τις «καλλίροους» πηγές της.
Οι γνώσεις μας για την ιστορία και την τοπογραφία της Θεσπρωτίας κατά τους βυζαντινούς χρόνους παρουσιάζουν πολλά κενά, λόγω της έλλειψης γραπτών πηγών. Κατά την περίοδο των λεγόμενων «σκοτεινών αιώνων» (τέλη 6ου-9ο αι.), σημειώθηκαν ριζικές αλλαγές στον χώρο της Ηπείρου, όταν ολόκληρη η περιοχή ανάμεσα στη Χειμάρρα της νότιας Αλβανίας μέχρι το Μαργαρίτι της Θεσπρωτίας καταλήφθηκε από το σλαβικό φύλο των Βαϊουνητών και ονομάστηκε Βαγενετία (Βαγενιτία), τοπωνύμιο που παρέμεινε σε ισχύ μέχρι και τους πρώιμους οθωμανικούς χρόνους. Στα τέλη του 9ου αιώνα τοποθετείται η ίδρυση του Θέματος Νικοπόλεως, που περιλάμβανε ολόκληρη την Ήπειρο και τη Δυτική Ελλάδα με πρωτεύουσα αρχικά τη Νικόπολη και στη συνέχεια τη Ναύπακτο. Η ίδρυση του Θέματος σηματοδότησε την οριστική παλινόρθωση της βυζαντινής κεντρικής εξουσίας στην περιοχή, η οποία, ωστόσο, εξακολουθούσε να παραμένει απομονωμένη, μακριά από τις εξελίξεις στην Κωνσταντινούπολη.
Μετά την εμφάνιση των Σταυροφόρων το 1204, η Ήπειρος βρέθηκε στο προσκήνιο των πολιτικών εξελίξεων στον χώρο της Βαλκανικής με την ίδρυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου από τον Μιχαήλ Α΄ Κομνηνό Δούκα. Στα χρόνια του Δεσποτάτου (1204-1318), η Θεσπρωτία γνώρισε σημαντική άνθηση, όπως μαρτυρεί ένας αξιόλογος αριθμός οικισμών και μνημείων της περιόδου. Το 1318, η περιοχή της Ηπείρου βρέθηκε υπό ιταλικό καθεστώς, μέχρι το 1348, όταν ο ισχυρός ηγεμόνας των Σέρβων Στέφανος Δουσάν επέκτεινε τις κτήσεις του σε ολόκληρη την Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Ακολούθησε μια περίοδος συγκρούσεων μεταξύ των Σέρβων, των Αλβανών και των λατινικής καταγωγής ηγεμόνων που είχαν παραμείνει επικεφαλής των επιμέρους περιοχών του κατακερματισμένου Δεσποτάτου. Στο α΄ μισό του 15ου αιώνα, ανάμεσα στην παράδοση των Ιωαννίνων (1430) και την κατάκτηση της Άρτας (1449), έλαβε χώρα η κατάκτηση της Θεσπρωτίας από τους Οθωμανούς.
Κατά τους οθωμανικούς χρόνους, η Παραμυθιά παγιώθηκε ως το κύριο διοικητικό, στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο της περιοχής, αποτελώντας έδρα του καζά (μικρής διοικητικής περιφέρειας) Αϊδονάτ Καλεσί (κάστρο του Αγίου Δονάτου), ο οποίος αρχικά υπαγόταν στο σαντζάκι των Ιωαννίνων και αργότερα, μετά τα μέσα του 16ου αιώνα, στο σαντζάκι του Δελβίνου, πόλης της νότιας Αλβανίας. Αργότερα, το 1867 εντάχθηκε στο νεοϊδρυθέν βιλαέτι των Ιωαννίνων. Ο πληθυσμός του καζά της Παραμυθιάς παρέμεινε μέχρι και τον 19ο αιώνα στην πλειονότητά του χριστιανικός. Τα δυτικότερα χωριά του καζά κατοικούνταν σε μεγάλο ποσοστό από αλβανόφωνους πληθυσμούς, κατά κύριο λόγο μουσουλμάνους Τσάμηδες (αλβανική φυλετική ομάδα), οι οποίοι είχαν διεισδύσει στην περιοχή ήδη από τα μέσα του 14ου αιώνα, συγκροτώντας τον αλβανόφωνο θύλακα της Τσαμουριάς. Από τον 15ο αιώνα, η Παραμυθιά αποτέλεσε έδρα της επισκοπής Βουθρωτού και Γλυκέως, υπαγόμενης στη Μητρόπολη Ιωαννίνων. Ως επισκοπή Παραμυθιάς τιτλοφορήθηκε μόλις τον 18ο αιώνα, ενώ το 1895 αναδείχτηκε σε μητρόπολη υπαγόμενη στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης.
Κατά την οθωμανική περίοδο, μεγάλη ανάπτυξη γνώρισε το εμπόριο της πόλης, με τους εμπόρους της να προμηθεύουν με αγροτικά κυρίως προϊόντα τα Ιωάννινα και τις άλλες αγορές της Ηπείρου και να διαπρέπουν μακριά από την πατρίδα τους στις πόλεις της βόρειας Βαλκανικής και της Ιταλίας. Στα τέλη της δεκαετίας του 1670, όταν επισκέφτηκε την πόλη ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί, η Παραμυθιά διέθετε 250 περίπου καταστήματα. Στην πόλη, λόγω της σημασίας της ως διαμετακομιστικού κέντρου, είχαν εγκατασταθεί Φράγκοι έμποροι. Η μεγάλη άνθηση του εμπορίου της οδήγησε στη διοργάνωση του μεγάλου ετήσιου παζαριού Λάμποβος, το οποίο εξακολουθεί να διεξάγεται μέχρι και σήμερα στην Παραμυθιά στις αρχές Οκτωβρίου. Η αγροτική παραγωγή της περιοχής βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην πεδιάδα του Φαναρίου, η οποία ήταν ιδιαίτερα εύφορη, με πλούσιες καλλιέργειες, κυρίως ρυζιού και καλαμποκιού. Η Παραμυθιά παρήγαγε επίσης κτηνοτροφικά και άλλα γεωργικά προϊόντα, κυρίως σιτηρά, βαμβάκι, κρασί, όσπρια και καρύδια. Φημιζόταν επίσης για το εξαιρετικής ποιότητας ελαιόλαδό της, με το οποίο προμήθευε κατά τον 17ο αιώνα το ίδιο το παλάτι του σουλτάνου.
