Ρεντίνα

Ρεντίνα, η βυζαντινή πόλη-κάστρο που ήλεγχε τα «Μακεδονικά Τέμπη»

Ο αρχαιολογικός χώρος της Ρεντίνας βρίσκεται 70 περίπου χλμ. βορειοανατολικά της Θεσσαλονίκης, σε μικρή απόσταση από τη λίμνη Βόλβη και τη σύγχρονη ομώνυμη κοινότητα. Πρόκειται για οχυρωμένο οικισμό των βυζαντινών χρόνων, που από τους κατοίκους της περιοχής ονομάζεται Πυργούδια. Είναι κτισμένος στην κορυφή ενός χαμηλού, αλλά δυσπρόσιτου λόφου, που υψώνεται στο δυτικότερο τμήμα της κλεισούρας της Ρεντίνας, γνωστής στην αρχαιότητα ως Αυλώνα, κατά τους οθωμανικούς χρόνους ως Αρέντα, Ερέντινε Μπουγάζ ή Rumili-Boğasi και σήμερα ως «Μακεδονικά Τέμπη». Κατά τους αρχαίους χρόνους, τα στενά της Ρεντίνας περιλαμβάνονταν στα γεωγραφικά όρια της Μυγδονίας, περιοχή η οποία κατοικούνταν από θρακικά φύλα και πιθανότατα την εποχή του Φιλίππου Β΄ (359-336 π.Χ.) προσαρτήθηκε στο βασίλειο της Μακεδονίας. Η κλεισούρα έχει μήκος περίπου 5 χλμ. και σχηματίζεται ανάμεσα στα βουνά των Στεφανινών (Κερδυλλίου) και του Στρατωνικού. Την κοιλάδα που σχηματίζεται διαρρέει ο μικρός ποταμός Ρήχιος, ο οποίος μεταφέρει τα νερά της λίμνης Βόλβης στον Στρυμονικό κόλπο (κόλπο του Ορφανού). Το φυσικό τοπίο της κλεισούρας, με το κατάφυτο, παρόχθιο δάσος που αναπτύσσεται στις δύο πλευρές της κοίτης του ποταμού, το οποίο φιλοξενεί μεγάλους αριθμούς πτηνών και ποικιλία ερπετών και μικρών θηλαστικών, είναι ιδιαίτερου κάλλους και προστατεύεται από το δίκτυο Natura 2000. Η ομορφιά του τοπίου δεν έχει αλλάξει από την εποχή που ο ιστορικός Προκόπιος (6ος αι. μ.Χ.) περιέγραψε με γλαφυρότητα την περιοχή: «Προσηνὴς δὲ ὁ ποταμός (ο Ρήχιος) ἐστι, γαληνὸν τὸ ὕδωρ καὶ πότιμον, ἡ γῆ χθαμαλή, ἀρόματα πολλά, ἕλος εὔνομον. καὶ ταύτη μὲν εὐδαιμονίας ἡ χώρα εὖ ἔχει…».

Τα Μακεδονικά Τέμπη παρουσιάζουν διαχρονική κατοίκηση χιλιάδων ετών, ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους. Ειδικότερα, κατά τους βυζαντινούς χρόνους, στην ευρύτερη περιοχή ανάμεσα στη λίμνη Βόλβη και τον Στρυμονικό κόλπο αναπτύχθηκε ένα καλά σχεδιασμένο δίκτυο άμυνας αποτελούμενο από μια σειρά από κάστρα και μεμονωμένους πύργους, το οποίο απέβλεπε στην προστασία των πληθυσμών της περιοχής, ενώ παράλληλα λειτουργούσε ως γραμμή άμυνας για την προκάλυψη της Θεσσαλονίκης. Τμήμα αυτού του δικτύου αποτελεί και ο οχυρωμένος οικισμός της Ρεντίνας.

