Σέρβια

Σέρβια, «ο Μυστράς της Μακεδονίας»

Στην κωμόπολη των Σερβίων, μία από τις μεγαλύτερες της Π.Ε. Κοζάνης, διατηρείται ένα από τα καλύτερα σωζόμενα παραδείγματα οχυρωμένου βυζαντινού οικισμού στον βορειοελλαδικό χώρο, που από ορισμένους ερευνητές συγκρίνεται με τον Μυστρά στην Πελοπόννησο. Η βυζαντινή καστροπολιτεία είναι κτισμένη στον ανατολικότερο από τους δίδυμους βραχώδεις λόφους που ορθώνονται στη νοτιοδυτική πλευρά της σημερινής κωμόπολης. Η θέση του λόφου, στους δυτικούς πρόποδες των Πιερίων ορών, είναι ιδιαίτερα οχυρή, καθώς περιβάλλεται από τα βαθιά φαράγγια του Αγίου Γεωργίου και της Χούνης, καθιστώντας το κάστρο απροσπέλαστο στους εχθρούς. Βυζαντινοί συγγραφείς, όπως ο Κεκαυμένος και ο Γεώργιος Κεδρηνός, αναφέρονται με θαυμασμό στην ισχυρή αμυντική λειτουργία της οχύρωσης των Σερβίων.

Κάτω από τον λόφο απλώνεται στα δυτικά η μεγάλη κοιλάδα του μέσου ρου του Αλιάκμονα, ο οποίος διαρρέει την περιοχή και μέσω των διόδων των Πιερίων ορών εκβάλλει στον Θερμαϊκό κόλπο. Μεγάλο μέρος της κοιλάδας, η οποία εξασφαλίζει μέχρι σήμερα μια πλούσια ενδοχώρα στους κατοίκους της περιοχής, καταλαμβάνεται από την επιμήκη τεχνητή λίμνη του Πολυφύτου, που σχηματίστηκε το 1974. Στο ύψος των Σερβίων, τις δύο όχθες της λίμνης ενώνει η Υψηλή Γέφυρα Σερβίων, η δεύτερη μακρύτερη γέφυρα της Ελλάδας, μήκους 1.372 μ., που αποτελεί και ένα από τα πιο δημοφιλή αξιοθέατα της περιοχής.

Η θέση των Σερβίων έλεγχε τη μία από τις δύο φυσικές εξόδους του περάσματος του Σαρανταπόρου, το οποίο διαχρονικά συνδέει την ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας με τη Θεσσαλία και τη Νότια Ελλάδα. Από τα Σέρβια διέρχονταν δύο σημαντικές οδικές αρτηρίες. Η πρώτη, μέσω του Σαρανταπόρου, τα συνέδεε με τη Λάρισα. Η δεύτερη, ακόμη σπουδαιότερη, ξεκινούσε από την Καστοριά και ακολουθώντας τον ρου του Αλιάκμονα έφτανε έως τη Θεσσαλονίκη, ενώ διακλαδώσεις της οδηγούσαν στη Βέροια και στις πόλεις της Πιερίας. Μία ακόμη οδός που ξεκινούσε από τα Σέρβια διέσχιζε στη συνέχεια το υψίπεδο της Εορδαίας στα βόρεια της Κοζάνης και, αφού παρέκαμπτε τα έλη του Σαρί-Γκιολ (περιοχή της σημερινής Πτολεμαΐδας), οδηγούσε στο βυζαντινό κάστρο του Σοσκού/Σωσκού (στην ευρύτερη περιοχή της σημερινής Π.Ε. Κοζάνης) και στο Όστροβο (σημερινή Άρνισσα). Στο ύψος των Σερβίων υπήρχε επίσης ένα από τα περάσματα του Αλιάκμονα, η διάβαση του οποίου ήταν εφικτή κατά τη θερινή κυρίως περίοδο, μέσα από περάσματα (πόρους), τα οποία βρίσκονταν σε άμεση συνάρτηση με τους χερσαίους δρόμους της περιοχής και σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στη θέση Παλιόχανο, κοντά στον οικισμό Σπάρτο, σε μικρή απόσταση δυτικά των Σερβίων, διέθεταν χάνια για την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών.

