Φίλιπποι
Φίλιπποι, μια ακμάζουσα ρωμαϊκή αποικία
Ο αρχαιολογικός χώρος των Φιλίππων συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σημαντικότερους της Ελλάδας. Από το 2016, οι Φίλιπποι είναι εγγεγραμμένοι στον Κατάλογο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO ως ένα εξαιρετικό παράδειγμα ρωμαϊκής πόλης, οργανωμένης σύμφωνα με τα ρωμαϊκά πρότυπα, θυμίζοντας μία «μικρή Ρώμη», που κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους εξελίχθηκε σε ένα σημαντικό εκκλησιαστικό κέντρο με λαμπρά και επιβλητικά οικοδομήματα.
Οι Φίλιπποι βρίσκονται στο κεντρικό σχεδόν τμήμα της μεγάλης και εύφορης πεδιάδας της Δράμας, στο μέσο της διαδρομής Δράμα-Καβάλα. Από την πρώτη πόλη απέχει 21 χλμ., ενώ από τη δεύτερη η απόσταση είναι 15 χλμ. Η περιοχή στην αρχαιότητα καλυπτόταν από έλη, τα γνωστά από τις πηγές τενάγη των Φιλίππων, τα οποία έγιναν προσπάθειες να αποξηραθούν ήδη από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου (336-323 π.Χ.). Τα έλη αποξηράθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1930 και μετατράπηκαν σε καλλιεργήσιμη γη. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της περιοχής.
Στην ακμή των Φιλίππων συνέβαλε αποφασιστικά η καίρια γεωγραφική τους θέση, ανάμεσα στα παράλια και την ενδοχώρα, με την ακρόπολή τους να προσφέρει απρόσκοπτη θέα στη γύρω περιοχή, επιτρέποντας τον έλεγχο των οδών επικοινωνίας ανάμεσα στη Μακεδονία και τη Θράκη. Η ευμάρεια της πόλης βασίστηκε κατά την αρχαιότητα στα εύφορα εδάφη και στα περίφημα ορυχεία χρυσού και αργύρου του Παγγαίου όρους.
Τα ίχνη της Εγνατίας οδού στην πεδιάδα των Φιλίππων
Η ακμή των Φιλίππων, από τον 2ο αιώνα π.Χ. έως και τον 6ο αιώνα μ.Χ., βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στη διέλευση της Εγνατίας οδού, της οποίας, σύμφωνα με όλα τα οδοιπορικά, αποτελούσε σταθμό (mansio). Η αρχαία οδός εξασφάλιζε την επικοινωνία των Φιλίππων αφενός μεν με την Αμφίπολη στα δυτικά, την πρωτεύουσα της πρώτης μερίδας της Μακεδονίας, στην οποία υπαγόταν κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους η πόλη, αφετέρου δε με το λιμάνι της Νεάπολης (σημερινής Καβάλας). Τα ίχνη της αρχαίας οδού στην ευρύτερη περιοχή των Φιλίππων ανιχνεύονται σε ιδιαίτερα ικανοποιητικό βαθμό.
Έξω από τα ανατολικά και τα δυτικά τείχη, η Εγνατία οδός διέσχιζε τα δύο νεκροταφεία της πόλης. Εκατέρωθεν της αρχαίας οδού υψώνονταν επιβλητικά ρωμαϊκά επιτύμβια μνημεία, τα οποία, έξω από τα ανατολικά τείχη, εκτείνονταν σε μήκος τουλάχιστον 2 χλμ., γεγονός που προκάλεσε τον θαυμασμό του Γάλλου αρχαιολόγου Léon Heuzey, ο οποίος, εντυπωσιασμένος, τη χαρακτήρισε ως «οδό τύμβων». Από αυτά διατηρείται σχεδόν άθικτο μέχρι σήμερα στα ανατολικά όρια του χωριού των Κρηνιδών, κοντά στον προϊστορικό οικισμό του Ντικιλί Τας, το μνημειακών διαστάσεων ταφικό μνημείο του Ρωμαίου αξιωματικού Caius Vibius Quartus (1ος αι. μ.Χ.), ένα τετράπλευρο μονολιθικό μάρμαρο που φθάνει σε ύψος σχεδόν τα 4,00 μ. Ήταν τοποθετημένο άλλοτε στη βόρεια παρειά της Εγνατίας οδού και σε αυτό οφείλεται το ελληνικό τοπωνύμιο της περιοχής, Μεγάλο Λιθάρι, όπως και το τουρκικό, Ντικιλί Τας, που σημαίνει «όρθια πέτρα». Το μνημείο είναι επίσης γνωστό ως «Παχνί του Βουκεφάλα», σύμφωνα με μία ευρύτατα διαδεδομένη παλαιότερη δοξασία: οι γυναίκες που θα έπιναν σκόνη από το τριμμένο μάρμαρο θα αποκτούσαν γάλα ή θα γεννούσαν αρσενικά παιδιά, γερά σαν τον Μέγα Αλέξανδρο. Γι’ αυτό οι κάτοικοι της περιοχής έτριβαν την επιφάνειά του, με αποτέλεσμα το κατώτερο τμήμα του μνημείου να παρουσιάζει σήμερα φθορές. Στις αρχές του 20ού αιώνα υπήρχε στην ίδια θέση ένα χάνι (πανδοχείο) για την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών.
