Πρέσπες
Μικρή και Μεγάλη Πρέσπα, οι δύο λίμνες με τα σημαντικά βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία
Στο βορειοδυτικό άκρο της χώρας, σε ένα τοπίο εξαιρετικού φυσικού κάλλους, βρίσκονται οι λίμνες Μικρή και Μεγάλη Πρέσπα, που αποτελούσαν άλλοτε έναν ενιαίο υδάτινο σχηματισμό και σήμερα χωρίζονται από μία στενή λωρίδα γης. Η Μεγάλη Πρέσπα στα βόρεια, που έχει συνολική έκταση 250 τ.χλμ. και μέγιστο βάθος 48 μ., αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη λίμνη των Βαλκανίων, μετά τις λίμνες Σκόδρα και Οχρίδα. Η έκταση της κατανέμεται μεταξύ της Ελλάδας, της Αλβανίας και της Βόρειας Μακεδονίας, στην οποία ανήκει και το μεγαλύτερο τμήμα της. Η Μικρή Πρέσπα στα νότια, συνολικής έκτασης 48,50 τ.χλμ. και μέσου βάθους 4,00 μ., βρίσκεται κατά το μεγαλύτερο τμήμα της στην Ελλάδα και μόνο ένα μικρό μέρος της ανήκει στην Αλβανία. Στη Μικρή Πρέσπα σχηματίζονται δύο νησίδες, ο Άγιος Αχίλλειος και το Βιδρονήσι. Στη νησίδα του Αγίου Αχιλλείου υπάρχει ο ομώνυμος μικρός οικισμός, ένας από τους δύο μόνο οικισμούς της Ελλάδας που είναι κτισμένος σε νησί λίμνης -ο άλλος οικισμός βρίσκεται στο Νησί της λίμνης των Ιωαννίνων. Ο Άγιος Αχίλλειος συνδέεται σήμερα με την κοντινότερη όχθη της λίμνης μέσω μίας πλωτής πεζογέφυρας μήκους 650 μ. Πριν από την κατασκευή της το 2000, οι κάτοικοι του νησιού ήταν υποχρεωμένοι να μετακινούνται αποκλειστικά με βάρκες. Στην αρχαιότητα, η μορφολογία της περιοχής ήταν διαφορετική, καθώς η νησίδα του Αγίου Αχιλλείου αποτελούσε τμήμα μιας μικρής χερσονήσου, η οποία, λόγω της συνεχούς ανόδου της λίμνης αποκόπηκε σταδιακά από την ξηρά.
Η περιοχή των Πρεσπών διακρίνεται για την υψηλή βιοποικιλότητά της και την πλούσια και σπάνια πανίδα και χλωρίδα της, που την καθιστούν οικοσύστημα παγκόσμιας σημασίας. Λόγω της οικολογικής της σημασίας έχει κηρυχθεί Εθνικό Πάρκο με οριοθετημένες ζώνες προστασίας, ενώ συγκαταλέγεται στους Υγροβιότοπους Διεθνούς Σημασίας της Συνθήκης Ραμσάρ και στις προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Νatura. Το 2000 ιδρύθηκε το «Διασυνοριακό Πάρκο Πρεσπών» με κοινή διακήρυξη των τριών χωρών στις οποίες συνανήκει.
Οι λεκάνες των δύο λιμνών σχηματίζουν ένα μεγάλο οροπέδιο, το οποίο απομονώνεται από ψηλούς ορεινούς όγκους που υψώνονται περιμετρικά και σε μικρή απόσταση από τις όχθες τους, από τον Βαρνούντα ή Περιστέρι στα ανατολικά, το Βροντερό στα δυτικά και το Τρικλάριο στα νότια. Λόγω του ορεινού αναγλύφου, η πρόσβαση στην περιοχή των Πρεσπών είναι περιορισμένη και είναι εφικτή μέσα μόνο από τρία περάσματα: τη διάβαση του Πισοδερίου, ανάμεσα από τα βουνά Bαρνούντα και Bέρνο (Βίτσι), που οδηγεί στη Φλώρινα, τη διάβαση της Kρυσταλλοπηγής, που οδηγεί στην Αλβανία, και μία διάβαση που οδηγεί στη σημερινή Μπίτολα (Μοναστήρι) της Βόρειας Μακεδονίας. Οι Πρέσπες, επομένως, είναι μία γεωγραφικά απομονωμένη περιοχή με ελεγχόμενες προσβάσεις, στοιχείο που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πορεία τους μέσα στον χρόνο. Εκτός του μοναδικού φυσικού τους πλούτου έχουν να επιδείξουν ένα ιδιαιτέρως σημαντικό μνημειακό απόθεμα, με αρχαιολογικές θέσεις και μνημεία που κυμαίνονται χρονικά από τους προϊστορικούς μέχρι τους νεότερους χρόνους. Ιδιαίτερα σημαντικά θεωρούνται τα διασπαρμένα και στις τρεις χώρες βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία των δύο λιμνών, τα οποία σηματοδοτούν την έντονη πολιτιστική δραστηριότητα που ανέπτυξε η περιοχή, αν και απομακρυσμένη από τους μεγάλους οδικούς άξονες της εποχής.
Ιστορική διαδρομή
Η κατοίκηση στην ευρύτερη περιοχή της λεκάνης των Πρεσπών τεκμηριώνεται ήδη από τη Νεολιθική περίοδο (6500-3000 π.Χ.) και συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της Εποχής του Χαλκού (3000-1100 π.Χ.) και της Εποχής του Σιδήρου (1100-700 π.Χ.). Χαρακτηριστικές θέσεις αυτών των περιόδων έχουν εντοπιστεί στο σπήλαιο Τren (Treni) κοντά στο ομώνυμο χωριό της Αλβανίας, στο νότιο άκρο της Μικρής Πρέσπας, στη νησίδα Malingrad στο νοτιοδυτικό, αλβανικό τμήμα της Μεγάλης Πρέσπας, και βορειότερα στον παραλίμνιο οικισμό Kallamas. Σχετικά με την κατοίκηση της περιοχής κατά τους προϊστορικούς χρόνους, σημαντικά είναι τα πορίσματα των ερευνών που διεξήγαγε στην περιοχή από το 2011 έως το 2019 η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας, η οποία εντόπισε και χαρτογράφησε 40 σπήλαια, βάραθρα και βραχοσκεπές στις όχθες της Μεγάλης Πρέσπας. Η σημαντική πτώση της στάθμης της Μεγάλης Πρέσπας είχε ως αποτέλεσμα να αποκαλυφθούν πολλά λιμναία σπήλαια, τα οποία δεν ήταν καθόλου γνωστά ή δεν ήταν γνωστές οι πραγματικές τους διαστάσεις. Η έρευνα στα σπήλαια της περιοχής απέδωσε ευρήματα διαφόρων περιόδων που καλύπτουν ένα ευρύ χρονολογικό φάσμα από τη Νεότερη Νεολιθική έως την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, ενώ μεμονωμένα ευρήματα μπορούν να χρονολογηθούν στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου και την ύστερη αρχαιότητα.
