Παπίκιο όρος
Παπίκιον όρος, «το Άγιον Όρος της Θράκης»
Το Παπίκιον όρος, γνωστό και ως «Αετοβούνι» ή «Χιονοβούνι», με την ψηλότερή του κορυφή να φτάνει τα 1.502 μ., υψώνεται στα νοτιοανατολικά της οροσειράς της Ροδόπης, στα σύνορα με τη Βουλγαρία, πάνω από τη βυζαντινή Μοσυνούπολη και το βυζαντινό κάστρο του Πολύανθου. Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, από τον 11ο έως το α΄ μισό του 14ου αιώνα, εδώ αναπτύχθηκε ένα σημαντικό μοναστικό κέντρο, οργανωμένο σύμφωνα με τα πρότυπα του Αγίου Όρους. Την ακμή της μοναστικής πολιτείας μαρτυρεί σήμερα ένας σημαντικός αριθμός αρχιτεκτονικών καταλοίπων, που ανήκουν σε μοναστηριακά συγκροτήματα, ναούς και άλλα κτίσματα.
Στα νότια του Παπίκιου όρους, κατά μήκος της πεδιάδας της Κομοτηνής, διερχόταν, όπως και σήμερα, η Εγνατία οδός, η οποία εξυπηρετούσε τις στενές, επιβεβαιωμένες μέσα από γραπτές πηγές και ανασκαφικά ευρήματα, επαφές που διατηρούσαν οι μοναχοί τόσο με τις πόλεις-κάστρα της γύρω περιοχής και την Κωνσταντινούπολη, όσο και με άλλα μοναστικά κέντρα, όπως το Άγιον Όρος. Μέσω της Εγνατίας, το μοναστικό κέντρο του Παπίκιου όρους ήταν, επίσης, προσιτό σε προσκυνητές, συχνά ανώτερους αξιωματούχους, που το ευνόησαν με τις πλουσιοπάροχες δωρεές τους, αλλά και σε καλλιτέχνες και τεχνίτες, που με τα έργα τους προίκισαν τη μοναστική κοινότητα.
Ιστορική διαδρομή
Η επωνυμία του μοναστικού κέντρου, σύμφωνα με τον μοναχό Ακάκιο Σαββαΐτη (α΄ τέταρτο 13ου αι.), οφείλεται στον πρώτο ανώνυμο ασκητή της περιοχής: «Ἀρχὴν δὲ τῇ κατοικήσει τοῦ ὂρους γέρων τις πρῶτος κατῴκησεν ἐκεῖσε τὴν κλῆσιν ἒχων πάππος καὶ διὰ τοῦτο Παπίκιον». Ο ίδιος αναφέρει ότι εδώ λειτουργούσαν 370 μοναστήρια, αριθμός υπερβολικός, που καταδεικνύει, ωστόσο, τη σημασία της μοναστικής κοινότητας.
Η παλαιότερη γραπτή αναφορά στο Παπίκιον όρος απαντά στο Τυπικό της Μονής της Θεοτόκου Πετριτζονίτισσας στο Μπάτσκοβο της Βουλγαρίας (1083). Όπως έχει, ωστόσο, υποστηριχθεί, οι πρώτες εγκαταστάσεις των μοναχών θα πρέπει να αναχθούν στους χρόνους της Εικονομαχίας (8ος-α΄ μισό 9ου αι.). Τότε, το Παπίκιον όρος, απομονωμένο από τα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου απαγορευόταν η λατρεία των εικόνων, εξασφάλιζε την απαραίτητη απομόνωση στους εικονολάτρες ασκητές και ερημίτες.
Βυζαντινοί ιστορικοί και χρονογράφοι, οι οποίοι αναφέρονται στα ιστορικά γεγονότα του 12ου αιώνα, σημειώνουν την ύπαρξη στη μοναστική πολιτεία «πλείστων σεμνείων» και «φροντιστηρίων», πολλών δηλαδή μοναστηριών όπου ασπάστηκαν τον μοναχισμό επιφανή πρόσωπα του Βυζαντίου, όπως ο πρωτοστράτωρ Αλέξιος Αξούθ, ο σεβαστοκράτωρ Αλέξιος και ο Σέρβος ηγεμόνας Στέφανος Α΄ Νεμάνια . Στις αρχές του 14ου αιώνα έζησαν εδώ, για μικρό χρονικό διάστημα, δύο εξέχουσες μορφές του ορθόδοξου μοναχισμού, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς και ο όσιος Μάξιμος Καυσοκαλυβίτης.
