Φέρες

Φέρες, μία «καρτερή» (κρατερή) πόλη-κάστρο που αναπτύχθηκε γύρω από τη μονή της Παναγίας Κοσμοσώτειρας

Η κωμόπολη των Φερών βρίσκεται 29 χλμ. βορειοανατολικά της Αλεξανδρούπολης και μόλις 4 χλμ. από τον ποταμό Έβρο, στο μέσο μιας εύφορης πεδιάδας. Αποτελεί έναν από τους πιο ιστορικούς οικισμούς της Θράκης, με συνεχή κατοίκηση από τους βυζαντινούς χρόνους. Η ίδρυση των Φερών, της βυζαντινής Βήρας, είναι στενά συνδεδεμένη με τη μονή της Παναγίας Κοσμοσώτειρας, ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία του ελλαδικού χώρου, από την οποία σήμερα σώζεται μόνο το καθολικό, που δεσπόζει στο κέντρο του οικισμού. Το ιστορικό της ίδρυσης της μονής είναι γνωστό χάρη στο Τυπικό της, το καταστατικό που καθόριζε τους κανόνες λειτουργίας της. Αυτό συντάχθηκε από τον ίδιο τον κτήτορα της μονής, τον σεβαστοκράτορα Ισαάκιο Κομνηνό, τριτότοκο γιο του αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού (1081-1118) και πατέρα του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α΄ Κομνηνού (1183-1185), ο οποίος αποσύρθηκε εκεί λόγω της εξορίας του από την πρωτεύουσα, ως αποτέλεσμα της αντιδικίας του με τον αδελφό του, τον αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ (1118-1143). Σύμφωνα με το Τυπικό, ο Ισαάκιος ανέγειρε το καθολικό της μονής το 1151/2 με σκοπό να ενταφιασθεί στο εσωτερικό του, φροντίζοντας για την κατασκευή ενός ιδιαίτερα μεγαλοπρεπούς τάφου, που όμως δεν σώζεται σήμερα. Για τη διακόσμηση του τάφου, ο οποίος περιγράφεται με λεπτομέρεια στο Τυπικό της μονής, ο Ισαάκιος θα μετέφερε μεταξύ άλλων τα γλυπτά του τάφου που είχε ήδη ετοιμάσει στην περίφημη Μονή της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη, το καθολικό της οποίας είχε επισκευάσει ριζικά νωρίτερα, γύρω στο 1120.

Ο Ισαάκιος, που επέβλεψε την ανέγερση της μονής, μερίμνησε να την ενισχύσει με ισχυρή οχύρωση, γι’ αυτό και στο Τυπικό τη χαρακτηρίζει ως «κάστρο». Παράλληλα, ίδρυσε γύρω από τη μονή έναν νέο οικισμό, συγκεντρώνοντας τους κατοίκους τριών χωριών της περιοχής (Νεοκάστρου, Λυκοχωρίου και Δράχου). Ο οικισμός, που αναπτύχθηκε περιμετρικά της μονής, αποτέλεσε τον πυρήνα της βυζαντινής Βήρας. Στην επιλογή της θέσης της μονής και του οικισμού της Βήρας καθοριστικό ρόλο είχε μεταξύ άλλων η μεγάλη κτηματική περιουσία που διέθετε ο Ισαάκιος Κομνηνός στην περιοχή, η οποία περιλάμβανε 33 μεγάλα αγροκτήματα και χωριά, δύο μικρά κάστρα και μία σκάλα/λιμάνι. Η μεγάλη περιουσία του Ισαάκιου Κομνηνού, η αριστοκρατική του καταγωγή και το υψηλό επίπεδο της παιδείας του συντέλεσαν στη δημιουργία ενός μεγαλόπνοου έργου.