Κατά τους αρχαίους χρόνους, οι δύο λίμνες ονομάζονταν Μικρή και Μεγάλη Βρυγηίς. Η ευρύτερη περιοχή ανήκε μάλλον στα γεωγραφικά όρια της Ορεστίδας, περιοχής που απλωνόταν στη σημερινή επικράτεια της Π.Ε. Καστοριάς, αν και έχει υποστηριχθεί επίσης ότι οι δύο λίμνες βρίσκονταν στην επικράτεια της Λυγκηστίδας ή Λύγκου, περιοχής που κατά μεγάλο της τμήμα αντιστοιχεί με τη σημερινή Π.Ε. Φλώρινας.
Στη νησίδα του Αγίου Αχιλλείου, η ανασκαφική έρευνα έχει φέρει στο φως ένα αρχαίο ιερό στην περιοχή του ναού των Αγίων Αποστόλων, από το οικοδομικό υλικό του οποίου πολλά μέλη αξιοποιήθηκαν μετέπειτα στην ανέγερση του βυζαντινού ναού. Σημαντικό αστικό κέντρο της περιοχής αποτελούσε η γνωστή από αρχαίες επιγραφές πόλη Λύκα, η θέση της οποίας έχει ταυτιστεί με τα κατάλοιπα που έχουν αποκαλυφθεί στο νοτιοδυτικό άκρο της νησίδας.
Η περιοχή των Πρεσπών ήρθε στο προσκήνιο των ιστορικών γεγονότων κατά τον 9ο αιώνα, περίοδο κατά την οποία είχε καταληφθεί από τον τσάρο Συμεών της Βουλγαρίας (893-927). Το 971/2, ο αυτοκράτορας Ιωάννης Α΄ Τσιμισκής διέλυσε το ανατολικό τμήμα του βουλγαρικού κράτους, το δυτικό ωστόσο τμήμα του, στο οποίο περιλαμβάνονταν και οι Πρέσπες, παρέμεινε υπό την εξουσία των Βουλγάρων.
Μετά τον θάνατό του (976), εμφανίζονται στο προσκήνιο οι Κομητόπουλοι, τα αδέρφια Σαμουήλ, Δαυίδ, Μωυσής και Ααρών, που ξεκίνησαν νέο πόλεμο κατά του Βυζαντίου. Μετά τον θάνατο των αδελφών του, ο Σαμουήλ έμεινε μόνος και αδιαμφισβήτητος ηγέτης των Βουλγάρων. Δημιούργησε το εφήμερο κράτος του, που αποκαλείται συχνά Δυτικό Βουλγαρικό κράτος, και έφτασε στο απόγειο της ισχύος του περί το 997, όταν κυρίευσε και το Δυρράχιο. Αν και είχε ανακτήσει την Πρεσλάβα, την πόλη που είχε αναδειχθεί σε πρωτεύουσα του Πρώτου Βουλγαρικού Κράτους και είχε γνωρίσει ιδιαίτερη ανάπτυξη στα χρόνια του τσάρου Συμεών και του διαδόχου του Πέτρου (927-968), επέλεξε να μην μεταφέρει εκεί την έδρα του, αλλά προτίμησε να κυβερνήσει αρχικά από την περιοχή των Πρεσπών και αργότερα από την Αχρίδα -δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς ο Σαμουήλ μετέφερε την πρωτεύουσά του από την Πρέσπα στην Αχρίδα. Το 985 ή το 986, ο Σαμουήλ κατέλαβε τη Λάρισα και μετέφερε τους κατοίκους της στις Πρέσπες. Από τη Λάρισα απέσπασε επίσης το λείψανο του αγίου Αχιλλείου, του πολιούχου αγίου της πόλης, το οποίο μετέφερε στο ομώνυμο νησάκι της Μικρής Πρέσπας, που τότε ήταν ακόμη χερσόνησος, όπου είχε τα ανάκτορά του, τα «βασίλειά» του, όπως αναφέρονται από τον ιστορικό Ιωάννη Σκυλίτζη (Κεδρηνό). Εκεί ανέγειρε έναν ναό που αφιέρωσε στον άγιο Αχίλλειο («οἶκον κάλλιστον καὶ μέγιστον ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ δομησάμενος»), με σκοπό να στεγάζει το λείψανο του αγίου και ταυτόχρονα να αποτελέσει την έδρα του βουλγαρικού -αντικανονικού- «πατριαρχείου». Όπως έχει επισημανθεί από την έρευνα, οι κινήσεις του Σαμουήλ δεν οφείλονταν μόνο στην προσπάθειά του να δώσει αίγλη στην έδρα του, αφού καύχημα κάθε καινούριας πόλης ήταν να έχει άγια λείψανα, αλλά εξέφραζαν παράλληλα τη φιλοδοξία του να δημιουργήσει ένα νέο κράτος, μια αυτοκρατορία, στηριγμένη όχι μόνο στο σλαβικό-βουλγαρικό στοιχείο, αλλά και στο εντόπιο. Μαζί με τα λείψανα του αγίου Αχιλλείου, ο Σαμουήλ μετέφερε επίσης από τη Λάρισα τα λείψανα των αγίων Ρηγίνου Σκοπέλου και Διοδώρου Τρίκκης, ενώ στη συνέχεια είναι γνωστό ότι απέσπασε τα άγια λείψανα και από άλλες πόλεις των Βαλκανίων, του αγίου Οικουμένιου από τα Τρίκαλα και του αγίου Τρύφωνα από το Κότορ/Κάταρον της Δαλματίας.