Η θέση της Ρεντίνας είναι ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, καθώς βρίσκεται κοντά στην είσοδο των Μακεδονικών Τεμπών και ήλεγχε τη διέλευσή τους. Επιπλέον, επόπτευε την κίνηση στην Εγνατία οδό, η οποία διερχόταν από τους βόρειους πρόποδες του λόφου, όπου είναι κτισμένος ο οχυρωμένος οικισμός. Είναι χαρακτηριστικό, ότι καθώς τα στενά της Ρεντίνας αποτελούν το μοναδικό πέρασμα από τη Μακεδονία στη Θράκη, από εδώ περνούσε πριν από την κατασκευή της Εγνατίας οδού μία αρχαία οδός, τη χάραξη της οποίας ακολούθησε μετέπειτα η Εγνατία. Στη σημερινή επίσης εποχή, από εδώ διέρχεται η Εθνική οδός Θεσσαλονίκης-Καβάλας.

Η Εγνατία οδός, μετά τον σταθμό της Απολλωνίας, εξερχόταν μέσα από τα στενά της Ρεντίνας στον Στρυμονικό κόλπο, για να προχωρήσει στη συνέχεια προς την Αμφίπολη. Σύμφωνα με τα ρωμαϊκά οδοιπορικά, 10 ρωμαϊκά μίλια μετά τον σταθμό (mansio) της Απολλωνίας, βρισκόταν ο σταθμός αλλαγής αλόγων (mutatio) Peripidis. Ο σταθμός αυτός δεν έχει εντοπιστεί, σύμφωνα ωστόσο με την επικρατέστερη άποψη, τοποθετείται στην περιοχή της δυτικής εισόδου της κλεισούρας, κοντά στον οικισμό της Ρεντίνας. Κατάλοιπα παλαιού δρόμου από κροκαλοπαγείς λίθους πλάτους 4 μ., που ήταν σε χρήση μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, είναι ορατά στη θέση Χάνια, λίγο μετά τη συμβολή της Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Καβάλας με τον παράδρομο του Σταυρού, κοντά όμως στην ανατολική είσοδο της κλεισούρας, και όχι στη δυτική. Στην ίδια θέση έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα εγκατάστασης των ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων, η οποία παρέμεινε πιθανότατα σε χρήση μέχρι τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους.

Η ονομασία του σταθμού Peripidis έχει υποστηριχθεί ότι οφείλεται στη γειτνίασή του με τον τάφο του Ευριπίδη, ο οποίος, κατά μία άποψη, έχει ενταφιαστεί στην Αρέθουσα, αρχαία πόλη της περιοχής. 

Ιστορική διαδρομή

Η βυζαντινή πόλη-κάστρο της Ρεντίνας είναι σήμερα γνωστή χάρη στη συστηματική ανασκαφική έρευνα που διεξάγει από το 1976 το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με την αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων, με επιστημονικό υπεύθυνο επί σειρά ετών τον καθηγητή Νικόλαο Κ. Μουτσόπουλο (1927-2019). Στις ανασκαφές, πέρα από τα κατάλοιπα της βυζαντινής περιόδου, έχουν εντοπιστεί και ευρήματα που υποδηλώνουν τη συνεχή κατοίκηση του χώρου ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους. Οι αλλεπάλληλες, ωστόσο, οικοδομικές επεμβάσεις στην περιορισμένη επιφάνεια του λόφου, σε συνδυασμό με το μικρό πάχος των επιχώσεων, είχαν ως αποτέλεσμα τη διατήρηση των αρχιτεκτονικών καταλοίπων μόνο της βυζαντινής οικοδομικής φάσης της Ρεντίνας.

Η αρχική οχύρωση του οικισμού της Ρεντίνας τοποθετείται στην όψιμη ρωμαϊκή περίοδο, στα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ. Κατόπιν, κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένα οικοδομικά έργα, που απέβλεπαν στην καλύτερη οργάνωση της άμυνας του οικισμού. Τότε ενισχύθηκαν τα τείχη του προγενέστερου περίβολου και κατασκευάστηκε μία μεγάλη κινστέρνα στο κέντρο του οικισμού, που εξασφάλιζε τις ανάγκες πόσιμου νερού. Ο Μουτσόπουλος τοποθετεί τα έργα αυτά στην εποχή του Ιουστινιανού Α΄ (527-565 μ.Χ.), βασιζόμενος στη μαρτυρία του ιστορικού Προκόπιου, ότι ο αυτοκράτορας προέβη στην ανακαίνιση των τειχών του οικισμού του Αρτεμισίου, που βρισκόταν κοντά στον Ρήχιο ποταμό -ο άγνωστος από αλλού οικισμός του Αρτεμισίου ταυτίζεται από τον ανασκαφέα με αυτόν της Ρεντίνας.

