Τόπειρος
Τόπειρος, μία οχυρωμένη πόλη στις όχθες του ποταμού Νέστου
Η αρχαία θρακική πόλη Tόπειρος ταυτίζεται από τους περισσότερους μελετητές με τα κατάλοιπα αρχαίου οικισμού στον λόφο Kαλέδες ή Πετρωτά, στη δυτική όχθη του Nέστου, κοντά στο χωριό Παράδεισος, στο ύψος της σημερινής γέφυρας του αυτοκινητοδρόμου Ξάνθης-Kαβάλας. Σύμφωνα με τα οδοιπορικά, η Τόπειρος υπήρξε σημαντικός σταθμός της Εγνατίας οδού πριν τη διάβαση του ποταμού Νέστου και απείχε 17 ή 18 ρωμαϊκά μίλια (25 ή 27 χλμ.) από τον τελευταίο σταθμό της Εγνατίας οδού στη Μακεδονία, το οχυρωμένο πόλισμα Ακόντισμα. Κατά την κατασκευή της σύγχρονης γέφυρας πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εντοπίστηκαν αλλεπάλληλα χαλικοστρωμένα στρώματα αρχαίας οδού, που έχουν αποδοθεί στην αρχαία Εγνατία οδό. Ωστόσο, σύμφωνα με άλλες απόψεις, η Εγνατία διέσχιζε τον ποταμό Νέστο ακόμη νοτιότερα, στο ύψος των σημερινών χωριών Άγιος Αθανάσιος και Κοσμητή, όπως η παλαιά οθωμανική οδός Καβάλας-Κομοτηνής. Από άλλους ερευνητές η Τόπειρος τοποθετείται επίσης σε διαφορετικές θέσεις, όπως κοντά στο σημερινό χωριό Κοσμητή.
Η Τόπειρος ιδρύθηκε πιθανότατα τον 1ο αιώνα μ.Χ., όταν αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Έλληνα γεωγράφο Στράβωνα. Τον 2ο αιώνα μ.Χ. συγκαταλέγεται ανάμεσα στις «μεσόγειες» πόλεις της Θράκης από τον Έλληνα γεωγράφο Πτολεμαίο. Στην ευρύτερη περιοχή του χωριού Παράδεισος εντοπίζεται μια σειρά προγενέστερων θέσεων, που σύμφωνα με τον Στράβωνα κατοικούνταν από το θρακικό φύλο των Σαπαίων. Οι θέσεις αυτές φαίνεται ότι σταδιακά εγκαταλείφθηκαν λόγω της ίδρυσης της Τοπείρου, που αποτέλεσε ένα ισχυρό κέντρο στην περιοχή. Η σημασία της πόλης αυξήθηκε κατά την εποχή του Τραϊανού (98-117 μ.Χ.), όταν έλαβε χώρα ένα ευρύτερο πρόγραμμα για τη δημιουργία σημαντικών αστικών κέντρων στη Θράκη, στο πλαίσιο του οποίου εντάσσεται και η ίδρυση της Τραϊανούπολης και της Πλωτινόπολης. Μέχρι την ίδρυση της Μαξιμιανούπολης/Μοσυνούπολης (285-305 μ.Χ.), η Τόπειρος αποτελούσε τη μόνη αξιόλογη πόλη στην περιοχή. Η επικράτειά της εκτεινόταν σε ένα μεγάλο τμήμα της Θράκης στα ανατολικά του Νέστου, παρά τις δυσκολίες που δημιουργούσε ο ορμητικός ποταμός. Με βάση τους μιλιοδείκτες της Τοπείρου, που έχουν βρεθεί τόσο στο χωριό Αετόλοφος, στα ανατολικά της πεδιάδας της Κομοτηνής, όσο και στην ίδια την Κομοτηνή, φαίνεται ότι η Τόπειρος είχε τον έλεγχο της Εγνατίας οδού σε ένα μεγάλο τμήμα της Θράκης κατά μήκος των νότιων υπωρειών της Ροδόπης, μέχρι τα δυτικά σύνορα της χώρας της Τραϊανούπολης. Η Tόπειρος εξέδωσε νομίσματα κατά τους ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους, από τον Aντωνίνο Eυσεβή (138-161 μ.Χ.) μέχρι και τον Γέτα (209-212 μ.Χ.). Στα νομίσματα που εκδόθηκαν το 211/2 μ.Χ., η πόλη εμφανίζεται με την επωνυμία Ουλπία (OYΛΠIAΣ TOΠEIPOY), συνδέοντας το όνομά της με τον αυτοκράτορα Τραϊανό (98-117 μ.Χ.), ο οποίος καταγόταν από την Ουλπία φυλή, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους της αναγραφής σε νομίσματα αυτοκρατορικών ονομάτων (nomen gentlicium ή cognomen).