Όπως έχει επικρατήσει στην έρευνα, ο ναός που έκτισε ο τσάρος Σαμουήλ για να στεγάσει το λείψανο του αγίου Αχιλλείου ταυτίζεται με τα κατάλοιπα της επιβλητικής τρίκλιτης βασιλικής στην ομώνυμη νησίδα της Μικρής Πρέσπας. Στον ναό του Αγίου Αχιλλείου ανασκάφηκαν τέσσερις ταφές στο νότιο κλίτος, οι οποίες, σύμφωνα με τον ανασκαφέα, καθηγητή Νικόλαο Μουτσόπουλο, περιείχαν σκελετούς επίσημων προσώπων, πιθανώς μελών της βασιλικής οικογένειας των Κομητόπουλων. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο σκελετός που βρισκόταν σε μία από αυτές ήταν του ίδιου του Σαμουήλ. Από τα αντικείμενα που βρέθηκαν στους τάφους, το αξιολογότερο είναι ένα μεταξωτό χρυσοΰφαντο κομμάτι υφάσματος με παραστάσεις αετών (σήμερα στο Μουσείο Βυζαντινού της Θεσσαλονίκης).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης μία χαμένη σήμερα επιτύμβια πλάκα που αποκαλύφθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα κατά την εκσκαφή των θεμελίων του ναού του Αγίου Γερμανού στο ομώνυμο χωριό, η οποία έφερε σλαβική επιγραφή του 992/3, που ανέφερε ότι προερχόταν από τον τάφο των γονέων του τσάρου Σαμουήλ και του αδερφού του Δαβίδ. Η επιγραφή έχει αποτελέσει αντικείμενο μελέτης πολλών ερευνητών και η γνησιότητα της έχει αμφισβητηθεί από ένα μέρος της επιστημονικής κοινότητας, καθώς μάλιστα τελευταία, έχουν διατυπωθεί απόψεις που αποσυνδέουν τον ναό του Αγίου Αχιλλείου από τη δράση του Σαμουήλ, θεωρώντας ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να αποδοθεί η ανέγερση του μνημείου στον Βούλγαρο ηγεμόνα.
Η ηγεμονία του τσάρου Σαμουήλ έληξε το 1014 μετά τη συντριπτική νίκη του αυτοκράτορα Βασίλειου Β΄ Βουλγαροκτόνου στην κλεισούρα του Κλειδίου, στον ποταμό Στρυμόνα. Ο Βασίλειος προέβη σε μια κίνηση απίστευτης σκληρότητας, διατάσσοντας να τυφλωθούν οι αιχμάλωτοι της μάχης -από τις πηγές αναφέρονται 15.000 αιχμάλωτοι. Ο τσάρος Σαμουήλ, που είχε στο μεταξύ καταφέρει να διαφύγει, μπροστά στο θέαμα των τυφλών στρατιωτών του δεν άντεξε και πέθανε από ανακοπή.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1018, ο Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος πέτυχε την οριστική κατάλυση του βουλγαρικού κράτους. Κατά την επιστροφή του από την Αχρίδα έκτισε δύο ισχυρά κάστρα στην περιοχή των Πρεσπών, τη Βασιλίδα στη Μεγάλη Πρέσπα και το Κωνστάντιο στη Μικρή Πρέσπα. Η θέση του πρώτου κάστρου δεν έχει εντοπιστεί, το δεύτερο ωστόσο ταυτίζεται με τα κατάλοιπα του οχυρωματικού περιβόλου που έχουν εντοπιστεί στη νησίδα του Αγίου Αχιλλείου.
Το 1072 λεηλάτησαν τον ναό του Αγίου Αχιλλείου «γένη δυτικά» (Αλαμανοί και Φράγκοι κατά τον Ιωάννη Σκυλίτζη ή Αλαμανοί και Βαράγγοι κατά τον συνεχιστή του). Οι φθορές που προκλήθηκαν στον ναό φαίνεται ότι επιδιορθώθηκαν με μέριμνα του δραστήριου αρχιεπίσκοπου Αχρίδας Θεοφύλακτου (περ. 1090-1114/5 ή 1124), ο οποίος παρακάλεσε τον άρχοντα των Πρεσπών Μακρεμβολίτη να φροντίσει για την αποκατάστασή τους, επειδή σκόπευε να συγκαλέσει εκεί τοπική σύνοδο. Είναι ενδιαφέρον ότι η σύνοδος που έλαβε χώρα στα τέλη του 11ου αιώνα δεν συγκλήθηκε στην Αχρίδα, την έδρα της αρχιεπισκοπής, αλλά στον ναό του Αγίου Αχιλλείου.
Από τον 12ο αιώνα, όπως έχει υποστηριχθεί, η περιοχή των Πρεσπών αναδείχθηκε σε ανεξάρτητο Θέμα και απέκτησε στρατιωτικό και πολιτικό διοικητή, ενώ εκκλησιαστικά προβιβάστηκε σε επισκοπή, υπαγόμενη στην αρχιεπισκοπή της Αχρίδας, το μεγάλο διοικητικό και εκκλησιαστικό κέντρο της περιοχής. Η ετήσια πανήγυρη του αγίου Αχιλλείου, που πραγματοποιούνταν κάθε 15 Μαΐου, πλαισιωνόταν από το ιερατείο της αρχιεπισκοπής Αχρίδας.
Από τους επόμενους αιώνες, στα σημαντικά γεγονότα της ιστορίας της περιοχής συμπεριλαμβάνεται η κατάκτησή της από τον Σέρβο ηγεμόνα Στέφανο Δουσάν (1331-1355). Μετά τον θάνατό του, το 1355, και τη διάλυση του απέραντου σερβικού κράτους, η περιοχή των Πρεσπών, όπως και της γειτονικής Φλώρινας, περιήλθε στην εξουσία των Σέρβων ηγεμόνων που τέθηκαν επικεφαλής του δυτικού τμήματος της Μακεδονίας με έδρα τον Πρίλαπο στη σημερινή Βόρεια Μακεδονία. Περίπου το 1385, η περιοχή των Πρεσπών κυριεύθηκε από τους Οθωμανούς. Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, η περιοχή των Πρεσπών υπαγόταν στο σαντζάκι της Αχρίδας του βιλαετίου του Μοναστηρίου. Εκκλησιαστικά εξακολούθησε να ανήκει στην αρχιεπισκοπή της Αχρίδας μέχρι το 1767, οπότε η αρχιεπισκοπή καταργήθηκε με σουλτανικό διάταγμα και στη θέση της δημιουργήθηκε η μητρόπολη Πρεσπών και Αχριδών (Λυχνιδού) με έδρα την Αχρίδα, υπαγόμενη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.