Ο Εβλιγιά Τσελεμπί αναφέρεται στο μικρό κάστρο της πόλης, που διέθετε λίγες κατοικίες και ένα τζαμί κτισμένο από τον σουλτάνο Βαγιαζήτ. Η εκτός των τειχών πόλη εκτεινόταν σε 11 συνοικίες με 800 λιθόκτιστες, πολυώροφες και κεραμοσκεπείς κατοικίες, αρκετά τζαμιά, τρεις χριστιανικούς ναούς, τρεις μεντρεσέδες, έξι νηπιαγωγεία, δύο σχολεία, τρεις τεκέδες δερβίσηδων, δύο χάνια και ένα λουτρό. Η Παραμυθιά, η οποία χαρακτηρίζεται από τον ίδιο ως πόλη λογίων, διέθετε έναν αξιόλογο αριθμό μουσουλμανικών και χριστιανικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Το πρώτο χριστιανικό σχολείο, η «Κοινοσυντήρητη Ελληνική Σχολή», στην οποία δίδαξε ο σημαντικός λόγιος της Ηπείρου, ιερομόναχος Παΐσιος Τσίπουρας, ιδρύθηκε τον 17ο αιώνα. Η ίδρυση σημαντικών χριστιανικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων συνεχίστηκε και τους επόμενους αιώνες, συχνά με δωρεές τοπικών ευεργετών, όπως του Μιχαήλ Παραμυθιώτη.
Στα τέλη του 19ου αιώνα, το μεγαλύτερο τμήμα της Ηπείρου βρέθηκε υπό την κυριαρχία του ισχυρού Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Μετά τη νίκη των σουλτανικών δυνάμεων εναντίον του Αλή Πασά (1822), ένα μεγάλο μέρος της Θεσπρωτίας εκχωρήθηκε σε Τουρκαλβανούς (εξισλαμισμένους Αλβανούς) Τσάμηδες, στον έλεγχο των οποίων βρισκόταν η περιοχή ήδη από τον 17ο αιώνα με την επικράτηση του συστήματος του μαλικιανέ (ετήσια ενοικίαση των κρατικών προσόδων μιας περιοχής από τοπικούς αγάδες). Κυρίαρχο τύπο ιδιοκτησίας στην περιοχή αποτελούσαν τα τσιφλίκια. Από το 1828 είχαν αρχίσει να διαφαίνονται τάσεις ανεξαρτησίας των Τσάμηδων, που οδήγησαν σε ρήξη με τις σουλτανικές αρχές και το 1831 στη μάχη της Βελτσίστας, που έληξε με τη νίκη του διοικητή των Ιωαννίνων Εμίν Πασά. Ο ίδιος, προκειμένου να εξολοθρεύσει τους Τσάμηδες της Παραμυθιάς, πολιόρκησε την πόλη για δύο μήνες, προκαλώντας μεγάλες καταστροφές. Τα επαναστατικά κινήματα που εκδηλώθηκαν στην Ήπειρο εναντίον των Οθωμανών το 1854 και το 1878, αν και απέτυχαν, βοήθησαν στους διπλωματικούς χειρισμούς της Ελλάδας για την προσάρτηση της Άρτας και της περιοχής της (1881). Ο νικηφόρος ελληνικός στρατός, μετά από σκληρές μάχες, παρέλασε από την Παραμυθιά και την υπόλοιπη Θεσπρωτία αρκετά χρόνια αργότερα, στις 23 Φεβρουαρίου 1913, κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού πολέμου.
Αρχαιότητες και μνημεία περιοχής Ελέας
Αρχαιολογικός χώρος Ελέας
Η έδρα του θεσπρωτικού φύλου των Ελεατών και πρώτη πρωτεύουσα των Θεσπρωτών στα ανατολικά της κοινότητας της Χρυσαυγής (πρώην Βέλλιανη), περίπου 5 χλμ. νότια από την Παραμυθιά, εκτείνεται σε 105 στρέμματα, αποτελώντας μία από τις μεγαλύτερες αρχαίες πόλεις της Ηπείρου. Κτισμένη σε φυσικά οχυρό πλάτωμα των πρόποδων των Ορών Παραμυθιάς, σε μέσο υψόμετρο περίπου 480 μ., είναι γνωστή και ως Καστρί Βέλλιανης, από την παλαιότερη ονομασία της Χρυσαυγής, τοπωνύμιο που θεωρείται ότι απηχεί την ονομασία της αρχαίας πόλης. Η θέση είναι καίριας γεωγραφικής σημασίας, καθώς επιτρέπει τον έλεγχο όλης της γύρω κοιλάδας, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την πρόσβαση στις καλλιεργήσιμες εκτάσεις της περιοχής. Η ίδρυση της Ελέας ανάγεται λίγο πριν τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., ενώ η περίοδος της μεγάλης της ακμής τοποθετείται στους ελληνιστικούς χρόνους (3ος-α΄ μισό 2ου αι. π.Χ.) και ιδιαίτερα στο διάστημα 360-330 π.Χ., όταν εξέδωσε τη δική της σειρά νομισμάτων. Όπως και άλλες πόλεις της Ηπείρου, καταστράφηκε από τους Ρωμαίους το 167 π.Χ. και μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα εγκαταλείφθηκε οριστικά.
