Σιάτιστα
Σιάτιστα, η ορεινή κωμόπολη των αρχοντικών
Μετά την Κοζάνη, ακολουθώντας κανείς την Εγνατία οδό με κατεύθυνση την Ηγουμενίτσα, λίγο πριν εισέλθει στα γεωγραφικά όρια της Π.Ε. Γρεβενών, συναντά την παραδοσιακή κωμόπολη της Σιάτιστας, έδρα σήμερα του Δήμου Βοΐου, η οποία βρίσκεται σε απόσταση μόλις 3,5 χλμ. από τη σύγχρονη Εγνατία οδό. Κτισμένη αμφιθεατρικά σε μεγάλο υψόμετρο, μεταξύ 872 και 942 μ., σε φυσικά οχυρή θέση του όρους Βέλια, παραφυάδα του όρους Ασκίου (Σινιάτσικου), λειτούργησε ήδη από την ίδρυσή της, πιθανότατα τον 15ο αιώνα, ως ασφαλές καταφύγιο για τους ελληνικούς πληθυσμούς της περιοχής. Η ορεινή θέση της Σιάτιστας δεν απέτρεψε την ανάδειξή της σε ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά κέντρα της Δυτικής Μακεδονίας, καθώς σε αυτήν κατέληγαν δρόμοι από την Καστοριά, την Κοζάνη και τα Γρεβενά. Ακολουθώντας παράλληλη πορεία με αυτή της Κοζάνης, η Σιάτιστα σταδιακά εξελίχθηκε σε έναν εμπορικά ακμάζοντα οικισμό με σημαντική πνευματική και εκπαιδευτική ακτινοβολία. Καθώς δεν γνώρισε μάλιστα την έντονη ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής περιόδου, έχει διαφυλάξει σε μεγάλο βαθμό την αρχιτεκτονική πολιτιστική της κληρονομιά, έτσι ώστε σήμερα να έχει κηρυχθεί ως διατηρητέος παραδοσιακός οικισμός.
Η ευρύτερη περιοχή του Βοΐου, εκτός από το εξαιρετικής ομορφιάς φυσικό περιβάλλον με τους μεγάλους ορεινούς όγκους και τον υδάτινο πλούτο των ποταμών που πηγάζουν από αυτούς, έχει να επιδείξει ένα πλούσιο ιστορικό, λαογραφικό και αρχιτεκτονικό παρελθόν. Στους διάσπαρτους πετρόκτιστους παραδοσιακούς οικισμούς του Βοΐου, όπως στην Εράτυρα στα βόρεια της Σιάτιστας, το Τσοτύλι, τον Πεντάλοφο (πρώην Ζουπάνι) και την Αγία Σωτήρα στα δυτικά-νοτιοδυτικά, διατηρείται σήμερα ένας αξιόλογος αριθμός μνημείων, όπως εκκλησιών, κτηρίων δημόσιου χαρακτήρα, όπως η Τσοτύλεια Σχολή στο Τσοτύλι, αρχοντικών και πετρόκτιστων γεφυριών. Τα χωριά του Βοΐου άλλωστε, τα λεγόμενα Καστανοχώρια ή Μαστοροχώρια, και κυρίως ο Πεντάλοφος, υπήρξαν μία από τις σημαντικότερες κοιτίδες μαστόρων και κτιστών της Μακεδονίας.
Ιστορική διαδρομή
Για την κατοίκηση της ευρύτερης περιοχής κατά την αρχαιότητα δεν υπάρχουν επαρκή ιστορικά και αρχαιολογικά στοιχεία, με εξαίρεση λιγοστά τυχαία ευρήματα των προϊστορικών και ρωμαϊκών χρόνων που έχουν φέρει στο φως οι ανασκαφές. Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, ο σημαντικότερος οικισμός της περιοχής υπήρξε το Σισάνι (Σισανιούπολη), στα βόρεια της Σιάτιστας, έδρα επισκοπής υπαγόμενης στη Μητρόπολη Καστοριάς πιθανότατα ήδη από τον 11ο ή 12ο αιώνα, με βάση την αποκάλυψη των καταλοίπων σημαντικής τρίκλιτης βασιλικής αυτής της περιόδου, 2 χλμ. ΒΔ του σύγχρονου οικισμού, που ερμηνεύθηκε ως επισκοπικός.
Δεν είναι γνωστές οι απαρχές της ίδρυσης της Σιάτιστας. Έχει υποστηριχθεί ότι ο αρχικός οικισμός συγκροτήθηκε κάποια στιγμή μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Οθωμανούς στα τέλη του 14ου αιώνα, ακολουθώντας μια παρόμοια με την Κοζάνη οικιστική εξέλιξη. Θεωρείται επίσης ότι, όπως και στην Κοζάνη, στην ανάπτυξή της συνέβαλε η εγκατάσταση πληθυσμών των γύρω περιοχών, του Βοΐου και των Γρεβενών, καθώς και πληθυσμών από την Ήπειρο, τη Θεσσαλία ή άλλες περισσότερο απομακρυσμένες περιοχές, όπως η Ρούμελη και η Αλβανία (Μοσχόπολη και Δάρδα). Από τους ερευνητές υπογραμμίζεται ακόμη ο αρχικός κτηνοτροφικός χαρακτήρας του οικισμού, καθώς και η πυκνή παρουσία Βλάχων.