Η Βήρα βρισκόταν σε καίρια στρατηγική θέση, σε άμεση γειτνίαση με τις πόλεις της Τραϊανούπολης στα ανατολικά και της Αίνου (σημερινό Ενέζ της Τουρκίας) στα δυτικά, στην απέναντι όχθη του Έβρου. Βρισκόταν, επίσης, στη διασταύρωση δύο σημαντικών οδικών αρτηριών: της Εγνατίας οδού, η οποία τη συνέδεε με τις πόλεις της Θράκης και την Κωνσταντινούπολη, και μίας δεύτερης οδικής αρτηρίας, που οδηγούσε από τα παράλια της Θράκης στην Αδριανούπολη. Η επικοινωνία με την τελευταία εξασφαλιζόταν άλλωστε μέσω του ποταμού Έβρου, που μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν πλωτός. Σύμφωνα με τον Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνό, ο οποίος χαρακτηρίζει τη Βήρα ως «καρτερώτατον φρούριον», αυτή διέθετε μάλλον λιμάνι στον Έβρο. Ειδικότερα, η Εγνατία οδός διερχόταν από τη Βήρα με κατεύθυνση ΝΔ-ΒΑ, παράλληλα με τη σημερινή Εθνική οδό Αλεξανδρούπολης-Κήπων, προκειμένου να αποφεύγει τα έλη του Δέλτα του Έβρου. Η Βήρα βρισκόταν ανάμεσα σε δύο σταθμούς της Εγνατίας οδού, τον σταθμό ανεφοδιασμού (mutatio) Δύμη (Demas ή Dymis), που, σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, τοποθετείται στην περιοχή των σημερινών χωριών Πόρος και Αρδάνι, δυτικά του Έβρου, και τον σταθμό των Κυψελών (Gypsala ή Gipsila), τα σημερινά Ύψαλα (İpsala) της Τουρκίας, ανατολικά του Έβρου. Στο ύψος των Κυψελών, η Εγνατία οδός διέσχιζε τον ποταμό Έβρο, που είχε μέσο πλάτος 2 χλμ., και συνέχιζε την πορεία της προς την Κωνσταντινούπολη.

Τη σύνδεση των Φερών με την Εγνατία οδό υποδεικνύουν δύο μιλιοδείκτες, που έχουν βρεθεί στην περιοχή. Ο πρώτος εκτίθεται στο Βυζαντινό Μουσείο του Διδυμοτείχου και διασώζει λατινική επιγραφή που αναφέρεται σε επισκευές δρόμων στην περιοχή της Θράκης μεταξύ 59 και 62 ή 63 μ.Χ., με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Νέρωνα δια του αυτοκρατορικού επιτρόπου Τίτου Ιουλίου Ούστου. Ο δεύτερος μιλιοδείκτης, η τύχη του οποίου σήμερα αγνοείται, έφερε ελληνική επιγραφή, σύμφωνα με την οποία, αυτός ανατέθηκε είτε από την πόλη Αίνο είτε από την αμάρτυρη από αλλού πόλη Άβηρα -ανάλογα με την ανάγνωση των δύο τελευταίων στίχων της επιγραφής- στον θρακικής καταγωγής αυτοκράτορα Μαξιμίνο και τον γιο του, καίσαρα Γάιο Ιούλιο Ουήρο Μάξιμο (235-238 μ.Χ.). Στην περίπτωση που η ανάγνωση της δεύτερης ονομασίας της πόλης ευσταθεί, αυτή θα μπορούσε να ταυτιστεί με τη Βήρα.

 

Ιστορική διαδρομή

Λίγα είναι γνωστά για την ιστορία των οικισμών που προϋπήρχαν της ανέγερσης της μονής της Παναγίας Κοσμοσώτειρας στην περιοχή (1151/2). Η αναφορά στο Τυπικό της μονής, ότι ο Ισαάκιος υπήρξε ο ανακαινιστής της, υποδεικνύει ότι στη θέση αυτή θα υπήρχε κάποια παλαιότερη μοναστηριακή εγκατάσταση.

