Σούλι
Σούλι (Τετραχώρι), ο ιστορικός τόπος των «αδούλωτων» και «απροσκύνητων» Σουλιωτών
Το Σούλι, ένας από τους σημαντικότερους τόπους ιστορικής μνήμης της χώρας, φορτισμένος ιστορικά στη συνείδηση των Ελλήνων με τον αγώνα για ανεξαρτησία από τον οθωμανικό ζυγό, αλλά και γενικότερα με διαχρονικές και πανανθρώπινες αξίες, όπως ο ηρωισμός και η αυτοθυσία, αποτελεί μία γεωγραφική ενότητα που απαρτίζεται από τέσσερις οικισμούς, οι οποίοι συγκροτούν το λεγόμενο Τετραχώρι. Ο μεγαλύτερος και παλαιότερος από αυτούς, όπου διέμεναν οι πιο ονομαστές φάρες (γένη) των Σουλιωτών, θεωρείται ο ομώνυμος οικισμός (Σούλι), γνωστός και ως Κακοσούλι, Μεγασούλι, Παλιοχώρι ή Πηγάδια. Η ονομασία του επικράτησε σταδιακά και για τους άλλους τρεις οικισμούς του Τετραχωρίου, τη Σαμονίβα, την Κιάφα και τον Αβαρίκο. Οι τέσσερις οικισμοί είναι κτισμένοι κατά τον άξονα Β-Ν, στο ίδιο περίπου υψόμετρο (600 μ.), στις βραχώδεις δυτικές πλαγιές των Ορέων Σουλίου, σε απόσταση διάρκειας μισής έως μίας ώρας πεζοπορίας ο ένας από τον άλλο. Σήμερα, η Κιάφα και ο Αβαρίκος είναι σχεδόν πλήρως εγκαταλειμμένοι, ενώ στο Σούλι και στη Σαμονίβα, η οποία έχει οριστεί ως ιστορική έδρα του Δήμου Σουλίου, διαμένουν λίγοι κάτοικοι που ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία. Με την πάροδο των χρόνων, λόγω στενότητας χώρου, δημιουργήθηκαν από τους Σουλιώτες σε χαμηλότερο υψόμετρο ακόμη επτά οικισμοί, οι οποίοι συγκροτούσαν το λεγόμενο Επταχώρι.
Η περιοχή του Τετραχωρίου είναι φυσικά απροσπέλαστη, καθώς τα Όρη Σουλίου ενώνονται στα βόρεια με τα Όρη Παραμυθιάς σε σχήμα πετάλου, αφήνοντας ένα μόνο άνοιγμα στα νοτιοδυτικά, απ’ όπου ο ποταμός Αχέροντας, μέσω ενός μοναδικής ομορφιάς φαραγγιού (Στενά του Αχέροντα), εξέρχεται κοντά στην κοινότητα Γλυκή και στην πεδιάδα του Φαναρίου. Οι οικισμοί του Τετραχωρίου, λόγω της θέσης τους, περικλειόμενοι από συμπαγείς ορεινούς όγκους, βρίσκονταν μακριά από τα κύρια οδικά δίκτυα της Ηπείρου. Ακόμη και σήμερα, η πρόσβαση μέσω ενός αυτοκινητόδρομου με πολλές και στενές στροφές, που ξεκινάει από την κοινότητα Γλυκή, δεν είναι εύκολη. Την επικοινωνία των κατοίκων με τις γύρω περιοχές εξασφάλιζε άλλοτε μια σειρά από απόκρημνα και δύσβατα μονοπάτια. Ένα από αυτά στα δυτικά, γνωστό ως Σκάλα της Τζαβέλλαινας, κατηφόριζε ως τις όχθες του Αχέροντα, στη Γλυκή και στην κοιλάδα του Φαναρίου και από εκεί μπορούσε κανείς να οδηγηθεί στην Παραμυθιά ή την Πάργα -τα χωριά του Σουλίου απείχαν και από τις δύο πόλεις οκτώ ώρες βάδην. Από τα ανατολικά, ένα μονοπάτι ανάμεσα στις ψηλές κορυφές Βούτσι και Μούργκα συνέδεε το Σούλι μετά από πέντε ώρες πεζοπορία με τη Λάκκα Σουλίου, την εύφορη πεδιάδα στα ανατολικά των Ορών Σουλίου, και από εκεί με την πόλη των Ιωαννίνων, από την οποία τα χωριά του Σουλίου απείχαν 14 ώρες βάδην. Σήμερα, ένα τμήμα της Σκάλας της Τζαβέλλαινας έχει επισκευαστεί και μαζί με άλλα μονοπάτια της περιοχής έχει αξιοποιηθεί για πεζοπορικές διαδρομές.
