Πέλλα
Πέλλα, η «μεγίστη τῶν ἐν Μακεδονίᾳ πόλεων»
Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της χώρας. Βρίσκεται στα νότια της σημερινής κωμόπολης της Πέλλας και 1,5 περίπου χλμ. ανατολικά του χωριού Νέα Πέλλα. Υπήρξε πρωτεύουσα του μακεδονικού βασιλείου για τρεις περίπου αιώνες, αντικαθιστώντας στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. τις Αιγές. Ήταν γενέθλια πόλη του βασιλιά Φιλίππου Β΄ (359-336 π.Χ.) και του Μεγάλου Αλεξάνδρου (336-323 π.Χ.) και παρέμεινε μέχρι το 168 π.Χ. ένα από τα σπουδαιότερα πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα της αρχαιότητας. Στην ακμή της πόλης συνέβαλε η καίρια στρατηγική της θέση, σε μια εύφορη πεδιάδα, στον μυχό του Θερμαϊκού κόλπου, που εξασφάλιζε άνετη επικοινωνία με τον υπόλοιπο ελληνικό χώρο, ταυτόχρονα μέσω της θάλασσας και της ξηράς. Στους μετέπειτα αιώνες, οι προσχώσεις των ποταμών Λουδία, Αλιάκμονα και Αξιού αναδιαμόρφωσαν την περιοχή, ώστε σήμερα η αρχαία πόλη να μην είναι πλέον παραθαλάσσια. Μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση (168 π.Χ.), η πόλη άρχισε σταδιακά να χάνει τη δύναμή της, παρέμεινε ωστόσο ένα ακμαίο οικιστικό κέντρο, ενισχυμένο και από τη διέλευση της Εγνατίας οδού, της οποίας υπήρξε σημαντικός σταθμός. Στις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. καταστράφηκε πιθανότατα από σεισμό.
Λίγα χρόνια αργότερα (30 π.Χ.), ο αυτοκράτορας Οκταβιανός Αύγουστος ίδρυσε μία νέα ρωμαϊκή αποικία, την Colonia Pellensis ή Colonia Iulia Augusta Pellensis ή Colonia Pella, σε απόσταση 1,5 χλμ. δυτικά της αρχαίας πόλης, αμέσως ανατολικά της σημερινής Νέας Πέλλας. Η Εγνατία οδός, όπως και στην περίπτωση των Φιλίππων, διέσχιζε τη ρωμαϊκή αυτή αποικία, καθώς στα βορειοδυτικά της βρέθηκε μιλιοδείκτης του 127 μ.Χ., που φέρει ανάθεση στον αυτοκράτορα Αδριανό. Επίσης, οι επιγραφές σε μία λιθόπλινθο των μέσων του 4ου αιώνα μ.Χ., που προέρχεται από το βουλευτήριο της πόλης και βρέθηκε σε δεύτερη χρήση στην παλαιοχριστιανική βασιλική της Νέας Πέλλας, αναφέρονται στα προβλήματα που προκαλούσε στην πόλη η διέλευση της Εγνατίας οδού.
Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, ο λεγόμενος Sol Κol, o αριστερός κλάδος της Εγνατίας οδού, διερχόταν ανάμεσα σε έναν νερόμυλο και ένα χάνι, που είχαν ανεγερθεί στην περιοχή.
Ιστορική διαδρομή
Η κατοίκηση στην άλλοτε παραθαλάσσια περιοχή της Πέλλας επιβεβαιώνεται ανασκαφικά ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους, καθώς έχουν εντοπιστεί ευρήματα της Πρώιμης και Μέσης Εποχής του Χαλκού (3η-2η χιλιετία π.Χ.), της Εποχής του Σιδήρου (9ος-7ος αι. π.Χ.), καθώς και του 6ου και 5ου αιώνα π.Χ. Η πόλη, που περιλαμβάνονταν στα γεωγραφικά όρια της αρχαίας Βοττιαίας, εμφανίζεται για πρώτη φορά στις αρχαίες πηγές στον ιστορικό Ηρόδοτο, κατά την περιγραφή της εκστρατείας του Ξέρξη στην Ελλάδα (480-479 π.Χ.), ενώ αργότερα αναφέρεται και από τον Θουκυδίδη, περιγράφοντας την κατάσταση στην κεντρική Μακεδονία κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (431-404 π.Χ.).
Η μεταφορά της πρωτεύουσας του μακεδονικού βασιλείου από τις Αιγές στην Πέλλα τοποθετείται στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., στα χρόνια της βασιλείας του Αρχέλαου (413-399 π.Χ.), μία ειρηνική περίοδο μεγάλης ευημερίας, ή, κατά άλλους ερευνητές, στην ταραγμένη εποχή που ακολούθησε τη δολοφονία του, επί Αμύντα Γ΄ (393-368 π.Χ.). Η Πέλλα, έκτοτε, αναδείχτηκε σε σημαντικό πολιτιστικό κέντρο, συγκεντρώνοντας στην αυλή των Μακεδόνων βασιλέων σημαντικές προσωπικότητες του πνεύματος και της τέχνης, όπως τον φημισμένο ζωγράφο Ζεύξη, ο οποίος αναφέρεται ότι διακόσμησε το ανάκτορο της Πέλλας, τον μουσικό Τιμόθεο, τον επικό ποιητή Χοιρίλο και τους τραγικούς ποιητές Ευριπίδη και Αγάθωνα. Ο Ευριπίδης, μάλιστα, έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Πέλλα, όπου και συνέγραψε τραγωδία για τον Αρχέλαο. Στα χρόνια του βασιλιά Αμύντα Γ΄ (393-370 π.Χ.), η Πέλλα χαρακτηρίζεται από τον ιστορικό Ξενοφώντα ως «…μεγίστη τῶν ἐν Μακεδονίᾳ πόλεων…». Η μεγάλη ακμή της πόλης εδραιώθηκε κατά την περίοδο του βασιλιά Φιλίππου Β΄ (359-336 π.Χ.), ο οποίος δεν φρόντισε μόνο για την εσωτερική ανάπτυξη του μακεδονικού βασιλείου, αλλά και για την επέκταση της πολιτικής του δύναμης. Αργότερα, με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου (336-323 π.Χ.), η ακτινοβολία της πόλης εξαπλώθηκε σε ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο.