Η οχύρωση της Ελέας, η οποία σε ορισμένα σημεία διατηρείται σε εξαιρετικά καλή κατάσταση φθάνοντας σε ύψος τα 7,00 μ., χρονολογείται στην εποχή της ίδρυσης της πόλης ή λίγες δεκαετίες αργότερα. Είναι κτισμένη σύμφωνα με το πολυγωνικό σύστημα τοιχοποιίας με μεγάλες λιθοπλίνθους από ασβεστόλιθο. Τα απόκρημνα βραχώδη πρανή του πλατώματος, στο οποίο είναι κτισμένη η πόλη, καθιστούσαν περιττή την οχύρωση σε ολόκληρη την περίμετρό του. Το τείχος διαθέτει δύο κύριες πύλες, μία στην ανατολική και μία στη δυτική πλευρά, ενώ μία πυλίδα διαμορφώνεται επίσης στη βόρεια πλευρά του. Στη βορειανατολική του γωνία υψώνεται ένας ογκώδης, τραπεζοειδούς κάτοψης πύργος, ο οποίος εξασφάλιζε την άμυνα της ανατολικής πύλης. Ένας ακόμη ημικυκλικός πύργος, ο οποίος διατηρείται αποσπασματικά, προστάτευε τη δυτική πύλη. Προκειμένου να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη αντοχή, το τείχος εσωτερικά είναι ενισχυμένο με εγκάρσια ζεύγματα (δεσιές).
Τα κτήρια της πόλης καταλαμβάνουν το δυτικό τμήμα του πλατώματος. Το βορειοανατολικό του τμήμα φαίνεται ότι ήταν αδόμητο και ελεύθερο από οικοδομήματα, πιθανότατα για αμυντικούς λόγους. Για την εξομάλυνση των κλίσεων του εδάφους διαμορφώνονται βαθμιδωτά άνδηρα, που συγκρατούνται από μεγάλους αναλημματικούς πολυγωνικούς τοίχους. Τα κτήρια της πόλης αναπτύσσονται εκατέρωθεν μίας κεντρικής οδικής αρτηρίας, πλάτους 3,00-4,00 μ., η οποία, με κατεύθυνση από νοτιοδυτικά προς βορειοανατολικά, συνδέει τις δύο κύριες πύλες του τείχους. Ένα πλέγμα παράλληλων ή κάθετων σε αυτήν μικρότερων δρόμων οργανώνουν ρυμοτομικά την πόλη. Μικροί αποχετευτικοί αγωγοί κατά μήκος των δρόμων απομάκρυναν τα λύματα των κατοικιών και τα όμβρια ύδατα.
Τα θεμέλια και τα κατώτερα τμήματα των τοίχων των κτηρίων είναι κτισμένα με ορθογώνιους ή πολυγωνικούς λίθους. Το ανώτερό τους τμήμα ήταν κατασκευασμένο με ωμές πλίνθους που ενισχύονταν με ξυλοδεσιές. Τα δάπεδά τους είναι κατά κύριο λόγο λαξευμένα στον φυσικό βράχο ή από πατημένο χώμα. Σπάνια εντοπίζονται δάπεδα επιμελέστερης κατασκευής. Τα θραύσματα κεραμίδων που έχουν βρεθεί κατά τις ανασκαφές υποδεικνύουν ότι τα κτήρια του οικισμού ήταν κεραμοσκεπή.
Οι κατοικίες του οικισμού ήταν συνήθως ισόγειες, με εμβαδό που κυμαίνεται μεταξύ 160 και 250 τ.μ. Σε λίγες μόνο από αυτές διαπιστώνεται η παρουσία και δεύτερου ορόφου. Συνήθως αποτελούνται από τέσσερα ή έξι δωμάτια και σε ορισμένες περιπτώσεις διαθέτουν εσωτερικές υπαίθριες αυλές. Η κύρια είσοδός τους βρίσκεται προς την πλευρά του παρακείμενου δρόμου. Η εύρεση πήλινων λουτήρων υποδεικνύει επίσης την ύπαρξη χώρων υγιεινής.
Άμεσα συνυφασμένο με τις πολιτικές και διοικητικές λειτουργίες της πόλης είναι το συγκρότημα της Αγοράς έκτασης 3.000 τ.μ., στο κεντρικό επίπεδο τμήμα του πλατώματος, νότια της κεντρικής οδικής αρτηρίας. Αρχικά είχε τη μορφή ανοικτής πλατείας διαμορφωμένης σε επάλληλα άνδηρα, κατά τους ελληνιστικούς ωστόσο χρόνους (3ο-α΄ μισό 2ου αι. π.Χ.), οι τρεις πλευρές της Αγοράς οριοθετήθηκαν με μεγάλες επιμήκεις στοές. Σταδιακά, στον χώρο της Αγοράς ανεγέρθηκε μια σειρά από κτήρια για την εξυπηρέτηση των δημόσιων και εμπορικών λειτουργιών της πόλης και την αποθήκευση των δημόσιων αγαθών της. Από τις τρεις στοές της Αγοράς, σε καλύτερη κατάσταση διατηρείται εκείνη που οριοθετεί τη δυτική της πλευρά. Στην πρόσοψή της αναπτύσσεται κιονοστοιχία με 11 δωρικούς κίονες. Στο κεντρικό τμήμα της διαμορφώνονται επτά ισομεγέθεις ορθογώνιοι χώροι, οι οποίοι περιβάλλονται από περιμετρικό διάδρομο και επικοινωνούν ανά δύο ή τρεις μεταξύ τους.
Από τα κτήρια στην υπόλοιπη έκταση της πόλης, ενδιαφέρον παρουσιάζει το κτήριο που βρίσκεται σε επαφή με το δυτικό τμήμα του τείχους, στο εσωτερικό του οποίου βρέθηκαν δύο κεραμικοί κλίβανοι, που υποδεικνύουν την ανάπτυξη βιοτεχνικής δραστηριότητας. Στο ελάχιστα δομημένο βορειοανατολικό τμήμα της πόλης είχε ανεγερθεί ο μοναδικός μέχρι σήμερα ναός που έχει εντοπιστεί στην Ελέα. Είναι μικρών διαστάσεων και αποτελείται από τρεις χώρους (πρόναο, σηκό και άδυτο). Η λατρευόμενη στον ναό θεότητα παραμένει άγνωστη.
Το νεκροταφείο της πόλης εκτεινόταν πιθανότατα έξω από τη δυτική πύλη του τείχους, κατά μήκος της οδού που οδηγούσε στην κοιλάδα του Κωκυτού.
Από τα πλούσια κινητά ευρήματα των ανασκαφών ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα νομίσματα, που εκτός από κοπές του Κοινού των Ηπειρωτών, περιλαμβάνουν εκδόσεις μεγάλων κέντρων της αρχαιότητας (Αμβρακίας, Αιτωλίας, Ακαρνανίας, Κέρκυρας, Κορίνθου, Μακεδόνων βασιλέων κ.ά.), μαρτυρώντας το εύρος των οικονομικών και εμπορικών επαφών των Ελεατών με τον υπόλοιπο αρχαίο ελληνικό κόσμο.
