Τραϊανούπολη
Τραϊανούπολη, μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Θράκης στον άξονα της Εγνατίας οδού
H Tραϊανούπολη, δίπλα στο σημερινό χωριό Λουτρός και σε απόσταση περίπου 16 χλμ. βορειοανατολικά της Αλεξανδρούπολης, ιδρύθηκε από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Τραϊανό (98-117 μ.Χ.) στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ. Στους βυζαντινούς χρόνους και μέχρι την εγκατάλειψή της λίγο μετά τα μέσα του 14ου αιώνα, αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα στρατιωτικά, διοικητικά και εκκλησιαστικά κέντρα της Θράκης. Η Τραϊανούπολη υπήρξε σταθμός (mansio) της Εγνατίας οδού, μεταξύ των σταθμών ανεφοδιασμού (mutationes) Τέμπυρα (Timpiro ή ad Unimpara) στα δυτικά, που τοποθετείται στην περιοχή της σημερινής Αλεξανδρούπολης, και της Δύμης (Demas ή Dumis) στα ανατολικά, από την οποία απείχε 13-16 ρωμαϊκά μίλια (20-23 χλμ.) -η απόσταση αυτή υποδεικνύει ότι ο σταθμός της Δύμης θα πρέπει να τοποθετηθεί στην περιοχή των σημερινών χωριών Πόρος και Αρδάνι, στη δυτική όχθη του ποταμού Έβρου.
Η καίρια γεωγραφική θέση της Tραϊανούπολης στον άξονα της Εγνατίας οδού αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την ανάπτυξη και την ανάδειξή της σε ένα από τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της Θράκης. Από τον σταθμό της Τραϊανούπολης διερχόταν επίσης η οδός που, με κατεύθυνση Β-Ν, οδηγούσε από την Αδριανούπολη στο Αιγαίο. Στην Τραϊανούπολη λειτουργούν μέχρι και σήμερα ιαματικές πηγές, οι οποίες ήδη από τους αρχαίους χρόνους αποτελούσαν σημαντικό πόλο έλξης για την περιοχή.
Ιστορική διαδρομή
Η ιστορία της Τραϊανούπολης είναι γνωστή κυρίως μέσα από τις γραπτές πηγές, καθώς στην περιοχή δεν έχουν διενεργηθεί συστηματικές ανασκαφικές έρευνες. Με βάση σποραδικά ευρήματα, που χρονολογούνται σε προγενέστερη του 2ου αιώνα μ.Χ. εποχή, θεωρείται ότι η πόλη ιδρύθηκε στη θέση άγνωστου ως προς την ονομασία και ιστορία προϋπάρχοντος οικισμού, ο οποίος ανήκε στη Σαμοθρακική Περαία (τις αποικίες της Σαμοθράκης στις απέναντι θρακικές ακτές).
Η ίδρυση της Τραϊανούπολης εντάσσεται στην προσπάθεια του αυτοκράτορα Τραϊανού να αναβαθμίσει την επαρχία Θράκης και να δημιουργήσει ένα ισχυρό αστικό κέντρο, στην επικράτεια του οποίου θα συνενώνονταν όλοι οι προϋπάρχοντες μικροί οικισμοί της πεδιάδας του Έβρου. Ο ίδιος αυτοκράτορας ίδρυσε στην περιοχή της Θράκης την Πλωτινόπολη (από το όνομα της συζύγου του, Πλωτίνας), ενώ επανίδρυσε την Τόπειρο στις εκβολές του ποταμού Νέστου. Η Τραϊανούπολη μνημονεύεται για πρώτη φορά στον 2ο αιώνα μ.Χ. από τον γεωγράφο Κλαύδιο Πτολεμαίο (100-170 μ.Χ.), μεταξύ των μεσογείων πόλεων της Θράκης. Η πόλη εξέδιδε νομίσματα, με κάποιες διακοπές, από τις αρχές της βασιλείας του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου (161-180 μ.Χ.) μέχρι την εποχή του αυτοκράτορα Γορδιανού Γ΄ (238-244 μ.Χ.). Στην Τραϊανούπολη αναπτύχθηκε δραστήρια χριστιανική κοινότητα ήδη από τον 2ο αιώνα μ.Χ., όπως καταδεικνύει το παράδειγμα της αγίας Γλυκερίας, που γεννήθηκε εδώ στα χρόνια του αυτοκράτορα Αντωνίνου του Ευσεβούς (138-161 μ.Χ.), όπου και μαρτύρησε. Στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, η διοίκηση της Θράκης υποδιαιρούνταν σε έξι επαρχίες και η Τραϊανούπολη εντασσόταν στην επαρχία Ροδόπης, της οποίας αποτελούσε πρωτεύουσα. Από τον 4ο αιώνα μ.Χ., η πόλη αποτέλεσε έδρα επισκοπής, ενώ από τον 5ο αιώνα μ.Χ. αναδείχθηκε σε μητρόπολη, στην οποία υπάγονταν μέχρι τα μέσα του 14ου αιώνα οι σημαντικότερες επισκοπές της περιοχής.