Μαγειρικό σκεύος από τη Ρεντίνα, μεσοβυζαντινοί χρόνοι / Cooking pot from Rentina, Middle Byzantine period (Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Museum of Byzantine Culture, Thessaloniki)
Μαγειρικό σκεύος από τη Ρεντίνα, μεσοβυζαντινοί χρόνοι / Cooking pot from Rentina, Middle Byzantine period (Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Museum of Byzantine Culture, Thessaloniki)
Εύρημα από τη Ρεντίνα, 12ος αι. / Excavation find from Rentina, 12th c. AD (Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Museum of Byzantine Culture, Thessaloniki)
Εύρημα από τη Ρεντίνα, 12ος αι. / Excavation find from Rentina, 12th c. AD (Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Museum of Byzantine Culture, Thessaloniki)

Από τη δεύτερη δεκαετία του 7ου αιώνα μ.Χ., εγκαταστάθηκαν στην περιοχή σλαβικά φύλα, γνωστά ως Ρυγχίνοι ή Βλαχορηχίνοι. Το όνομα Ρεντίνα απαντά για πρώτη φορά στα τέλη του 9ου ή τις αρχές του 10ου αιώνα, όταν μεταφέρθηκε εδώ η επισκοπική έδρα της Λητής, μίας ακόμη σημαντικής πόλης της Μυγδονίας, υπό τον νέο συνενωμένο τίτλο ως Eπισκοπή «Λητῆς καὶ Ρενδίνης». Στη συνέχεια, ο οικισμός της Ρεντίνας γνώρισε μεγάλη ακμή και παρουσίασε έντονη οικοδομική δραστηριότητα. Η οχύρωση του ενισχύθηκε και στα πιο ευάλωτα σημεία κατασκευάστηκαν ισχυροί πύργοι. Η θέση του πάνω στον μεγάλο δημόσιο δρόμο, η εγγύτητά του με τη θάλασσα και οι πλούσιες πλουτοπαραγωγικές πηγές της περιοχής, όπως ξυλεία, αλιεία, γεωργία κ.ά., ευνόησαν την ανάδειξή του σε ένα αξιόλογο πολίχνιον της εποχής, με πολλές εκατοντάδες κατοίκων.

Η ιστορία της Ρεντίνας είναι άμεσα συνυφασμένη με γεγονότα που είχαν ως επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη. Το 1204, με τη διανομή των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τις δυνάμεις της Δ΄ Σταυροφορίας, η περιοχή συμπεριλήφθηκε στις κτήσεις του Βονιφάτιου Μοµφερρατικού, ιδρυτή του Λατινικού Βασιλείου της Θεσσαλονίκης. 

Στη συνέχεια, από το 1224 έως το 1242, η Ρεντίνα περιήλθε στα εδάφη του Δεσποτάτου της Ηπείρου, ο επικεφαλής του οποίου, Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας, είχε επεκτείνει τις κτήσεις του μέχρι την περιοχή της Θεσσαλονίκης, όπου αναγορεύθηκε αυτοκράτορας. Το 1242, η περιοχή ενσωματώθηκε μαζί με τη Θεσσαλονίκη από τον Ιωάννη Γ΄ Βατατζή στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Σύμφωνα με τη διήγηση του ιστορικού Γεώργιου Ακροπολίτη, οι στρατιώτες του υπερασπιστή του κάστρου Ιωάννη Κομνηνού Δούκα, διαδόχου του Θεόδωρου Κομνηνού, μόλις έμαθαν ότι πλησίαζε ο Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης και συνειδητοποιώντας ότι δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν το αρκετά μεγάλο στράτευμα της Νίκαιας, προτίμησαν να καταφύγουν στη Θεσσαλονίκη, εγκαταλείποντας το κάστρο, το οποίο πέρασε στα χέρια του Ιωάννη Γ΄ Βατάτζη. 