Είναι ενδιαφέρον ότι οι περισσότερες από τις βυζαντινές πηγές αναφέρονται στην ευρύτερη περιοχή και στις δύο λίμνες με το όνομα Πρέσπα σε ενικό αριθμό, υπονοώντας την παρουσία στην περιοχή μίας ισχυρής πόλης-κάστρου με αυτό το όνομα. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, δεν έχουν εντοπιστεί τα οικιστικά κατάλοιπα κάποιου μεγάλου αστικού κέντρου γύρω από τις δύο λίμνες, ενώ κανένας από τους οικισμούς της περιοχής δεν φέρεται να ονομάζεται Πρέσπα. Στην περίπτωση που υπήρχε ένα ισχυρό κέντρο στην περιοχή, αυτό ίσως θα πρέπει να αναζητηθεί στη νησίδα του Αγίου Αχιλλείου, όπου εκτός από τον ομώνυμο ναό, που λειτούργησε ως επισκοπικός, και το φρούριο στη θέση Κάλε, επισημαίνεται η παρουσία τριών ακόμη ναών και ενός μοναστηριακού συγκροτήματος. Η ανασκαφική, επίσης, έρευνα έχει φέρει στο φως στον περιβάλλοντα χώρο του ναού του Αγίου Αχιλλείου ένα εκτεταμένο νεκροταφείο, η έκταση (500 τ.μ.) και η μεγάλη διάρκεια χρήσης του οποίου (12ος-αρχές 15ου αι.) προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός παρακείμενου οικισμού, ο οποίος θα ήταν σε συνεχή εξέλιξη κατά τη μεσοβυζαντινή και την υστεροβυζαντινή περίοδο.
Από τον 14ο αιώνα και εξής πληθαίνουν οι αναφορές για μικρούς οικισμούς γύρω από τις δύο λίμνες των Πρεσπών, όπως οι οικισμοί Δρένοβο (ταυτίζεται με το εγκαταλειμμένο σήμερα χωριό Κρανιές), Νίβιτσα (σημερινοί Ψαράδες) και Ρομπούς (σημερινός Λαιμός). Οι περισσότεροι από αυτούς φαίνεται ότι ιδρύθηκαν αυτή την περίοδο, με εξαίρεση ορισμένων που προϋπήρχαν. Ο Εβλιγιά Τσελεμπί, που επισκέφτηκε την περιοχή στα τέλη της δεκαετίας του 1670, επιβεβαιώνει ότι δεν υπήρχε κάποιο μεγάλο αστικό κέντρο στην περιοχή των Πρεσπών και απαριθμεί 40 εύφορα χωριά που δεν ξεχώριζαν μεταξύ τους ως προς το μέγεθος και «το καθένα είναι όμοιο με κωμόπολη». Τα χωριά τα χαρακτηρίζει ως εύπορα, πολυάνθρωπα και πολύ παραγωγικά.
Μνημεία
Μικρή Πρέσπα, νησίδα Αγίου Αχιλλείου
Στη νησίδα του Αγίου Αχιλλείου, παρά τη μικρή της έκταση, διατηρείται σήμερα ένας αξιόλογος αριθμός βυζαντινών μνημείων, διαφορετικών περιόδων, με σημαντικότερο όλων τον ομώνυμο ναό, που αποτελεί και ένα από τα πιο αξιόλογα μνημεία της περιοχής των Πρεσπών. Στη νοτιοανατολική άκρη της νησίδας, στην κορυφή του βουνού Κάλε, διατηρούνται τα κατάλοιπα ενός κάστρου, το οποίο ταυτίστηκε από τον καθηγητή Νικόλαο Μουτσόπουλο με το Κωνστάντιο, που ίδρυσε ο Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος μετά την αποκατάσταση της βυζαντινής κυριαρχίας στην περιοχή το 1018. Ο οχυρωματικός περίβολος του κάστρου είναι ελλειψοειδής σε κάτοψη και περικλείει έκταση 2,5 εκταρίων περίπου. Στο ψηλότερο σημείο του λόφου ανασκάφηκε ένας μικρός μονόχωρος δρομικός ναός.
Σε μικρή απόσταση νοτιοανατολικά του οικισμού της νησίδας διατηρούνται τα κατάλοιπα του μικρού ναού των Αγίων Αποστόλων, ο οποίος σώζεται στο ύψος της θεμελίωσης. Ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με νάρθηκα, τα κλίτη της οποίας χωρίζονται με κιονοστοιχίες. Χρονολογείται στον 11ο ή 12ο αιώνα.
Κοντά στους Αγίους Αποστόλους βρίσκονται τα κατάλοιπα του μικρού μονόχωρου ναού του Αγίου Δημητρίου, από τον οποίο διατηρείται σε μικρό ύψος μόνο ο ανατολικός και ο νότιος τοίχος. Από την κόγχη του Ιερού Βήματος του ναού προέρχεται μία αποτοιχισμένη σήμερα τοιχογραφία, που εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Φλώρινας, με παράσταση του Μελισμού, ένα εξαπτέρυγο και έναν ιεράρχη. Χρονολογείται στον 14ο αιώνα, εποχή κατά την οποία ανεγέρθηκε πιθανότατα και ο ναός.
Σε μικρή απόσταση, βόρεια από τον ναό του Αγίου Αχιλλείου, είναι κτισμένος ο ναός του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος χρησιμεύει σήμερα ως κοιμητηριακός ναός του μικρού οικισμού της νησίδας. Είναι μονόχωρος, με αμφικλινή ξύλινη στέγη και ξύλινη στοά (χαγιάτι) κατά μήκος της νότιάς του πλευράς. Η τρίπλευρη κόγχη του Ιερού Βήματος διατηρεί έως το ύψος του δίλοβου παραθύρου υποτυπώδη κεραμοπλαστικό διάκοσμο (κοσμήματα από πλίνθους) και ανήκει στην αρχική φάση ανέγερσης του ναού, που με βάση τον σωζόμενο τοιχογραφικό διάκοσμο τοποθετείται στα τέλη του 15ου αιώνα. Η σημερινή, ωστόσο, μορφή του ναού είναι αποτέλεσμα μεταγενέστερων επεμβάσεων. Οι τοιχογραφίες, που διασώζονται στον χώρο του Ιερού Βήματος, χαρακτηρίζονται από έντονα λαϊκό ύφος.