Όπως έχει επισημανθεί από την έρευνα, πέρα από το ιστορικό ανθρωπογενές περιβάλλον, τη μοναδική ταυτότητα του Σουλίου συνθέτει ένα παλίμψηστο πολυδιάστατων και ποικίλων ιστορικών και πολιτισμικών παραμέτρων. Η σουλιώτικη κοινωνία, συγκροτούμενη από κτηνοτρόφους με εξαιρετικές πολεμικές ικανότητες, υπήρξε φορέας προφορικού πολιτισμού, αφήνοντας ελάχιστα γραπτά τεκμήρια. Έτσι, ζητήματα, όπως ο ακριβής χρόνος εγκατάστασης των Σουλιωτών στην περιοχή, ο τόπος καταγωγής τους, ο χαρακτήρας της πολεμικής τους αντιπαράθεσης εναντίον των Οθωμανών, ακόμη και η ετυμολογία του ονόματός τους, έχουν απασχολήσει την ιστορική έρευνα, με συχνά αντικρουόμενες απόψεις μεταξύ των ερευνητών.
Ιστορική διαδρομή
Όπως έχει επικρατήσει στην έρευνα, οι οικισμοί του Σουλίου συγκροτήθηκαν στις αρχές ή στα μέσα του 17ου αιώνα, αν όχι νωρίτερα, από μεταναστευτικές ποιμενικές ομάδες αλβανόφωνων και ελληνόφωνων χριστιανών, οι οποίοι κατέφυγαν στους αδιάβατους ορεινούς όγκους της περιοχής προκειμένου να διαφύγουν τις καταπιέσεις και βιαιοπραγίες των Οθωμανών, αλλά και τους ανταγωνισμούς με τους γειτονικούς ποιμενικούς πληθυσμούς. Παράλληλα, τα βουνά του Σουλίου παρείχαν τους απαιτούμενους βοσκότοπους για την άσκηση της κτηνοτροφίας, που αποτελούσε την κύρια παραγωγική τους δραστηριότητα. Τη βάση της κοινωνικής οργάνωσης των Σουλιωτών αποτελούσαν οι φάρες, μεγάλες οργανωμένες ομάδες, τα μέλη των οποίων συνδέονταν με συγγενικούς δεσμούς. Κάθε φάρα έπαιρνε το όνομα του ιδρυτή και αρχηγού της, ο οποίος επιλεγόταν με βάση την ανδρεία, το κύρος, αλλά και τη σωφροσύνη του. Οι κάτοικοι του Τετραχωρίου αποτελούσαν μία αυτόνομη προνομιούχα πολιτεία, τη Σουλιώτικη Ομοσπονδία ή Συμπολιτεία, όπως αναφέρεται από τους ιστορικούς. Η διαχείριση των κοινών ασκούνταν με βάση το εθιμικό δίκαιο από ένα είδος γερουσίας (πλεκεσία) που συγκροτούσαν οι αρχηγοί των γενών.