Οι γραπτές πηγές, που αναφέρονται στην περιοχή μέχρι και τον 13ο αιώνα, μνημονεύουν συνήθως την «ἐν Βήρᾳ μονήν», αποσιωπώντας τον οχυρωμένο οικισμό. Από τον 14ο ωστόσο αιώνα, όταν η Θράκη ήλθε στο προσκήνιο των πολεμικών συρράξεων που ταλάνιζαν το Βυζάντιο, εμφανίζονται με ολοένα και μεγαλύτερη συχνότητα οι αναφορές στη Βήρα ως κάστρο.

Τριάντα περίπου χρόνια μετά την ίδρυση της μονής, στα τέλη του 1183 ή τις αρχές του 1184, στη διάρκεια μιας κυνηγετικής εκδρομής, την επισκέφτηκε ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός για να τιμήσει τον τάφο του πατέρα του, του σεβαστοκράτορα Ισαάκιου. Δέκα χρόνια περίπου αργότερα, ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Β΄ Άγγελος (1185-1195) ανατράπηκε από τον αδελφό του Αλέξιο Γ΄ Άγγελο (1195-1203) στα Κύψελα και συνελήφθη στη Μάκρη. Από εκεί οδηγήθηκε στη μονή της Κοσμοσώτειρας, όπου τιμωρήθηκε με τύφλωση. Αυτή είναι η πρώτη φορά που η μονή αναφέρεται ως τόπος τιμωρίας. 

Τον 14ο αιώνα παραδίδεται μία ακόμη περίπτωση που το «φρούριον» της Βήρας (και όχι η μονή) χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εγκλεισμού. Εδώ φυλακίστηκαν το 1335, για έξι χρόνια, οι δύο γιοι του αξιωματούχου Ανδρόνικου Ασάν, Ιωάννης και Μανουήλ, με διαταγή του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου (1328-1341).

Το 1204, με τη διανομή των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τις δυνάμεις της Δ΄ Σταυροφορίας, η Βήρα περιήλθε στους Σταυροφόρους και έκτοτε βρέθηκε στη δίνη των αιματηρών συγκρούσεων που έλαβαν χώρα στην περιοχή ανάμεσα σε Βουλγάρους, Οθωμανούς και τις δυνάμεις της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας. Το 1246, «πλησίον τῆς μονῆς τοῦ Βηρὸς» διήλθε ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης, κατά τη διάρκεια της νικηφόρας εκστρατείας του στη Μακεδονία και τη Θράκη.

Μιλιοδείκτης Εγνατίας οδού από τις Φέρες, 59-63 μ.Χ., Βυζαντινό Μουσείο Διδυμοτείχου, φωτ. Ν. Στουρνάρας / Feres, milestone of the Via Egnatia, AD 59–63. Byzantine Museum of Didymoteichon, photo: N. Stournaras
Μιλιοδείκτης Εγνατίας οδού από τις Φέρες, 59-63 μ.Χ., Βυζαντινό Μουσείο Διδυμοτείχου, φωτ. Ν. Στουρνάρας / Feres, milestone of the Via Egnatia, AD 59–63. Byzantine Museum of Didymoteichon, photo: N. Stournaras
Ναός Παναγίας Κοσμοσώτειρας, φωτ. ΔΒΜΑ / Church of Panagia Kosmosoteira, photo: DBMA
Ναός Παναγίας Κοσμοσώτειρας, φωτ. ΔΒΜΑ / Church of Panagia Kosmosoteira, photo: DBMA

Τον 14ο αιώνα, η Βήρα λεηλατήθηκε από τον τσάρο των Βουλγάρων Μιχαήλ Σισμάν (1323), ενώ λίγο αργότερα (1329/30) από μία στρατιά Τούρκων από την περιοχή της Σμύρνης, που αποβιβάστηκε με εβδομήντα πλοία στην περιοχή του Δέλτα του Έβρου, πολιορκώντας τη Βήρα και την Τραϊανούπολη.