Έξω από τα δυτικά τείχη της πόλης, σε απόσταση περίπου 2 χλμ. από τη δυτική πύλη, στη θέση Κιεμέρ, η είσοδος στην επικράτεια των Φιλίππων σηματοδοτούνταν από μία μεγάλη αψίδα, κάτω από την οποία διερχόταν η Εγνατία οδός. Η αψίδα, κατασκευασμένη από λευκό μάρμαρο, δεν σώζεται σήμερα, αλλά η μορφή της είναι γνωστή χάρη στο σχέδιο του Γάλλου αρχαιολόγου Léon Heuzey και του Γάλλου αρχιτέκτονα Honoré Daumet, οι οποίοι το 1861 πραγματοποίησαν την πρώτη επιστημονική αποστολή στους Φιλίππους. Ανασκαφική έρευνα, που διενεργήθηκε το 2004, αποκάλυψε τα κατάλοιπα του αρχαίου οδοστρώματος και της αψίδας, το τόξο της οποίας διαπιστώθηκε ότι είχε άνοιγμα 4,95 μ., όσο δηλαδή το πλάτος της αρχαίας οδού.
Αρχαιολογικά τεκμήρια, σε συνδυασμό με τις πληροφορίες που δίνουν οι γραπτές πηγές, επιτρέπουν την παρακολούθηση με σαφήνεια της πορείας της Εγνατίας οδού από τους Φιλίππους στη Νεάπολη. Για τη διάβαση των ελών που σχηματίζονταν κατά μήκος της πεδιάδας είχαν κατασκευαστεί κατά διαστήματα μαρμάρινες γέφυρες. Μία από αυτές είναι σήμερα εγκιβωτισμένη σε αγωγό ομβρίων υδάτων κάτω από την Εθνική οδό Καβάλας-Δράμας, έξω από την κωμόπολη του Αμυγδαλεώνα. Από αυτόν τον οικισμό διερχόταν άλλοτε η Εγνατία οδός, καθώς εδώ βρέθηκε κατά χώραν ένας μιλιοδείκτης του β΄ μισού του 2ου αιώνα π.Χ. Η δίγλωσση επιγραφή του μιλιοδείκτη αναφέρει το όνομα του κατασκευαστή της αρχαίας οδού και διοικητή της επαρχίας της αρχαίας Μακεδονίας: «Γναίος Εγνάτιος Γαΐου, Ανθύπατος Ρωμαίων». Πρόκειται για τον δεύτερο μιλιοδείκτη που διασώζει το όνομα του Εγνάτιου, στον οποίο η οδική αρτηρία οφείλει το όνομά της -ο πρώτος βρέθηκε στις επιχώσεις του Γαλλικού ποταμού, κοντά στη Θεσσαλονίκη (βλ. Θεσσαλονίκη). Στην επιγραφή σημειώνεται, επίσης, η απόσταση των 6 ρωμαϊκών μιλίων (9 χλμ.) από τον τελευταίο σταθμό της Εγνατίας οδού, δηλαδή τους Φιλίππους. Μικρή ανασκαφική έρευνα στο σημείο που βρέθηκε ο μιλιοδείκτης έφερε στο φως τμήμα της αρχαίας οδού, στρωμένο με μικρές πλάκες και πέτρες, πλάτους 3,80 μ.
Στα νότια του Αμυγδαλεώνα, στο ύψωμα Βασιλάκι, όπου έχει εντοπιστεί εγκατάσταση των ρωμαϊκών και βυζαντινών χρόνων, τοποθετείται ο σταθμός αλλαγής αλόγων (mutatio) της Εγνατίας Fons Co, ο οποίος, σύμφωνα με τα ρωμαϊκά οδοιπορικά, μεσολαβούσε ανάμεσα στους σταθμούς των Φιλίππων και της Νεάπολης. Στον σταθμό αυτόν υπήρχε κατά την αρχαιότητα πηγή που εφοδίαζε με νερό τους ταξιδιώτες που κατευθύνονταν προς τη Νεάπολη προτού διαβούν το διάσελο του Συμβόλου όρους. Στην ίδια περιοχή μαρτυρείται η ύπαρξη βυζαντινού οικισμού με το όνομα Χλεμπίνα, κοντά στον οποίο απεσταλμένοι του αυτοκράτορα Νικηφόρου Γ΄ Βοτανειάτη (1078-1081) τύφλωσαν τον στασιαστή Νικηφόρο Βασιλάκη (Βασιλάκιο).
Ιστορική διαδρομή
Τα πρώτα ίχνη κατοίκησης στην πεδιάδα των Φιλίππων ανάγονται στους προϊστορικούς χρόνους. Ανατολικά των Φιλίππων βρίσκεται η αρχαιολογική θέση του Ντικιλί Τας, η κατοίκηση της οποίας χρονολογείται ήδη από τη Νεολιθική εποχή (6400-4000 π.Χ.) μέχρι την Εποχή του Χαλκού (3000-1100 π.Χ.). Κατά την Εποχή του Σιδήρου (1050-700 π.Χ.) υπάρχουν επίσης ενδείξεις για κατοίκηση στην ακρόπολη και στην πεδιάδα των Φιλίππων.
Οι γνώσεις μας για τις απαρχές της πόλης των Φιλίππων παρουσιάζουν κενά. Η περιοχή, η οποία κατοικούνταν από Θράκες, λόγω του πλούτου της σε μέταλλα και ξυλεία, απαραίτητη για τη ναυπήγηση πλοίων, προσέλκυσε το ενδιαφέρον των Θασίων, οι οποίοι ίδρυσαν μια σειρά από αποικίες ανάμεσα στον Στρυμόνα και τον Νέστο (Περαία Θασίων ή Θασίων ήπειρος). Μία από τις πόλεις στην οποία εγκαταστάθηκαν ή ίδρυσαν οι Θάσιοι στην περιοχή των Φιλίππων, τουλάχιστον από τον 464 π.Χ., είναι το Δάτον (ή η Δάτος). Έναν αιώνα αργότερα, το 360/59 π.Χ., οι Θάσιοι, με επικεφαλής τον εξόριστο Αθηναίο ρήτορα και πολιτικό Καλλίστρατο, ίδρυσαν στην ίδια περιοχή μια δεύτερη αποικία, τις Κρηνίδες. Παλαιότερα, ορισμένοι ερευνητές ταύτιζαν το Δάτον με τις Κρηνίδες, σύμφωνα, ωστόσο, με τη νεότερη έρευνα, το Δάτον, που αποτέλεσε μία ισχυρή πόλη της περιοχής, θα πρέπει να τοποθετηθεί στην περιοχή του νοτιοανατολικού Παγγαίου, γύρω από τη σημερινή Ελευθερούπολη.