Οι Σουλιώτες φημίζονταν για τη σκληραγώγησή τους, την αντοχή τους σε φυσικές κοπώσεις, τις μαχητικές τους ικανότητες, την άνεσή τους να πολεμούν στο σκοτάδι και την αυτοθυσία τους απέναντι στα μέλη της φάρας τους. Ως ικανοί πολεμιστές εξασφάλιζαν την προστασία των οικισμών και των κοπαδιών τους, παράλληλα, ωστόσο, ανέπτυσσαν λεηλατική δράση εναντίον γειτονικών πληθυσμών, διαρπάζοντας ποίμνια και γεωργικά προϊόντα. Στα μέσα περίπου του 18ου αιώνα, οι καταπιέσεις των Οθωμανών τσιφλικάδων οδήγησαν τους χριστιανικούς πληθυσμούς της γύρω περιοχής να αναζητήσουν προστασία από τους Σουλιώτες έναντι ετήσιας αντικαταβολής σε χρήμα ή σε είδος (αγαλίκι). Στα τέλη του αιώνα, το καθεστώς προστασίας που παρείχαν οι Σουλιώτες είχε γενικευτεί σε έναν μεγάλο αριθμό οικισμών, πολλούς εκ των οποίων αποσπούσαν δια των όπλων από τους Οθωμανούς αγάδες του Μαργαριτίου, της Παραμυθιάς και των Ιωαννίνων. Ο αγωνιστής του 1821 και ιστορικός Χριστόφορος Περραιβός, που πρώτος εξέδωσε το 1803 την ιστορία του Σουλίου, αναφέρει ότι από τους Σουλιώτες είχαν κατακτηθεί 66 οικισμοί, τα λεγόμενα Παρασούλια, σε μία μεγάλη ακτίνα από 10 έως 40 χλμ. περιμετρικά των σουλιώτικων βουνών, φτάνοντας μέχρι το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων. Τα τέσσερα χωριά των Σκαπέτων (Σκαπετοχώρια), ο Αυλότοπος (πρώην Γκλαβίστα), οι Κουκουλιοί (Κουκλιοί), το Τσαγκάρι και η Φροσύνη (πρώην Κορίστιανη), στα βόρεια του Τετραχωρίου, ήταν από τα πρώτα που δέχθηκαν τη σουλιώτικη ισχύ, όπως και οι οικισμοί της Λάκκας Σουλίου.
Ήδη από το 1731-1733 χρονολογούνται οι πρώτες πολεμικές προσπάθειες των οθωμανικών αρχών να θέσουν υπό την κυριαρχία τους το Σούλι, οι οποίες όμως, όπως και αυτές που ακολούθησαν στη συνέχεια, κατέληξαν σε αποτυχία. Ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, θέλοντας να περιορίσει την ισχύ των Σουλιωτών, ξεκίνησε μια σειρά από πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον τους, με την πρώτη από αυτές να εκδηλώνεται το 1789, δύο μόλις χρόνια μετά την άνοδό του στο πασαλίκι των Ιωαννίνων. Ακολούθησαν δύο ακόμη ανεπιτυχείς προσπάθειες (1792 και 1800), οι οποίες τον οδήγησαν στην απόφαση να οργανώσει έναν στενό πολιορκητικό κλοιό γύρω από το Τετραχώρι. Μετά από πολυετή αποκλεισμό, κατά τον οποίο οι Σουλιώτες είχαν έρθει σε εξαιρετικά δεινή θέση, ακολούθησε τον Αύγουστο του 1803 νέα επίθεση εναντίον των Σουλιωτών με επικεφαλής τον Βελή Πασά, γιο του Αλή Πασά, η οποία, μετά από σκληρές μάχες, οδήγησε στην υπογραφή συνθήκης παράδοσης (12 Δεκεμβρίου 1803).