Στο πλαίσιο του Β΄ Βυζαντινού Εμφυλίου πολέμου ανάμεσα στον Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνό και τους επιτρόπους του ανήλικου αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου (1341-1347), ο σφετεριστής του θρόνου Καντακουζηνός, που είχε ανακηρυχθεί το 1341 αυτοκράτορας στο Διδυμότειχο, εγκατέστησε στη Βήρα φρουρά, εναντίον της οποίας εξεγέρθηκαν το 1342 οι κάτοικοι της περιοχής, με τη συμπαράσταση των μοναχών της μονής. Αφού συνέλαβαν τα μέλη της φρουράς, τα φυλάκισαν στο φρούριο πριν τα αποστείλουν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Καντακουζηνός πολιόρκησε εκ νέου τη Βήρα, χωρίς ωστόσο επιτυχία, χάρη στην αντίσταση των μοναχών και των αγροτών της περιοχής. Το 1355, ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος ανέκτησε τον έλεγχο της Βήρας, φαίνεται, ωστόσο, ότι την περίοδο αυτή η μονή της Κοσμοσώτειρας είχε πλέον εγκαταλειφθεί και στο οχυρό διέμεναν μόνο χωρικοί.

Μετά τη διαπεραίωση των Οθωμανών στη Θράκη, με την κατάληψη της Τζύμπης το 1352 και της Καλλίπολης το 1354, ακολούθησαν συνεχείς επιδρομές στην ενδοχώρα της Θράκης και η συστηματική κατάληψη των εδαφών της. Σύμφωνα με μία άποψη, η Βήρα κατακτήθηκε το 1357 ή το 1358 από τον Σουλεϊμάν Πασά, γιο του σουλτάνου Ορχάν (1326-1362), ο οποίος γκρέμισε τα τείχη της και μετέτρεψε το καθολικό της μονής σε τζαμί. Περισσότερο, ωστόσο, πιθανό είναι ότι η Βήρα κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς το 1371, μετά τη νίκη τους εναντίον των Σέρβων στη μάχη του Ορμενίου (μάχη του Έβρου). Το 1373, η πόλη καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς για δεύτερη φορά. Όπως έχει επισημανθεί, η πρώτη κατάκτηση, του 1371, είναι πιθανό να αναφέρεται στην κατάληψη της πόλης από ανεξάρτητους Οθωμανούς πολεμιστές, ενώ η δεύτερη, του 1373, συνδέεται πιθανότατα με την επικράτηση του Μουράτ Α΄, ο οποίος εμφανίστηκε στη Θράκη αυτήν την περίοδο, μετά από πολύχρονη απουσία.

Κατά τους οθωμανικούς χρόνους, η Βήρα, που αποκαλούνταν πλέον Φερετζίκ, αποτέλεσε σταθμό του αριστερού άξονα της Εγνατίας οδού (Sol Kol), διαθέτοντας καραβάν σαράγια και χάνια για την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών. Ο Βουργουνδός περιηγητής Bertrandon de la Broquière, που την επισκέφτηκε το 1432-1433, αναφέρει ότι κατοικούνταν από Έλληνες και Οθωμανούς και ότι το ωραίο της κάστρο είχε μερικώς καταστραφεί. Παράλληλα, επιβεβαιώνει τη μετατροπή του καθολικού της Κοσμοσώτειρας σε τζαμί. Σύμφωνα με οθωμανικό φορολογικό κατάστιχο του 1454/5, η πόλη διέθετε ένα καραβάν σαράι και ένα λουτρό. Τον 17ο αιώνα, η πόλη εξελίχθηκε σε σημαντικό κέντρο της οθωμανικής διοίκησης, το σημαντικότερο μεταξύ του ποταμού Έβρου και της Κομοτηνής. Σύμφωνα με τον Οθωμανό περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπί, που την επισκέφτηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1670, διαιρούνταν σε επτά συνοικίες (μαχαλάδες), με εκείνες των μουσουλμάνων να καταλαμβάνουν το καλύτερο, κεντρικό της τμήμα και εκείνες των χριστιανών να είναι «σκορπισμένες στις άκρες της». Η πόλη διέθετε 500 σπίτια με ωραίους κήπους και αμπέλια, 100 καταστήματα, δύο χάνια και έναν αξιόλογο αριθμό θρησκευτικών κτηρίων. Κάθε μουσουλμανική συνοικία διέθετε από ένα συνοικιακό τέμενος (μεστζίτ), ενώ το σημαντικότερο τέμενος της πόλης ήταν το τζαμί στο οποίο είχε μετατραπεί η μονή της Κοσμοσώτειρας. Από τα μνημεία της οθωμανικής περιόδου που διέθετε η πόλη, σήμερα διατηρούνται ο τεκές Ιμπραχήμ Μπαμπά, ένα λουτρό και τμήματα των δικτύων της ύδρευσης της πόλης. Την οικονομική ακμή της πόλης αποκαλύπτει και ο μικρών διαστάσεων κλίβανος κεραμικής που ανασκάφηκε 500 μ. ανατολικά της Κοσμοσώτειρας, ο οποίος χρονολογείται στα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κατάκτησης της πόλης.