Κατά τους βυζαντινούς χρόνους υπήρξε έδρα του στρατηγού του Θέματος στο οποίο περιλαμβανόταν η περιοχή της Θράκης, αρχικά του Θέματος της Μακεδονίας (802), κατόπιν του Θέματος Θράκης και Μακεδονίας (976-1025) και αργότερα του Θέματος Αδριανουπόλεως και Διδυμοτείχου (1081-1118). Το φθινόπωρο του 1077 ανακηρύχθηκε εδώ αυτοκράτορας ο Νικηφόρος Βρυέννιος, που είχε στασιάσει εναντίον του αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα (1071-1078). Το 1204, με την άλωση της Κωνσταντινούπολης, η Τραϊανούπολη περιήλθε στους Σταυροφόρους. Το 1205/6, υπέστη σημαντική καταστροφή από τον Βούλγαρο ηγεμόνα Ιωαννίτζη (Σκυλογιάννη). Κατά το α΄ μισό και λίγο μετά τα μέσα του 14ου αιώνα, η πόλη δέχτηκε αλλεπάλληλες επιδρομές ξένων επιδρομέων, όπως Καταλανών, Βουλγάρων και του εμίρη του Αϊδινίου, Ουμούρ. Το 1343/4, ο Ιωάννης Καντακουζηνός στρατοπέδευσε κοντά στην πόλη, την οποία, ωστόσο, βρήκε κατεστραμμένη σε μεγάλο βαθμό. Το 1347, Τούρκοι επιδρομείς κατέστρεψαν σημαντικά τμήματα της πόλης, η οποία από τα μέσα του 14ου αιώνα παρουσίαζε έντονα στοιχεία ερήμωσης. Δεν υπάρχουν στοιχεία πότε ακριβώς κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς, οι οποίοι το 1371, μετά τη νίκη τους εναντίον των Σέρβων στη μάχη του Ορμενίου, επέκτειναν την κυριαρχία τους σε ολόκληρη την περιοχή της Θράκης. Το μόνο σωζόμενο βυζαντινό μνημείο του αρχαιολογικού χώρου είναι ένας μικρός ναός, που διατηρείται σε ερειπιώδη κατάσταση και χρονολογείται πιθανότατα στο α΄ μισό του 14ου αιώνα.
Στα σημαντικά μνημεία της Τραϊανούπολης που δεν σώζονται σήμερα ανήκει ο τεκές (μονή δερβίσηδων) Ισικλάρ ή Νεφές Μπαμπά (Ιşıklar – Nefes Baba), ένας από τους μεγαλύτερους της Θράκης, τον οποίο περιγράφει λεπτομερώς ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί. Βρισκόταν άλλοτε στην κορυφή του λόφου, όπου τοποθετείται η ακρόπολη της Τραϊανούπολης, στη θέση του εξωκλησιού των Αγίων Κωνσταντίνου και Γεωργίου. Η ανέγερσή του τοποθετείται από τον Άγγλο μελετητή Frederick William Hasluck στο β΄ μισό του 14ου αιώνα, αμέσως μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Οθωμανούς. Σύμφωνα, ωστόσο, με τον Οθωμανό ιστορικό του 17ου αιώνα Hibrî, ιδρύθηκε από τον Αχμέτ Πασά Εκμεκτσί Ζαντέ Ντεφτερντάρ, ο οποίος και ενταφιάστηκε στον χώρο του τεκέ το 1591. Στη θέση του τεκέ υπάρχει σήμερα το αγίασμα του Αγίου Γεωργίου, τα νερά του οποίου θεωρούνται αγιασμένα και από τους μουσουλμάνους.