Από τα τέλη του 17ου αιώνα ξεκίνησε για τη Σιάτιστα μια περίοδος μεγάλης οικονομικής και εμπορικής ανάπτυξης, παρόμοιας με αυτήν της Κοζάνης. Οι κάτοικοί της, εμπορευόμενοι προϊόντα, όπως δέρματα, γούνες, μαλλί, βαμβάκι, κρασί και κρόκο, ανέπτυξαν εμπορικές επαφές με τη Βενετία, τις πόλεις των Βαλκανίων, της Αυστροουγγαρίας και της Γερμανίας, φτάνοντας μέχρι και τη Ρωσία. Ο Άγγλος περιηγητής William M. Leake, το 1805, αναφέρει πως δεν υπήρχε σχεδόν καμία οικογένεια της Σιάτιστας που να μην είχε ένα μέλος της να ζει ή να εμπορεύεται στην Ιταλία, την Ουγγαρία, την Αυστρία και τη Γερμανία και ότι από τους γεροντότερους ελάχιστοι δεν είχαν περάσει δέκα ή δώδεκα χρόνια της ζωής τους σε μία από τις χώρες αυτές. Ο ίδιος επισημαίνει τη γλωσσομάθεια των Σιατιστινών, που μιλούσαν γερμανικά και ιταλικά. Σημαντικοί κλάδοι της οικονομίας της Σιάτιστας υπήρξαν επίσης η γουνοποιία, η βυρσοδεψία και η υφαντουργία. Το πετρώδες και ξηρό έδαφός της ευνόησε την αμπελοκαλλιέργεια και την παραγωγή με ειδική επεξεργασία του ονομαστού και περιζήτητου ηλιαστού (λιαστού) κρασιού από μαύρα μοσχάτα σταφύλια.
Παράλληλα με την οικονομική ανάπτυξη, η Σιάτιστα εξελίχθηκε σταδιακά σε σπουδαίο εκκλησιαστικό, πνευματικό και εκπαιδευτικό κέντρο της Μακεδονίας. Σημαντική προς την κατεύθυνση αυτή υπήρξε η συμβολή των εγκατεστημένων στις ελληνικές παροικίες της διασποράς Σιατιστινών εμπόρων, οι οποίοι ευεργετούσαν τη γενέτειρά τους με δωρεές, χρηματοδοτώντας έργα κοινής ωφελείας. Η περίοδος της αρχιερατείας του δυναμικού και δραστήριου Σιατιστινού Ζωσιμά Παπανικολάου Ρούση, που είχε διάρκεια 60 χρόνια (1686-1746), με κάποιες μικρές διακοπές, όταν ο ίδιος διετέλεσε ενδιάμεσα δύο φορές αρχιεπίσκοπος Αχρίδας (1695-1699, 1707-1709), έχει χαρακτηριστεί ως ο «χρυσός αιώνας» της Σιάτιστας, κατά τον οποίο ανεγέρθηκε ή ανακαινίστηκε και τοιχογραφήθηκε ένας σημαντικός αριθμός ναών (Αγίας Παρασκευής και Αικατερίνης, Προφήτη Ηλία, Αγίων Μηνά, Βίκτωρα και Βικεντίου). Στα τέλη του 17ου αιώνα (περ. 1695-1700), ο Ζωσιμάς μετέφερε την έδρα της επισκοπής Σισανίου στη Σιάτιστα, η οποία το 1767 αναδείχθηκε επίσημα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο σε μητρόπολη. Το 1694, ο ίδιος ίδρυσε στη Σιάτιστα Ανώτερη Σχολή, η οποία γρήγορα απέκτησε μεγάλη φήμη, προσελκύοντας μαθητές από άλλες πόλεις, όπως την Καστοριά, τη Μοσχόπολη και τη Θεσσαλονίκη.
Η εκπαιδευτική κίνηση στη Σιάτιστα συνεχίστηκε αδιάκοπα και τους επόμενους αιώνες με τη λειτουργία αξιόλογων εκπαιδευτηρίων, ενώ σταθμό στην ιστορία της πόλης αποτέλεσε η ίδρυση το 1888 του Τραμπαντζείου Γυμνασίου με δαπάνη του ευεργέτη Σιατιστινού έμπορου Ιωάννη Τραμπαντζή. Στα σχολεία της Σιάτιστας δίδαξαν σπουδαίοι λόγιοι της εποχής, όπως ο Μεθόδιος Ανθρακίτης (1660-1736). Η ίδια η Σιάτιστα ανέδειξε σημαντικούς λόγιους, όπως τον Μιχαήλ Παπαγεωργίου (1727-1796), οι οποίοι ανέπτυξαν αξιόλογη εκπαιδευτική δραστηριότητα όχι μόνο στη γενέτειρά τους, αλλά και στις ελληνικές παροικίες της Ευρώπης.