Τους επόμενους αιώνες, την πόλη επισκέφθηκε σημαντικός αριθμός περιηγητών. Οι έμποροι της πόλης είχαν τις αποθήκες τους στις όχθες του Έβρου, όπου έφταναν τα εμπορεύματα με πλωτά μέσα από την Αδριανούπολη. Το Φερετζίκ παρέμεινε σημαντικό οικονομικό και πολιτικό κέντρο μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, οπότε η Αλεξανδρούπολη, με την κατασκευή του μεγάλου λιμανιού της και της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Κωνσταντινούπολης, αναδείχθηκε σε νέο οικονομικό και συγκοινωνιακό κόμβο της περιοχής.

Οι Φέρες περιήλθαν στο Ελληνικό κράτος το 1919, μαζί με τη Δυτική Θράκη. Μετά τη Συνθήκη της Λοζάνης του 1923 και την ανταλλαγή των πληθυσμών, στις Φέρες εγκαταστάθηκαν πολλοί πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία.

Μνημεία

Μονή Παναγίας Κοσμοσώτειρας

Από τη μονή που ίδρυσε ο Ισαάκιος Κομνηνός διατηρείται σήμερα σε καλή κατάσταση το καθολικό, στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου δικιόνιου ναού, με έναν μεγάλο και ογκώδη δωδεκάπλευρο κεντρικό τρούλο, ο οποίος περιβάλλεται από τέσσερις μικρότερους οκτάπλευρους τρούλλους. Οι πέντε τρούλοι του ναού καλύπτονταν άλλοτε με μολυβδόφυλλα, όπως τονίζεται στο Τυπικό της μονής. Το μνημείο απηχεί την επίσημη αρχιτεκτονική της Κωνσταντινούπολης του 12ου αιώνα, με τα χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής της πρωτεύουσας μεγάλα παράθυρα, που προσδίδουν μεγαλοπρέπεια στο εσωτερικό του, και την αποκλειστική χρήση πλίνθων στα ανώτερα τμήματα της τοιχοποιίας του. Εσωτερικά, τα κατώτερα μέρη των τοίχων, τουλάχιστον στο Ιερό Βήμα, ήταν πιθανότατα επενδυμένα με ορθομαρμαρώσεις. Το δάπεδο του ναού ήταν μαρμάρινο, όπως και ο γλυπτός του διάκοσμος, από τον οποίο διατηρούνται σήμερα ορισμένα μόνο δείγματα.

Ιδιαίτερα αξιόλογος είναι ο αποσπασματικά σωζόμενος τοιχογραφικός διάκοσμος του μνημείου, από τον οποίο ξεχωρίζουν οι μορφές των στρατιωτικών αγίων, που έχουν ερμηνευθεί ως συμβολικές προσωπογραφίες συγκεκριμένων μελών της δυναστείας των Κομνηνών. Για τη χρονολόγησή του έχουν προταθεί διαφορετικές απόψεις, που τον τοποθετούν από το 1152 έως τις αρχές του 13ου αιώνα. Σύμφωνα, ωστόσο, με την επικρατέστερη άποψη, θα πρέπει να χρονολογηθεί στις πρώτες δεκαετίες μετά το 1152, αμέσως μετά την ανέγερση του ναού. Η υψηλή ποιότητά του υποδεικνύει ότι έχει εκτελεστεί από εργαστήριο της Κωνσταντινούπολης.