Από τον 5ο αιώνα μ.Χ. και εξής, η πόλη αποτέλεσε έδρα επισκοπής, ενώ στον Συνέκδημο του Ιεροκλέους (πριν το 535 μ.Χ.) μνημονεύεται ως μία από τις επτά πόλεις της επαρχίας Ροδόπης. Από τον ιστορικό Προκόπιο πληροφορούμαστε ότι η Τόπειρος ήταν πολυανθρωπότατη και ότι το 549-550 μ.Χ. πολιορκήθηκε από Σλάβους, οι οποίοι, καλυπτόμενοι από την πλούσια βλάστηση που υπήρχε μπροστά από τα τείχη της, αιφνιδίασαν τους υπερασπιστές της και την κατέλαβαν. Μετά την καταστροφή της από τους Σλάβους, στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού (527-565 μ.Χ.), η πόλη ενισχύθηκε με ισχυρή οχύρωση για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο της διάβασης του Νέστου. Τα τείχη της υψώθηκαν τόσο πολύ που ξεπερνούσαν σε ύψος τον λόφο δίπλα στην πόλη. Στις εκκλησιαστικές πηγές, η Τόπειρος αναφέρεται ως επισκοπή υπαγόμενη στη μητρόπολη Τραϊανούπολης έως και τον 9ο αιώνα. Σύμφωνα με τα ανασκαφικά δεδομένα εγκαταλείφθηκε οριστικά κατά τα μέσα του 14ου αιώνα.
Σήμερα, στον λόφο Kαλέδες ή Πετρωτά διατηρούνται ελάχιστα τμήματα από την οχύρωση της πόλης, τα οποία καλύπτονται από την πλούσια βλάστηση της παραποτάμιας ζώνης. Σε καλύτερη κατάσταση διατηρείται το βόρειο σκέλος των τειχών, τμήματα του οποίου είναι ορατά παραπλεύρως της Εθνικής οδού Καβάλας-Ξάνθης. Στα τείχη της πόλης αναγνωρίζονται διάφορες οικοδομικές φάσεις, που σε γενικές γραμμές συμπίπτουν με το γνωστό από τις πηγές ιστορικό πλαίσιο της πόλης. Η πρώτη από αυτές ανήκει στον 1ο-2ο αιώνα μ.Χ., ενώ η δεύτερη αποδίδεται στην ανακαίνιση του Ιουστινιανού. Μια τρίτη φάση χρονολογείται στα τέλη του 6ου-αρχές 7ου αιώνα μ.Χ., ενώ η τελευταία επισκευή των τειχών της πόλης ανάγεται στους υστεροβυζαντινούς χρόνους.
Το νεκροταφείο της ρωμαϊκής περιόδου αναπτύχθηκε στα πρανή του βραχώδους λόφου στα βόρεια της πόλης, όπου έχουν επισημανθεί λαξευτοί τάφοι και επιτύμβιες επιγραφές χαραγμένες στους βράχους. Οι πιο επιμελημένοι τάφοι διαθέτουν λαξευτή κλίμακα και περιβάλλονται από αύλακα για την απομάκρυνση των ομβρίων υδάτων.
Ανασκαφικές έρευνες μικρής κλίμακας έχουν φέρει στο φως παλαιοχριστιανικά αρχιτεκτονικά μέλη, καθώς και το ανατολικό τμήμα παλαιοχριστιανικής βασιλικής με σύνθρονο, γύρω από την οποία αποκαλύφθηκαν επτά τάφοι. Έχουν επίσης αποκαλυφθεί τα θεμέλια διάφορων κτηρίων, κυρίως της ρωμαϊκής και της παλαιοχριστιανικής περιόδου, όπως τα κατάλοιπα του υδραγωγείου της πόλης. Είναι αξιοσημείωτο ότι το υδραγωγείο δεν έφερνε νερό, όπως θα περίμενε κανείς, από τον Νέστο ή από τις παραποτάμιες πηγές, αλλά από φυσικές πηγές που βρίσκονταν στα δυτικά της πόλης.