Σήμερα η Ελέα, μετά από πολυετείς εργασίες ανάδειξης, έχει διαμορφωθεί σε επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο.
Μονή Αγίου Ιωάννη Προδρόμου (Βέλλιανης)
Βρίσκεται σε μικρή απόσταση νοτιοανατολικά της Ελέας και είναι κτισμένη στους δυτικούς πρόποδες των Ορών Παραμυθιάς. Από το μοναστηριακό συγκρότημα διατηρείται σήμερα μόνο το καθολικό και ορισμένα από τα κελιά. Η σημερινή μορφή του καθολικού, στον τύπο της τρίκλιτης θολοσκέπαστης βασιλικής, οφείλεται στις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν το 1843 από τον ηγούμενο της μονής, ιερομόναχο Λεόντιο. Ο χρόνος ίδρυσης της μονής δεν είναι γνωστός, η παλαιότερη ωστόσο επιγραφή από τον χώρο του καθολικού διασώζει τη χρονολογία 1630.
Παλαιοχριστιανική βασιλική, θέση Χαλάσματα ή Αεροδρόμιο Χρυσαυγής
Έχει ανασκαφεί κοντά στην Επαρχιακή οδό Παραμυθιάς-Γλυκής και χρονολογείται στο β΄ μισό του 6ου αιώνα. Η κόγχη του Ιερού της Βήματος έχει ενσωματωθεί στον μικρό ναό της Ζωοδόχου Πηγής των αρχών του 20ού αιώνα. Η βασιλική ανήκει στον τύπο του τρίκλιτου ναού με εγκάρσιο κλίτος, το οποίο απολήγει σε ημικυκλικές κόγχες. Ο αρχιτεκτονικός αυτός τύπος, που δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, απαντά στην Ήπειρο και στην παλαιοχριστιανική βασιλική της Δωδώνης. Γύρω από τη βασιλική της Χρυσαυγής έχουν εντοπιστεί οικιστικά κατάλοιπα που υποδεικνύουν την παρουσία ενός παλαιοχριστιανικού οικισμού.
Ταφικά μνημεία της κοιλάδας Κωκυτού
Από τα πολυάριθμα ταφικά μνημεία της κοιλάδας του ποταμού «των θρήνων» ξεχωρίζει το ταφικό ηρώο (τόπος λατρείας σημαινόντων προσώπων που αφηρωίστηκαν και λατρεύτηκαν ως ήρωες μετά τον θάνατό τους) του 3ου αιώνα π.Χ., που έχει ανασκαφεί στη θέση Μάρμαρα της μικρής κοινότητας Ζερβοχωρίου, σε μικρή απόσταση νότια της Επαρχιακής οδού Παραμυθιάς-Γλυκής. Το σχεδόν τετράγωνο σε κάτοψη κτήριο διαστάσεων 15,40 x 15,50 μ., είναι κτισμένο με μεγάλους λαξευτούς ασβεστόλιθους. Στο εσωτερικό του αποκαλύφθηκε ένας συλημένος κιβωτιόσχημος τάφος με λιγοστά κτερίσματα που διέφυγαν τη σύληση, μεταξύ των οποίων ψήγματα χρυσού και επιχρυσωμένα ελάσματα.
Από τα υπόλοιπα ταφικά μνημεία της κοιλάδας ξεχωρίζει ο κιβωτιόσχημος τάφος του πολεμιστή του 4ου αιώνα π.Χ., που ανασκάφηκε στην κοινότητα Προδρόμι, νότια της Παραμυθιάς, ο οποίος περιείχε εντυπωσιακά ευρήματα, μεταξύ των οποίων τον πλήρη στρατιωτικό εξοπλισμό του νεκρού.
Κάστρο Αγίου Δονάτου, περιοχή Ζερβοχωρίου
Τα κατάλοιπα του μικρού κάστρου του α΄ μισού του 3ου αιώνα π.Χ., έκτασης περίπου 1,10 εκταρίων, διατηρούνται στην κορυφή χαμηλού υψώματος στις δυτικές πλαγιές των Ορών Παραμυθιάς, περίπου 2 χλμ. νότια του Ζερβοχωρίου. Η ονομασία του οφείλεται στον μικρό ναό του Αγίου Δονάτου του 17ου αιώνα, που είναι κτισμένος στο εσωτερικό του. Η θέση του κάστρου, σε καίριο σημείο ελέγχου των οδικών αρτηριών από και προς την Ελέα, σε συνδυασμό με το μέγεθός του, υποδεικνύουν ότι λειτουργούσε ως καταφύγιο των πληθυσμών που ήταν εγκατεστημένοι στην κοιλάδα του Κωκυτού. Το κάστρο έχει ρομβοειδή κάτοψη και οι περισσότερο ευπρόσβλητες πλευρές του, η ανατολική και η νότια, προστατεύονται από ισχυρό πολυγωνικό τείχος, μήκους περίπου 215 μ. Το τείχος έχει κυμαινόμενο πάχος από 1,90 έως 3,40 μ. και διατηρείται σε μέγιστο ύψος 3,00 μ. Η κύρια πύλη του, στα βορειοανατολικά, προστατεύεται με έναν ορθογώνιο πύργο. Με βάση τα ανασκαφικά ευρήματα, το κάστρο ήταν σε χρήση μέχρι και τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους. Στο εσωτερικό του, η ανασκαφική έρευνα έχει φέρει στο φως τα κατάλοιπα μίας από τις πρωιμότερες ρωμαϊκές επαύλεις του θεσπρωτικού χώρου (τέλη 2ου αι. πΧ.-1ος αι. μ.Χ.), ένα από τα δωμάτια της οποίας κοσμούνταν με εξαιρετικής ποιότητας τοιχογραφίες του β΄ Πομπηιανού ρυθμού (50-30 π.Χ.).