Ο οικισμός βίωσε μια δεύτερη περίοδο ακμής στα χρόνια των Παλαιολόγων (13ος-14ος αι.), όταν αναδείχθηκε σε έδρα του κατεπανικίου (μικρής διοικητικής περιφέρειας) Ρεντίνης. Την περίοδο αυτή επισκευάστηκαν τα τείχη και ανεγέρθηκε ένας ναός στο ανατολικό τμήμα του κάστρου. Στον 14ο αιώνα, το κατεπανίκιον Ρεντίνης απορρόφησε το γειτονικό κατεπανίκιον Στεφανιανών. Κατά τους παλαιολόγειους χρόνους παρατηρήθηκε στην περιοχή έντονη ανάπτυξη αγιορείτικων μετοχίων. Οι μονές Μεγίστης Λαύρας και Εσφιγμένου, για παράδειγμα, κατείχαν στην περιοχή της Ρεντίνας από έναν μύλο. Οι μητρικές μονές ανήγειραν στην περιοχή πύργους με περιβάλλοντες προμαχώνες για την προστασία τους.

Παλαιολόγειος ναός/ Palaiologan church (ρχείο ΕΦΑ Περ. Θεσσαλονίκης / archive of the Ephorate of Antiquities of Thessaloniki Region)
Παλαιολόγειος ναός/ Palaiologan church (ρχείο ΕΦΑ Περ. Θεσσαλονίκης / archive of the Ephorate of Antiquities of Thessaloniki Region)
Αιχμές βελών από τη Ρεντίνα, 13ος-16ος αι., Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού / Iron spearheads from Rentina, 13th–16th c., Museum of Byzantine Culture Thessaloniki
Αιχμές βελών από τη Ρεντίνα, 13ος-16ος αι., Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού / Iron spearheads from Rentina, 13th–16th c., Museum of Byzantine Culture Thessaloniki

Το 1342, κατά τη διάρκεια του Β΄ Βυζαντινού Εμφυλίου πολέμου (1341-1347), το κάστρο της Ρεντίνας κυριεύθηκε από τον Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνό, ο οποίος εγκατέστησε έναν «ἄρχοντα» και φρουρά 200 στρατιωτών πριν εκστρατεύσει εναντίον της Θεσσαλονίκης.

Μετά την ήττα των Σέρβων το 1371 στη μάχη του Ορμενίου, ξεκίνησε η προέλαση των Οθωμανών στη Θράκη και τη Μακεδονία, η οποία ολοκληρώθηκε το 1430 με την τελευταία άλωση της Θεσσαλονίκης. Η κατάκτηση της περιοχής γύρω από τη λίμνη της Βόλβης πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 14ου αιώνα, μετά την άλωση των Σερρών (1383). Από αυτή την περίοδο, το κάστρο της Ρεντίνας άρχισε να παρακμάζει και σταδιακά ερημώθηκε. Είναι ενδιαφέρον ότι, ενώ τα αρχαιολογικά ευρήματα της περιόδου της κυριαρχίας των Οθωμανών είναι περιορισμένα, με βάση τα φορολογικά κατάστιχα, διαπιστώνεται ότι η Ρεντίνα ήταν σταθερά ένα σημαντικό χριστιανικό χωριό κατά τους δύο πρώτους αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας, καθώς στα 1519 και 1527 εμφανίζεται με πάνω από 100 νοικοκυριά. 

Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα, η οριστική εγκατάλειψη του οικισμού τοποθετείται στα μέσα του 17ου αιώνα και είναι πιθανό να συνδέεται με τη δημιουργία του νέου χωριού του Σταυρού ή, πιθανότερα, με τη μετακίνηση του πληθυσμού του στο νέο ημιαστικό οθωμανικό κέντρο της περιοχής, το Pazar-i Cedid (Νέα Αγορά, σημερινή Απολλωνία), που άρχισε να αναπτύσσεται μετά το 1568.

