Πετροπηγή
Πετροπηγή, ένα μικρό κάστρο, σταθμός της Εγνατίας οδού
Το μικρών διαστάσεων κάστρο διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση κοντά στο χωριό Πετροπηγή του Δήμου Νέστου, δίπλα στην Εθνική οδό Καβάλας-Ξάνθης, ανάμεσα στα καλλιεργήσιμα χωράφια της περιοχής. Απέχει από τη θάλασσα περίπου 7 χλμ., απόσταση που κατά την αρχαιότητα θα ήταν μικρότερη, καθώς λόγω των προσχώσεων η ακτογραμμή έχει μετατοπιστεί. Σε κοντινή απόσταση, δυτικά του κάστρου, κοντά στο χωριό Ποντολίβαδο, βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος της αρχαίας οχυρωμένης πόλης της Πιστύρου, αποικίας της Θάσου, που στο β΄ μισό του 6ου αιώνα π.Χ. ανέπτυξε σημαντική εμπορική δραστηριότητα.
Το κάστρο χρονολογείται στους υστεροβυζαντινούς χρόνους (τέλη 13ου-μέσα 14ου αι.) και θεωρείται ότι αποτελούσε σταθμό της Εγνατίας οδού, η οποία διερχόταν πιθανότατα με κατεύθυνση ΝΔ-ΒΑ έξω από τη βόρεια πλευρά του κάστρου, ακολουθώντας τη χάραξη της σύγχρονης Επαρχιακής οδού Καβάλας-Ξάνθης. Σκοπός του κάστρου ήταν ο έλεγχος του δρόμου, καθώς επίσης και η ασφαλής διαμονή και διέλευση των ταξιδιωτών και του στρατού. Το κάστρο βρίσκεται μεταξύ δύο σημαντικών σταθμών της αρχαίας οδού, του Ακοντίσματος στα δυτικά και της Τοπείρου στα ανατολικά. Σύμφωνα με μία άποψη, η οποία, ωστόσο, δεν λαμβάνει υπόψη της τη χρονολόγηση του κάστρου της Πετροπηγής στους υστεροβυζαντινούς χρόνους, στη θέση του θα πρέπει να αναζητηθεί ο σταθμός αλλαγής αλόγων (mutatio) της Εγνατίας οδού Purdis, ο οποίος, με βάση το οδοιπορικό του Μπορντώ, ακολουθούσε μετά τον σταθμό του Ακοντίσματος και βρισκόταν στα όρια των επαρχιών Μακεδονίας και Ροδόπης (σημερινής Θράκης).
Το κάστρο, με προσανατολισμό ΒΑ-ΝΔ, έχει τετράγωνη κάτοψη, με τέσσερις τετράπλευρους πύργους να εξέχουν από το ευθύγραμμο τμήμα του οχυρωματικού περιβόλου, από έναν σε κάθε μία σχεδόν από τις γωνίες του. Οι διαστάσεις του κάστρου είναι 33 x 33 μ., που αντιστοιχούν ακριβώς σε 100 x 100 ρωμαϊκούς πόδες, στοιχείο που υποδεικνύει ότι το κάστρο σχεδιάστηκε εξαρχής από έναν έμπειρο αρχιτέκτονα. Η καλύτερα διατηρημένη νοτιοδυτική του πλευρά σώζεται στο αρχικό της ύψος, που είναι 5,30 μ. Η τοιχοποιία του αποτελείται από αργούς λίθους, στους αρμούς των οποίων παρεμβάλλονται πλίνθοι. Μία ζώνη από τρεις σειρές πλίνθων περιτρέχει τις τέσσερις πλευρές του κάστρου, σε μικρό ύψος από την επιφάνεια του εδάφους.
Σύμφωνα με τα δεδομένα της ανασκαφικής έρευνας που διεξήχθη από το Νορβηγικό Ινστιτούτο της Αθήνας από το 1993 έως το 2002, αναγνωρίζονται τρεις κύριες οικοδομικές φάσεις. Αρχικά, το κάστρο διέθετε τρεις τετράπλευρους πύργους, έναν στη νοτιοανατολική, έναν στη βορειοανατολική και έναν κοντά στη βορειοδυτική του γωνία. Στο ισόγειο των τριών πύργων ανοίγονταν ισάριθμες πύλες εισόδου στο κάστρο. Σε μία δεύτερη φάση, η οποία δεν απέχει σημαντικά χρονικά από την πρώτη, ενισχύθηκαν και επιμηκύνθηκαν οι τρεις πύργοι του κάστρου, ενώ καταργήθηκε η πύλη εισόδου στον πύργο της βορειοανατολικής γωνίας. Παράλληλα, προστέθηκε ένας τέταρτος τετράπλευρος πύργος στη νοτιοδυτική γωνία του κάστρου.