Η Σιάτιστα αποτελούνταν αρχικά από δύο συνοικίες, που αργότερα ενώθηκαν· τη Χώρα στο υψηλότερο σημείο, γνωστή και ως Απάνω μαχαλάς, και τη Γεράνεια χαμηλότερα, που απαντά και ως Κάτω μαχαλάς ή Γερανία. Οι δύο συνοικίες διέθεταν διαφορετικές επιτροπές εκκλησιών και αλληλοδιδακτικών σχολείων, ενώ στα κοινά όργανα της κοινότητας, όπως τη δημογεροντία, συμμετείχαν μέλη και από τις δύο συνοικίες.
Με την οικονομική ανάπτυξη, οι δύο συνοικίες σταδιακά επεκτάθηκαν και άλλαξαν φυσιογνωμία με την ανέγερση ενός αξιόλογου αριθμού εκκλησιών, κτηρίων δημόσιου χαρακτήρα και κυρίως αρχοντικών, που αποτελούν τους κυριότερους εκφραστές του υψηλού βιοτικού επίπεδου και της έντονης κοινωνικής ζωής των εύπορων κατοίκων της Σιάτιστας.
Κατά τη μακραίωνη κυριαρχία των Οθωμανών, η Σιάτιστα συχνά αποτέλεσε στόχο ληστρικών επιδρομών, κυρίως Τουρκαλβανών, τη μνήμη των καταστρεπτικών συνεπειών των οποίων έχει διασώσει η λαϊκή μούσα με τη μορφή δημοτικών τραγουδιών. Κατά το β΄ μισό του 19ου αιώνα, η Σιάτιστα ανέπτυξε πρωταγωνιστικό ρόλο στους αγώνες των Ελλήνων εναντίον των Οθωμανών. Ο Σιατιστινός Γεώργιος Παπαζώλης ή Παπάζογλου (1725-1775) υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της αποτυχημένης Επανάστασης του 1770, γνωστής ως Ορλωφικά.
Οι Σιατιστινοί τυπογράφοι αδερφοί Πούλιος και Γεώργιος Μαρκίδες Πούλιου υπήρξαν στενοί συνεργάτες του Ρήγα Φεραίου και εξέδωσαν το 1790 στη Βιέννη την πρώτη ελληνική εφημερίδα («Εφημερίς»). Πολλοί Σιατιστινοί, όπως ο Θεοχάρης Τουρούντζιας, ο Γεώργιο Νιόπλιος και ο Νικόλαος Κοσομούλης, συμμετείχαν ενεργά στην προπαρασκευή και διεξαγωγή του Αγώνα του 1821. Σημαντική ήταν η συμβολή των Σιατιστινών και στον Μακεδονικό Αγώνα (1904-1908). Η ενσωμάτωση της Σιάτιστας στο Ελληνικό κράτος πραγματοποιήθηκε λίγα χρόνια αργότερα, στις 4 Νοεμβρίου 1912.
Μνημεία
Ναοί της Σιάτιστας:
Στη Σιάτιστα διατηρείται σήμερα ένας αξιόλογος αριθμός ναών, το σύνολο των οποίων χρονολογείται μετά τα μέσα του 17ου αιώνα και παρουσιάζει μια σειρά από ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τόσο ως προς την αρχιτεκτονική τους μορφή, όσο και ως προς τον διάκοσμο στο εσωτερικό τους. Η πλειονότητά τους ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με ανοικτές στοές (σαχνισιά) κατά μήκος της μίας ή των δύο μακρών τους πλευρών. Στη δυτική τους πλευρά, ο νάρθηκας είναι συνήθως υπερυψωμένος και έχει διπλή χρήση, καθώς λειτουργεί και ως γυναικωνίτης, ενώ φράσσεται με καφασωτό πλέγμα, από το οποίο οι γυναίκες μπορούσαν να βλέπουν τα τεκταινόμενα στον κυρίως ναός, χωρίς να είναι ορατές. Συχνά, οι ναοί της Σιάτιστας είναι κτισμένοι κατά το ήμισυ μέσα στο έδαφος. Η διαμόρφωση των εξωτερικών όψεων των ναών είναι σε γενικές γραμμές απλή, δίνεται ωστόσο ιδιαίτερη φροντίδα στην τοιχοποιία της αψίδας, η οποία κατασκευάζεται από λαξευτούς λίθους και σε ορισμένες περιπτώσεις κοσμείται με τυφλά αψιδώματα. Στο εσωτερικό τους, οι περισσότεροι ναοί είναι κατάκοσμοι με τοιχογραφίες, ενώ διαθέτουν ξύλινα τέμπλα, άμβωνες, δεσποτικούς θρόνους και προσκυνητάρια με αξιόλογης τέχνης ξυλόγλυπτο και σε ορισμένες περιπτώσεις γύψινο διάκοσμο. Ο διάκοσμος στο εσωτερικό των ναών επεκτείνεται στα ταβάνια, που κατά μίμηση των αρχοντικών είναι βαμμένα με έντονα χρώματα και «μπακλαβωτά». Οι επιφάνειες, επίσης, των τοίχων των ναών φέρουν γύψινα επιζωγραφισμένα διακοσμητικά στοιχεία, ομοίως ίδιας αντίληψης με αυτά των αρχοντικών. Οι ομοιότητες του διακόσμου των εκκλησιών με αυτόν των αρχοντικών οφείλεται, πέρα από τις κοινές αισθητικές αντιλήψεις της κοινωνίας της εποχής, στη δράση τεχνιτών και ζωγράφων που εργάζονταν παράλληλα τόσο στα κοσμικά, όσο και στα εκκλησιαστικά κτήρια της περιοχής. Οι ναοί της Σιάτιστας διασώζουν, τέλος, έναν μεγάλο αριθμό, συχνά ιδιαίτερα εκτενών, κτητορικών επιγραφών, που παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες όχι μόνο για τα ίδια τα μνημεία, αλλά και για τις δομές της κοινωνίας της εποχής.