Κατά τους οθωμανικούς χρόνους, τα στενά της Ρεντίνας φυλάσσονταν περιστασιακά από μισθωμένους ενόπλους (sekban) προκειμένου να διακινούνται με ασφάλεια τα δημόσια θησαυροφυλάκια και οι οδοιπόροι. Οι μισθωμένοι αυτοί ένοπλοι ήταν κατανεμημένοι σε θέσεις μικρών στρατιωτικών σταθμών (καρακόλια) εκατέρωθεν της στενωπού. Τα έξοδα της μισθοδοσίας τους βάρυναν τους περίοικους ραγιάδες. Ο Γάλλος γενικός πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Esprit-Marie Cousinéry, ο οποίος επισκέφτηκε τα στενά της Ρεντίνας το 1786, αναφέρεται στο χάνι Rouméli Bogasi-Khan. Πιθανότατα επρόκειτο για ένα χάνι, στο οποίο ήταν εγκατεστημένη φρουρά. Ήταν σύνηθες, κατά την εποχή αυτή, να τοποθετούνται φρουρές σε χάνια που βρίσκονταν πάνω ή κοντά σε θέσεις παλαιότερων παρόδιων σταθμών και διέθεταν περιβόλους και παρατηρητήρια. Σύμφωνα με μία άποψη, το εν λόγω χάνι-σταθμός βρισκόταν στη θέση του παλαιότερου σταθμού της Εγνατίας οδού Peripidis. Ο χαρτογράφος και συγγραφέας Μιχαήλ Χρυσοχόος, που είναι ο πρώτος που ερεύνησε συστηματικά την τοπογραφία της περιοχής, αναφέρει στις αρχές του 20ού αιώνα (1904), την ύπαρξη ενός στρατιωτικού σταθμού στη δυτική είσοδο της κλεισούρας, κοντά στον ναό της Αγίας Μαρίνας και μίας ξύλινης γέφυρας για τη διέλευση του Ρήχιου ποταμού. Παρόλη την εγκατάσταση φρουρών, τα στενά της Ρεντίνας λυμαίνονταν συχνά ληστές. Σύμφωνα με τον Γάλλο Ιησουΐτη μοναχό François Braconnier (1656-1716), που επισκέφτηκε την περιοχή το 1706, οι ντόπιοι αποκαλούσαν τα στενά της Ρεντίνας «κοιλάδα των ληστών».

Το κάστρο της Ρεντίνας είναι συνδεδεμένο με μία από τις πιο καθοριστικές μάχες που έλαβαν χώρα στη Μακεδονία κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Στις αρχές Ιουνίου του 1821 είχε καταλάβει την περιοχή μεταξύ Ρεντίνας και Νέας Απολλωνίας ο πρωτεργάτης της Επανάστασης στη Μακεδονία Εμμανουήλ Παπάς (1772-1821). Στις 15 ή 17 Ιουνίου 1821, οι ολιγάριθμες δυνάμεις των επαναστατών, με επικεφαλής τον μητροπολίτη Μαρώνειας Κωνστάντιο, αντιμετώπισαν το ισχυρό τουρκικό στράτευμα του Μπαϊράμ Πασά. Οι Έλληνες ηττήθηκαν, κατάφεραν όμως να καθυστερήσουν την προέλαση των Οθωμανών. Το λάβαρο των επαναστατών που υψώθηκε στη μάχη φυλάσσεται σήμερα στη Μονή Εσφιγμένου.

Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Γερμανοί οχύρωσαν τα στενά της Ρεντίνας και ναρκοθέτησαν τον λόφο που είναι κτισμένος ο οικισμός, με αποτέλεσμα, όταν ξεκίνησε η ανασκαφική διερεύνηση του οικισμού, να καταβληθεί μεγάλη προσπάθεια για την απομάκρυνση των ναρκών.