Ιστορική διαδρομή

 

Η μέχρι σήμερα έρευνα στην ευρύτερη περιοχή των Σερβίων έχει φέρει στο φως έναν μεγάλο αριθμό αρχαιολογικών θέσεων, που χρονολογικά ανήκουν σε όλες τις περιόδους των προϊστορικών και ιστορικών χρόνων, με αρχή της κατοίκησης την Παλαιολιθική εποχή (30000-10000 π.Χ.). Εντατική κατοίκηση παρατηρείται από τη Νεολιθική εποχή (6500-3000 π.Χ. περίπου) και καθ’ όλη την περίοδο των προϊστορικών χρόνων, ενώ ένας αξιόλογος αριθμός θέσεων ανήκει στην αρχαϊκή, κλασική, ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή (700 π.Χ.-300 μ.Χ.). Σημαντικός επίσης είναι ο αριθμός των οικισμών και των νεκροταφείων που κυμαίνονται χρονικά από τους βυζαντινούς μέχρι τους νεότερους χρόνους. Οι περισσότερες θέσεις χωροθετούνται σε υπερυψωμένα παραποτάμια πλατώματα ή λοφίσκους της λεκάνης του Αλιάκμονα, πολύ συχνά σε περιοχές που βρίσκονται πάνω ή κοντά σε φυσικές διόδους και σε ποτάμια περάσματα.

 

 

       Γενικό τοπογραφικό διάγραμμα του κάστρου / Genaral topographical plan:    1.Πύλη των εξωτερικών τειχών/External wall’s gate. 2.Ναός Αγ. Ιωάννη Προδρόμου/Church of St John the Baptist (Prodromos). 3. Ναός Αγ. Θεοδώρων/Church of SS Theodores. 4.Επισκοπική βασιλική/Episcopal basilica. 5.Πύλη & ναΐσκος διάμεσου τείχους/Middle Wall’s Gate & chapel. 6.Ακρόπολη/Citadel. 7.Κτίσμα με πιθανή λουτρική χρήση/possible bathhouse. 8.Ναός Αγ. Αναργύρων/Church of SS Anargyroi. 9.Ναός Αγ. Κωνσταντίνου & Ελένης/Church of SS Constantine & Helen. 10.Γεφύρι/Bridge 11.Σπηλαιώδης ναός Αγ. Γεωργίου Κρεμαστού/Cave chapel of St George Kremastos.

Τοπογραφικό / Topographical plan (ΕΦΑ Κοζάνης / Ephorate of Antiquities of Kozani)
Τοπογραφικό / Topographical plan (ΕΦΑ Κοζάνης / Ephorate of Antiquities of Kozani)
Ακρόπολη/ Citadel (φωτ. ΕΦΑ Κοζάνης / phot. Ephorate of Antiquities of Kozani)
Ακρόπολη/ Citadel (φωτ. ΕΦΑ Κοζάνης / phot. Ephorate of Antiquities of Kozani)

Η ίδρυση των Σερβίων τοποθετείται από τους ερευνητές πιθανότατα μεταξύ του 6ου και του 7ου αιώνα, καθώς ήδη από τα τέλη του 9ου αιώνα μαρτυρείται στις πηγές η ύπαρξη της επισκοπής Σερβίων που υπαγόταν στη Μητρόπολη της Θεσσαλονίκης. Στα τέλη του 10ου αιώνα τα Σέρβια καταλήφθηκαν από τον Βούλγαρο τσάρο Σαμουήλ (997-1014), ο οποίος έχοντας ως διοικητικό κέντρο του κράτους του την Αχρίδα επιχείρησε να δημιουργήσει μια μεγάλη ηγεμονία, επεκτείνοντας την εξουσία του ακόμη και στη νοτιότερη Ελλάδα, μέχρι τον Κορινθιακό κόλπο. Με επανειλημμένες εκστρατείες, ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος (976-1025) κατάφερε σταδιακά να ανακτήσει τα φρούρια που είχαν καταλάβει οι Βούλγαροι και να πετύχει την πλήρη υποταγή του τσάρου Σαμουήλ. Ανακατέλαβε οριστικά τα Σέρβια το 1018, οπότε, όπως συνέβη και με άλλα κάστρα της περιοχής, ο αυτοκράτορας διέταξε να γκρεμιστούν τα τείχη τους, προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος των Βουλγάρων.

Το 1204 με την κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από τις δυνάμεις της Δ΄ Σταυροφορίας, τα Σέρβια καταλήφθηκαν και υπέστησαν σημαντική καταστροφή από τον Βονιφάτιο Μομφερρατικό, τον επικεφαλής του νεοϊδρυθέντος λατινικού βασιλείου της Θεσσαλονίκης (1204-1224). Στη συνέχεια, μαζί με άλλες περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας, εντάχθηκε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, οπότε έγιναν επιδιορθώσεις στα τείχη της πόλης. Μετά τη μάχη της Πελαγονίας (1259), ολόκληρη η περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας περιήλθε οριστικά στην αυτοκρατορία της Νίκαιας, ενώ με την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης (1261) ενσωματώθηκε στην αποκαταστημένη βυζαντινή αυτοκρατορία.