Ναός Αγίας Παρασκευής και Αγίας Αικατερίνης, Γεράνεια
Ο δισυπόστατος ναός βρίσκεται στην πλατεία της Γεράνειας και αποτελεί τον παλαιότερο σωζόμενο ναό της Σιάτιστας, με χρονολογία ανέγερσης το 1677. Ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης θολοσκέπαστης βασιλικής, οι θόλοι της οποίας διατάσσονται σε σχήμα σταυρού. Στα δυτικά, ο ναός διαθέτει υπερυψωμένο νάρθηκα/γυναικωνίτη, ενώ στη νότια πλευρά ανοικτή στοά (χαγιάτι), όπου είναι προσαρτημένο ένα παρεκκλήσι αφιερωμένο στη Θεοτόκο. Εξωτερικά ο ναός καλύπτεται με τετράριχτη κεραμοσκεπή στέγη. Στη βόρεια πλευρά του ναού υψώνεται το επιβλητικό εξαγωνικό καμπαναριό του 1862, έργο μαστόρων από το Ζουπάνι (σημερινός Πεντάλοφος) του Βοΐου με επικεφαλής τον αρχιτέκτονα Αποστόλη.
Το εσωτερικό του ναού είναι κατάκοσμο με τοιχογραφίες του 1679, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζει η παράσταση της Ρίζας του Ιεσσαί, στην οποία περιλαμβάνονται μορφές αρχαίων Ελλήνων σοφών, του Πλούταρχου, του Αριστοτέλη, του Σόλωνα, του Θουκυδίδη, του Πλάτωνα και της Σίβυλλας. Κατά το 1898, ο Σιατιστινός ζωγράφος Χριστόδουλος Ζωγράφος ανέλαβε την επιζωγράφιση του εσωτερικού του ναού, ενώ παράλληλα φιλοτέχνησε την παράσταση της Θεοτόκου, της λεγόμενης «Αερικής», στο παρεκκλήσιο του ναού. Τοιχογραφημένοι είναι επίσης εξωτερικά ο βόρειος και ο νότιος τοίχος του ναού με παραστάσεις που έχουν φιλοτεχνηθεί το 1741, πιθανότατα από το εργαστήριο του Καπεσοβίτη αγιογράφου Αναστάσιου Ιωάννου Καλούδη και των αδελφών του, που την ίδια περίοδο εργάζονταν στους ναούς των Αγίων Μηνά, Βίκτωρα και Βικεντίου και του Προφήτη Ηλία.
Εξαιρετικής τέχνης είναι ο ξυλόγλυπτος διάκοσμος του επιχρυσωμένου τέμπλου, η κατασκευή του οποίου συμπίπτει χρονολογικά με το έτος ανέγερσης του ναού, όπως και ο ξυλόγλυπτος διάκοσμος του δεσποτικού θρόνου, του άμβωνα και του προσκυνηταριού, που χρονολογούνται στα μέσα του 18ου αιώνα. Οι εικόνες του τέμπλου αποτελούν έργα του περίφημου κατά τον 17ο αιώνα εκπροσώπου της Κρητικής Σχολής Θεοδώρου Πουλάκη. Ιδιαίτερο κειμήλιο του ναού αποτελεί ο Επιτάφιος, που συνδυάζει ξυλόγλυπτο και ζωγραφικό διάκοσμο και αποτελεί έργο του Αναστάσιου Ιωάννου από τα Ιωάννινα (1741).
Ναός Ταξιαρχών και Τριών Ιεραρχών, Γεράνεια
Βρίσκεται επίσης στη Γεράνεια, πίσω από το παλιό Παρθεναγωγείο, και είναι ομοίως δισυπόστατος. Ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με διώροφο νάρθηκα/γυναικωνίτη στα δυτικά. Κατά μήκος της νότιάς του πλευράς διαθέτει ανοικτή στοά (σαχνισί). Σύμφωνα με τη σωζόμενη κτητορική επιγραφή ανεγέρθηκε το 1798 με δαπάνη του μοναχού Ιωνά, που ήταν γόνος αρχοντικής οικογένειας της Σιάτιστας και διέθετε αξιόλογη μόρφωση. Ο κτήτορας εικονίζεται στον γυναικωνίτη κρατώντας ομοίωμα του ναού. Στο εσωτερικό του ναού διατηρούνται δύο στρώματα τοιχογραφιών, εκ των οποίων το αρχικό, που είναι σύγχρονο με την ανέγερση του ναού (1798-1805), διατηρείται αποσπασματικά, ενώ το δεύτερο χρονολογείται περίπου το 1900. Το 1840 χρονολογείται η παράσταση της Δίκης του Χριστού από τον Πιλάτο στον εξωτερικό νότιο τοίχο, η οποία, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην επιγραφή που τη συνοδεύει, είχε ως πρότυπο λιθογραφία που είχε τυπωθεί στη Βιέννη. Εσωτερικά, πλούσια κοσμημένο είναι το ξύλινο ταβάνι του ναού, όπως επίσης οι επιφάνειες των τοίχων και των κιόνων με γύψινες διακοσμήσεις. Ξυλόγλυπτος είναι ο διάκοσμος του μεγαλύτερου μέρος του τέμπλου και του δεσποτικού θρόνου, ενώ ο ξύλινος άμβωνας φέρει γύψινο επιχρυσωμένο διάκοσμο. Οι εικόνες του τέμπλου είναι σύγχρονες με την ανέγερση του ναού (1798-1799).