Κατά την τρίτη οικοδομική φάση, καταργήθηκε και η δεύτερη πύλη εισόδου κοντά στη βορειοδυτική γωνία του κάστρου, με αποτέλεσμα η πρόσβαση σε αυτό να είναι πλέον δυνατή μόνο από την πύλη στη νοτιοανατολική του γωνία. Στην τρίτη αυτή φάση ανεγέρθηκαν στο εσωτερικό του κάστρου δύο μεγάλα επιμήκη, παράλληλα μεταξύ τους κτήρια, που εκτείνονται με κατεύθυνση Α-Δ σε όλο το πλάτος του κάστρου.
Το πρώτο κτήριο είναι κτισμένο σύμφωνα με το πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοποιίας, στο κεντρικό τμήμα του κάστρου, διαιρώντας τον εσωτερικό του χώρο σε δύο τμήματα, ένα βόρειο και ένα νότιο. Η επικοινωνία ανάμεσα στα δύο αυτά τμήματα επιτυγχανόταν μέσω μίας διαμπερούς πύλης στην ανατολική πλευρά του κτηρίου. Για την κατασκευή του δεύτερου κτηρίου, κατά μήκος της βόρειας πλευράς του κάστρου, κτίστηκε ένας μεγάλος τοίχος με κατεύθυνση Α-Δ, σε απόσταση 3,20 μ. από τον βόρειο τοίχο του οχυρωματικού περιβόλου.
Στο εσωτερικό των δύο κτηρίων διατηρούνται κατάλοιπα τζακιών, ενός στο εσωτερικό του πρώτου κτηρίου και εννιά στο δεύτερο, τα οκτώ εκ των οποίων κατανέμονται σε ίσες μεταξύ τους αποστάσεις κατά μήκος του βόρειου τοίχου. Η παρουσία τζακιών και η γενικότερη μορφολογία των δύο κτηρίων, σε συνδυασμό με τα κινητά ευρήματα, συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι το κάστρο λειτουργούσε πλέον ως χάνι, για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των ταξιδιωτών που διέρχονταν την Εγνατία οδό.
Μεταξύ των δύο κτηρίων, στο βορειοανατολικό τμήμα του κάστρου, η ανασκαφική έρευνα έφερε στο φως μία τετράγωνη κατασκευή που στηρίζεται σε τέσσερις κυλινδρικούς πεσσούς. Από τους ανασκαφείς ταυτίζεται με μεστζίτ, ένα μικρού μεγέθους δηλαδή μουσουλμανικό τέμενος, η παρουσία του οποίου είναι συνήθης σε χάνια.
Η αρχιτεκτονική του κάστρου της Πετροπηγής θυμίζει σε μεγάλο βαθμό τα τετραπύργια της εποχής του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ.), μικρά ορθογώνια φρούρια με διπλή πύλη και τέσσερις πύργους στις γωνίες. Στην περιοχή της Μακεδονίας, τα ρωμαϊκά τετραπύργια μιμείται το επισκοπικό συγκρότημα στη θέση Λουλουδιές του Κίτρους της Πιερίας, που ανεγέρθηκε το 479 μ.Χ. Σύμφωνα, ωστόσο, με τα αρχαιολογικά δεδομένα, η χρονολόγηση του κάστρου της Πετροπηγής τοποθετείται στους υστεροβυζαντινούς χρόνους. Η εξέταση με ραδιενεργό άνθρακα (C-14) ενός κομματιού ξύλου από τη σκαλωσιά που χρησιμοποιήθηκε για την ανοικοδόμηση του κάστρου υπέδειξε χρονολόγηση μεταξύ 1275 και 1350, χρονολογικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι δύο πρώτες οικοδομικές φάσεις του κάστρου. Ειδικότερα, οι ανασκαφείς θεωρούν ότι ανεγέρθηκε στα τέλη του 13ου αιώνα, όταν η περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης περιήλθε εκ νέου στη σφαίρα επιρροής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1261, που από το 1204 είχε περιέλθει στα χέρια των Σταυροφόρων.
Λίγο αργότερα, στο α΄ μισό του 14ου αιώνα, πριν από την κατάληψη της περιοχής από τους Οθωμανούς, οι οποίοι προέλασαν στον χώρο της Ανατολικής Μακεδονίας στα τέλη του 14ου αιώνα, μετά τη νίκη τους στη μάχη Ορμενίου (1371), χρονολογείται από τους ανασκαφείς η δεύτερη οικοδομική φάση, κατά την οποία ενισχύθηκε η στρατιωτική λειτουργία του κάστρου.
Η τρίτη οικοδομική φάση, κατά την οποία το κάστρο μετατράπηκε σε χάνι, τοποθετείται μεταξύ των ετών 1410 και 1425, σύμφωνα με την εξέταση με ραδιενεργό άνθρακα (C-14) ενός κομματιού καμένου ξύλου, που βρέθηκε σε ένα από τα δύο κτήρια στο εσωτερικό του κάστρου. Με βάση τα ανασκαφικά ευρήματα, το χάνι ήταν σε λειτουργία τουλάχιστον μέχρι και τον 16ο αιώνα.