Μνημεία
Οχύρωση και τοπογραφία
Τα περιορισμένα αρχαιολογικά κατάλοιπα, ισχνές μόνο ενδείξεις παρέχουν για την τοπογραφία και τα μνημεία της πόλης. Με βάση τα μέχρι σήμερα αρχαιολογικά δεδομένα, η ακρόπολη βρισκόταν στον λόφο του Αγίου Γεωργίου, ενώ ο κύριος πολεοδομικός της ιστός αναπτυσσόταν ανάμεσα στις δυτικές παρυφές του λόφου και τη σημερινή κοίτη του χειμάρρου Τσάι. Ο οχυρωματικός της περίβολος, συνολικού μήκους 2 χλμ. περίπου, είχε ορθογώνιο ή πεντάγωνο σχήμα. Σύμφωνα με τον ιστορικό Προκόπιο, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527-565 μ.Χ.) επισκεύασε τα τείχη της πόλης, μαρτυρία που υποδεικνύει ότι η οχύρωσή της ανάγεται σε προγενέστερους του 6ου αιώνα χρόνους, πιθανότατα στη ρωμαϊκή εποχή.
Έξω από το ανατολικό σκέλος των τειχών της πόλης, περιορισμένης έκτασης ανασκαφικές έρευνες έχουν φέρει στο φως μικρό αριθμό ταφών της ύστερης αρχαιότητας. Στα βορειοδυτικά της πόλης έχει αποκαλυφθεί τύμβος της εποχής της ίδρυσης της πόλης (αρχές 2ου αι. μ.Χ.), με πλούσια κτερίσματα, τα οποία εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αλεξανδρούπολης.
Τα περιορισμένα σε αριθμό αρχιτεκτονικά μέλη, οι επιγραφές, τα κινητά ευρήματα, καθώς και τα νομίσματα, ορισμένα εκ των οποίων εκτίθενται σήμερα επίσης στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αλεξανδρούπολης, συμπληρώνουν την εικόνα για τη ζωή της πόλης από τους ρωμαϊκούς μέχρι τους βυζαντινούς χρόνους.
Χάνα
Το σημαντικότερο σήμερα μνημείο της Τραϊανούπολης αποτελεί ένα επίμηκες, καμαροσκεπές κτίσμα, γνωστό ως «Χάνα», «Ανάκτορο του Τραϊανού», ή «Ρωμαϊκό Λουτρό Τραϊανουπόλεως», που δεσπόζει στο μέσο του αρχαιολογικού χώρου. Πρόκειται στην ουσία για ένα χάνι, κτήριο που λειτουργούσε ως ξενώνας για την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών που διέρχονταν από την πόλη, αλλά και όσων επισκέπτονταν τα ιαματικά λουτρά. Ανεγέρθηκε γύρω στο 1375-1385 από τον Γαζή Εβρενός, τον Οθωμανό μπέη που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην οθωμανική κατάκτηση της Θράκης, αποτελώντας ένα από τα πρωιμότερα δείγματα κοσμικής οθωμανικής αρχιτεκτονικής στον ελλαδικό χώρο. Όπως έχει υποστηριχθεί, η Τραϊανούπολη, λόγω της θέσης της πάνω στην Εγνατία οδό και χάρη στα ιαματικά της λουτρά, μετά την εγκατάλειψή της στα μέσα του 14ου αιώνα διατήρησε έναν μικρό οικιστικό πυρήνα, που εξακολούθησε να λειτουργεί ως σταθμός της Εγνατίας οδού, με το κτήριο της Χάνας να αποτελεί τμήμα του εν λόγω οικισμού.