Μητροπολιτικός ναός Αγίου Δημητρίου, Χώρα
Ο επιβλητικός τρουλαίος μητροπολιτικός ναός Σισανίου και Σιατίστης εγκαινιάστηκε το 1928 σε σχέδια του σπουδαίου Σιατιστινού αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου. Ολοκληρώθηκε, ωστόσο, μόλις το 1957 με την προσθήκη του τρούλου, ο οποίος, λόγω έλλειψης πόρων, δεν είχε κατασκευαστεί κατά τα εγκαίνια του ναού. Το παρεκκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής (Παναγίας), που είναι προσαρτημένο στη βορειανατολική του πλευρά, κτίστηκε το 1935 και διακοσμήθηκε με τοιχογραφίες του διακεκριμένου ζωγράφου Πολυκλείτου Ρέγκου. Ο σημερινός ναός του Αγίου Δημητρίου έχει κτιστεί στη θέση δύο προγενέστερων ναών. Ο πρώτος ναός, από τους παλαιότερους της Σιάτιστας, είχε ανεγερθεί το 1647. Με την πάροδο, ωστόσο, του χρόνου, επειδή θεωρήθηκε ότι δεν επαρκούσε για την εξυπηρέτηση των πιστών, κατεδαφίστηκε και στη θέση του ανεγέρθηκε το 1801 ένας νέος, μεγαλύτερος ναός, που όμως καταστράφηκε ολοσχερώς, μαζί με τα πολύτιμα κειμήλιά του, το 1910 από πυρκαγιά. Το επιβλητικό εξαγωνικό καμπαναριό του ναού, ύψους 25 μ., κτίστηκε το 1856, λίγο νωρίτερα από το καμπαναριό της Αγίας Παρασκευής, από τον ίδιο Ζουπανίτη αρχιτέκτονα. Σήμερα, ανάμεσα στα πολύτιμα κειμήλια του ναού, που διέφυγαν της καταστροφής, περιλαμβάνονται οι δύο δεσποτικές εικόνες του τέμπλου του αρχικού ναού (1647).
Ναός Γενεθλίων του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου
Βρίσκεται εκτός του οικισμού, στα δυτικά της Χώρας και έχει ανεγερθεί γύρω στο 1700. Ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με υπερυψωμένο νάρθηκα/γυναικωνίτη στα δυτικά και χαγιάτι στη βόρεια και νότια πλευρά. Το εσωτερικό του είναι πλούσια διακοσμημένο με ξύλινα ζωγραφιστά ταβάνια και γύψινες διακοσμήσεις στους τοίχους, ενώ διαθέτει ξυλόγλυπτο τέμπλο και ξυλόγλυπτο άμβωνα. Ο ναός ιστορείται με τοιχογραφίες που έχουν εκτελεστεί τουλάχιστον από δύο διαφορετικούς ζωγράφους, ο ένας εκ των οποίων ταυτίζεται με τον ζωγράφο Ευθύμιο «εκ Παλαιῶν Πατρῶν», στον οποίο αποδίδονται οι μυθολογικές παραστάσεις στο δωμάτιο γνωστό ως Πάνθεον του αρχοντικού Χατζημιχαήλ-Κανατσούλη (1811). Στον χώρο του Ιερού Βήματος έχει εργαστεί ο Σιατιστινός Χριστόδουλος Ιωάννου Ζωγράφος (1839-1919). Ενδιαφέρον παρουσιάζει η φορητή εικόνα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου από το τέμπλο του ναού, η οποία, σύμφωνα με τη σωζόμενη κτητορική επιγραφή, φιλοτεχνήθηκε το 1784 με δαπάνη της συντεχνίας των παπουτσήδων.