Τον 14ο αιώνα, μεταξύ 1342 και 1344, ο ισχυρός Σέρβος ηγεμόνας Στέφανος Δουσάν, εκμεταλλευόμενος τον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στους Καντακουζηνούς και τους Παλαιολόγους, κατέλαβε ολόκληρο τον χώρο της Δυτικής Μακεδονίας. Ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης Ιωάννης Στ΄ Καντακουζηνός επιδίωξε το καλοκαίρι του 1350 να εκδιώξει τους Σέρβους. Αφού κατέλαβε μια σειρά από κάστρα (Βέροια, Έδεσσα κ.ά.) επιχείρησε στη συνέχεια να πολιορκήσει και τα Σέρβια. Η σερβική φρουρά της πόλης αντέταξε σθεναρή αντίσταση αναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει την προσπάθειά του, ωστόσο στη συνέχεια υπεγράφη συνθήκη ανάμεσα στον Δουσάν και τον Καντακουζηνό, σύμφωνα με την οποία τα Σέρβια περιήλθαν στους Βυζαντινούς. Ο Καντακουζηνός παρουσιάζει με θαυμασμό στο ιστορικό του έργο μία αρκετά λεπτομερή περιγραφή της ισχυρής καστροπολιτείας, την οποία δεν κατάφερε να καταλάβει με τα όπλα.

Το 1393, τα Σέρβια θεωρείται ότι παραδόθηκαν στους Οθωμανούς, αν και κατά μία άποψη, η οριστική τους κατάληψη επήλθε αργότερα, επί σουλτάνου Μουράτ Β΄ (1421-1444 και 1446-1451). Η περιοχή εντάχθηκε αρχικά στον καζά της γειτονικής Βέροιας, ενώ από τις αρχές του 16ου αιώνα αναβαθμίστηκε σε καζά των Σερβίων (kaza-i Serfice), που έφτανε μέχρι το υψίπεδο της Εορδαίας, στα βόρεια της Κοζάνης. Τις πρώτες δεκαετίες μετά την οθωμανική κατάκτηση, στο κάστρο της πόλης εγκαταστάθηκε οθωμανική φρουρά και ο πληθυσμός της ενισχύθηκε με νέους μουσουλμάνους εποίκους, ωστόσο, μέχρι τον 17ο αιώνα, το χριστιανικό στοιχείο της πόλης υπερτερούσε έναντι του μουσουλμανικού. Ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί, που επισκέφτηκε τα Σέρβια το 1660-1661 και το 1667, αναφέρει πως υπήρχαν 1.800 σπίτια κατανεμημένα σε έξι μουσουλμανικές, οκτώ χριστιανικές και μία εβραϊκή συνοικία. Εντός του κάστρου, που πλέον είχε χάσει τον αμυντικό του ρόλο, καθώς δεν είχε εκσυγχρονιστεί, υπήρχαν εκατό σπίτια φτωχών χριστιανών, ενώ η πόλη, η οποία είχε επεκταθεί εκτός των τειχών του κάστρου, διέθετε έξι τζαμιά, έξι μεστζίτ (μικρά συνοικιακά τεμένη), έναν τεκέ, δύο γραμματοδιδασκαλεία, ένα λουτρό, ένα χάνι και 100 εμπορικά καταστήματα. Ο Εβλιγιά Τσελεμπί παρομοιάζει επίσης τα Σέρβια με μικρή Προύσα, καθώς διέθεταν έναν μεγάλο αριθμό μουριών και παρήγαγαν σημαντική ποσότητα μεταξιού.

Από τον 17ο αιώνα, η δικαιοδοσία του καζά των Σερβίων περιορίστηκε προς βορρά μέχρι τον Αλιάκμονα. Στην προϊούσα υποβάθμιση της πόλης συντέλεσε σε μεγάλο βαθμό η ανάδειξη της Κοζάνης από το β΄ μισό του 17ου αιώνα σε σημαντικό οικονομικό κέντρο της περιοχής. To 1745, η επισκοπή Σερβίων μετονομάστηκε σε «Σερβίων και Κοζάνης» και η έδρα της μεταφέρθηκε στην Κοζάνη.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, μετά την προσάρτηση της γειτονικής Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος (1881), ο διοικητικός και στρατιωτικός ρόλος των Σερβίων αναβαθμίστηκε. Τότε ιδρύθηκε το σαντζάκι των Σερβίων, υπαγόμενο στο βιλαέτι Μοναστηρίου, το οποίο περιλάμβανε μεταξύ άλλων τους καζάδες Σερβίων, Κοζάνης, Ελασσόνας και Γρεβενών. Στην πόλη κτίστηκαν αξιόλογα δημόσια κτίσματα, όπως το μεγάλο ρολόι στο κέντρο της πόλης και το οθωμανικό Διοικητήριο, τα οποία δεν σώζονται σήμερα. Το μοναδικό σωζόμενο κτήριο της περιόδου είναι το Οθωμανικό Σχολείο. Στην πολεοδομική και αρχιτεκτονική εξέλιξη της πόλης σημαντική υπήρξε η συμβολή του ελληνομαθή διοικητή της περιοχής Χαλίλ Πασά. Το Ελληνικό κράτος προσπάθησε να ανταποκριθεί στον νέο ενισχυμένο ρόλο της πόλης ιδρύοντας σε αυτήν το 1882 ελληνικό προξενείο και αναβαθμίζοντας την επισκοπή Σερβίων και Κοζάνης σε μητρόπολη.