Στο Παπίκιον όρος, όπως και σε άλλα μοναστικά κέντρα, οι πρώτοι μοναχοί διαβιούσαν κοντά στη φύση, σύμφωνα με τα πρότυπα του αναχωρητικού μοναχισμού, απομονωμένοι σε απομακρυσμένα ερημητήρια και ασκηταριά. Ταυτόχρονα, τα άφθονα τρεχούμενα νερά και τα επίπεδα πλατώματα, που δημιουργούνται ανάμεσα στις ρεματιές και τις χαράδρες, κατάλληλα για καλλιέργειες αμπελιών και σιτηρών, τους παρείχαν τη δυνατότητα να προμηθεύονται τα απαραίτητα αγαθά για την καθημερινή τους επιβίωση. Αργότερα, στο Παπίκιον όρος αναπτύχθηκε σταδιακά και το κοινοβιακό σύστημα μοναχισμού, με τους μοναχούς να διαβιούν σε κοινοβιακά μοναστηριακά συγκροτήματα. Οι γραπτές μαρτυρίες, που κάνουν λόγο για τον Πρώτο του Παπίκιου όρους, υποδεικνύουν ότι και εδώ είχε εφαρμοστεί ο θεσμός του ηγουμένου, που ήταν επικεφαλής των αντιπροσώπων όλων των μονών, όπως στο Άγιον Όρος.
Η μοναστική κοινότητα του Παπίκιου όρους βρισκόταν σε μεγάλη ακμή κατά τον 11ο και 12ο αιώνα. Από τον 13ο αιώνα και εξής, με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα, ορισμένα από τα μοναστήρια υπέστησαν μεγάλες καταστροφές, κυρίως από πυρκαγιές. Τον 14ο αιώνα, οι εμφύλιοι πόλεμοι, που συντάραξαν το Βυζάντιο και διεξήχθησαν στον χώρο της Θράκης, οδήγησαν σε σταδιακή παρακμή της μοναστικής κοινότητας, που κορυφώθηκε με την κατάλυση της βυζαντινής κυριαρχίας στην περιοχή από τους Οθωμανούς (γ΄ τέταρτο 14ου αι.). Αργότερα, στους οθωμανικούς χρόνους, ιδρύθηκαν εδώ μικροί οικισμοί, συνήθως κοντά ή πάνω σε εγκαταλειμμένα μοναστηριακά συγκροτήματα, προκειμένου να υπάρχει η δυνατότητα εκμετάλλευσης των καλλιεργήσιμων εκτάσεων των ερημωμένων πλέον μονών. Οι περισσότεροι από αυτούς τους οικισμούς έχουν σήμερα εγκαταλειφθεί, με εξαίρεση μόνο ορισμένους από αυτούς, που κατοικούνται μέχρι σήμερα από Πομάκους, μουσουλμανική μειονότητα, που έχει αναγνωριστεί με τη Συνθήκη της Λοζάνης (1923).
Μνημεία - Αρχαιότητες
Σε όλη την ορεινή έκταση του Παπίκιου όρους, οι ανασκαφικές έρευνες έχουν φέρει στο φως τα κατάλοιπα τριών ναών, δύο μοναστηριακών συγκροτημάτων και ενός βυζαντινού λουτρώνα. Οι τρεις ναοί χρονολογούνται στον 11ο-12ο αιώνα και ανήκουν στον ίδιο αρχιτεκτονικό τύπο, του μονόχωρου σταυροειδούς ναού με συνεπτυγμένες τις κεραίες του σταυρού και τρούλο. Όπως έχει υποστηριχθεί, αποτελούσαν άλλοτε καθολικά μονών. Η ονομασία τους είναι συμβατική και προέρχεται από τους πλησιέστερους οικισμούς, καθώς δεν είναι γνωστό το όνομα του αγίου στον οποίο είναι αφιερωμένοι.
Ναός Α, Κερασιά
Βρίσκεται 500 μ. περίπου δυτικά από τον εγκαταλειμμένο, σήμερα, οικισμό της Κερασιάς. Το μαρμάρινο δάπεδό του, που σώζεται σχεδόν ακέραιο, διαιρείται σε επιμέρους διάχωρα, τα πλαίσια των οποίων κοσμούνται με μαρμαροθετημένες ταινίες. Ο ναός διέθετε μαρμάρινο τέμπλο, από το οποίο διατηρούνται σήμερα αξιόλογα γλυπτά μέλη.
Ναός Β, Κερασιά
Έχει αποκαλυφθεί 2 χλμ. νοτιοδυτικά του οικισμού της Κερασιάς. Κατά την ανασκαφή βρέθηκαν αξιόλογα μαρμάρινα μέλη του τέμπλου και του γλυπτού διακόσμου του ναού. Ο ναός έφερε τοιχογραφικό διάκοσμο του τέλους του 11ου-αρχών 12ου αιώνα, από τον οποίο διατηρούνται ελάχιστα μόνο τμήματα.
Ναός Γ, Σώστης
Αποκαλύφθηκε σε αποσπασματική κατάσταση, 3,5 χλμ. περίπου βόρεια του οικισμού Σώστη.
Μοναστηριακό συγκρότημα, Σώστης
Από το εκτεταμένο μοναστηριακό συγκρότημα, που βρίσκεται 500 μ. νότια του Ναού Γ, έχουν ανασκαφεί το καθολικό και τα προσκτίσματα της δυτικής και νότιας πλευράς. Το καθολικό, στο μέσο του μοναστηριακού συγκροτήματος, ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής. Διέθετε μαρμαροθετημένο δάπεδο, τμήματα του οποίου διατηρούνται στο μεσαίο και βόρειο κλίτος, καθώς επίσης μαρμάρινο τέμπλο, από το οποίο έχουν διασωθεί αξιόλογα γλυπτά μέλη.