Ναός Προφήτη Ηλία
Βρίσκεται σε λόφο μεταξύ της Χώρας και Γεράνειας και ως έτος ανέγερσής του θεωρείται το 1701, που στην κτητορική επιγραφή αναφέρεται ως έτος της «εκ βάρθων ανακαίνισής» του. Ο ναός ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με υπερυψωμένο νάρθηκα/γυναικωνίτη στα δυτικά. Σε μεταγενέστερη εποχή προστέθηκε κατά μήκος της βόρειας του πλευράς ένα μονόχωρο παρεκκλήσι αφιερωμένο στον άγιο Χαράλαμπο και ένας επιμήκης χώρος που σήμερα χρησιμεύει ως εξωνάρθηκας. Η κτητορική επιγραφή αναφέρεται επίσης στην τοιχογράφηση του ναού από τον Καπεσοβίτη αγιογράφο Αναστάσιο Ιωάννου Καλούδη και τους αδελφούς του μεταξύ του 1740 και 1742. Δεύτερη επιγραφή στην είσοδο του γυναικωνίτη παραδίδει ότι η τοιχογράφηση αυτού του τμήματος του ναού έλαβε χώρα το 1744, πιθανότατα από το ίδιο εργαστήριο ζωγράφων. Από τον πλούσιο διάκοσμο του 1744 ξεχωρίζει η παράσταση της Ρίζας του Ιεσσαί που, όπως και η ίδια παράσταση στον ναό των Αγίων Παρασκευής και Αικατερίνης, περιλαμβάνει τις μορφές αρχαίων Ελλήνων σοφών. Από τον πλούσιο διάκοσμο στο εσωτερικό του ναού ξεχωρίζει και το επιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο που κατασκευάστηκε το 1786.
Ναός Αγίων Μηνά, Βίκτωρος και Βικεντίου
Ανάμεσα στις δύο συνοικίες της Σιάτιστας βρίσκεται επίσης ο σχετικά μικρός μονόχωρος ναός με υπερυψωμένο νάρθηκα/γυναικωνίτη στα δυτικά και στοά κατά μήκος της νότιάς του πλευράς. Η σωζόμενη επιγραφή αναφέρεται στην αφιέρωση του ναού στους τρεις αγίους, από τους οποίους ιδιαίτερα τιμώμενος από τους κατοίκους της Σιάτιστας, με πλήθος λατρευτικών παραδόσεων, είναι ο πρώτος. Η ίδια επιγραφή αναφέρεται στην ανακαίνιση του ναού το 1701 και την τοιχογράφησή του το 1728 από τους αδελφούς Κωνσταντίνο ιερέα, Νικόλαο και Αναστάσιο, οι οποίοι ταυτίζονται με τους Καπεσοβίτες ζωγράφους αδελφούς Καλούδη που αναφέρονται λίγα χρόνια αργότερα στην επιγραφή του ναού του Προφήτη Ηλία (1740-1742).
Ναός Αγίου Γεωργίου
Η επιβλητικών διαστάσεων τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική των μέσων του 19ου αιώνα, στα ανατολικά της Χώρας, χαρακτηρίζεται από την τοξοστοιχία της στοάς σχήματος Γ κατά μήκος της δυτικής και νότιας πλευράς της, πάνω από την οποία διαμορφώνεται γυναικωνίτης.
Αρχοντικά Σιάτιστας
Στη Σιάτιστα σώζονται περίπου 30 αρχοντικά των μέσων του 18ου-19ου αιώνα, που ακολουθούν τις ίδιες αρχιτεκτονικές αρχές με τα αρχοντικά της Κοζάνης και γενικότερα της μακεδονικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Όπως και στην Κοζάνη, η πολεοδομική οργάνωση της οποίας δεν ακολουθούσε κάποιο προκαθορισμένο σχέδιο, τα αρχοντικά της Σιάτιστας έχουν έντονα φρουριακό χαρακτήρα και προβάλλουν ελεύθερα τοποθετημένα μέσα σε οικόπεδα με ψηλούς μαντρότοιχους και αυλόθυρες, εξασφαλίζοντας την ασφάλεια των ιδιοκτητών τους. Ιδιαίτερα εντυπωσιακός είναι ο τοιχογραφικός τους διάκοσμος, ακόμη και στις εξωτερικές τους όψεις, τον οποίο συμπληρώνουν εντυπωσιακά διακοσμητικά λίθινα ανάγλυφα και ξυλόγλυπτα, πολύχρωμα βιτρό στα παράθυρα και περίτεχνες γύψινες διακοσμήσεις στους τοίχους και στα τζάκια.
Το αρχοντικό της Πούλκως, γνωστό από το όνομα της γυναίκας που το κληρονόμησε το 1910, κοντά στην πλατεία της Γεράνειας, υποδειγματικά ανακαινισμένο σήμερα και επισκέψιμο για το κοινό, είναι ίσως το πιο γνωστό αρχοντικό της πόλης. Κτισμένο στα 1752-1759, εντυπωσιάζει με τον πλούσιο ζωγραφικό του διάκοσμο, που συνθέτει ένα πλήθος από πλούσια ανθοδοχεία και καλάθια με μπουκέτα από πολύχρωμα λουλούδια και φρούτα, κάθε λογής φυτικά μοτίβα, πουλιά, τρικάταρτα εμπορικά ιστιοφόρα της εποχής, ένα μοναστήρι και μία εντυπωσιακή αναπαράσταση της πολυπόθητης Κωνσταντινούπολης. Πλούσιες ανθοδέσμες κυριαρχούν επίσης στον διάκοσμο που σχηματίζεται στους χρωματιστούς υαλοπίνακες των φεγγιτών, ενώ το καταστόλιστο γύψινο τζάκι στο καλό δωμάτιο του ορόφου κοσμούν μπουκέτα και ανθοδοχεία με λουλούδια, πουλιά και διάτρητα φαναράκια.