Στο νοτιοανατολικό άκρο της νησίδας βρίσκεται ο μικρός μονόχωρος ξυλόστεγος με μεταγενέστερο νάρθηκα ναός της Παναγίας Πορφύρας. Αποτελούσε άλλοτε καθολικό μονής, από την οποία διατηρούνται σήμερα τα κατάλοιπα των κελιών και άλλων βοηθητικών κτισμάτων. Οι εγκαταστάσεις της μονής υπέστησαν σημαντική καταστροφή από τους βομβαρδισμούς των Ιταλών το 1941. Στο καθολικό αναγνωρίζονται δύο οικοδομικές φάσεις. Στην αρχική ανήκει μόνο ο δυτικός τοίχος του ναού, ο οποίος διατηρεί τοιχογραφίες, που, σύμφωνα με τη σωζόμενη κτητορική επιγραφή, εκτελέστηκαν το 1524 και αποτελούν ένα αξιόλογο σύνολο ζωγραφικής με επιδράσεις από την καλλιτεχνική παραγωγή της Καστοριάς και της Αχρίδας. Από αυτή τη φάση ιδιαίτερα αξιόλογο θεωρείται το ξυλόγλυπτο περιθύρωμα του ναού. Σε μία δεύτερη οικοδομική φάση, στις αρχές του 18ου αιώνα, ο ναός ανακαινίστηκε ριζικά και απέκτησε τη μορφή που έχει μέχρι σήμερα. Εκτός από τις τοιχογραφίες του 1524, διατηρούνται δύο ακόμη στρώματα τοιχογραφιών. Στο δεύτερο στρώμα ανήκουν οι τοιχογραφίες της δυτικής πρόσοψης του ναού, οι οποίες χρονολογούνται λίγο μετά τις τοιχογραφίες της πρώτης φάσης, στα μέσα του 16ου αιώνα. Οι τοιχογραφίες του τρίτου στρώματος εντοπίζονται στον χώρο του Ιερού Βήματος και στον νότιο τοίχο του ναού. Σύμφωνα με τη σωζόμενη κτητορική επιγραφή, η τρίτη τοιχογράφηση πραγματοποιήθηκε το 1741 με δαπάνη «όλων των χριστιανών των περιχωρίων», στα χρόνια του επισκόπου Παρθένιου. Οι τοιχογραφίες του τρίτου στρώματος αποδίδονται στους ζωγράφους Κωνσταντίνο και Αθανάσιο από την Κορυτσά, που δύο χρόνια αργότερα εργάστηκαν στον ναό του Αγίου Γερμανού στο ομώνυμο χωριό των Πρεσπών.
Ναός Αγίου Αχιλλείου (Μικρή Πρέσπα, νησίδα Αγίου Αχιλλείου)
Ο ναός, που είναι κτισμένος στην πλαγιά ενός λόφου, στη βορειοανατολική πλευρά της νησίδας, είναι μεγάλων διαστάσεων (44,70 x 22,00 μ.) και ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με νάρθηκα. Σήμερα διατηρούνται ορισμένα μόνο μέρη, κυρίως του ανατολικού τμήματος του ναού.
Όπως έχει επικρατήσει στην έρευνα, παρά τις διαφορετικές απόψεις που έχουν διατυπωθεί τελευταία, ο ναός θεωρείται ότι κτίστηκε από τον Βούλγαρο τσάρο Σαμουήλ μετά την κατάληψη της Λάρισας το 985 ή 986, με σκοπό να στεγάσει το λείψανο του αγίου Αχιλλείου και παράλληλα να αποτελέσει την έδρα του βουλγαρικού πατριαρχείου. Αργότερα, μετά την παλινόρθωση της βυζαντινής κυριαρχίας στην περιοχή (1018) και την ίδρυση της επισκοπής των Πρεσπών (12ος αι.), ο ναός λειτούργησε ως επισκοπικός. Με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα ήταν σε χρήση μέχρι τις αρχές του 15ου αιώνα.
Ο αρχιτεκτονικός τύπος του ναού αποτελεί επιβίωση κατά τη βυζαντινή περίοδο του αντίστοιχου παλαιοχριστιανικού τύπου. Στην ημικυκλική αψίδα του Ιερού Βήματος, που είναι σημαντικά μεγαλύτερη από εκείνες της πρόθεσης και του διακονικού, σχηματίζεται βαθμιδωτό σύνθρονο, στοιχείο που επιβεβαιώνει τη χρήση του ναού ως επισκοπικού. Ο ναός παλαιότερα θεωρούνταν ότι διέθετε υπερώα, άποψη ωστόσο που αμφισβητείται από ορισμένους ερευνητές. Η πρόθεση και το διακονικό έχουν κάτοψη συνεπτυγμένου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού και στεγάζονταν με δύο κυλινδρικούς τρουλίσκους. Το δάπεδο του ναού είναι στρωμένο από ορθογώνιες λίθινες πλάκες, που αποτελούν υλικό σε δεύτερη χρήση και πιθανότατα προέρχονται από τάφους αρχαίων χρόνων. Ο ναός είναι κτισμένος με αργούς λίθους και λευκό ασβεστοκονίαμα ως συνδετικό υλικό. Στην τοιχοποιία του παρατηρείται η έντονη χρήση ξυλοδεσιών, των «ιμαντώσεων» των βυζαντινών. Επιμελέστερη πλινθοπερίκλειστη τοιχοποιία και ποικίλα πλινθοπερίκλειστα κοσμήματα παρατηρούνται στην εξωτερική διαμόρφωση του τυμπάνου του τρουλίσκου της πρόθεσης, από το οποίο διατηρείται ένα μικρό μόνο τμήμα. Σε επαφή με τη νότια εξωτερική πλευρά της βασιλικής διατηρούνται τα θεμέλια ενός τριμερούς προσκτίσματος, το οποίο κτίστηκε κατά τους υστεροβυζαντινούς χρόνους και είχε ταφικό χαρακτήρα.
Από την άλλοτε λαμπρή τοιχογράφηση του ναού διατηρούνται σήμερα ελάχιστα τμήματα, που ανήκουν σε δύο στρώματα, τη χρονολόγηση των οποίων δυσχεραίνει η κακή κατάσταση διατήρησής τους. Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, χρονολογούνται στα μέσα του 11ου και στα τέλη του 12ου αιώνα. Οι τοιχογραφίες του μνημείου, για λόγους προστασίας, αποτοιχίστηκαν και τα καλύτερα διατηρημένα τμήματά τους εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Φλώρινας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι 14 ή κατά άλλους 18 αψίδες που είναι ζωγραφισμένες με ερυθρό χρώμα στην κατώτερη ζώνη της κόγχης του Ιερού Βήματος, όπου αναγράφονται οι έδρες των επισκόπων που υπάγονταν στην αρχιεπισκοπή Αχρίδας.
Το 2022, με επιστημονική επίβλεψη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Φλώρινας, παραδόθηκε στο κοινό η τρισδιάστατη απεικόνιση του μνημείου μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας και με τη χρήση εφαρμογής επαυξημένης πραγματικότητας (AR).