Παλαιοχριστιανική βασιλική, θέση Παλιοκκλήσι Ζερβοχωρίου
Τα κατάλοιπα της μεγάλων διαστάσεων παλαιοχριστιανικής βασιλικής, εμβαδού 286 τ.μ., με νάρθηκα, βαπτιστήριο και διάφορα άλλα βοηθητικά κτίσματα, αποκαλύφθηκαν κοντά στην Επαρχιακή οδό Παραμυθιάς-Γλυκής. Η βασιλική του 5ου-6ου αιώνα εξυπηρετούσε τις ανάγκες ενός οικισμού, ο οποίος πιθανότατα αναζητούσε προστασία στο κάστρο του Αγίου Δονάτου σε περιπτώσεις κινδύνου.
Ναός Αγίου Δημητρίου, περιοχή Ζερβοχωρίου - Καμινίου
Ο κοιμητηριακός ναός στα ανατολικά των κοινοτήτων Ζερβοχωρίου και Καμινίου αποτελεί κτίσμα του 1747. Πρόκειται για τρίκλιτη θολωτή βασιλική με χαρακτηριστικό μικρό, με ψηλό κυλινδρικό τύμπανο, τρούλο, η οποία έχει ενσωματώσει το τριμερές Ιερό Βήμα ενός προγενέστερου ναού των χρόνων του Δεσποτάτου της Ηπείρου (13ος αι.), κτισμένου με αμελές πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοποιίας.
Ναός Αγίας Κυριακής, Γαρδίκι
Κρήνη του Πόγκα, Χόικα
Στη μικρή κοινότητα της Χόικας, δυτικά της Παραμυθιάς, διατηρείται η ορθογώνιας κάτοψης παρόδια κρήνη του 16ου αιώνα με το χαρακτηριστικό, επιμελημένης κατασκευής, οξυκόρυφο τόξο διπλής καμπυλότητας στην πρόσοψη.
Μεσοβυζαντινή βασιλική, Γλυκή
Στη μικρή κοινότητα Γλυκή, κοντά στις όχθες του Αχέροντα, διατηρούνται τα κατάλοιπα της τρίκλιτης βασιλικής με διώροφο πιθανότατα νάρθηκα στα δυτικά, η οποία χρονολογείται στα τέλη του 9ου-αρχές 10ου ή μεταξύ 11ου και 12ου αιώνα. Οι μεγάλες της διαστάσεις, η επιμελημένη της τοιχοποιία, οι γρανιτένιοι κίονες των κιονοστοιχιών της και ο εξαίρετος γλυπτός της διάκοσμος (σήμερα στο Βυζαντινό Μουσείο Ιωαννίνων), τη συγκαταλέγουν μεταξύ των σημαντικότερων βυζαντινών μνημείων της Ηπείρου, παρόλη την αποσπασματική της διατήρηση.
Στα θεμέλια της βασιλικής έχουν αποκαλυφθεί τα κατάλοιπα ενός προγενέστερου παλαιοχριστιανικού ναού, ο οποίος ταυτίζεται από πολλούς ερευνητές με τον ναό που έκτισε στα τέλη του 4ου αιώνα ο άγιος Δονάτος, επίσκοπος Εύροιας, με χορηγία του αυτοκράτορα Μεγάλου Θεοδοσίου.
Αρχαιότητες και μνημεία περιοχής Αρχαίας Φωτικής
Αρχαιολογικός χώρος Φωτικής
Η σύγχρονη Εγνατία οδός διέρχεται σε μικρή απόσταση βόρεια της θέσης Λιμπόνι, 4 περίπου χλμ. βορειοδυτικά της Παραμυθιάς και σε μικρή απόσταση από τη σημερινή κοινότητα του Αγίου Δονάτου, όπου, με βάση τις σωζόμενες επιγραφές, τοποθετούνται τα κατάλοιπα της ρωμαϊκής αποικίας της Φωτικής, που ιδρύθηκε τον 1ο αιώνα π.Χ. και γνώρισε μεγάλη ακμή κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους. Γραπτές πηγές και αρχαιολογικά δεδομένα τεκμηριώνουν τη λειτουργία της πόλης μέχρι και τους υστεροβυζαντινούς τουλάχιστον χρόνους.
Η πεδινή θέση στην οποία ιδρύθηκε η πόλη με τις πλούσιες καλλιεργήσιμες εκτάσεις και την αφθονία των πηγών, κοντά στις πηγές του Κωκυτού και την αποξηραμένη σήμερα λίμνη της Χότκοβας, είναι καίριας στρατηγικής σημασίας. Από τη Φωτική διερχόταν η οδική αρτηρία, η οποία οδηγούσε από τις ηπειρώτικες ακτές στη Δωδώνη και στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, καθώς επίσης και ο δυτικός κλάδος της ρωμαϊκής Εγνατίας οδού, ο οποίος ακολουθούσε τα ηπειρώτικα παράλια συνδέοντας το Δυρράχιο με τη Νικόπολη. Κατά μία άποψη μάλιστα, η Φωτική ταυτίζεται με τον ρωμαϊκό σταθμό Ad Dianam του κλάδου αυτού της Εγνατίας οδού, ο οποίος αναφέρεται στον Πευτιγκεριανό κώδικα (Tabula Peutingeriana). Με τη διέλευση της εν λόγω οδού συνδέονται οι δύο μιλιοδείκτες του 3ου-αρχών 4ου αιώνα που έχουν βρεθεί κοντά στην κοινότητα της Χρυσαυγής, στα νότια της Φωτικής, ο ένας εντοιχισμένος στην παλαιοχριστιανική βασιλική στη θέση Χαλάσματα ή Αεροδρόμιο.