Το 1912 έληξε η κυριαρχία των Οθωμανών στα Σέρβια μετά τη νίκη του ελληνικού στρατού στη μάχη του Σαρανταπόρου (9-11 Οκτωβρίου), μία από τις αποφασιστικότερες του Α΄ Βαλκανικού πολέμου, η οποία σηματοδότησε τη μετέπειτα νικηφόρα επέλαση του ελληνικού στρατού στον χώρο της Μακεδονίας. Στις 6 Μαρτίου 1943, κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής, η πόλη των Σερβίων υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή από τις ιταλικές δυνάμεις, οι οποίες εκτέλεσαν έναν μεγάλο αριθμό κατοίκων της πόλης και πυρπόλησαν το σύνολο σχεδόν των δημόσιων κτηρίων και των κατοικιών της.

 

Μνημεία

Κάστρο

Το κάστρο έχει ακανόνιστο σχήμα ακολουθώντας τη μορφολογία του απόκρημνου βράχου πάνω στον οποίο αναπτύσσεται. Τρεις διαδοχικοί οχυρωματικοί περίβολοι διαιρούν το κάστρο σε τρία μέρη: την ακρόπολη, στο ψηλότερο σημείο του λόφου (2,5 στρέμματα), την Άνω πόλη (20 στρέμματα) και την Κάτω πόλη στους πρόποδες του λόφου (75 στρέμματα). Η τριμερής διάταξη του κάστρου εξασφάλιζε τη μέγιστη δυνατή προστασία των κατοίκων, καθώς τους επέτρεπε σε περίπτωση κατάληψης της Κάτω πόλης να καταφύγουν στο ενδιάμεσο τείχος και όταν καταλαμβανόταν και αυτό, να αντιτάξουν άμυνα στην ακρόπολη, το τελευταίο σημείο αντίστασης. Παράλληλα, σύμφωνα με τις βυζαντινές πηγές, η οργάνωση της πόλης σε τρεις επάλληλες ζώνες αντανακλούσε την κοινωνική της διαστρωμάτωση, καθώς στην πολυπληθέστερη Κάτω πόλη κατοικούσαν οι αγρότες και οι εργάτες, στην Άνω πόλη, που ήταν λιγότερο πυκνοκατοικημένη, διέμεναν οι έμποροι και οι αξιωματούχοι, ενώ στην ακρόπολη είχε την έδρα του ο στρατιωτικός διοικητής της πόλης. Ένα μέρος του πληθυσμού διέμενε επίσης εκτός του κάστρου, στο οποίο κατέφευγε σε περιπτώσεις πολιορκίας.

Ο εξωτερικός οχυρωματικός περίβολος της Κάτω πόλης δεν σώζεται σε όλο το μήκος του και η πορεία του αποκαθίσταται με βάση τα σωζόμενα τμήματά του και τη φυσική διαμόρφωση του λόφου. Κατά διαστήματα ενισχυόταν με πύργους, από τους οποίους διατηρείται σήμερα ένας ορθογώνιος στην ανατολική πλευρά του τείχους, ενώ ίχνη ενός δεύτερου εντοπίζονται στη δυτική του πλευρά. Η κεντρική πύλη του κάστρου ανοίγεται στη βόρεια πλευρά του τείχους.

Ο εσωτερικός περίβολος (διάμεσο τείχος), που διαχωρίζει την Κάτω από την Άνω πόλη, και ο μικρότερος περίβολος, που ορίζει τον χώρο της ακρόπολης, διατηρούνται σε καλύτερη κατάσταση. Το διάμεσο τείχος έχει πολυγωνικό σχήμα και ενισχύεται από ορθογώνιους και κυκλικούς πύργους. Ένας αποκατεστημένος σήμερα τετράγωνος πύργος εσωτερικών διαστάσεων 4 x 4 μ., που διατηρείται σε ύψος άνω των 4 μ., λειτουργούσε ως πύλη εισόδου από την Κάτω προς την Άνω πόλη, καθώς στη βόρεια και τη δυτική του πλευρά διαμορφώνονται δύο πύλες.