Ασκηταριά Μεγάλης Πρέσπας:
Στις βραχώδεις όχθες της Μεγάλης Πρέσπας αναπτύχθηκε μετά τον 13ο αιώνα ένας ιδιότυπος ασκητικός μοναχισμός, ο οποίος άκμασε καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου μέχρι και τον 19ο αιώνα. Στην άνθηση του αναχωρητισμού στην περιοχή συνέβαλε αποφασιστικά το υπερβατικό τοπίο της λίμνης σε συνδυασμό με τη γεωγραφική της απομόνωση. Τα ασκηταριά βρίσκονται σε απομονωμένα σπήλαια στις βραχώδεις ακτές της λίμνης και διαθέτουν στις περισσότερες περιπτώσεις μικρούς ναούς και άλλα βοηθητικά κτίσματα για τις ανάγκες των ασκητών. Ο πλησιέστερος προς τα ερημητήρια οικισμός της Μεγάλης Πρέσπας είναι οι Ψαράδες (πρώην Νίβιτσα ή Νίβιστα), που αναφέρεται σε γραπτά κείμενα πριν από τα μέσα του 14ου αιώνα. Η γεωγραφική κατανομή μάλιστα των ασκηταριών, με ιδιαίτερη πυκνότητα γύρω από τους Ψαράδες, έχει οδηγήσει στην άποψη ότι η ανάπτυξη του μοναχισμού στην περιοχή είναι στενά συνδεδεμένη με την ίδρυση του οικισμού.
Στο ελληνικό τμήμα της λίμνης κατανέμονται επτά ασκηταριά, με πιο γνωστά αυτά της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, της Μικρής Ανάληψης και της Παναγίας Ελεούσας (βλ. παρακάτω). Τα υπόλοιπα τέσσερα ασκηταριά διασώζουν υπολείμματα μόνο αρχιτεκτονικής και ζωγραφικού διακόσμου. Ο αριθμός των ασκηταριών είναι πιθανό να είναι, ωστόσο, αρκετά μεγαλύτερος με βάση τα πορίσματα των ερευνών της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας Βόρειας Ελλάδας, η οποία κατέγραψε άγνωστα μέχρι σήμερα σπήλαια στις όχθες της λίμνης της Μεγάλης Πρέσπας, σε τουλάχιστον δύο από τα οποία (Ράκσανετς Ι και Παναγία Γλυκοφιλούσα) εντοπίστηκε κεραμική που χρονολογείται από τα μεταβυζαντινά έως και τα νεότερα χρόνια. Οι δυσχερείς συνθήκες πρόσβασης και διαμονής στα ασκηταριά των Πρεσπών υποδεικνύουν την αποκλειστική λειτουργία τους ως ανδρώα μοναστήρια. Λόγω του πολύ περιορισμένου χώρου ανάπτυξής τους, σε λίγα μόνο από αυτά, όπως της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα και της Παναγίας Ελεούσας, μπορεί να υποστηριχθεί η λειτουργία τους ως κοινοβιακά μοναστήρια με μεγάλο αριθμό ασκητών.
Τρία από τα ασκηταριά που είναι κατανεμημένα στην αλβανική πλευρά της λίμνης, του Αρχαγγέλου στη θέση Trstenik, του Ευαγγελισμού κοντά στο χωριό Globočani, στη θέση Blashtojne ή Crna Pešta, και της Θεοτόκου στη θέση Globoko, παρουσιάζουν ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, καθώς το καθένα από αυτά αναπτύσσεται σε δύο επίπεδα· στο ένα επίπεδο αναπτύσσεται ο ναός του ασκηταριού και στο άλλο το ερημητήριο, ο χώρος δηλαδή διαμονής των ασκητών. Ένα από τα σημαντικότερα ασκηταριά της Μεγάλης Πρέσπας βρίσκεται στο νησί του Mali Grad, στο αλβανικό τμήμα της λίμνης, και είναι αφιερωμένο στο Γενέσιο της Θεοτόκου. Ο ναός του ασκηταριού διασώζει αξιόλογες τοιχογραφίες τριών φάσεων, ακριβώς χρονολογημένες με επιγραφές, του 1344/5, του 1368/9 και του 1607.
Μεγάλη Πρέσπα - Ασκηταριό Μεταμόρφωσης
Βρίσκεται στον μυχό μιας μικρής παραλίας της Μεγάλης Πρέσπας, δυτικά του οικισμού των Ψαράδων. Ο μικρός μονόχωρος καμαροσκέπαστος ναός του ασκηταριού είναι κτισμένος στο εσωτερικό ενός αβαθούς σπηλαίου, σε υπερυψωμένο επίπεδο, στο οποίο οδηγεί σήμερα μία μικρή μεταλλική σκάλα. Θεωρείται το παλαιότερο μονύδριο της περιοχής, καθώς η ίδρυση του ανάγεται στον 13ο αιώνα με βάση τη χρονολόγηση του ξυλόγλυπτου διακόσμου δύο τμημάτων από το αρχικό ξύλινο τέμπλο του ναού, τα οποία εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Φλώρινας. Τα δύο ξυλόγλυπτα θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικά, λόγω της σπανιότητας παρόμοιων έργων από αυτήν την περίοδο. Στην καμάρα του ναού διατηρούνται σπαράγματα τοιχογραφιών, πιθανότατα από την εποχή της ανέγερσης του μνημείου. Στον αρχικό ναό προστέθηκε σε μεταγενέστερη εποχή ένας δεύτερος χώρος, πιθανότατα με σκοπό να λειτουργήσει ως νάρθηκας ή ως μοναστηριακή λιτή. Στο εσωτερικό αυτού του χώρου εντοπίστηκαν λείψανα τοιχογραφικού διακόσμου που ανήκουν στον 16ο ή τον 17ο αιώνα.
Στα προσκτίσματα του ασκηταριού ανήκουν δύο κτίσματα για τη στέγαση των κελιών των μοναχών, ένας χώρος που χρησίμευε πιθανότατα ως τράπεζα και μία αποθήκη.
Η πρόσβαση στο ασκηταριό είναι ευκολότερη σε σχέση με τα υπόλοιπα ασκηταριά της λίμνης, στοιχείο που, σε συνδυασμό με την αρχαιότητα του ασκηταριού, το μέγεθός του και τα βοηθητικά κτίσματα που διαθέτει, έχει οδηγήσει στην υπόθεση ότι λειτουργούσε ως ο κυριακός ναός όλων των ερημητήριων της περιοχής.