Τελευταίος υπερασπιστής του Σουλίου παρέμεινε ο ιερομόναχος Σαμουήλ, που σφράγισε την ηρωική αντίσταση των Σουλιωτών με την ανατίναξη της πυριταδοποθήκης που υπήρχε στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στον λόφο Κούγκι, στα νότια του οικισμού του Σουλίου (16 Δεκεμβρίου 1803). Οι περισσότεροι Σουλιώτες κατέφυγαν στην Πάργα και στα Επτάνησα, ορισμένα ωστόσο από τα γένη τους δέχτηκαν να εγκατασταθούν στα εδάφη δικαιοδοσίας του Αλή Πασά. Το ίδιο ωστόσο έτος, παρά τη συμφωνία που είχε συνομολογηθεί μεταξύ τους, ο Αλή Πασάς εξαπέλυσε τα στρατεύματά του εναντίον τους. Οι μάχες που ακολούθησαν και η αυτοθυσία των «ακαταμάχητων ηρώων και θερμών της ελευθερίας υπέρμαχων», κατά τη φράση του Κοραή, στο Ζάλογγο και στον πύργο του Δημουλά της Ρινιάσας (σημερινά Ριζά) της Πρέβεζας, όπως και στη μονή της Κοίμησης της Θεοτόκου Σέλτσου της Άρτας, διαδόθηκαν γρήγορα στους φιλελληνικούς κύκλους της Ευρώπης και έγιναν σύμβολο του αγώνα για την ελευθερία, καθορίζοντας όχι μόνο την ελληνική ιστορία και την εθνική συνείδηση των Ελλήνων, αλλά και τη νεότερη Δυτική σκέψη.
Μετά την αποχώρηση των Σουλιωτών, ο Αλή Πασάς εγκατέστησε στο Σούλι περίπου 200 οικογένειες Τουρκαλβανών Λιάπηδων (αλβανική φυλετική ομάδα) και ανέγειρε μια σειρά από φρούρια και άλλες οχυρωματικές κατασκευές, εκ των οποίων διατηρείται σήμερα μόνο το κάστρο της Κιάφας.
Τον Ιούλιο του 1820, όταν ο σουλτάνος κήρυξε τον Αλή Πασά ένοχο εσχάτης προδοσίας, μεγάλο μέρος των Σουλιωτών που είχε καταφύγει στα Επτάνησα επέστρεψε στην Ήπειρο προκειμένου να συμπράξει με τα σουλτανικά στρατεύματα. Ο αρχιστράτηγος, ωστόσο, των σουλτανικών δυνάμεων δεν τήρησε τους όρους της συμφωνίας τους. Οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν τότε να συστρατευτούν με τον πρώην τρομερό διώκτη τους Αλή Πασά, ο οποίος τους υποσχέθηκε την ανάκτηση του Σουλίου. Στα αγαπημένα τους βουνά, οι Σουλιώτες επέστρεψαν τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, η παραμονή τους όμως αποδείχτηκε βραχύβια. Το 1822, μετά την οριστική ήττα του Αλή Πασά, το Σούλι πολιορκήθηκε από τα σουλτανικά στρατεύματα. Μετά από συνθηκολόγηση, οι Σουλιώτες εγκατέλειψαν οριστικά την πατρίδα τους διασκορπιζόμενοι στα Επτάνησα και στη συνέχεια στη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο, όπου συμμετείχαν ενεργά στην Επανάσταση του 1821.
Μνημεία
Μετά την οριστική αποχώρηση των Σουλιωτών το 1822, στους άλλοτε ακμαίους και πολυάνθρωπους τέσσερις οικισμούς του Τετραχωρίου, η οικοδομική δραστηριότητα περιορίστηκε στην κάλυψη των περιορισμένων αναγκών των λίγων αγροτοκτηνοτρόφων που εγκαταστάθηκαν σε αυτούς, οι οποίοι ανέγειραν ή ανακαίνισαν έναν μικρό αριθμό κατοικιών και σταβλικών εγκαταστάσεων. Έτσι σήμερα, οι τέσσερις οικισμοί, καθώς βρίσκονται σε ένα ιδιαίτερο και απόμερο φυσικό περιβάλλον, ανόθευτο από σύγχρονες επεμβάσεις, διατηρούν σε μεγάλο βαθμό την παραδοσιακή πολεοδομική τους δομή και έχουν κηρυχθεί ως αρχαιολογικός χώρος. Την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία των οικισμών του Σουλίου συνθέτουν κατά κύριο λόγο κτίσματα κατοικιών και εκκλησιών, τα περισσότερα από τα οποία στέκουν σήμερα ερειπωμένα. Παλαιότερα είχε υποστηριχθεί ότι ορισμένα από τα κτήρια στο κέντρο του οικισμού του Σουλίου είχαν δημόσιο χαρακτήρα (βουλευτήριο, δικαστήριο, σχολείο και φυλακές), άποψη που όμως δεν γίνεται ευρύτερα αποδεκτή σήμερα. Τα κτήρια των τεσσάρων οικισμών χρονολογούνται στον όψιμο 18ο ή στις αρχές του 19ου αιώνα, χωρίς να αποκλείεται ορισμένα από αυτά να είναι αρκετά παλαιότερα.