Το 357/6 π.Χ., οι κάτοικοι των Κρηνιδών απειλήθηκαν από τους Θράκες και ζήτησαν τη βοήθεια του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Β΄ (359-336 π.Χ.), ο οποίος επέδραμε στην περιοχή και ίδρυσε στην τωρινή της θέση την πόλη που πήρε το όνομά του, κατά τη συνήθη πρακτική των ηγεμόνων της ελληνιστικής εποχής. Ο Φίλιππος Β΄, έχοντας καταλάβει το προηγούμενο έτος την Αμφίπολη, με την ίδρυση των Φιλίππων πέτυχε την ενίσχυση του ελληνικού στοιχείου στην περιοχή που κατοικούνταν από Θράκες και την επέκταση του βασιλείου του προς τα ανατολικά, από τον ποταμό Στρυμόνα, που έφτανε έως τότε μέχρι τον ποταμό Νέστο.
Για την έκταση και τη μορφή της πόλης κατά την εποχή των Μακεδόνων βασιλέων ελάχιστα είναι γνωστά μέχρι σήμερα, καθώς οι αρχαιολογικές έρευνες έχουν φέρει στο φως λίγα μόνο κατάλοιπα της περιόδου. Στους ελληνιστικούς χρόνους ανήκουν μόνο το θέατρο και, σε ορισμένα σημεία, το κατώτερο τμήμα του τείχους της πόλης.
Το 168 π.Χ., μετά τη μάχη της Πύδνας, η Μακεδονία και η πόλη των Φιλίππων περιήλθαν στους Ρωμαίους. Τον 1ο αιώνα π.Χ., περίοδο που η Ρώμη σπαρασσόταν από εμφύλιες διαμάχες, οι Φίλιπποι ήρθαν στο προσκήνιο μεγάλων ιστορικών γεγονότων. Το 42 π.Χ., έξω από τα τείχη της πόλης, στην πεδιάδα των Φιλίππων, έλαβε χώρα η μεγάλη μάχη που είχε αντιμέτωπες από τη μια μεριά τις συνασπισμένες δυνάμεις των δύο από τους δολοφόνους του Ιουλίου Καίσαρα, του Κάσσιου και του Βρούτου, και από την άλλη, τις στρατιές των δύο μελών της τριανδρίας που ανέλαβε την εξουσία της Ρώμης μετά τη δολοφονία του, του Οκταβιανού και του Μάρκου Αντωνίου. Το μέγεθος των δύο στρατιών δεν είχε προηγούμενο στις εμφύλιες διαμάχες της Ρώμης. Νικητές αναδείχθηκαν οι διάδοχοι του Ιουλίου Καίσαρα, ο Οκταβιανός και ο Μάρκος Αντώνιος, ενώ οι δύο ηττημένοι, ο Κάσσιος και ο Βρούτος, αυτοκτόνησαν. Το αποτέλεσμα της μάχης είχε κοσμοϊστορικές συνέπειες για τον αρχαίο κόσμο, καθώς σήμανε το τέλος του δημοκρατικού πολιτεύματος στη Ρώμη. Η μάχη των Φιλίππων ενέπνευσε τον Ρωμαίο λυρικό ποιητή Οράτιο, ο οποίος πολέμησε στον στρατό του Κάσσιου και του Βρούτου, ωστόσο, όπως ομολογεί, ο ίδιος εγκατέλειψε τη μάχη («πέταξε την ασπίδα του»), αλλά και μεταγενέστερους ακόμη συγγραφείς όπως τον Σαίξπηρ. Παροιμιώδης είναι η απειλητική έκφραση «ὀψόμεθα εἰς Φιλίππους», που σημαίνει ότι σύντομα θα λογαριαστούμε με κάποιον με τον οποίο έχουμε ανοικτούς λογαριασμούς και θα ανταποδώσουμε τα όσα μας έκανε. Είναι βασισμένη στη διήγηση του ιστορικού Πλούταρχου, σύμφωνα με την οποία, ο νεκρός Ιούλιος Καίσαρας εμφανίστηκε με παράδοξο τρόπο στον Βρούτο, έναν από τους πρωταγωνιστές της δολοφονίας του. Κατά τη σύντομη συνομιλία τους, ο Ιούλιος Καίσαρας, αφού του είπε ότι είναι ο κακός του δαίμονας, κατέληξε απειλητικά με τη φράση: «Ὄψει δὲ μὲ εἰς Φιλίππους» (= Θα με δεις στους Φιλίππους), απειλή που αποδείχτηκε αληθινή με τη μετέπειτα αυτοκτονία του Βρούτου.