Ανάλογα πλούσιος είναι ο τοιχογραφικός διάκοσμος στα υπόλοιπα αρχοντικά της Σιάτιστας, που περιλαμβάνει απεικονίσεις πόλεων της Ευρώπης, όπως της Φρανκφούρτης, της Βενετίας και της Μαδρίτης, και άλλων θεμάτων, όπως την υδρόγειο σφαίρα και έναν Αυστριακό ουσάρο (αξιωματούχο του στρατιωτικού ιππικού) στο αρχοντικό Μαλιόγκα-Αργυριάδη (1844), που αντανακλούν τον κοσμοπολίτικο και πολυταξιδεμένο χαρακτήρα των κατοίκων της Σιάτιστας. Σε άλλες περιπτώσεις απηχούν τη βαθιά θρησκευτικότητά τους, απεικονίζοντας μοναστήρια του Αγίου Όρους, εκκλησίες και θέματα εμπνευσμένα από την παράδοση της θρησκευτικής ζωγραφικής. Στους τοίχους των αρχοντικών, οι εμπνευσμένοι ζωγράφοι, κύριοι εκφραστές της λεγόμενης λαϊκής τέχνης, επηρεασμένοι τόσο από την ισλαμική τέχνη, όσο και από τα δυτικοευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα του μπαρόκ και του ροκοκό, ξεδιπλώνουν τη φαντασία τους χωρίς περιορισμό, απεικονίζοντας μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων, όπως τοπία με όμορφα δάση, θάλασσες, λιμάνια και καράβια, μνημεία του ένδοξου αρχαίου παρελθόντος, όπως τους Στύλους του Ολυμπίου Διός και την Πύλη του Αδριανού στην Αθήνα, σκηνές κυνηγιού και άλλες σκηνές εμπνευσμένες από την καθημερινή ζωή, αλληγορικές και μυθολογικές μορφές, προσωπογραφίες των ιδιοκτητών, ζώα, πτηνά, ψάρια και άλλα θέματα εμπνευσμένα από τη φύση, όπως το χαρακτηριστικό θέμα του καρπουζιού, από το οποίο λείπει μία φέτα και έχει καρφωμένο πάνω του ένα μαχαίρι.
Από τον εξωτερικό διάκοσμο των αρχοντικών ξεχωρίζει η πυκνή διάταξη πλίνθων ανάμεσα στον ξύλινο σκελετό των σαχνισιών, που όπως και στην Κοζάνη, θυμίζει τον κεραμοπλαστικό διάκοσμο (κοσμήματα από πλίνθους) στις εξωτερικές όψεις των βυζαντινών ναών. Χαρακτηριστικά επίσης του διακόσμου των αρχοντικών της Σιάτιστας, όπως και των εκκλησιών, είναι τα περίτεχνα γλυπτά, λαξευμένα σε μάρμαρο ή σε άλλους λίθους, που αποτελούν γεμάτα φαντασία έργα των γλυπτών της εποχής.
Σήμερα επισκέψιμα για το κοινό είναι τα αρχοντικά Δόλγκηρα, που στεγάζει το Λαογραφικό Μουσείο της Σιάτιστας, και το αρχοντικό Μαλιόγκα-Αργυριάδη στην πλατεία Τρία Πηγάδια της Χώρας, που ανεγέρθηκε το 1759 και τοιχογραφήθηκε το 1844. Τα υπόλοιπα αρχοντικά ανήκουν σε ιδιώτες και ορισμένα από αυτά είναι επισκέψιμα, κατόπιν συνεννόησης με τους ιδιοκτήτες.
Μονή Κοίμησης της Θεοτόκου, Μικρόκαστρο
Η γυναικεία σήμερα μονή βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τη Σιάτιστα, κοντά στο γειτονικό χωριό Μικρόκαστρο (πρώην Τσαρούσιανο). Δεν είναι γνωστός ο χρόνος της ίδρυσής της. Η ανέγερση του καθολικού της, στον τύπο της τρίκλιτης τρουλαίας βασιλικής με νάρθηκα/γυναικωνίτη στη δυτική πλευρά και χαγιάτι στη νότια, τοποθετείται πριν το 1797, έτος αγιογράφησης του ναού, σύμφωνα με τη σωζόμενη κτητορική επιγραφή. Ο ναός αρχικά λειτούργησε ως ενοριακός του γειτονικού οικισμού και σε κάποια χρονική στιγμή, μέσα στον 19ο αιώνα, μετατράπηκε σε μοναστήρι. Η εφέστιος εικόνα της Παναγίας Ελεούσας θεωρείται θαυματουργή και συνδέεται με το τοπικό έθιμο των καβαλάρηδων.