Κατοικίες
Οι κατοικίες των τεσσάρων οικισμών αναπτύσσονται ελεύθερα, σε αραιή κατά κύριο λόγο δόμηση. Η κατανομή τους υποδεικνύει ότι οι επιμέρους συνοικίες των οικισμών συγκροτούνταν με βάση τον χώρο που καταλάμβανε η κάθε φάρα. Πρόκειται για κτίσματα που διέπονται από ενιαίο πνεύμα ως προς τη μορφολογία και την κατασκευή, με τον ίδιο πάντοτε προσανατολισμό, με τη μεγαλύτερη διάσταση κατά τον άξονα Α-Δ. Πλήρως εναρμονισμένες με το βραχώδες και άνυδρο τοπίο, είναι κατασκευασμένες από τοπικά υλικά, με τοίχους από απλή αργολιθοδομή. Ικανοποιώντας τις λειτουργικές ανάγκες των ενοίκων τους με στοιχειώδη τρόπο, είναι απέριττα κτήρια, με απλή ορθογώνια κάτοψη και λιτές όψεις. Κυριαρχούν οι ισόγειες και οι ημιδιώροφες κατοικίες (όταν ο όροφος προστίθεται μόνο σε ένα τμήμα του κτηρίου), ενώ σπανιότερα απαντούν διώροφα κτήρια ή κτήρια με πιο σύνθετες κατόψεις. Ένα μικρό ποσοστό των διώροφων σπιτιών έχει τετράγωνη κάτοψη και ανταποκρίνεται στον διαδεδομένο αυτήν την περίοδο αρχιτεκτονικό τύπο που εφαρμόζεται σε πύργους και πυργόσπιτα (κούλιες).
Κύριο χαρακτηριστικό των σουλιώτικων κατοικιών αποτελεί η αμυντική τους θωράκιση με τυφεκιοθυρίδες και άλλα οχυρωματικά στοιχεία, όπως η προστασία των κλιμάκων πρόσβασης στον όροφο (λότζες) με τοίχο διάτρητο από πολεμίστρες. Στον αμυντικό χαρακτήρα των κατοικιών ανταποκρίνεται ο περιορισμένος αριθμός των ανοιγμάτων και η τοποθέτηση των παραθύρων σε μεγάλο ύψος. Όπως έχει επισημανθεί, η θωράκιση των κατοικιών, που σε πολλές περιπτώσεις επεκτείνεται και στις εκκλησίες, απέβλεπε κυρίως στην αντιμετώπιση όχι των εξωτερικών, αλλά των εσωτερικών εχθρών, κατά τις συγκρούσεις των αντιμαχόμενων σουλιώτικων γενών, μεταξύ των οποίων επικρατούσε το έθιμο της αντεκδίκησης (βεντέτας).
Από τις κατοικίες του οικισμού του Σουλίου ξεχωρίζουν οι αναστηλωμένες οικίες του Λάμπρου Τζαβέλλα και του Πάνου Μπούση. Η πρώτη, της θρυλικής οικογένειας των Σουλιωτών οπλαρχηγών, λειτουργεί περιστασιακά ως ιδιωτικός εκθεσιακός χώρος φιλοξενώντας κειμήλια της οικογένειας, όπως και της οικογένειας του Κίτσου Μπότσαρη.