Ο Μάρκος Αντώνιος, που μετά τη νίκη του ανέλαβε τη διοίκηση των ανατολικών επαρχιών της αυτοκρατορίας, μετέτρεψε τους Φιλίππους σε ρωμαϊκή αποικία (Colonia Victrix Philippensium), εγκαθιστώντας εκεί μεγάλο αριθμό Ρωμαίων αποίκων και βετεράνων του ρωμαϊκού στρατού, στους οποίους παραχώρησε γαίες προς εκμετάλλευση. Στη συνέχεια ακολούθησε εμφύλια διαμάχη ανάμεσα στους δύο νικητές της μάχης των Φιλίππων, η οποία έληξε με τη νίκη του Οκταβιανού επί του Μάρκου Αντωνίου στη ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.). Ο Οκταβιανός επανίδρυσε ως ρωμαϊκή αποικία τους Φιλίππους (Colonia Julia Philippensis) μεταφέροντας νέους άποικους από την Ιταλία. Η πρακτική της ίδρυσης ή επανίδρυσης πόλεων είχε εφαρμοστεί σε μεγάλο βαθμό, ειδικά από τον Οκταβιανό, ως μέσο εδραίωσης της ρωμαϊκής κυριαρχίας. Ο ίδιος, λίγο αργότερα (27 π.Χ.), με την ανάδειξή του στον πρώτο Ρωμαίο αυτοκράτορα και την απόκτηση του τίτλου του Αυγούστου, μετονόμασε τους Φιλίππους σε Colonia Augusta Julia Philippensis.
Με τους δύο αποικισμούς, ο πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε σημαντικά. Οι ιταλικής καταγωγής άποικοι αποτέλεσαν την άρχουσα τάξη της πόλης, στην οποία εκτός από Έλληνες, κατοικούσαν επίσης και αυτόχθονες Θράκες. Η διοίκηση της πόλης βασιζόταν σε ρωμαϊκούς θεσμούς, ενώ η λατινική καθιερώθηκε ως η επίσημη γλώσσα της πόλης. Στην πόλη εγκαθιδρύθηκε η λατρεία κατεξοχήν ρωμαϊκών θεοτήτων, παράλληλα με τη λατρεία θεοτήτων κοινών, τόσο από τους Έλληνες όσο και από τους Ρωμαίους, όπως για παράδειγμα της Αρτέμιδος (Diana) και του Διονύσου (Bacchus). Η πόλη, ιδιαίτερα στα χρόνια των Αντωνίνων (β΄ μισό 2ου αι. μ.Χ.), διήλθε μία περίοδο ακμής και λαμπρύνθηκε με μεγαλειώδη κτήρια (Ρωμαϊκή Αγορά, Εμπορική Αγορά, παλαίστρα, λέσχες, λουτρά, επαύλεις κ.ά.), κατά τα πρότυπα των μεγάλων πόλεων της αυτοκρατορίας.
Κομβικό σημείο στην ιστορία των Φιλίππων υπήρξε η έλευση του αποστόλου Παύλου το 49/50 μ.Χ., ο οποίος ίδρυσε εδώ την πρώτη χριστιανική εκκλησία επί ευρωπαϊκού εδάφους. Η ταραχώδης διαμονή του αποστόλου στους Φιλίππους, τους οποίους θα επισκεφτεί άλλες δύο φορές (το 56 και το 57 μ.Χ., αντίστοιχα), εξιστορείται στις Πράξεις των Αποστόλων. Η χριστιανική θρησκεία εδραιώθηκε σταδιακά στην πόλη, που από τον 4ο αιώνα μ.Χ. αναδείχθηκε σε έδρα επισκοπής.
Κατά τον 5ο και 6ο αιώνα μ.Χ., η πόλη γνώρισε μεγάλη ακμή, όπως υποδεικνύει ο μεγάλος αριθμός των εκκλησιαστικών μνημείων που ανεγέρθηκαν αυτήν την περίοδο, τα οποία επιβάλλονται με τις μνημειακές τους διαστάσεις στον αστικό χώρο. Εκατέρωθεν του decumanus maximus και της Αγοράς οικοδομήθηκαν τρεις βασιλικές (Βασιλικές Α-Γ), ενώ στα ανατολικά της ανεγέρθηκε το συγκρότημα του Οκταγωνικού ναού. Οι τέσσερις εκκλησίες εντυπωσιάζουν με τις μνημειακές διαστάσεις τους, τον μεγάλο αριθμό των προσκτισμάτων τους (παρεκκλήσια, αίθρια, βαπτιστήρια κ.ά.), καθώς και για τον πλούσιο διάκοσμό τους (μαρμαροθετήματα, γλυπτά, τοιχογραφίες κ.ά.) που απηχεί την τέχνη της Κωνσταντινούπολης. Η ανέγερσή τους σε κοντινή μεταξύ τους απόσταση και η ικανότητά τους να εξυπηρετήσουν έναν μεγάλο αριθμό πιστών, δυσανάλογο με τον πληθυσμό της πόλης, έχει απασχολήσει την έρευνα, με δεδομένο μάλιστα ότι δεν πρόκειται για τα μόνα εκκλησιαστικά μνημεία της πόλης. Τα κατάλοιπα μίας ακόμη βασιλικής έχουν επισημανθεί δυτικά της Αγοράς, χωρίς ωστόσο να έχει ακόμη ανασκαφεί, ενώ έξω από τα ανατολικά τείχη της πόλης έχουν εντοπιστεί τρεις ακόμη μεγάλες κοιμητηριακές βασιλικές (Κοιμητηριακές Βασιλικές Α-Γ), εκ των οποίων έχει ανασκαφεί πλήρως μόνο η Κοιμητηριακή Βασιλική Β, η πρωιμότερη από τις τρεις, που χρονολογείται στα τέλη του 4ου-αρχές 5ου αιώνα μ.Χ. Σύμφωνα με μία άποψη, οι τέσσερις ναοί γύρω από την Αγορά ήταν προσκυνηματικοί και ανεγέρθηκαν σε σημεία που συνδέονται με την επίσκεψη, τη φυλάκιση και το μαρτύριο του αποστόλου Παύλου, ο οποίος με την παρουσία του σφράγισε την ιστορική πορεία της πόλης. Πέρα από τα εκκλησιαστικά μνημεία, εντός του πολεοδομικού ιστού της πόλης κατά τις ανασκαφικές έρευνες έχουν αποκαλυφθεί πολυάριθμα οικιστικά κατάλοιπα της παλαιοχριστιανικής εποχής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται διάφορα εργαστήρια, όπως υαλουργίας, κεραμικής και λιθογλυπτικής, που αποτελούν πολύτιμες μαρτυρίες για την ακμάζουσα οικονομία και την εμπορική δραστηριότητα των Φιλίππων αυτή την περίοδο.