Άποψη του δυτικού τμήματος του κάστρου/ View of the western part of the castle (φωτ. ΕΦΑ Περιφέρειας Θεσσαλονίκης / Ephorate of Antiquities of Thessaloniki Region)
Άποψη του δυτικού τμήματος του κάστρου/ View of the western part of the castle (φωτ. ΕΦΑ Περιφέρειας Θεσσαλονίκης / Ephorate of Antiquities of Thessaloniki Region)

Μνημεία - Αρχαιότητες

Οχύρωση

Το κάστρο αναπτύσσεται στον άξονα Α-Δ, έχει σχήμα ατρακτοειδές και περικλείει έκταση περίπου 150 στρεμμάτων. Ο οχυρωματικός περίβολος ενισχύεται με τετράπλευρους πύργους, συμφυείς στα ισχυρότερα τμήματα του τείχους ή ανεξάρτητους στα πιο ευάλωτα. Το νότιο τμήμα του τείχους προστατεύεται από τον μόνο πύργο που έχει ημικυκλικό σχήμα, ο οποίος αποτελεί προσθήκη της εποχής του Ιουστινιανού. Στην κορυφή του λόφου, στα δυτικά του κάστρου, υψώνεται η αρχική ακρόπολη, η οποία διαμορφώθηκε τον 10ο αιώνα, διαγράφοντας ένα ακανόνιστο, τετράπλευρο, επίμηκες σχήμα. Αργότερα, τον 14ο αιώνα, ο οικισμός απέκτησε νέα ακρόπολη, η οποία καταλαμβάνει το βορειοανατολικό τμήμα του λόφου και περιλαμβάνει ένα ακροπύργιο, κινστέρνες και τον παλαιολόγειο ναό του 14ου αιώνα.

Ένα δίδυμο εγκάρσιο τείχος, σε σχήμα αμβλείας γωνίας, διαιρεί την οχυρωμένη έκταση σε δύο ανισομεγέθη τμήματα, εκ των οποίων το ανατολικό είναι μικρότερης έκτασης. Τα δύο σκέλη του τείχους ξεκινούν από το ψηλότερο σημείο της οχύρωσης της αρχικής ακρόπολης, όπου είναι κτισμένος ένας ισχυρός πύργος. Η κύρια είσοδος του κάστρου ανοίγεται στη δυτική πλευρά, ενώ μία δευτερεύουσα είσοδος διαμορφώνεται στη νοτιοανατολική. Από την κεντρική δυτική πύλη ξεκινάει ένας δρόμος, πλάτους 1,90 μ., που με κατεύθυνση Α-Δ οδηγεί στην αρχική ακρόπολη. Πέρα από τις κύριες οικοδομικές φάσεις των μέσων του 4ου, του 6ου και του 10ου αιώνα, αναγνωρίζονται φάσεις ενίσχυσης των τειχών κατά τον 12ο και 13ο αιώνα. Τα τείχη των δύο πρώτων φάσεων ήταν επιχρισμένα με λευκό κονίαμα.

Στο εσωτερικό του κάστρου διατηρούνται σήμερα δύο ναοί (επισκοπικός και παλαιολόγειος ναός). Εκτός των τειχών έχει αποκαλυφθεί ένας μονόχωρος ξυλόστεγος ναός στη νοτιοδυτική πλαγιά του λόφου, κοντά στην κεντρική πύλη του τείχους. Ο ναός είχε κοιμητηριακό χαρακτήρα και η ανέγερσή του ανάγεται στα τέλη του 9ου-αρχές 10ου αιώνα.

Την υδροδότηση του οικισμού εξασφάλιζαν τρεις ακόμη κινστέρνες, πέρα από αυτή στην ακρόπολη, πάνω στην οποία έχει θεμελιωθεί ο επισκοπικός ναός. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα μεγάλο τεχνικό έργο για την υδροδότηση του οικισμού. Στους πρόποδες του λόφου, έξω από τη νοτιοανατολική πλευρά του κάστρου, κατασκευάστηκε ένα συγκρότημα υπόγειων θολωτών κινστερνών, στις οποίες κατέληγαν τα νερά από τους παρακείμενους χειμάρρους με τη βοήθεια φράγματος. Οι κάτοικοι του οικισμού είχαν πρόσβαση σε αυτό το συγκρότημα μέσω ενός υπόσκαφου θολοσκέπαστου κλιμακοστασίου, μήκους περίπου 56 μ., που ξεκινούσε από τον ανατολικό ακρόπυργο του κάστρου.