Εκκλησίες
Όπως και οι κατοικίες, οι εκκλησίες του Τετραχωρίου είναι απλής αρχιτεκτονικής μορφής. Πρόκειται για μικρά ή μέτριων διαστάσεων, μονόχωρα κτίσματα, με θολωτή ή ξυλόστεγη κάλυψη, κτισμένα με απλή αργολιθοδομή. Οι μεγάλων διαστάσεων ενοριακοί ναοί, που εμφανίζονται την ίδια εποχή στους οικισμούς της ευρύτερης περιοχής, απουσιάζουν από το Σούλι. Εξαίρεση αποτελεί ο ερειπωμένος σήμερα ναός του Αγίου Δονάτου στις βορειοανατολικές παρυφές του οικισμού του Σουλίου, ο οποίος είχε μετατραπεί από τον Αλή Πασά σε τζαμί και είναι μεγάλων σχετικά διαστάσεων (19,30 x 9,55 μ.).
Από τις εκκλησίες του Τετραχωρίου, ορισμένες μόνο έχουν σήμερα επισκευαστεί ή ξανακτιστεί εκ θεμελίων για να καλύψουν τις θρησκευτικές ανάγκες των λιγοστών κατοίκων της περιοχής ή στο πλαίσιο προσπαθειών προβολής της ιστορίας του τόπου, όπως ο ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στη Σαμονίβα, o ναός του Αγίου Δονάτου στα νότια του οικισμού του Σουλίου (διαφορετικός από τον ομώνυμο ερειπωμένο ναό στις παρυφές του οικισμού) και ο ναός της Αγίας Παρασκευής στον λόφο Κούγκι, που ανατινάχθηκε το 1803.
Πηγάδια
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας του Σουλίου αποτελούν τα πηγάδια, τα οποία εξασφάλιζαν την απαραίτητη υδροδότηση των οικισμών, καθώς η περιοχή είναι άνυδρη και στερείται φυσικών πηγών. Θεωρείται ότι η κάθε οικογένεια είχε το δικό της πηγάδι. Στο κέντρο του οικισμού του Σουλίου έχουν εντοπιστεί 111 πηγάδια, συγκεντρωμένα όλα στην ίδια περιοχή, από τα οποία λειτουργούν σήμερα τα 32. Χρονολογούνται πριν από το 1772 και έχουν χαρακτηριστικής μορφής λιθόκτιστο στόμιο, που αποτελείται από δύο δακτυλίους, έναν μεγαλύτερο στη βάση, πάνω στον οποίο εδράζεται ένας δεύτερος, μικρότερος.
Κάστρο Κιάφας
Το μοναδικό σωζόμενο φρούριο από τα εκτεταμένα οχυρωματικά έργα του Αλή Πασά στην ευρύτερη περιοχή του Σουλίου ανεγέρθηκε το 1803 και είναι θεμελιωμένο στην κορυφογραμμή του λόφου πάνω από τον οικισμό της Κιάφας, απ’ όπου έχει άμεση εποπτεία ολόκληρου του οροπεδίου του Σουλίου και της κοιλάδας του Αχέροντα. Έχει ορθογώνια κάτοψη και οι διαστάσεις του είναι περίπου 150 x 50 μ. Προσαρμοσμένο καθώς είναι στο ανάγλυφο του εδάφους, οι μακρές του πλευρές έχουν προσανατολισμό ΒΔ-ΝΑ και είναι παράλληλες με την κορυφογραμμή του λόφου. Το πάχος του οχυρωματικού περιβόλου μειώνεται σταδιακά από τη βάση προς τη στέψη, έτσι ώστε η εξωτερική του παρειά να διαμορφώνεται με κλίση. Ανάμεσα στο κατώτερο κεκλιμένο επίπεδο του τείχους (σκάρπα) και το ανώτερο με τις κανονιοθυρίδες (παραπέτο) διαμορφώνεται