Η Φωτική δεν έχει διερευνηθεί ανασκαφικά, με αποτέλεσμα να παραμένει άγνωστη η πολεοδομική της οργάνωση. Η έκταση της υπολογίζεται γύρω στα 30-40 εκτάρια. Το αρχαιολογικό υλικό της ρωμαϊκής περιόδου περιορίζεται σε τυχαία κινητά ευρήματα, κυρίως επιγραφές. Πιθανότατα από τη Φωτική προέρχεται επίσης ένα ιδιαίτερα αξιόλογο, υψηλής καλλιτεχνικής αξίας σύνολο 14 χάλκινων αγαλματιδίων θεοτήτων και μορφών του μύθου του 1ου και 2ου αιώνα, γνωστό ως «θησαυρός της Παραμυθιάς», που διέφυγε στο εξωτερικό στα τέλη του 18ου αιώνα και σήμερα εκτίθεται στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου. Από τα σωζόμενα κτήρια της Φωτικής, στους ρωμαϊκούς χρόνους ανάγονται πιθανότατα τα κατάλοιπα ενός ορθογώνιου κτηρίου αδιάγνωστης χρήσης, γνωστού ως Εβραϊκά, στη θέση Χαμντί, βόρεια του χειμαρροποτάμου Λίβερη, το οποίο παρέμεινε σε λειτουργία και κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο. Τα υπόλοιπα σωζόμενα μνημεία της Φωτικής ανάγονται στους παλαιοχριστιανικούς και βυζαντινούς χρόνους.
Ναός Αγίας Παρασκευής (Παλιοκκλήσι)
Σε χαμηλό λόφο βορειοδυτικά της Φωτικής βρίσκεται η μεγάλων διαστάσεων τρίκλιτη βασιλική με διευρυμένο νάρθηκα και αίθριο στα δυτικά, που είναι γνωστή ως Παλιοκκλήσι και χρονολογείται γενικότερα κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο. Σε καλύτερη κατάσταση διατηρείται το ανατολικό της τμήμα, που σώζεται σε ύψος 4,00 μ. Oι υπόλοιποι τοίχοι της δεν ξεπερνούν σε ύψος το 1,00 μ. Μετά την εγκατάλειψη της βασιλικής, στη θέση του Ιερού Βήματος ανεγέρθηκε ένας μικρός μονόχωρος ναός, που σώζεται σε χαμηλό ύψος, χωρίς επαρκή στοιχεία για τη χρονολόγησή του. Περιμετρικά της βασιλικής αποκαλύφθηκε ένας μεγάλος αριθμός ταφών, που τεκμηριώνουν τη χρήση του χώρου ως νεκροταφείου, πιθανότατα μετά την εγκατάλειψή της βασιλικής.
Ναός Αγίας Φωτεινής
Η ερειπωμένη σήμερα τρίκλιτη βασιλική έχει ανεγερθεί σε μικρό δασώδες πλάτωμα στη θέση Βαλσαμάρι, στα βόρεια τη Φωτικής. Η χάραξη της κάτοψης του ναού είναι παράγωνη, πιθανότατα επειδή είναι κτισμένος στη θέση ή κοντά σε προϋπάρχοντα ναό ή δημόσιο κτήριο της ρωμαϊκής περιόδου, από το οποίο έχει έρθει στο φως τμήμα του ψηφιδωτού του δαπέδου και ένας σημαντικός αριθμός γλυπτών, μεταξύ των οποίων και δύο ακέραια σωζόμενοι λίθινοι βωμοί. Σε καλύτερη κατάσταση διατηρείται το τριμερές Ιερό Βήμα του μνημείου, οι τοίχοι του οποίου φθάνουν σε ύψος μέχρι τα 2,90 μ. περίπου. Τα επιμέρους μορφολογικά του στοιχεία το εντάσσουν στην αρχιτεκτονική της μεσοβυζαντινής περιόδου. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κατάλοιπα του επιμελημένου αρχικού δαπέδου του ναού από ασβεστολιθικές πλάκες, οι οποίες περιβάλλονται από ζώνη μαρμαροθετήματος. Στο μνημείο αναγνωρίζονται διάφορες μεταγενέστερες οικοδομικές φάσεις, πιθανότατα των υστεροβυζαντινών χρόνων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η προσθήκη του στενόμακρου νάρθηκα στα δυτικά.
Ναός Παναγίας Λαμποβήθρας
Βρίσκεται στο κέντρο περίπου του αρχαιολογικού χώρου της Φωτικής και ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με μεταγενέστερο νάρθηκα στα δυτικά. Η ανέγερση του ναού τοποθετείται στους υστεροβυζαντινούς χρόνους. Ο ναός είναι κτισμένος στη θέση προϋπάρχουσας βασιλικής του α΄ μισού του 6ου αιώνα, από την οποία έχει αποκαλυφθεί ένας μικρός ορθογώνιος χώρος με εξαίρετης τέχνης ψηφιδωτό δάπεδο. Άφθονο οικοδομικό υλικό της βασιλικής έχει χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή του ναού της Παναγίας. Ξεχωρίζουν τα στηθαία του μαρμάρινου άμβωνα και οι πεσσίσκοι του μαρμάρινου τέμπλου, που έχουν εντοιχιστεί στην πρόσοψη του δυτικού τοίχου του ναού.
Μητροπολιτικός ναός Φωτικής
Σε μικρή απόσταση βόρεια του ναού της Παναγίας εντοπίζονται οικοδομικά κατάλοιπα και σπαράγματα ψηφιδωτού δαπέδου, τα οποία, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ανήκουν στον μητροπολιτικό ναό της Φωτικής.
Παλαιοχριστιανική βασιλική, Κρυσταλλοπηγή
Λίγα μόλις χιλιόμετρα δυτικά του αρχαιολογικού χώρου της Φωτικής βρίσκεται η μικρή κοινότητα της Κρυσταλλοπηγής, που δημιουργήθηκε μετά την εγκατάλειψη του οικισμού Σέλλιανη. Στην περιοχή έχουν εντοπιστεί κατά το παρελθόν διάσπαρτα οικοδομικά λείψανα και κεραμική. Στον λόφο Ράχη Βελλή, νοτιοδυτικά της Κρυσταλλοπηγής και παραπλεύρως της Επαρχιακής οδού Νεράιδας-Παραμυθιάς, έχει ανασκαφεί τρίκλιτη βασιλική με βαπτιστήριο του β΄ μισού του 6ου αιώνα, η οποία έχει κτιστεί στη θέση προγενέστερου κτηρίου, πιθανότατα μίας μεγαλύτερων διαστάσεων βασιλικής.