Γεφύρι Ανθοχωρίου (Τσακνοχωρίου)
Στην περιοχή του Βοΐου, που διαρρέεται από τα ορμητικά νερά του Αλιάκμονα και του παραπόταμού του Πραμόριτσα (Πραμόρτσα), διατηρείται σήμερα ένας σημαντικός αριθμός πετρόκτιστων γεφυριών. Το μεγαλύτερο από αυτά είναι κτισμένο στον Πραμόριτσα, σε μικρή απόσταση από την κοινότητα του Ανθοχωρίου (πρώην Τσακνοχώρι), στα νοτιοδυτικά της Σιάτιστας, συνδέοντας τον οικισμό Τσοτύλι, έναν από τους μεγαλύτερους του Βοΐου, με τα Γρεβενά. Αποτελείται από τέσσερα τόξα, εκ των οποίων το μεγαλύτερο έχει ύψος 9 μ. και άνοιγμα 15 μ. Το μήκος του γεφυριού είναι 49 μ., ενώ το πλάτος του 2,70 μ. Καθώς δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία, η κατασκευή του γεφυριού τοποθετείται γενικότερα στον 18ο αιώνα.
Μουσεία - Ιδρύματα
Μανούσεια Δημόσια Κεντρική Ιστορική Βιβλιοθήκη Σιάτιστας (πλατεία Τσιστοπούλου 3)
Oι απαρχές της ίδρυσης της ιστορικής Βιβλιοθήκης ανάγονται ήδη στα τέλη του 17ου αιώνα. Η πλούσια συλλογή της συγκροτήθηκε από συλλογές βιβλίων που της δώρισαν λόγιοι με καταγωγή από τη Σιάτιστα και την ευρύτερή της περιοχή. Η ονομασία της οφείλεται στον Σιατιστινό Αρεοπαγίτη και καθηγητή της ιστορίας και πολιτειολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας Θεόδωρο Μανούση (1793-1858), ο οποίος δώρισε στη βιβλιοθήκη τη συλλογή του που αριθμούσε 6.000 τόμους βιβλίων. Από το 1988, η Βιβλιοθήκη στεγάζεται μόνιμα στο κτήριο του Κουκουλίδειου Πνευματικού Κέντρου, που ανεγέρθηκε με δαπάνη του Σιατιστινού ευεργέτη Μιχαήλ Κουκουλίδη (1872-1954).
Εκκλησιαστικό Μουσείο Σιάτιστας
Στεγάζεται σε νεόκτιστο κτήριο στον περίβολο του Μητροπολιτικού Μεγάρου στη συνοικία της Χώρας, απέναντι από τον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου, και λειτουργεί με ευθύνη της Ιεράς Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης. Στα εκθέματα του μουσείου περιλαμβάνεται μία πλούσια συλλογή φορητών εικόνων, καθώς επίσης παλαιά έντυπα, άμφια, ξυλόγλυπτα, αντικείμενα μικροτεχνίας και ιερά σκεύη, που έχουν περισυλλεγεί από τους ναούς και τα μοναστήρια της περιοχής.
Λαογραφικό Μουσείο Μορφωτικού και Πολιτιστικού Συλλόγου Σιάτιστας «Μαρκίδες Πούλιου»
Στεγάζεται στο αρχοντικό Δόλγκηρα στη Χώρα της Σιάτιστας, κτίσμα των αρχών του 18ου αιώνα, που διακοσμήθηκε με τοιχογραφίες περίπου το 1840. Λειτουργεί ως επισκέψιμο παραδοσιακό αρχοντικό, ενώ παράλληλα παρουσιάζει στο κοινό μία πλούσια λαογραφική συλλογή.
Παραδοσιακή κατοικία Χρήστου Τσιότσιου και Τατιάνας Ντέρου
Το παράσπιτο του αρχοντικού της Πούλκως στη Γεράνεια αγοράστηκε από το ζεύγος Χρήστο Τσιότσιο και Τατιάνα Ντέρου και μετά την αποκατάστασή του λειτουργεί ως επισκέψιμη παραδοσιακή κατοικία διαθέτοντας παράλληλα μία πλούσια λαογραφική συλλογή.
Παλαιοντολογικό Μουσείο και Βοτανικό Μουσείο του Ορειβατικού Συλλόγου Σιάτιστας «Ο Μπούρινος»
Τα δύο μουσεία στεγάζονται στο ιστορικό κτήριο του Τραμπαντζείου Γυμνασίου, που ανεγέρθηκε το 1888 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Κωστή Πεπιλιάγκα. Το πρώτο μουσείο ιδρύθηκε το 1906 από τον καθηγητή Αναστάσιο Δάνα και φιλοξενεί μία από τις σημαντικότερες παλαιοντολογικές συλλογές της χώρας, η οποία περιλαμβάνει ποικίλα εκθέματα, όπως πετρώματα, ορυκτά και απολιθωμένα λείψανα θηλαστικών. Ανάμεσα τους ξεχωρίζει ένα τμήμα κρανίου με ολόκληρους τους χαυλιόδοντες του προϊστορικού ελέφαντα που ανακαλύφθηκε το 2006 στο χωριό Καλονέρι της Κοζάνης, ηλικίας 125.000 ετών περίπου. Το δεύτερο μουσείο αναδεικνύει τον πλούτο της χλωρίδας και της πανίδας της Σιάτιστας παρουσιάζοντας στο κοινό τα λουλούδια, τα φυτά, τα έντομα και τα ερπετά της ευρύτερης περιοχής.