Στο α΄ μισό του 7ου αιώνα, οι Φίλιπποι καταστράφηκαν, πιθανώς λόγω σεισμού, και έκτοτε συρρικνώθηκαν, παρουσιάζοντας σημεία έντονης παρακμής. Στο β΄ μισό του 7ου και στον 8ο αιώνα η πόλη δέχθηκε επιδρομές Σλάβων, ενώ στον 9ο αιώνα επιδρομές Βουλγάρων. Η ζωή, ωστόσο, παρά τις καταστροφές και τις επιδρομές, συνεχίστηκε στην πόλη των Φιλίππων. Τα ανασκαφικά ευρήματα μαρτυρούν την οργάνωση της πόλης σε συνοικίες και τη μεταφορά των νεκροταφείων μέσα στον πολεοδομικό ιστό, γύρω από μικρούς ενοριακούς ναούς που ανεγέρθηκαν κατά τους μεσοβυζαντινούς χρόνους. Κατά τον 10ο αιώνα, επί του αυτοκράτορα Νικηφόρου Β΄ Φωκά (963-969), επισκευάσθηκαν τα τείχη της πόλης. Στις αρχές του ίδιου αιώνα και κατά τη διάρκεια του 11ου αιώνα, οι Φίλιπποι αναδείχθηκαν σε έδρα μητρόπολης. Κατά τον 11ο πιθανότατα αιώνα, περίοδο που οι Φίλιπποι υπάγονταν διοικητικά στο Θέμα Βολερού, Στρυμόνος και Θεσσαλονίκης, ανεγέρθηκε ένα μικρό, τριγωνικής κάτοψης κάστρο κοντά στη δυτική πύλη, τη λεγόμενη «Πύλη των ελών». Στα μέσα του 12ου αιώνα, ο Άραβας γεωγράφος Muhamad al-Idrisi περιγράφει τους Φιλίππους ως ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο, όπου καλλιεργούνταν αμπέλια και άλλα φυτά. Στους υστεροβυζαντινούς χρόνους, η ιστορία των Φιλίππων ακολούθησε την τύχη των περισσότερων πόλεων της Ανατολικής Μακεδονίας και γνώρισε την κατάληψη από τους Λατίνους (1208) και τους Σέρβους (1345).
Στα τέλη του 14ου αιώνα, οι Φίλιπποι περιήλθαν στους Οθωμανούς και έκτοτε ερημώθηκαν. Την εικόνα που παρουσίαζαν οι Φίλιπποι τον 16ο αιώνα παραδίδει ο Γάλλος περιηγητής Pierre Belon, που τους επισκέφτηκε μεταξύ των ετών 1546 και 1549, αναφέροντας ότι ήταν έρημοι με μόνο έξι έως οκτώ σπίτια έξω από τα τείχη. Ανάλογη είναι η εικόνα που παραδίδει ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί έναν αιώνα αργότερα (τέλη της δεκαετίας 1670), ο οποίος επίσης κάνει λόγο για έναν μικρό οικισμό έξω από το κάστρο που αριθμούσε μόλις 70-80 σπίτια.
Τους αιώνες που ακολούθησαν, η ένδοξη ελληνορωμαϊκή πόλη μετατράπηκε σταδιακά σε ερειπιώνα. Από το λαμπρό της παρελθόν έστεκαν όρθιοι με εντυπωσιακό τρόπο μόνο οι τεράστιοι πεσσοί της Βασιλικής Β, οι οποίοι έδωσαν στην περιοχή και το όνομα Direkler, που στα τουρκικά σημαίνει ψηλό, κατακόρυφο στήριγμα.
Μνημεία - Αρχαιότητες
Πολεοδομική οργάνωση
Οι Φίλιπποι γνώρισαν μεγάλη ακμή κατά τους ρωμαϊκούς και παλαιοχριστιανικούς χρόνους, περίοδο που αποτελούσαν μια πολυάνθρωπη πόλη, ιδιαίτερα μεγάλης έκτασης, συνολικής επιφάνειας 680 περίπου στρεμμάτων, από τα οποία οικοδομήσιμα ήταν περίπου τα 400. Η πόλη περιλαμβάνει δύο τμήματα: την ακρόπολη, η οποία δεσπόζει στο ψηλότερο, βόρειο τμήμα της, κτισμένη στην κορυφή ενός απόκρημνου κωνικού λόφου, και τον κύριο πολεοδομικό ιστό, που αναπτύσσεται στη μεγάλη πεδινή έκταση στα νότια του λόφου της ακρόπολης. Η πολεοδομική οργάνωση της πόλης, όπως και στις υπόλοιπες ρωμαϊκές αποικίες, ακολουθεί το σύστημα των οριζόντιων και κάθετων δρόμων, που δημιουργούν ένα πλέγμα από ορθογώνια οικοδομικά τετράγωνα, ίδιου σχεδόν μεγέθους 27,00 x 82,80 μ. Η πόλη ήταν οργανωμένη με βάση δύο κύριους οδικούς άξονες, τον decumanus maximus, τη συνέχεια της Εγνατίας οδού εντός της πόλης (γι’ αυτό παλαιότερα είχε καθιερωθεί να ονομάζεται «Εγνατία οδός»), και τη Διαγώνια οδό, που έτεμνε τον decumanus maximus κοντά στην «Πύλη της Νεαπόλεως». Μία τρίτη σημαντική οδική αρτηρία αποτελούσε η λεγόμενη Εμπορική οδός, που ήταν παράλληλη προς τα νότια με τον decumanus maximus και διερχόταν μπροστά από την Εμπορική Αγορά και την Παλαίστρα.