Οθωμανική κρήνη - «Πλάτανος του Αράπη», Κρυσταλλοπηγή
Παραπλεύρως της Επαρχιακής οδού Νεράιδας-Παραμυθιάς σώζεται η ορθογώνιας κάτοψης κρήνη του 15ου ή 16ου αιώνα, με ένα οξυκόρυφο τόξο διπλής καμπυλότητας στην πρόσοψη. Είναι κτισμένη με επιμελημένο πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοποιίας και η πρόσοψή της κοσμείται με ταινία από πλίνθους σε σχήμα ψαροκόκκαλου. Στην περιοχή βρίσκεται και ο αιωνόβιος πλάτανος, ο λεγόμενος «του Αράπη», το κοίλωμα του οποίου έχει διαμορφωθεί σε παρεκκλήσι της Παναγίας της Πλατανιώτισσας.
Συγκρότημα νερόμυλου, Κρυσταλλοπηγή
Λίγο έξω από την Κρυσταλλοπηγή βρίσκεται το συγκρότημα του νερόμυλου της οικογένειας Λάμπρου Ντούμα, ο οποίος εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι και σήμερα. Είναι γνωστός και ως νερόμυλος Πυρσινέλλα ή Φράγκου και χρονολογείται στους ύστερους οθωμανικούς χρόνους. Το συγκρότημα συνδυάζει τις υδροκίνητες εγκαταστάσεις (νερόμυλο και νεροτριβή) με χώρους κατοικίας και αποθήκευσης.
Μουσείο
Λαογραφικό Μουσείο Νεοχωρίου
Το μουσείο στεγάζεται στο παλιό λιθόκτιστο Δημοτικό Σχολείο της μικρής κοινότητας Νεοχωρίου, λίγα χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Κρυσταλλοπηγής, όπου, κατά τη διάρκεια των εργασιών κατασκευής της Εγνατίας οδού, ήρθαν στο φως σημαντικές αρχαιότητες. Το μουσείο φιλοξενεί πλούσια εκθέματα, που συνδέονται με την καθημερινή ζωή και τις ασχολίες των κατοίκων της περιοχής.
Μνημεία Παραμυθιάς
Κάστρο Αγίου Δονάτου
Το κάστρο, που αναφέρεται σε σημαντικό αριθμό γραπτών πηγών του 13ου αιώνα και εξής, κατοικούνταν μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Κτισμένο κατά τους ελληνιστικούς χρόνους στην πλούσια δασώδη έκταση πάνω από την Παραμυθιά, σε φυσικά οχυρό βραχώδες πλάτωμα του όρους Γκορίλα που επιτρέπει την εποπτεία της γύρω περιοχής, ταυτίζεται από τους ερευνητές με το κάστρο που ανακατασκεύασε ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός για καλύτερη ασφάλεια των κατοίκων της γειτονικής Φωτικής. Η ελληνιστική φάση του μνημείου είναι εύκολα διακριτή στα κατά τόπους κατώτερα τμήματα του ισχυρού οχυρωματικού του περιβόλου, που είναι κτισμένα σύμφωνα με το πολυγωνικό σύστημα τοιχοποιίας, με μεγάλους λαξευτούς δόμους. Στην τοιχοποιία του τείχους είναι επίσης εμφανείς δύο ακόμη κύριες οικοδομικές φάσεις, μία της βυζαντινής περιόδου και μία των οθωμανικών χρόνων. Το κάστρο, με έκταση 3,50-4,00 εκτάρια, έχει πολυγωνικό σε κάτοψη σχήμα και προσανατολισμό Α-Δ. Το ύψωμα στο οποίο είναι κτισμένο περιβάλλεται στα νότια και βόρεια από ψηλούς γκρεμούς, που καθιστούν περιττή την οχύρωση σε ολόκληρη την περίμετρό του. Η κεντρική πύλη του κάστρου βρίσκεται στο νότιο τμήμα της ευκολότερα προσβάσιμης δυτικής του πλευράς, ενώ μία ακόμη πύλη ανοίγεται στο βορειότερο τμήμα της ίδιας πλευράς. Δύο πύλες διαμορφώνονται επίσης στην ανατολική πλευρά του κάστρου, που μέσω ενός μικρού αυχένα συνδέεται με το όρος Γκορίλα. Την άμυνα του τείχους ενίσχυαν δύο ορθογώνιας κάτοψης πύργοι, ένας στη βόρεια πλευρά του και ένας κοντά στη νοτιοανατολική πύλη.
Στο ψηλότερο βορειοανατολικό τμήμα του εσωτερικού του κάστρου, διαμορφώνεται η μικρής σχετικά έκτασης ακρόπολη, διαστάσεων 24,80 x 46,60 μ., η οποία χωρίζεται από το υπόλοιπο κάστρο με εσωτερικό τείχος, που ενισχύεται με ορθογώνιους πύργους. Το εσωτερικό της ακρόπολης διαιρείται με ένα εγκάρσιο τείχος σε δύο τμήματα, στην Πάνω και στην Κάτω ακρόπολη. Η περισσότερο ευπρόσβλητη ανατολική πλευρά της ακρόπολης προστατεύεται από δύο πύργους, έναν κυκλικής και έναν ορθογώνιας κάτοψης.
Στο εσωτερικό του κάστρου, κυρίως στο καλύτερα σωζόμενο δυτικό τμήμα του, διατηρούνται τα κατάλοιπα κατοικιών και άλλων κτισμάτων της οθωμανικής περιόδου, μεταξύ των οποίων και μιας δεξαμενής.
Ναός Μεγάλης Παναγιάς (Κοίμησης της Θεοτόκου)
Στο νοτιοδυτικό τμήμα της Παραμυθιάς βρίσκεται ο ναός που είναι γνωστός και ως Μεγάλη Εκκλησία ή Παναγία Παραμυθία, ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της Ηπείρου. Αποτελούσε άλλοτε καθολικό μονής και σήμερα λειτουργεί ως κοιμητηριακός ναός. Ανήκει στον όχι ιδιαίτερα συνηθισμένο αρχιτεκτονικό τύπο του τρίκλιτου σταυρεπίστεγου ναού με τρουλοκαμάρα (υπερυψωμένο τμήμα του ναού σαν τρούλος, που όμως είναι ορθογώνιο και στεγάζεται με καμάρα) και νάρθηκα στα δυτικά. Η ανέγερσή του τοποθετείται στο β΄ μισό του 13ου αιώνα, η σημερινή του ωστόσο μορφή είναι αποτέλεσμα των εκτεταμένων επεμβάσεων που δέχτηκε πιθανότατα κατά τον 19ο αιώνα (προσθήκη εξωνάρθηκα, οστεοφυλάκιου, στοάς και κωδωνοστασίου).