Ο περίβολος της ακρόπολης έχει ακανόνιστο πενταγωνικό σχήμα και ενισχύεται με σειρά πύργων, που δεν ανήκουν στην ίδια περίοδο και παρουσιάζουν διαφορετικά μορφολογικά χαρακτηριστικά μεταξύ τους. Σήμερα διατηρούνται αποσπασματικά τρεις πύργοι, από τους οποίους αυτός της νότιας πλευράς ανήκει πιθανότατα στον 11ο αιώνα και είναι κυκλικός στη βάση του και πενταγωνικός στην ανωδομή του. Οι δύο τετράπλευροι πύργοι στο βορειοδυτικό τμήμα της ακρόπολης, του τμήματος δηλαδή που στρέφεται προς την Άνω πόλη, είναι όμοιας αρχιτεκτονικής και χρονολογούνται στα μέσα του 14ου αιώνα, συνδεόμενοι με τη δράση είτε του Στέφανου Δουσάν είτε του Ιωάννη Καντακουζηνού. Από τους δύο πύργους, ο άλλοτε τριώροφος βόρειος πύργος αποτελούσε την πύλη πρόσβασης στο εσωτερικό της ακρόπολης. Έχει μήκος πλευράς 7 μ. και διατηρείται σε ύψος 12 μ. Ο δυτικός πύργος, διαστάσεων 7 x 7 μ., ήταν επίσης τριώροφος και φτάνει σε ύψος τα 17 μ.

Από τα κτήρια που υψώνονταν άλλοτε στο εσωτερικό του κάστρου σώζονται σήμερα εντός των ορίων της Κάτω πόλης τρεις σημαντικοί βυζαντινοί ναοί, η επισκοπική βασιλική και οι ναοί του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου και των Αγίων Θεοδώρων. Δύο ακόμη ναοί με αξιόλογες τοιχογραφίες, των Αγίων Αναργύρων και των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, διατηρούνται εκτός του οχυρωμένου βυζαντινού οικισμού. Σε ολόκληρη την επιφάνεια του κάστρου είναι διάσπαρτα τα κατάλοιπα ενός μεγάλου αριθμού κτηρίων, από τα οποία ξεχωρίζουν τα αρχιτεκτονικά λείψανα πέντε ακόμη μικρών μονόχωρων ναών. Σε μικρή απόσταση από τον ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου διατηρείται σε καλή κατάσταση μία κισντέρνα, ενώ στη δυτική πλευρά της Κάτω πόλης σώζονται τα κατάλοιπα ενός ορθογώνιου κτηρίου με τριμερή διάταξη, που πιθανότατα είχε λουτρική χρήση. Στον χώρο της ακρόπολης, η ανασκαφή έχει φέρει στο φως μεταξύ άλλων τα λείψανα έξι μονώροφων κτηρίων, που ενδεχομένως χρησιμοποιούνταν ως στρατιωτικά καταλύματα, αποθήκες ή στάβλοι.

Διατηρείται σε αποσπασματική κατάσταση στο βορειοδυτικό άκρο της Κάτω πόλης. Θεωρείται ότι λειτουργούσε ως ο επισκοπικός ναός της πόλης και είναι γνωστή ως «Βασιλική των Κατηχουμένων» ή «Σαράντα Πόρτες». Σύμφωνα με την παράδοση, ο ναός τιμάται στη μνήμη του αγίου Νικολάου, αν και έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ήταν αφιερωμένος στον άγιο Δημήτριο, με βάση τη μεγάλη παράσταση του αγίου στον νότιο τοίχο του κεντρικού κλίτους του ναού, όπου και σώζεται αφιερωματική επιγραφή του επισκόπου Σερβίων Μιχαήλ.

Ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με νάρθηκα και υπερυψωμένο κεντρικό κλίτος. Το κεντρικό κλίτος στεγαζόταν με αμφικλινή στέγη, ενώ τα δύο πλάγια και ο νάρθηκας έφεραν ξεχωριστή χαμηλότερη μονόριχτη στέγη. Τα κλίτη χωρίζονται με δύο μακρούς τοίχους, ο καθένας από τους οποίους διατρυπάται από τέσσερα τοξωτά ανοίγματα. Ο ναός απέληγε στα ανατολικά σε μεγάλη ημικυλινδρική αψίδα, η οποία έχει σήμερα καταρρεύσει.