Η decumanus maximus οδηγούσε από τη δυτική πύλη, την «Πύλη των Κρηνιδών», στην ανατολική, την «Πύλη της Νεαπόλεως», που ονομάστηκε έτσι καθώς μέσω αυτής η Εγνατία οδός κατέληγε στη Νεάπολη. Η αρχαία οδός διαιρούσε την πόλη σε δύο σχεδόν ισομεγέθη τμήματα, στο βόρειο, το ανωφερικό, που ήταν αραιοκατοικημένο, και στο νότιο, το κύριο τμήμα της πόλης. Κατά μήκος του decumanus maximus, τόσο κατά τους ρωμαϊκούς όσο και κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, αναπτύχθηκαν τα σημαντικότερα δημόσια και θρησκευτικά κτήρια της πόλης. Στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ., εκατέρωθεν της decumanus maximus οικοδομήθηκε η μνημειακών διαστάσεων Ρωμαϊκή Αγορά (Forum), το διοικητικό κέντρο της πόλης. Το μήκος του decumanus maximus εντός των τειχών υπολογίζεται σε περισσότερο από 600 μ., ενώ το μέσο πλάτος του είναι 6,00 μ. Το οδόστρωμα είναι κατασκευασμένο από μεγάλες μαρμάρινες πλάκες, που φέρουν αυλακώσεις από τους τροχούς των αμαξών.
Ο αστικός χώρος των Φιλίππων, κατά τη μακραίωνη ιστορία του, υπέστη αλλεπάλληλους μετασχηματισμούς, μάρτυρες των οποίων αποτελούν τα κατάλοιπα των κτηρίων που παρουσιάζουν διαδοχικές φάσεις χρήσης και μετασκευές.
Οχύρωση
Η πόλη προστατευόταν με ισχυρά τείχη μήκους 3,5 χλμ. περίπου, που στην πάροδο των αιώνων γνώρισαν εκτεταμένες ανακατασκευές και τροποποιήσεις, η κύρια, ωστόσο, οικοδομική φάση τους θεωρείται από τη σύγχρονη έρευνα ότι ανήκει στον 4ο αιώνα μ.Χ. Στο εσωτερικό της ακρόπολης δεσπόζει ένας μεγάλος τετράπλευρος πύργος των υστεροβυζαντινών χρόνων.
Ρωμαϊκή Αγορά (Forum)
Ανεγέρθηκε στην «καρδιά» της πόλης στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ., στα χρόνια του αυτοκράτορα Κλαύδιου (41-54 μ.Χ.), και δέχτηκε σημαντικές ανακατασκευές την εποχή των Αντωνίνων, στο γ΄ τέταρτο του 2ου αιώνα μ.Χ. (161-175 μ.Χ.). Σύμφωνα με τον τυπικό σχεδιασμό μιας ρωμαϊκής αγοράς, διαμορφώνεται από ένα ενιαία σχεδιασμένο συγκρότημα ναών και δημόσιων κτηρίων, που οργανώνονται γύρω από μία ορθογώνια πλακόστρωτη αυλή. Με μήκος 148 μ. και πλάτος 70 μ., αποτελεί το μεγαλύτερο κτηριακό συγκρότημα της πόλης, όπου μόνο η κάτω πλατεία καταλαμβάνει την έκταση πέντε οικοδομικών τετραγώνων. Η Αγορά εξακολούθησε να είναι σε χρήση κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, με εμφανείς, ωστόσο, αλλαγές στα κτήρια που την απάρτιζαν και τις λειτουργίες τους.
Εμπορική Αγορά
Το μεγάλο κτηριακό συγκρότημα, όπου ήταν συγκεντρωμένες οι εμπορικές δραστηριότητες της πόλης (macellum), βρίσκεται νότια της Ρωμαϊκής Αγοράς και χρονολογείται στην εποχή των Αντωνίνων (γ΄ τέταρτο 2ου αι. μ.Χ.).
Παλαίστρα
Έχει αποκαλυφθεί στα δυτικά της Βασιλικής Β και καταλαμβάνει την έκταση δύο οικοδομικών τετραγώνων. Χρονολογείται στο β΄ μισό του 2ου αιώνα μ.Χ. Το καλύτερα διατηρημένο τμήμα του συγκροτήματος αποτελεί η αίθουσα των βεσπασιανών, δηλαδή το αποχωρητήριο, στη νοτιοανατολική του γωνία. Στις τρεις πλευρές της αίθουσας υπάρχει συνεχόμενο έδρανο με 42 κυκλικές οπές-καθίσματα, κάτω από το οποίο διαμορφώνεται υπόνομος με συνεχή ροή νερού, που εξασφάλιζε τη μόνιμη καθαριότητα του χώρου.
Επαύλεις - Λέσχες
Η ανασκαφική έρευνα έχει φέρει στο φως έναν σημαντικό αριθμό από τις κατοικίες της πόλης των Φιλίππων, ορισμένες εκ των οποίων είναι ιδιαίτερα πολυτελείς και μεγάλων διαστάσεων, όπως η έπαυλη στην Οικοδομική Νησίδα 4, ανατολικά του Επισκοπείου. Κατά την πρώτη φάση κατασκευής της (α΄ μισό 4ου αι. μ.Χ.) είχε εμβαδόν 1.400 τ.μ., διέθετε δύο τρικλίνια και ορισμένοι από τους χώρους της καλύπτονταν με ψηφιδωτά δάπεδα.