Το μνημείο ξεχωρίζει για την επιμελημένη τοιχοποιία του, καθώς επίσης και για τον πλούσιο κεραμοπλαστικό του διάκοσμο, που παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία και μιμείται τον ανάλογο διάκοσμο των μνημείων της Άρτας, της πρωτεύουσας του Δεσποτάτου της Ηπείρου, όπου άνθησε η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική. Στον χώρο του νάρθηκα έχει εντοπιστεί τοιχογραφικός διάκοσμος του 18ου αιώνα με την παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας. Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα κειμήλια του ναού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται ο εξαιρετικής ποιότητας χρυσοκέντητος επιτάφιος που φιλοτεχνήθηκε το 1578 από τον κεντητή μοναχό Αρσένιο της Μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων.
Υστεροβυζαντινό λουτρό
Το μικρό λουτρό, που είναι πιθανό να αποτελούσε τμήμα του μοναστηριακού συγκροτήματος της Παναγίας, από την οποία απέχει μόλις 100 μ. περίπου, θεωρείται κτίσμα της υστεροβυζαντινής περιόδου. Στο μνημείο, παρά την αποσπασματική κατάσταση διατήρησής του, αναγνωρίζονται με ασφάλεια τα επιμέρους τμήματά του (χώροι του αποδυτηρίου και του χλιαρού και θερμού λουτρού), που στεγάζονταν άλλοτε με θόλους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η τοιχοποιία του λουτρού, η οποία συνδυάζει την αργολιθοδομή στο κατώτερο τμήμα των τοίχων με το πλινθοπερίκλειστο σύστημα στο ανώτερο. Πλίνθινη οδοντωτή ταινία περιτρέχει το ανώτερο τμήμα του κτηρίου. Τρία ακιδογραφήματα σε έναν από τους τοίχους του λουτρού με παραστάσεις χαρακτηριστικών τύπων πλοίων, που ήταν σε χρήση μεταξύ του 13ου και του 16ου αιώνα, αποτελούν μία απροσδόκητη μαρτυρία για τη λειτουργία του κτηρίου στην απομακρυσμένη από τη θάλασσα πόλη της Παραμυθιάς.
Κούλια (οχυρωμένη κατοικία)
Κτισμένη στους πρόποδες του κάστρου του Αγίου Δονάτου, σε περίοπτο σημείο της συνοικίας Προνιάτικα στο βορειοδυτικό τμήμα της Παραμυθιάς, αποτελεί ένα από τα καλύτερα σωζόμενα δείγματα οχυρής κατοικίας της Ηπείρου του β΄ μισού του 18ου-αρχών 19ου αιώνα. Είναι γνωστή και ως Κούλια των Μπονολάτων και έχει μορφή ψηλού, τετράγωνου πύργου, με πέντε ορόφους. Με ύψος 26 μ. εξασφάλιζε στους εκάστοτε ιδιοκτήτες της την εποπτεία της γύρω περιοχής. Στεγάζεται με θόλο που καλύπτεται με τετράριχτη στέγη. Με θόλο καλύπτεται επίσης το ισόγειο του μνημείου, ενώ οι υπόλοιποι όροφοι διαχωρίζονται μεταξύ τους με ξύλινα πατώματα. Η είσοδος της κούλιας βρίσκεται στον δεύτερο όροφο και επιτυγχανόταν άλλοτε με ξύλινη ανασυρόμενη κλίμακα. Για λόγους ασφαλείας, τα παράθυρα είναι μικρά και ανοίγονται μόνο στους ανώτερους ορόφους. Οι τυφεκιοθυρίδες, τα μόνα ανοίγματα του ισογείου και του πρώτου ορόφου, σε συνδυασμό με τις καταχύστρες του τέταρτου ορόφου ενισχύουν τον αμυντικό χαρακτήρα του κτηρίου.
Ρολόι
To ιστορικό ρολόι, που στεγάζεται σε ψηλό λιθόκτιστο πύργο κοντά στην άνω Περιφερειακή οδό Μελιγγών-Παραμυθιάς, κατασκευάστηκε το 1750 με πρωτοβουλία της τοπικής οικογένειας Μαρούτση, που διέμενε στη Βενετία. Ο μηχανισμός του κατασκευάστηκε στην Ιταλία και για να λειτουργεί χρειάζεται καθημερινό κούρντισμα.
Αρχοντικό Ρίγγα
Το διατηρητέο διώροφο αρχοντικό της οικογένειας Ρίγγα, που σήμερα λειτουργεί ως ξενώνας, κτίστηκε το 1872 και γνώρισε κατά καιρούς διάφορες χρήσεις. Συνδυάζει στοιχεία της τοπικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και της αρχιτεκτονικής της Ιταλίας, με την οποία η οικογένεια διατηρούσε στενές επαφές. Ξεχωρίζει το τετράγωνο φανότρουλο-σοφίτα (cupola) στην κορυφή της τετράριχτης κεραμοσκεπούς στέγης του αρχοντικού, που επιχωριάζει στις εξοχικές κατοικίες της Τεργέστης και της Τοσκάνης.
Δημοτικό Σχολείο Βούλγαρη
Το επιβλητικό κτήριο ανεγέρθηκε το 1937 με δαπάνη των Γεωργίου και Κωνσταντίνου Βούλγαρη, σύμφωνα με επιθυμία του πατέρα τους Σωτήριου Βούλγαρη, διακεκριμένου αργυροχόου, που μεγαλούργησε επιχειρηματικά στην Ιταλία και έθεσε τις βάσεις για τον διεθνούς φήμης ιταλικό οίκο Bulgari.
Κρήνες
Στην Παραμυθιά διατηρούνται σήμερα αρκετές παραδοσιακές κρήνες, που χαρακτηρίζονται από την επιμελημένη τους τοιχοποιία, όπως του Σέμπεη στη συνοικία Μπολοτάτες και η κρήνη στο προαύλιο του ναού της Μεγάλης Παναγιάς.