Πέρα από τα νεκροταφεία που έχουν αναπτυχθεί σε σχέση με τους τρεις ναούς του οικισμού, ένα ακόμη νεκροταφείο που περιλαμβάνει τάφους από τη ρωμαϊκή εποχή επισημάνθηκε στους νοτιοδυτικούς πρόποδες του λόφου, πάνω από τα ερείπια ενός μνημειακού κτηρίου. Ταφές παλαιοχριστιανικής περιόδου βρέθηκαν επίσης στη θεμελίωση ορισμένων κατοικιών του οικισμού. Η παρουσία ταφών εντός του οχυρωμένου οικισμού αποκλίνει από τη συνήθη πρακτική, κατά την οποία τα νεκροταφεία χωροθετούνταν για λόγους υγιεινής εκτός των οικισμών. Ενδιαφέρον παρουσιάζει, επίσης, μία ταφή που βρέθηκε μέσα στη μάζα της τοιχοποιίας του ανατολικού ακρόπυργου του κάστρου, καθώς πρόκειται για μία ασυνήθιστη περίπτωση ταφής μέσα σε ανεγειρόμενο κτίσμα.

Με τον επισκοπικό ναό του οικισμού ταυτίζονται τα κατάλοιπα της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής που αποκαλύφθηκαν στο κέντρο της αρχικής ακρόπολης του οικισμού. Η βασιλική χρονολογείται στον 10ο αιώνα και είναι θεμελιωμένη πάνω σε μία μεγάλη κινστέρνα της εποχής του Ιουστινιανού, η οποία, μετά την ανέγερση της βασιλικής, έπαψε να λειτουργεί. Σύμφωνα με τον ανασκαφέα, καθηγητή Νικόλαο Μουτσόπουλο, η βασιλική ήταν διώροφη και το ισόγειό της, όπου ήρθαν στο φως αλλεπάλληλες ταφές, χρησιμοποιήθηκε ως ταφικός χώρος από τον 10ο μέχρι και τον 15ο αιώνα. Ως νεκροταφείο χρησιμοποιήθηκε επίσης ο περιβάλλοντας χώρος στα βόρεια και δυτικά της βασιλικής. Στα βορειοδυτικά του ναού αναπτύσσεται συγκρότημα κτηρίων, που έχουν ερμηνευθεί ως το επισκοπικό μέγαρο του οικισμού.

Είναι κτισμένος στο ανατολικό τμήμα του κάστρου και χρονολογείται στον 14ο αιώνα. Ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του ελεύθερου σταυρού. Ο βόρειος και ο νότιος τοίχος του ναού διατηρούνται σε όλο τους το ύψος, ένα μεγάλο μέρος, ωστόσο, του ανατολικού και σχεδόν ολοκληρωτικά ο δυτικός τοίχος έχουν καταστραφεί. Ο τρούλος του ναού, από τον οποίο διατηρείται ένα μεγάλο τμήμα του τυμπάνου, είναι κτισμένος αποκλειστικά με πλίνθους, όπως συνηθίζεται στους παλαιολόγειους ναούς της Θεσσαλονίκης. Στο εσωτερικό του ναού διατηρούνται ελάχιστα λείψανα τοιχογραφιών, οι οποίες όμως έχουν χάσει τα χρώματά τους και είναι αρκετά εξίτηλες. Ο ναός ήταν εντελώς αθέατος μέχρι το 1971, όταν αποκαλύφθηκε μετά την απομάκρυνση της άγριας βλάστησης. Έξω από τη νοτιοδυτική του γωνία ανασκάφηκε συστάδα παιδικών ταφών.

αρχείο ΕΦΑ Περ. Θεσσαλονίκης / archive of the Ephorate of Antiquities of Thessaloniki Region
αρχείο ΕΦΑ Περ. Θεσσαλονίκης / archive of the Ephorate of Antiquities of Thessaloniki Region