μία ταινία ορθογωνικής διατομής (cordone). Η κύρια θύρα εισόδου του κάστρου διαμορφώνεται στη μία στενή, νοτιοανατολική του πλευρά, στην οποία καταλήγει το μονοπάτι που ξεκινά από την Κιάφα. Μία δεύτερη είσοδος ανοίγεται στο πάχος της δεύτερης, βορειοδυτικής στενής του πλευράς, το ανώτερο τμήμα της οποίας έχει καταρρεύσει. Τις δύο μακρές πλευρές της οχύρωσης περιτρέχει εσωτερικός περίδρομος. Εκείνος της βορειοανατολικής μακριάς πλευράς του κάστρου, προς την ομαλότερη πλαγιά του λόφου, είναι ευρύτερος και διαμορφώνεται ψηλότερα σε σχέση με αυτόν της νοτιοδυτικής. Η ίδια πλευρά είναι ιδιαίτερα ενισχυμένη με δύο πολυγωνικούς και έναν ημικυκλικό προμαχώνα που διαθέτουν κανονιοθυρίδες. Η νοτιοδυτική μακριά πλευρά, που είναι θεμελιωμένη προς τη μεριά του γκρεμού, διαθέτει έναν μόνο ορθογώνιο πύργο. Στον εσωτερικό περίδρομο αυτής της πλευράς διατάσσονται παρατακτικά 23 υπόγειες ορθογώνιες αίθουσες, οι οποίες στεγάζονται με καμάρα και πιθανότατα χρησιμοποιούνταν ως αποθήκες, χώροι διαμονής, αλλά και ως καταφύγια. Εσωτερικά, το κάστρο διαιρείται με δύο εγκάρσιους τοίχους σε τρία τμήματα, στο μεσαίο από τα οποία είχε κτιστεί από τον Αλή Πασά ένα σεράι (παλάτι). Σήμερα, εκτός από ελάχιστα οικοδομικά λείψανα, δεν διατηρείται κανένα από τα κτήρια που υπήρχαν στο εσωτερικό του κάστρου.
Νερόμυλοι
Κατά μήκος των οχθών του Τσαγκαριώτικου χειμάρρου (ρέμα του Ντάλ[λ]α), που διέρχεται δυτικά των οικισμών του Τετραχωρίου, ανάμεσα στα Όρη Παραμυθιάς και τα Όρη Σουλίου, υπήρχαν επτά νερόμυλοι, οι οποίοι λειτουργούσαν έως τη δεκαετία του 1970 και εξυπηρετούσαν τους κατοίκους των γύρω οικισμών για να αλέθουν τα σιτηρά τους. Από αυτούς, σε καλύτερη κατάσταση διατηρείται ο διώροφος Μύλος του Σούλη, σε ένα μοναδικής ομορφιάς τοπίο. Στον νερόμυλο Ντάλ(λ)α, που διατηρείται σε ερειπιώδη κατάσταση, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πολλές τυφεκιοθυρίδες που ανοίγονται στο πάχος των τοίχων του. Κοντά στον νερόμυλο είχε κτιστεί το ομώνυμο πέτρινο τοξωτό γεφύρι, το οποίο κατέρρευσε τις προηγούμενες δεκαετίες.
Ναός Αγίας Κυριακής, Αυλοπόταμος
Στον Αυλοπόταμο, ένα από τα Σκαπετοχώρια του Σουλίου, στο οποίο έχουν εντοπιστεί σημαντικές αρχαιότητες, διατηρείται ο σταυρεπίστεγος ναός της Αγίας Κυριακής των αρχών του 17ου αιώνα, με μεταγενέστερο νάρθηκα στα δυτικά και χαγιάτι κατά μήκος της νότιας πλευράς του. Στον χώρο του Ιερού Βήματος διατηρούνται τοιχογραφίες του τέλους του 17ου αιώνα. Οι τοιχογραφίες στον υπόλοιπο ναό έχουν επιζωγραφισθεί το 1915 από τον ζωγράφο Παύλο Γιαννούλη από την Κόνιτσα.