Όταν ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί, προστέθηκε ένας μιναρές και ορισμένα προσκτίσματα, ενώ κάποια στιγμή κατέρρευσαν ο τριμερής νάρθηκας και ο εξωνάρθηκας, που διέθετε αρχικά ο ναός. Ανάμεσα στις επεμβάσεις της οθωμανικής περιόδου περιλαμβάνεται και η κάλυψη των τοιχογραφιών με επιχρίσματα. Για τη διευκόλυνση μάλιστα της πρόσφυσης των επιχρισμάτων, όλες οι τοιχογραφίες φέρουν σήμερα πυκνά χτυπήματα βελονιού.

Η μονή περιβαλλόταν από διπλό οχυρωματικό περίβολο, από τον οποίο διατηρούνται ορισμένα μόνο τμήματα. Ο εσωτερικός περίβολος, που στο Τυπικό αναφέρεται ως μέγιστος περίβολος, πιθανώς επειδή ήταν πιο ψηλός, είχε σχήμα ακανόνιστου εξαγώνου και περιέκλειε έκταση 9 περίπου στρεμμάτων. Στις γωνίες ενισχυόταν με ορθογώνιους πύργους, από τους οποίους διατηρούνται σήμερα μόνο οι τρεις. Εντός του μέγιστου περιβόλου χωροθετούνταν, εκτός από το καθολικό, βοηθητικά κτίσματα της μονής, όπως η τράπεζα, το σκευοφυλάκιο, η βιβλιοθήκη και τα κελιά των μοναχών.

Από τον εξωτερικό περίβολο, που αναφέρεται στο Τυπικό ως σιγματοειδές τείχος, έχουν εντοπιστεί ελάχιστα μόνο τμήματα. Μεταξύ των δύο περιβόλων, σύμφωνα με την επιθυμία του κτήτορα, λειτουργούσε ένα γηροκομείο-νοσοκομείο.

 

Ο Ισαάκιος Κομνηνός, για την υδροδότηση της μονής και του γύρω οικισμού, φρόντισε να εξασφαλίσει από τον μητροπολίτη Τραϊανουπόλεως, στην οποία υπαγόταν εκκλησιαστικά η μονή της Κοσμοσώτειρας, την κυριότητα μίας γειτονικής πηγής. Ο ίδιος κατασκεύασε υδραγωγείο για τη μεταφορά του νερού και μία κινστέρνα για την αποθήκευσή του εντός του εσωτερικού περιβόλου. Σήμερα, στις Φέρες διατηρούνται διάφορα μεμονωμένα τμήματα έργων ύδρευσης (υδατογέφυρες, δεξαμενές, αγωγοί νερού, κρήνες), που όμως χρονολογούνται στους οθωμανικούς χρόνους. Από αυτά ξεχωρίζει η υδατογέφυρα που γεφυρώνει μια ρεματιά του χειμάρρου των Φερών στα νοτιοδυτικά της Παναγίας Κοσμοσώτειρας, εξυπηρετώντας το δίκτυο ύδρευσης που έφερνε νερό στο τμήμα του οικισμού που αναπτύχθηκε κατά την οθωμανική περίοδο σε αυτήν την πλευρά της μονής. Η υδατογέφυρα είναι κτισμένη σύμφωνα με το πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοποιίας και διασώζει δύο οξυκόρυφα τόξα που είναι κατασκευασμένα αποκλειστικά με πλίνθους. Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, χρονολογείται στον 15ο ή 16ο αιώνα και αποτελεί πιθανότατα τμήμα του υδραγωγείου με τις ψηλές αψίδες που έφερνε νερό σε όλες τις κρήνες και τα τεμένη του οικισμού, το οποίο περιγράφει ο Εβλιγιά Τσελεμπί. Ένα διαφορετικό δίκτυο ύδρευσης εξυπηρετούσε η επιβλητική υδατογέφυρα, του 18ου πιθανότατα αιώνα, που γεφυρώνει τις απότομες όχθες του ίδιου χειμάρρου, βορειότερα της πρώτης υδατογέφυρας, παραπλεύρως σήμερα της Εθνικής οδού Αλεξανδρούπολης-Κήπων, κοντά στη βόρεια είσοδο των Φερών. Είναι κτισμένη με αργολιθοδομή και υπολογίζεται ότι είχε αρχικά μήκος περίπου 80 μ., διαθέτοντας πέντε ή έξι τόξα. Σήμερα διασώζει δύο τόξα, ένα μεγάλο οξυκόρυφο, που φθάνει σε ύψος τα 4,70 μ. και έχει άνοιγμα 7,65 μ., και ένα μικρότερο ημικυκλικό.