Ορισμένα από τα κοσμικά κτήρια της πόλης ταυτίζονται με λέσχες, δηλαδή έδρες λατρευτικών συλλόγων ή επαγγελματικών σωματείων (collegia). Μία από αυτές ταυτίζεται με λέσχη των αρματοδρόμων, με βάση το ψηφιδωτό δάπεδο που την κοσμεί, το οποίο φέρει το σπάνιο θέμα της αρματοδρομίας (3ος αι. μ.Χ.). Στη νοτιοδυτική γωνία της πόλης έχει αποκαλυφθεί η λεγόμενη «Οικία των άγριων ζώων», έκτασης 2.310 τ.μ., που, κατά μία άποψη, λειτουργούσε επίσης ως λέσχη (μέσα 3ου αι. μ.Χ.). Περιλαμβάνει ένα μεγάλο συγκρότημα λουτρικών εγκαταστάσεων και κοσμείται με εξαιρετικής ποιότητας ψηφιδωτά δάπεδα, τα οποία απεικονίζουν άγρια ζώα σε σκηνές πάλης ή να κατασπαράζουν τη λεία τους, καθώς και διάφορα είδη πουλιών.
Βαλανεία
Ιερά των βράχων
Εντοπίζονται στις νότιες πλαγιές της ακρόπολης, που βλέπει προς την πόλη και την πεδιάδα των Φιλίππων. Ιδρύθηκαν στους ρωμαϊκούς χρόνους σε ορύγματα προγενέστερων λατομείων, από τα οποία εξορύχθηκε υλικό για το κτίσιμο της Ρωμαϊκής Αγοράς. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται ιερά της Άρτεμης (Diana), του θεού του ρωμαϊκού πανθέου Σιλβανού, της Κυβέλης και των Αιγυπτίων θεών (Ίσιδος, Σάραπι, Ώρου και ίσως του Τελεσφόρου). Από τα ιερά διατηρούνται κυρίως επιγραφές και ανάγλυφα που απεικονίζουν τις λατρευόμενες θεότητες, όπως την Άρτεμη, την Αθηνά και τον Διόνυσο, καθώς και ανάγλυφα του Ήρωα-Ιππέα, η λατρεία του οποίου γνώρισε ευρύτατη διάδοση στη Μακεδονία και τη Θράκη κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους.
Θέατρο
Βρίσκεται σε επαφή με το ανατολικό τμήμα του τείχους και είναι ένα από τα λίγα σωζόμενα ελληνιστικά μνημεία της πόλης (μέσα 4ου αι. π.Χ.). Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους δέχτηκε εκτεταμένες μετατροπές προκειμένου να προσαρμοστεί στις σκηνικές ανάγκες των παραστάσεων της εποχής (θηριομαχίες κ.ά.).
Συγκρότημα Οκταγώνου
Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα μνημεία των Φιλίππων, που καταλαμβάνει μια μεγάλη έκταση, 12 περίπου στρεμμάτων, στα ανατολικά της Ρωμαϊκής Αγοράς. Εκτός από τον οκταγωνικό ναό, περιλαμβάνει έναν μεγάλο αριθμό κτηρίων (φιάλη, βαπτιστήριο, βαλανείο, ένα διώροφο κτήριο που έχει ταυτιστεί με επισκοπείο, το επισκοπικό δηλαδή μέγαρο της πόλης, κ.ά.). Ο οκταγωνικός ναός ανεγέρθηκε στα μέσα του 6ου αιώνα μ.Χ. στη θέση της «βασιλικής του Πορφυρίου» ή της «βασιλικής του Παύλου», ενός απλού ορθογώνιου μονόχωρου κτηρίου με τριμερή διαίρεση, το οποίο έχει ερμηνευθεί ως ευκτήριος οίκος, ενώ, σύμφωνα με άλλους ερευνητές, ως μαρτύριο. Αποτελεί το παλαιότερο χριστιανικό μνημείο της πόλης, καθώς χρονολογείται στα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ. και διασώζει αξιόλογα ψηφιδωτά δάπεδα, τα οποία, σύμφωνα με επιγραφή, φιλοτεχνήθηκαν με δαπάνη του επισκόπου Πορφύριου, γνωστού από τη συμμετοχή του στη Σύνοδο της Σαρδικής (342/3 ή 343/4 μ.Χ). Ο οκταγωνικός ναός πάνω από τη «βασιλική του Πορφυρίου» είχε τη μορφή ενός τετράγωνου εξωτερικά κτηρίου, που εσωτερικά μετατρεπόταν σε οκτάγωνο με τη βοήθεια τεσσάρων κογχών στις γωνίες του τετραγώνου. Ο οκταγωνικός ναός διέθετε έναν ευρύ νάρθηκα και ένα μεγάλων διαστάσεων αίθριο με δίτονη (διώροφη) κιονοστοιχία, στη δυτική πλευρά του οποίου υψωνόταν ένα εντυπωσιακό κρηναίο οικοδόμημα.
«Μακεδονικός τάφος» - Ταφικό ηρώο
Σε επαφή με το βόρειο τμήμα του οκταγωνικού ναού έχει αποκαλυφθεί ένας υπόγειος καμαροσκέπαστος («μακεδονικός») τάφος του 2ου αιώνα π.Χ. Στο εσωτερικό του ανασκάφηκε ένας ασύλητος τάφος με πλούσια κτερίσματα, όπως ένα χρυσό στεφάνι και χρυσά επιρράματα από τα ενδύματα του νεκρού. O τάφος ανήκε πιθανότατα σε παιδί, το οποίο είχε επίσημη θέση στην αρχαία πόλη των Φιλίππων, με δεδομένο ότι στο εσωτερικό των τειχών των αρχαίων πόλεων ενταφιάζονταν οι ήρωες-οικιστές μιας πόλης. Πάνω από τον υπόγειο τάφο υψωνόταν ένα ναόσχημο κτίσμα, το οποίο ερμηνεύεται ως ταφικό ηρώο. Η ενσωμάτωσή του κτίσματος στον οκταγωνικό ναό υποδηλώνει ότι η λατρεία στο ταφικό ηρώο επιβίωσε μεταλλαγμένη και κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους.