Ο ναός χρονολογείται γύρω στο 1000, αλλά δέχτηκε αλλεπάλληλες φάσεις μετασκευών μεταξύ του 12ου και του 16ου αιώνα, με πιο χαρακτηριστική αυτή του 14ου αιώνα, κατά την οποία το νότιο κλίτος μετατράπηκε σε στοά.

Η βασιλική φέρει τοιχογραφικό διάκοσμο σε τρία στρώματα. Το πρώτο στρώμα θεωρείται σύγχρονο με την ανέγερση του ναού και καλύπτεται από το δεύτερο στρώμα, το οποίο ιστορήθηκε κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα, επί επισκόπου Μιχαήλ. Οι τοιχογραφίες του δεύτερου στρώματος, που καλύπτουν το μεσαίο κλίτος, τον νάρθηκα και εν μέρει το βόρειο κλίτος, έχουν υποστεί σημαντική φθορά, καθώς ήταν εκτεθειμένες επί σειρά ετών στις καιρικές συνθήκες, λόγω της κατάρρευσης της στέγης του ναού. Σε καλύτερη κατάσταση διατηρούνται οι ολόσωμες μορφές των αγίων της κατώτερης ζώνης στο κεντρικό κλίτος του ναού. Στο τρίτο στρώμα τοιχογραφιών, το οποίο χρονολογείται στον 15ο-16ο αιώνα, ανήκουν ορισμένα μόνο σπαράγματα που αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια των ανασκαφικών εργασιών που διενεργήθηκαν στο πλαίσιο εκπόνησης μελέτης αποκατάστασης του ναού κατά τα έτη 1995-2000.

Βρίσκεται στα βορειανατολικά της επισκοπικής βασιλικής, κοντά στο βόρειο εξωτερικό τείχος της Κάτω πόλης. Πρόκειται για έναν μικρών διαστάσεων μονόχωρο ναό με αμφικλινή ξύλινη στέγη, η αρχική μορφή του οποίου έχει αλλοιωθεί από μεταγενέστερες προσθήκες και νεότερες επεμβάσεις. Στην ανατολική του πλευρά, όπου προεξέχει η χαμηλή ημικυκλική αψίδα του Ιερού Βήματος, σώζεται αποσπασματικά κεραμοπλαστικός διάκοσμος από επάλληλες σειρές πλίνθων, τοποθετημένων οριζόντια. Στα δυτικά διαθέτει νάρθηκα, ο οποίος έχει προστεθεί σε μεταγενέστερη της ανέγερσης του ναού εποχή και πιθανότατα αντικατέστησε έναν παλαιότερο, μικρότερων διαστάσεων. Εσωτερικά ο ναός ήταν πλήρως τοιχογραφημένος, αλλά, ήδη την εποχή που μελέτησε το μνημείο ο καθηγητής Ανδρέας Ξυγγόπουλος (1957), ο διάκοσμός του είχε υποστεί σημαντική καταστροφή. Σήμερα διατηρούνται ελάχιστα ίχνη τοιχογραφιών στον χώρο του Ιερού Βήματος. Βάσει του τρόπου δόμησης, η ανέγερση του ναού τοποθετείται στον 14ο αιώνα.

Κτισμένος σε μικρό λόφο, στις παρυφές του εξωτερικού τείχους της πόλης, βόρεια της επισκοπικής βασιλικής, είναι ένας μονόχωρος, πολύ μικρών διαστάσεων, ναός -οι εσωτερικές του διαστάσεις είναι 4,10 x 2,42 μ. Καλύπτεται με ξύλινη αμφικλινή στέγη και απολήγει στα ανατολικά σε ψηλή ημικυκλική κόγχη. Ξεχωρίζει για τον πλούσιο κεραμοπλαστικό του διάκοσμο με πλίνθους που σχηματίζουν γράμματα ή απλά γεωμετρικά σχήματα. Διατηρούνται επίσης ταινίες πριονωτών πλίνθων. Με βάση τα μορφολογικά του χαρακτηριστικά χρονολογείται στο β΄ μισό του 11ου αιώνα.

Ο ναός έχει ταυτιστεί από την έρευνα, αν και με επιφύλαξη από ορισμένους ερευνητές, κυρίως λόγω των μικρών του διαστάσεων, με το καθολικό της γυναικείας μονής των Αγίων Θεοδώρων, της επονομαζόμενης «του Σιδέρη», η οποία είναι γνωστή και με το όνομα «Καλογρηές». Πρόκειται για σταυροπηγιακή μονή που απαντά στις γραπτές πηγές ήδη από τον 13ο αιώνα, ενώ κατά τους οθωμανικούς τουλάχιστον χρόνους αποτέλεσε μετόχι της ανδρικής μονής των Αγίων Θεοδώρων Καστανιάς Σερβίων. Από το μοναστηριακό συγκρότημα διατηρείται σήμερα τμήμα του περιβόλου και μία θολοσκέπαστη δεξαμενή.