Μεγάλη Πρέσπα - Ασκηταριό Μικρής Ανάληψης
Από το ασκηταριό της Μικρής Ανάληψης διατηρείται ένας μικρός μονόχωρος καμαροσκέπαστος ναός χωρίς νάρθηκα, που είναι κτισμένος ψηλά, σε μια εσοχή βράχων. Η πρόσβαση στον ναό, που άλλοτε ήταν εξαιρετικά δύσκολη, επιτυγχάνεται σήμερα με μια σειρά από μεταλλικές σκάλες. Στο εσωτερικό του ναού διατηρούνται τοιχογραφίες στον χώρο του Ιερού Βήματος και στο ανατολικό τμήμα της ημικυλινδρικής καμάρας. Βάσει τεχνοτροπικών κριτηρίων χρονολογούνται στις αρχές του 15ου αιώνα.
Μεγάλη Πρέσπα - Ασκηταριό Παναγίας Ελεούσας
Βρίσκεται σε μια μικρή παραλία της νότιας όχθης της Μεγάλης Πρέσπας και είναι το μεγαλύτερο από τα ασκηταριά της περιοχής. Αναπτύσσεται στο εσωτερικό ενός μεγάλου σπηλαίου, το άνοιγμα του οποίου βρίσκεται 40 μ. πάνω από τη στάθμη της λίμνης. Η πρόσβαση σε αυτό γινόταν άλλοτε με σκαλοπάτια κτιστά ή λαξευμένα στον φυσικό βράχο, καθώς επίσης και μέσω μίας ξύλινης σκάλας για τα τελευταία μέτρα. Σήμερα, για την πρόσβαση στο μνημείο έχει κατασκευαστεί μία μεγάλη πέτρινη κλίμακα. Το μικρών διαστάσεων καθολικό του ασκηταριού είναι κτισμένο στο βάθος του σπηλαίου και ανήκει στον τύπο του μονόχωρου καμαροσκέπαστου ναού χωρίς νάρθηκα. Εκτός από το καθολικό, διατηρούνται υπολείμματα κτιστών τοίχων των κελιών της μοναστικής κοινότητας και ένας χαμηλός κτιστός περίβολος μπροστά από τον ναό. Γύρω από τη θεμελίωση του ναού ερευνήθηκαν επίσης ορισμένοι λακκοειδείς τάφοι.
Ιδιαίτερο στοιχείο του ναού αποτελεί η καλή διατήρηση του εξωτερικού γραπτού διακόσμου των τεσσάρων όψεων του, ο οποίος μιμείται το πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοποιίας των βυζαντινών ναών. Επειδή, δηλαδή, οι πλίνθοι ήταν δύσκολο να κατασκευαστούν ή να μεταφερθούν σε αυτό το σημείο της λίμνης, ο ζωγράφος απέδωσε με κόκκινες γραμμές τις πλίνθους που περιβάλλουν τους λίθους της τοιχοποιίας σε ναούς που είναι κτισμένοι σύμφωνα με το πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Παράλληλα, απέδωσε ζωγραφικά ποικίλα κεραμοπλαστικά κοσμήματα και άλλα συμβολικά θέματα. Το πλούσιο αισθητικό αποτέλεσμα των όψεων του ναού της Παναγίας Ελεούσας παραπέμπει κυρίως στις ιδιαίτερα κοσμημένες όψεις με πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοποιίας και πλούσια κεραμοπλαστικά κοσμήματα των μεσοβυζαντινών ναών της Καστοριάς. Η πρακτική της ζωγραφικής απομίμησης της πλινθοπερίκλειστης τοιχοποιίας απαντά και σε άλλα παραδείγματα ναών της Μακεδονίας και της Σερβίας από τον 11ο έως τον 14ο αιώνα.
Σύμφωνα με τη σωζόμενη κτητορική επιγραφή, ο ναός ανεγέρθηκε και τοιχογραφήθηκε το 1409/10 με δαπάνη τριών κτητόρων, του «τιμιωτάτου ἐν ἱερομονάχοις κῦρ Σάβα», του «κῦρ Ἰάκωβου» και του Βαρλαάμ. Στην κτητορική επιγραφή του ναού μνημονεύεται ο Σέρβος κράλης (βασιλιάς) Vukašin Mrnjavčević, στον οποίο είχε περιέλθει αρκετά χρόνια νωρίτερα (1355-1371) η περιοχή. Ο ναός είναι κατάγραφος με αξιόλογες τοιχογραφίες, οι οποίες με βάση την τεχνοτροπική τους ανάλυση εκτελέστηκαν από δύο ζωγράφους. Σε μία από τις επιγραφές του ναού παραδίδεται το όνομα του ενός από τους δύο ζωγράφους, του ιερομόναχου Ιωαννίκιου. Η ζωγραφική της Παναγίας Ελεούσας εντάσσεται στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής παραγωγής που αναπτύχθηκε αυτή την περίοδο σε μεγάλα καλλιτεχνικά κέντρα του ευρύτερου μακεδονικού χώρου, της Καστοριάς, της Αχρίδας, της Κορυτσάς και της Βέροιας.
Μεγάλη Πρέσπα - Ασκηταριό Αγίου Αθανασίου
Τοιχογραφίες στους βράχους
Στον κόλπο του χωριού Ψαράδες, στους κάθετους, απροσπέλαστους από την ξηρά βράχους της απέναντι του οικισμού όχθης, διατηρούνται δύο τοιχογραφίες με παραστάσεις της Θεοτόκου, σε μικρή απόσταση μεταξύ τους. Ίχνη λαξεύσεων ή η διατήρηση πρόχειρων τοίχων στην περιοχή των δύο τοιχογραφιών φανερώνουν ότι αυτές ανήκαν άλλοτε σε απομονωμένα ασκηταριά. Σύμφωνα με τις σωζόμενες επιγραφές, η μία από τις δύο παραστάσεις χρονολογείται το 1373 και η δεύτερη το 1455/6. Στη δεητική επιγραφή της πρώτης παράστασης, η Θεοτόκος φέρει την προσωνυμία «Η Πάντων Χαρά», ενώ μνημονεύονται τα ονόματα των αφιερωτών Μιχαήλ, Κωνσταντίνου και Μανουήλ Δραγάση. Το γνωστό επώνυμο των τριών αφιερωτών, οι οποίοι φαίνεται ότι ήταν μάλλον κοσμικοί και όχι μοναχοί, υποδεικνύει την παρουσία στην περιοχή των Πρεσπών οικογενειών με ευγενική καταγωγή.