Βασιλική Α
Οικοδομήθηκε στα τέλη του 5ου αιώνα μ.Χ., βόρεια της Ρωμαϊκής Αγοράς. Ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με εγκάρσιο κλίτος, η οποία διαθέτει στα δυτικά ένα μεγάλο αίθριο και μία μεγάλη περίστυλη αυλή. Διακρίνεται για τις μνημειώδεις της διαστάσεις (130 x 50 μ.) και τον πλούσιο γλυπτό της διάκοσμο. Στη δυτική πλευρά του αιθρίου διαμορφωνόταν μία μνημειώδης διώροφη κρήνη με πλούσια αρχιτεκτονική διακόσμηση, ενώ στη νοτιοδυτική του γωνία σώζεται μέχρι σήμερα μία θολωτή κινστέρνα των ρωμαϊκών χρόνων, η οποία, σύμφωνα με την παράδοση, χρησίμευσε ως φυλακή του αποστόλου Παύλου. Τον 9ο-10ο αιώνα, πάνω από την κινστέρνα κτίστηκε ένα παρεκκλήσιο, στο οποίο διασώζεται αποσπασματικά τοιχογραφικός διάκοσμος της ίδιας περιόδου, που, σύμφωνα με μαρτυρίες λογίων και περιηγητών, ιστορούσε σκηνές από τη δράση του αποστόλου Παύλου στους Φιλίππους.
Βασιλική Β
Ανεγέρθηκε στα μέσα του 6ου αιώνα μ.Χ. στα νότια της Ρωμαϊκής Αγοράς. Διακρίνεται επίσης για τις μεγάλες της διαστάσεις (62 x 47 μ.), ενώ ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής, το κεντρικό τμήμα της οποίας στεγαζόταν με τρούλο. Οι τέσσερις ογκώδεις πεσσοί, στους οποίους εδραζόταν ο τρούλος, έστεκαν όρθιοι για πολλούς αιώνες στη θέση αυτή, προσδίδοντας στην περιοχή το όνομα Direkler (Κολώνες). Η βασιλική φαίνεται ότι καταστράφηκε πριν ολοκληρωθεί η κατασκευή της, όταν κατέπεσε ο τρούλος της λόγω σεισμού. Ιδιαίτερα αξιόλογος θεωρείται ο γλυπτός της διάκοσμος.
Βασιλική Γ
Βρίσκεται λίγα μόλις μέτρα δυτικά της Βασιλικής Α και οικοδομήθηκε στο α΄ τέταρτο του 6ου αιώνα μ.Χ. Όπως και η Βασιλική Α, ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με εγκάρσιο κλίτος. Ξεχωρίζει για τον πλούσιο γλυπτό της διάκοσμο και τα πολυτελή μαρμαροθετήματα των δαπέδων της.
Ντικιλί Τας
Τα πρώτα ίχνη κατοίκησης στην προϊστορική τούμπα, τον τεχνητό δηλαδή λόφο του Ντικιλί Τας, σε απόσταση 2 περίπου χλμ. ανατολικά του αρχαιολογικού χώρου των Φιλίππων, ανάγονται στη Νεολιθική εποχή (μέσα έβδομης χιλιετίας π.Χ.). Η ονομασία της οφείλεται στο ρωμαϊκό μνημείο που βρίσκεται πολύ κοντά στον προϊστορικό οικισμό. Με έκταση περίπου 45 στρεμμάτων και ύψος 17 μ., αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες τούμπες των Βαλκανίων. Στην κορυφή του λόφου έχουν αποκαλυφθεί τα κατάλοιπα ενός βυζαντινού πύργου.
Αρχαία ορυχεία Παγγαίου όρους
Τα ορυχεία της περιοχής ανατολικά των Φιλίππων και βορειοανατολικά του αρχαίου λιμανιού της Νεάπολης, που χρονολογούνται κυρίως στην κλασική περίοδο, έχουν ταυτιστεί με εκείνα που οι ιστορικοί Ηρόδοτος και Θουκυδίδης αναφέρουν ως «Σκαπτή Ύλη». Ο Φίλιππος Β΄ αξιοποίησε εντατικά τα πλούσια κοιτάσματα χρυσού της περιοχής για να κυκλοφορήσει το φιλιππικόν, νόμισμα εξαιρετικά υψηλής περιεκτικότητας σε χρυσό, και να χρηματοδοτήσει την προγραμματιζόμενη εκστρατεία του στην Ανατολή.
Οι σήραγγες, μήκους έως 350 μ., περιλαμβάνουν μεγάλους θαλάμους εξόρυξης, που αποτελούνται από δύο, μερικές φορές και τρία επίπεδα εκμετάλλευσης, ένα πρωιμότερο, πιθανώς προϊστορικό, ένα κλασικό και ένα ρωμαϊκό.
Μουσεία
Αρχαιολογικό Μουσείο Φιλίππων
Βρίσκεται δίπλα στον αρχαιολογικό χώρο και παρουσιάζει ευρήματα τόσο από την πόλη των Φιλίππων, όσο και από την ευρύτερη περιοχή (Ντικιλί Τας), που χρονολογούνται από τους προϊστορικούς μέχρι τους βυζαντινούς χρόνους.