Στο εσωτερικό του μνημείου και στον δυτικό εξωτερικό του τοίχο διατηρείται, αν και με αρκετές φθορές, αξιόλογος τοιχογραφικός διάκοσμος, που βάσει γραπτής κτητορικής επιγραφής εκτελέστηκε το 1512 με τη συνδρομή ενός μεγάλου αριθμού πιστών (αναφέρονται τα ονόματα τουλάχιστον έξι οικογενειών και ενός ιερέα με την πρεσβυτέρα του). Στη βιβλιογραφία, ωστόσο, έχει υιοθετηθεί μέχρι σήμερα το 1497 ως έτος τοιχογράφησης του ναού, βάσει της παλαιότερης πρότασης του καθηγητή Ανδρέα Ξυγγόπουλου. Οι τοιχογραφίες του ναού συνδέονται βάσει των τεχνοτροπικών και εικονογραφικών τους χαρακτηριστικών με τοιχογραφικά σύνολα που αποδίδονται στο λεγόμενο «Καστοριανό εργαστήριο».

 

Βρίσκεται έξω από το βορειοδυτικό τμήμα του κάστρου, κοντά στη βόρεια πύλη του εξωτερικού περιβόλου των τειχών της Κάτω πόλης, και είναι κτισμένος πάνω σε μικρό βράχο. Πρόκειται για έναν μικρών διαστάσεων μονόχωρο ναό που χρονολογείται στο β΄ μισό του 11ου αιώνα. Στεγάζεται με αμφικλινή ξύλινη στέγη και απολήγει στην ανατολική πλευρά σε μικρή αψίδα ορθογωνικής κάτοψης, η οποία φέρει κεραμοπλαστικό διάκοσμο με πλίνθους τοποθετημένες έτσι ώστε να σχηματίζουν το μοτίβο του ψαροκόκαλου. Πλίνθινα επίσης είναι τα πλαίσια των τόξων των ανοιγμάτων του ναού.

Ο ναός διασώζει δύο στρώματα τοιχογραφιών. Το πρώτο στρώμα διακρίνεται αποσπασματικά κάτω από το δεύτερο στρώμα στον χώρο του Ιερού Βήματος και χρονολογείται μεταξύ του 11ου και του 13ου αιώνα. Οι τοιχογραφίες του δεύτερου στρώματος απλώνονται με κάποιες φθορές στις επιφάνειες των τεσσάρων τοίχων του ναού και έχουν εκτελεστεί από δύο ζωγράφους, οι οποίοι, όπως και στην περίπτωση των τοιχογραφιών του ναού των Αγίων Θεοδώρων, παρουσιάζουν στενή συγγένεια με τοιχογραφικά σύνολα που αποδίδονται στο «Καστοριανό εργαστήριο». Βάσει της σωζόμενης γραπτής κτητορικής επιγραφής, ο ναός διακοσμήθηκε επί της αρχιερατείας του άγνωστου από αλλού επισκόπου Γεροντίου με τη συνδρομή των «ορθοδόξων χριστιανών» των Σερβίων, πρόκειται δηλαδή για μία συλλογική χορηγία. Για τη χρονολόγηση των τοιχογραφιών του δεύτερου στρώματος ναού έχουν υποστηριχθεί διαφορετικές απόψεις μεταξύ των ερευνητών, ανάλογα με τη συμπλήρωση της δυσδιάκριτης χρονολογίας που αναγράφεται στην κτητορική επιγραφή του ναού. Σύμφωνα, ωστόσο, με την επικρατέστερη άποψη, οι τοιχογραφίες φιλοτεχνήθηκαν το 1510, όπως συνάδουν άλλωστε τα εικονογραφικά και τεχνοτροπικά τους χαρακτηριστικά.

Είναι κτισμένος σε μικρή απόσταση νότια του ναού των Αγίων Αναργύρων και ανήκει στον τύπο του μονόχωρου ξυλόστεγου, με αμφικλινή στέγη, ναού. Έχει δεχθεί μεταγενέστερες επισκευές και επεμβάσεις, στα κατώτερα ωστόσο τμήματα των τοίχων του αναγνωρίζεται η αρχική τοιχοποιία, η οποία ακολουθεί ένα χαλαρό (ατελές) πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Στην αρχική φάση του ναού ανήκει επίσης η τρίπλευρη αψίδα, η οποία προεξέχει στην ανατολική του πλευρά και φέρει πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο. Ο ναός έχει χρονολογηθεί στον 13ο αιώνα και έχει αποδοθεί σε οικοδομικό συνεργείο που ήταν εξοικειωμένο με την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική του Δεσποτάτου της Ηπείρου.