Από τα προσκτίσματα του μοναστηριακού συγκροτήματος ξεχωρίζει στο μέσο της δυτικής πλευράς η τράπεζα, ο κοινός χώρος εστίασης των μοναχών, μία επιμήκης ξυλόστεγη αίθουσα, που απολήγει ανατολικά σε ημικυκλική αψίδα. Αποκαλύφθηκαν, επίσης, μικρά ομοιόμορφα δωμάτια, που ταυτίζονται με κελιά των μοναχών, μία μεγάλη στοά και μία μεγάλη τετράπλευρη κινστέρνα.
Με βάση τα ανασκαφικά ευρήματα, το μοναστηριακό συγκρότημα ήταν σε λειτουργία από τον 11ο έως τον 14ο αιώνα, με περίοδο ακμής τον 12ο αιώνα.
Μοναστηριακό συγκρότημα, Ληνός
Βρίσκεται 6 χλμ. βόρεια του οικισμού Ληνού. Το καθολικό της μονής κτίστηκε στα τέλη του 10ου-αρχές 11ου αιώνα ως ένας απλός μονόχωρος ναός και αργότερα, μέσα στον 11ο αιώνα επεκτάθηκε, αποκτώντας τη μορφή ενός σταυροειδούς εγγεγραμμένου απλού τετράστυλου ναού. Εξαιρετικής ποιότητας είναι το μαρμαρμαροθετημένο του δάπεδο, που χωρίζεται σε μεγάλα διάχωρα, με ποικίλο διάκοσμο. Το κεντρικό από αυτά φέρει το γνωστό για τον συμβολισμό του θέμα των «πέντε άρτων», το οποίο απαντά και στο μαρμάρινο δάπεδο του επισκοπικού ναού της Μαξιμιανούπολης/Μοσυνούπολης. Ο ναός κοσμούνταν με τοιχογραφίες τριών επάλληλων φάσεων, από τις οποίες βρέθηκαν πολλά σπαράγματα κατά τη διάρκεια της ανασκαφής. Η πρώτη φάση χρονολογείται στα τέλη του 11ου αιώνα και η δεύτερη στο γ΄ τέταρτο του 12ου αιώνα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κτητορική παράσταση της τρίτης φάσης (14ος αι.), που εντοπίστηκε στον χώρο του νάρθηκα και περιλαμβάνει δύο μορφές με πολυτελή ενδύματα και κοσμήματα, μία γυναικεία και μία νεανική ανδρική. Πιθανότατα πρόκειται για τα μέλη μίας τοπικής αριστοκρατικής οικογένειας, η οποία ευεργέτησε οικονομικά τη μονή και δεν αποκλείεται να ενταφιάστηκε στην περιοχή του καθολικού, όπου είχε αναπτυχθεί ένα εκτεταμένο νεκροταφείο. Από τα ευρήματα των τάφων του νεκροταφείου ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το χρυσό δακτυλίδι-σφραγίδα με την επιγραφή ΜΑΡΗΑC ΒΟΤΩΝΙΑΤΗΝΑ, το οποίο πιθανότατα ανήκε στη Γεωργιανή πριγκίπισσα Μαρία Αλανή, χήρα του αυτοκράτορα Νικηφόρου Γ΄ Βοτανειάτη (1078-1081). Η δυναμική και καλλιεργημένη αυτοκράτειρα είναι πιθανό να ευεργέτησε οικονομικά τη μονή, η οποία, με βάση τα αρχαιολογικά κατάλοιπα, γνώρισε τη μεγαλύτερή της ακμή κατά τη διάρκεια του 11ου αιώνα.
Από τα υπόλοιπα κτίσματα του μοναστηριακού συγκροτήματος ξεχωρίζουν η μνημειώδης ημιυπόγεια κινστέρνα που καλύπτεται με ελλειψοειδείς τρουλίσκους, μία κτιστή βρύση και το μαγκιπείον (μαγειρείο), για την εξυπηρέτηση των αναγκών της μοναστικής κοινότητας.
Βυζαντινό λουτρό, Μίσχος
Διάσπαρτες αρχαιότητες
Εκτός από τα παραπάνω μνημεία, που έχουν έρθει στο φως μέσα από την ανασκαφική έρευνα, στο Παπίκιον όρος είναι ορατά μέχρι σήμερα τα κατάλοιπα διαφόρων κτισμάτων. Αναμεσά τους ξεχωρίζουν τα κατάλοιπα μίας μεγάλης κινστέρνας και ενός υδρόμυλου στη ρεματιά Κιλισέ Ντερέ, σε μικρή απόσταση από το μοναστηριακό συγκρότημα του Ληνού.
Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Ροδόπης

This is the title
Lorem ipsum dolor sit amet, consectetur adipiscing elit. Ut elit tellus, luctus nec ullamcorper mattis, pulvinar dapibus leo.