Την παρουσία ενός ακόμη ασκηταριού υποδηλώνει η τοιχογραφία με την παράσταση του Αγίου Νικολάου επάνω σε βράχο βορειοανατολικά, μετά την έξοδο από τον κόλπο των Ψαράδων. Την παράσταση του αγίου συνοδεύει δεητική επιγραφή που χρονολογείται στο έτος 1827.
Σπήλαια «Ζαχαριάδη» και «Νοσοκομείο των ανταρτών»
Με τη σύγχρονη ιστορία της περιοχής συνδέονται δύο σπήλαια των Πρεσπών. Το πρώτο βρίσκεται 1 χλμ. δυτικά του χωριού Πύλη και χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου ως κρησφύγετο του Γενικού Γραμματέα του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη. Το δεύτερο, που είναι γνωστό ως «Νοσοκομείο των ανταρτών», βρίσκεται στη δυτική όχθη της Μικρής Πρέσπας, σε απόσταση περίπου 3,5 χλμ. μετά το χωριό Βροντερό. Χρησιμοποιήθηκε το 1949 ως χώρος περίθαλψης των τραυματισμένων στρατιωτών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.
Βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία στα χωριά των Πρεσπών
Ναός Αγίου Γερμανού, χωριό Άγιος Γερμανός
Στα χωριά των Πρεσπών διατηρείται ένας αξιόλογος αριθμός βυζαντινών μνημείων. Από αυτά ξεχωρίζει ο μικρός πρώιμου τύπου σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο ναός των αρχών του 11ου αιώνα στην κοινότητα του Αγίου Γερμανού (πρώην Γέρμανη), που είναι αφιερωμένος στον ομώνυμο πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος, μετά τον άγιο Αχίλλειο, καθιερώθηκε ως τοπικός άγιος της περιοχής. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ο ναός φιλοξενεί το σκήνωμα του αγίου Γερμανού. Ο ναός έναι πιθανό να λειτούργησε ως επισκοπικός των Πρεσπών, μετά την εγκατάλειψη της βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου (αρχές 15ου αι.). Το δυτικό τμήμα του ναού εφάπτεται με το Ιερό Βήμα μεταγενέστερης μεγάλης τρίκλιτης βασιλικής, που σύμφωνα με τη σωζόμενη κτητορική επιγραφή ανεγέρθηκε το 1882. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η τοιχοποιία του μνημείου, που αποτελείται από ζώνες λίθων εναλλασσόμενες με ζώνες πλίνθων και ενδιάμεσα κεραμοπλαστικά γράμματα στους κατακόρυφους αρμούς.
Ο ναός του Αγίου Γερμανού είναι κατάγραφος με τοιχογραφίες, που βάσει επιγραφής χρονολογούνται το 1743, στα χρόνια του επισκόπου Παρθένιου, ο οποίος μνημονεύεται δύο χρόνια νωρίτερα στην κτητορική επιγραφή του καθολικού της μονής της Παναγίας Πορφύρας στη νησίδα του Αγίου Αχιλλείου. Οι τοιχογραφίες του Αγίου Γερμανού αποδίδονται μάλιστα στους ίδιους ζωγράφους που φιλοτέχνησαν τις τοιχογραφίες της Παναγίας Πορφύρας. Στον ναό του Αγίου Γερμανού διατηρούνται υπολείμματα δύο ακόμη προγενέστερων στρωμάτων τοιχογραφιών, το πρώτο του 11ου αιώνα και το δεύτερο του τέλους του 12ου ή των αρχών του 13ου αιώνα.
Υδρόμυλος, χωριό Άγιος Γερμανός
Στο χωριό του Αγίου Γερμανού έχει αποκατασταθεί υποδειγματικά ένας από τους πολλούς νερόμυλους που υπήρχαν στην περιοχή, αποσπώντας το 2016 το βραβείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Europa Nostra. Ο υδρόμυλος, που κτίστηκε το 1930, είναι σήμερα επισκέψιμος για το κοινό, το οποίο μπορεί να ξεναγηθεί στους μηχανισμούς και στον περιβάλλοντα χώρο του.
Ναός Αγίου Νικολάου, Πύλη
Ο ναός του Αγίου Νικολάου στο χωριό Πύλη (πρώην Βίνενη), στη βορειοδυτική όχθη της Μικρής Πρέσπας, θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικός, αν και διατηρείται σε ερειπιώδη κατάσταση. Ανήκει στον τύπο του μονόχωρου τρίκογχου ναού με τρούλο και παρουσιάζει την ιδιοτυπία ότι η βόρεια και η νότια κόγχη του, όπως και η πρόθεση και το διακονικό, εγγράφονται στο πάχος του βόρειου και του νότιου τοίχου. Ξεχωρίζει για την πλούσια διάρθρωση των όψεών του, που είναι κτισμένες σύμφωνα με το πλινθοπερίκλειστο σύστημα και κοσμούνται με πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο. Πιθανότατα χρονολογείται στο τέλος του 13ου ή στον 14ο αιώνα. Μετά τα μέσα του 14ου αιώνα χρονολογείται ο αρκετά φθαρμένος σωζόμενος τοιχογραφικός διάκοσμος του ναού.
Άλλοι ναοί στα χωριά των Πρεσπών
Στα χωριά των Πρεσπών διατηρείται μία πληθώρα ναών, κυρίως του 19ου αιώνα, οι περισσότεροι από τους οποίους ανήκουν στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής ή στον απλό μονόχωρο τύπο. Τα κατάλοιπα ενός από τους παλαιότερους ναούς στην περιοχή διατηρούνται στο χωριό Λευκώνα (πρώην Πόπλι). Πρόκειται για τον μικρό τρίκογχο ναό της Αγίας Άννας, που χρονολογείται μεταξύ των αρχών του 11ου και των μέσων του 12ου αιώνα. Κατά τη διάρκεια των εργασιών αποκατάστασης του μνημείου αποκαλύφθηκαν δύο στρώματα τοιχογραφιών του 12ου και του 18ου αιώνα. Στο χωριό Λαιμός (πρώην Ρομπούς) βρίσκεται ο ναός της Υπαπαντής, στο εσωτερικό του οποίου διατηρούνται αξιόλογες τοιχογραφίες των αρχών του 15ου αιώνα. Ο μικρός ναός του Αγίου Νικολάου (Αγία Σωτήρα) στο χωριό Πλατύ (πρώην Στέρκοβο) διασώζει πλούσιο τοιχογραφικό διάκοσμο, που χρονολογείται βάσει επιγραφής το 1591.