Στο εσωτερικό του ναού διατηρούνται αποσπασματικά δύο στρώματα ζωγραφικής. Στο πρώτο στρώμα ανήκουν λίγα μόνο σπαράγματα με φυτικό διάκοσμο στον χώρο της εισόδου, που χρονολογούνται στον 13ο-14ο αιώνα. Το δεύτερο στρώμα εντοπίζεται στον ανατολικό τοίχο του ναού και στην κόγχη του Ιερού Βήματος. Παρά τις εκτεταμένες φθορές, αποτελεί ένα αξιόλογο τοιχογραφικό σύνολο που έχει χρονολογηθεί στα τέλη του 15ου αιώνα.

Στο κάστρο των Σερβίων διατηρούνται τα κατάλοιπα ενός αξιόλογου αριθμού κτηρίων που δεν έχουν διερευνηθεί ακόμη ανασκαφικά. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν τα κατάλοιπα ενός ορθογωνίου κτηρίου στη δυτική πλευρά της Κάτω πόλης, το οποίο είναι πιθανό να έχει λουτρική χρήση.

Διαμορφώνεται σε δυσπρόσιτο κάθετο βράχο του φαραγγιού του Αγίου Γεωργίου, που κατεβαίνει από τον ορεινό όγκο της Καστανιάς και περιβάλλει από τα ανατολικά το βυζαντινό κάστρο των Σερβίων. Στο εσωτερικό του ναού διατηρούνται δύο τοιχογραφικά στρώματα. Από το πρώτο στρώμα είναι ορατό ένα μικρό μόνο τμήμα κάτω από τη μεταγενέστερη παράσταση της Θεοτόκου Βλαχερνίτισσας στην κόγχη του Ιερού Βήματος. Έχει χρονολογηθεί στα τέλη του 13ου αιώνα και σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή που διατηρείται αποσπασματικά στον νότιο τοίχο του σπηλαίου έχει εκτελεστεί με δαπάνη του «πανευγενεστάτου» Θεόδωρου Κομνηνού Λιβαδάρη. Ο κτήτορας του ναού έχει ταυτιστεί με τον ιδρυτή μιας μονής της Θεοτόκου στην Κωνσταντινούπολη, στον οποίο έχει αφιερώσει ένα ποίημα ο ποιητής Μανουήλ Φιλής (περ. 1275-περ. 1345). Οι τοιχογραφίες του δεύτερου στρώματος του σπηλαιώδους ναού τοποθετούνται βάσει εικονογραφικών και τεχνοτροπικών κριτηρίων στο β΄ μισό του 15ου αιώνα και εντάσσονται στην ομάδα των τοιχογραφημένων συνόλων των Σερβίων που είναι επηρεασμένα από το λεγόμενο «Kαστοριανό εργαστήριο».

Βρίσκεται στην αρχή του οδικού άξονα που συνδέει τη σύγχρονη κωμόπολη των Σερβίων με το βυζαντινό κάστρο και γεφυρώνει το φαράγγι του Αγίου Γεωργίου. Πρόκειται για πέτρινο μονότοξο γεφύρι με ημικυκλικό τόξο ανοίγματος 7,70 μ., η κατασκευή του οποίου τοποθετείται στον 19ο αιώνα.

 

Ο ναός της Αγίας Κυριακής, στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής, αποτελεί κτίσμα του 1879, που ανεγέρθηκε στη θέση προγενέστερου ναού, του 1679, ο οποίος καταστράφηκε από πυρκαγιά δυο φορές (το 1756 και το 1878). Το 1943 ο ναός πυρπολήθηκε εκ νέου από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ημικυκλική αψίδα του ναού, όπου διαμορφώνονται εννιά αβαθή διακοσμητικά τόξα.

Το επιβλητικό, μεγάλων διαστάσεων, διώροφο κτήριο της οθωμανικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς των Σερβίων βρίσκεται στη βόρεια είσοδο της πόλης. Η ανέγερσή του τοποθετείται στη δεκαετία του 1880.

Μουσείο

Λαογραφικό Μουσείο Σερβίων (οδός Κάρπου Κωνσταντίνου)

Στεγάζεται στο σπίτι του γιατρού Αριστείδη Χρηστάκη και παρουσιάζει αντιπροσωπευτικά δείγματα του λαϊκού πολιτισμού της περιοχής.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Κοζάνης