Το μικρό λουτρό διατηρείται σε αρκετά φθαρμένη κατάσταση, στην οδό Μακράς Γέφυρας, ανατολικά της Παναγίας Κοσμοσώτειρας. Αποτελείται από έναν επιμήκη ορθογώνιο χώρο εισόδου που καλύπτεται με ημισφαιρικό θόλο και δύο τετράγωνες κύριες αίθουσες (θερμούς χώρους) που στεγάζονται με χαμηλούς θόλους. Πρόκειται για ένα από τα πρωιμότερα λουτρά του ελλαδικού χώρου, καθώς η ανέγερσή του, με βάση και τα αρχιτεκτονικά και μορφολογικά του χαρακτηριστικά, τοποθετείται πριν από το φορολογικό κατάστιχο του 1454/5, στο οποίο αναφέρεται η ύπαρξη ενός λουτρού στις Φέρες.

Ο μονόχωρος, τετράπλευρος τεκές (μονή δερβίσηδων), διαστάσεων περίπου 6,50 x 6,50 μ., καλύπτεται με χαμηλό θόλο και βρίσκεται στα βορειοανατολικά της Παναγίας Κοσμοσώτειρας. Με βάση μία χαμένη σήμερα επιγραφή, χρονολογείται το έτος 1686.

Ο εγκαταλειμμένος μετά το 1944 νερόμυλος για την άλεση δημητριακών διατηρείται στα βόρεια των Φερών, πολύ κοντά στην υδατογέφυρα του 18ου αιώνα. Η ανέγερσή του τοποθετείται στον 19ο αιώνα. Αποτελείται από έναν κύριο, ελαφρά παράγωνο σε κάτοψη χώρο, εσωτερικών διαστάσεων περίπου 6,10 x 4,60 μ., όπου ήταν εγκατεστημένο το μηχανοστάσιο, και έναν δεύτερο μικρότερο, ορθογώνιο βοηθητικό χώρο. Ένα σύστημα από δύο υδραύλακες και μία δεξαμενή οδηγούσε τα ορμητικά νερά που συγκεντρώνονταν από τον χείμαρρο των Φερών και τον γειτονικό λόφο της Αγίας Παρασκευής στη σιδερένια φτερωτή του υδρόμυλου.

Μουσείο

Λαογραφικό και Ιστορικό Μουσείο Φερών (οδός Παλαιολόγου Κωνσταντίνου 2)

Βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τη μονή της Παναγίας Κοσμοσώτειρας και στεγάζεται σε ένα αναπαλαιωμένο διώροφο κτίσμα του 19ου αιώνα. Μέσα από μία πλούσια συλλογή, που περιλαμβάνει έναν μεγάλο αριθμό αντικειμένων, εμπλουτισμένων με αρχειακό υλικό, όπως παλιά βιβλία, έγγραφα και φωτογραφίες, παρουσιάζει διάφορες πτυχές της ζωής των κατοίκων της περιοχής.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Έβρου