Παρουσιάζουν μεγαλύτερη πυκνότητα στο δυτικό τμήμα του οικισμού. Στις περισσότερες περιπτώσεις βρίσκονται σε επαφή με το τείχος και είναι δομημένες σύμφωνα με το σύστημα της μεσοτοιχίας. Υπάρχουν ωστόσο και κατοικίες που αποτελούν ανεξάρτητα οικοδομήματα. Συνήθως οι κατοικίες είναι μονόχωρες, ισόγειες και έχουν ως επί το πλείστον ορθογώνια κάτοψη. Σε λίγες περιπτώσεις εντοπίζονται διώροφες κτίσματα, το ισόγειό των οποίων είναι διαμορφωμένο σε εργαστήριο, ενώ ο όροφος σε χώρο κατοικίας. Μία από τις διώροφες κατοικίες του οικισμού διέθετε σκεπαστό εξώστη (χαγιάτι) προς την πλευρά του δρόμου. Οι κατοικίες στεγάζονταν με δίρριχτη ή μονόρριχτη στέγη, που έχει κλίση προς το εσωτερικό του κάστρου.

Άλλα Μνημεία - Αρχαιότητες της ευρύτερης περιοχής

Αρέθουσα

Τα κατάλοιπα της ακμαίας κατά τον 5ο-4ο αιώνα π.Χ. αρχαίας μυγδονικής πόλης, η οποία δεν θα πρέπει να συγχέεται με το σύγχρονο χωριό Αρέθουσα, βορειοανατολικά της λίμνης Βόλβης, έχουν εντοπιστεί νοτιοδυτικά του λόφου της Ρεντίνας, δίπλα στον ποταμό Ρήχιο. Ανασκαφικές εργασίες έχουν φέρει στο φως τμήματα του τείχους και του νεκροταφείου της πόλης.

Στη θέση Παλιάμπελα (Παληάμπελα), σε απόσταση περίπου 8 χλμ. από την αρχαία Εγνατία οδό, έχει ανασκαφεί μία τρίκλιτη βασιλική με νάρθηκα και βαπτιστήριο. Ανεγέρθηκε πριν από τα μέσα του 5ου αιώνα μ.Χ. και παρέμεινε σε χρήση μέχρι τα τέλη του 6ου-αρχές 7ου αιώνα μ.Χ. Μεγάλο τμήμα της βασιλικής κοσμείται με λαμπρά ψηφιδωτά δάπεδα. Εντός του βόρειου κλίτους αποκαλύφθηκε ένας ληνός. Στον ίδιο χώρο αποκαλύφθηκαν επτά μεγάλα πήλινα πιθάρια για την αποθήκευση κρασιού, άλλων υγρών ή και στερεών τροφών, καθώς και θραύσματα αμφορέων και μία εστία. Η βασιλική εξυπηρετούσε πιθανότατα τις ανάγκες ενός παλαιοχριστιανικού οικισμού, όπως υποδεικνύει η παρουσία σε μικρή από αυτή απόσταση διάσπαρτων οικοδομικών καταλοίπων και ταφών.

αρχείο ΕΦΑ Περ. Θεσσαλονίκης / archive of the Ephorate of Antiquities of Thessaloniki Region
αρχείο ΕΦΑ Περ. Θεσσαλονίκης / archive of the Ephorate of Antiquities of Thessaloniki Region

Κτισμένος βόρεια του χωριού Μόδι, δίπλα στην Εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Καβάλας, λίγο πριν την είσοδο στη δυτική πλευρά της κλεισούρας της Ρεντίνας, αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά μνημεία της περιοχής. Πρόκειται για μονόχωρο σταυροειδή τρουλαίο ναό, που η κάτοψη του είναι ιδιαίτερα επιμήκης, ανακαλώντας εξωτερικά τον τύπο της βασιλικής. Η κάλυψη της στέγης του γίνεται με σχιστόπλακες. Η ανέγερση του ναού τοποθετείται στο β΄ μισό του 18ου αιώνα, ενώ, σύμφωνα με επιγραφή, ανακαινίστηκε το 1869. Ο ναός είναι συνδεδεμένος με θρησκευτικές παραδόσεις σχετικές με τη θαυματουργή εμφάνιση της αγίας σε κατοίκους της περιοχής. Το πανηγύρι ανήμερα της εορτής της αγίας Μαρίνας, στις 17 Ιουλίου, είναι ιδιαίτερα δημοφιλές, συγκεντρώνοντας πλήθος κόσμου από τις γύρω περιοχές.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Θεσσαλονίκης