Κατά τους οθωμανικούς χρόνους, η ίδρυση χανιών και καραβάν σαραγιών μέσα στους οικισμούς και κατά μήκος του αναπτυγμένου οδικού δικτύου της αυτοκρατορίας γνώρισε ευρύτατη διάδοση. Τα χάνια αποτελούσαν σταθμούς ανεφοδιασμού, που παρείχαν κατάλυμα στους ταξιδιώτες και κυρίως στα καραβάνια, στις διηπειρωτικές δραστηριότητες των οποίων βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό η οικονομία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Παράλληλα, χρησίμευαν ως χώροι εμπορικών συναλλαγών και αποθήκευσης εμπορευμάτων. Τα καραβάν σαράγια ήταν μεγαλύτερα από τα χάνια, από τα οποία διέφεραν κυρίως ως προς την παροχή ποιοτικότερων υπηρεσιών. Στον χώρο τους διεξάγονταν, επίσης, εμπορικές συναλλαγές και άλλες οικονομικές δραστηριότητες, ενώ σε περιόδους πολέμου χρησίμευαν ως αποθήκες προμηθειών και πολεμικού υλικού. Τα καραβάν σαράγια ιδρύονταν συνήθως σε ακμάζοντα αστικά κέντρα, που βρίσκονταν στην αρχή ή το πέρας σημαντικών εμπορικών οδικών αρτηριών.
Το χάνι της Τραϊανούπολης διακρίνεται για την επιμελημένη του τοιχοποιία, σύμφωνα με το πλινθοπερίκλειστο σύστημα, και ανήκει στον δεύτερο τύπο των κτηρίων αυτής της κατηγορίας, που αποτελούνται από δύο μακρόστενους, θολοσκέπαστους χώρους, ο μπροστινός εκ των οποίων προορίζεται για τους ταξιδιώτες και ο δεύτερος, στο βάθος, για τα υποζύγια και τις άμαξες -στον πρώτο τύπο, ο χώρος των χανιών οργανώνεται γύρω από μία κεντρική αυλή. Στην πρώτη αίθουσα της Χάνας, που σήμερα είναι σχεδόν κατεστραμμένη, διατηρούνται τα κατάλοιπα έξι τζακιών, που επιβεβαιώνουν τη χρήση της ως χώρο παραμονής και εξυπηρέτησης των ταξιδιωτών. Η δεύτερη αίθουσα, που διατηρείται σε καλύτερη κατάσταση και έχει σχεδόν το τριπλάσιο μέγεθος από την πρώτη, προοριζόταν για τα υποζύγια, όπως υποδεικνύει η παρουσία ενός κτιστού παχνιού κατά μήκος του ανατολικού της τοίχου.
Συγκρότημα οθωμανικών λουτρών
Δίπλα στη Χάνα και κοντά στον σύγχρονο ναό της τοπικής Αγίας Γλυκερίας διατηρούνται δύο θολοσκέπαστα λουτρικά κτίσματα, το παλαιότερο από τα οποία ανεγέρθηκε μεταξύ των ετών 1485 και 1497 από τον Αλβανό στρατηγό και μεγάλο βεζίρη επί του σουλτάνου Βαγιαζήτ Β΄ (1481-1512), Κοτζά Νταβούτ Πασά, ενώ το νεότερο στα τέλη του 18ου ή τις αρχές του 19ου αιώνα. Στα τέλη του 19ου-αρχές 20ού αιώνα, τα δύο λουτρικά κτίσματα ενοποιήθηκαν με την προσθήκη ανάμεσά τους ενός βοηθητικού κτίσματος. Στο β΄ μισό του 20ού αιώνα κτίστηκαν στον χώρο νέες λουτρικές εγκαταστάσεις και ξενοδοχειακές μονάδες.