Στα χρόνια του βασιλιά Κάσσανδρου (316-298 π.Χ.), η Πέλλα, ενισχυμένη με τους τεράστιους οικονομικούς πόρους που εξασφάλισε η εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ασία, διπλασιάστηκε σε μέγεθος και απέκτησε τη μορφή με την οποία σώζεται μέχρι σήμερα. Η μεγάλη της έκταση, το οργανωμένο πολεοδομικό της σχέδιο, οι εγκαταστάσεις υδροδότησης και αποχέτευσης, τα ιερά, τα τεράστια συγκροτήματα του ανακτόρου, της Αγοράς και των άλλων δημόσιων κτηρίων, οι πολυτελείς ιδιωτικές κατοικίες, η πληθώρα και η ποικιλία των ταφικών μνημείων, μαρτυρούν το υψηλό βιοτικό επίπεδο και την ανθηρή οικονομία της. Η παρουσία στην πόλη ενός μεγάλου αριθμού φιλοσόφων, επιστημόνων και καλλιτεχνών, όπως οι γλύπτες Λύσιππος, Λεωχάρης και Πυργοτέλης, ο ζωγράφος Απελλής, οι ποιητές Μελανιππίδης, Νικήρατος, Παυσανίας, Πλάτων και Άρατος, ο φιλόσοφος Ευφραίος, με διασημότερο όλων τον Αριστοτέλη από τα Στάγειρα, ο οποίος δίδαξε τον νεαρό Αλέξανδρο και έζησε στην αυλή του Φιλίππου Β΄, συνέβαλαν στη μεγάλη πνευματική και πολιτιστική της ακμή.
Μετά την ήττα του Μακεδόνα βασιλιά Περσέα στη μάχη της Πύδνας (168 π.Χ.) ακολούθησε η λεηλασία των θησαυρών της Πέλλας από τους Ρωμαίους, που στη συνέχεια την όρισαν πρωτεύουσα της τρίτης μερίδας (regio), της μίας δηλαδή από τις τέσσερις διοικητικές περιφέρειες στις οποίες διαιρέθηκε η Μακεδονία. Αργότερα, το 148 π.Χ., η Μακεδονία μετατράπηκε σε ρωμαϊκή επαρχία (Provincia Macedoniae) με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη, η οποία την εποχή αυτή είχε αρχίσει να αναδεικνύεται στο σημαντικότερο πολιτικό και οικονομικό κέντρο της περιοχής, παραγκωνίζοντας την Πέλλα.
Η ελληνιστική πόλη, μετά την καταστροφή της πιθανότατα από σεισμό στις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. (90/80 π.Χ.), αλλά και μετά την ίδρυση της νέας, ρωμαϊκής αποικίας (30 π.Χ.), δεν εγκαταλείφθηκε πλήρως. Εξακολούθησε να κατοικείται μέχρι τον 4ο αιώνα μ.Χ., περιορισμένη ωστόσο στο νότιο τμήμα της, που βρισκόταν πλησιέστερα στον Θερμαϊκό κόλπο.
Η νέα, ρωμαϊκή αποικία ιδρύθηκε το 30 π.Χ., κοντά στον σημερινό οικισμό της Νέας Πέλλας, σε απόσταση περίπου 1,5 χλμ. δυτικά της αρχαίας πόλης. Η θέση αυτή κατοικούνταν ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους, αφού στα βόρεια των λεγόμενων «Λουτρών του Αλεξάνδρου» έχει εντοπιστεί οικισμός της Νεολιθικής εποχής και της Εποχής του Χαλκού, ο οποίος εξακολούθησε να κατοικείται και κατά τους ιστορικούς χρόνους, κατά την Εποχή του Σιδήρου. Κατά τους κλασικούς και ελληνιστικούς χρόνους, η περιοχή με την πλούσια βλάστηση και τις άφθονες πηγές αποτελούσε ένα προάστιο εκτός των τειχών της Πέλλας, όπου υπήρχαν ιερά των Νυμφών και των Μουσών.
Η ίδρυση της νέας αυτής ρωμαϊκής πόλης ολοκληρώθηκε το 25/4 π.Χ., όπως έχει υποστηριχτεί με βάση ένα χάλκινο νόμισμα που απεικονίζει το τείχος και την κεντρική πύλη της πόλης. Εγκαταστάθηκαν σε αυτή βετεράνοι του Αυγούστου, αλλά και πολιτικοί του αντίπαλοι, οπαδοί του Αντωνίου, καθώς επίσης και Έλληνες της Ιταλίας. Η ρωμαϊκή πόλη της Πέλλας δεν κατόρθωσε, ωστόσο, να γνωρίσει ιδιαίτερη ακμή, όπως άλλες ρωμαϊκές αποικίες της Μακεδονίας (Δίον, Φίλιπποι). Ο σατιρικός συγγραφέας του 2ου αιώνα μ.Χ. Λουκιανός αναφέρει χαρακτηριστικά πως πρόκειται για μία πόλη με λίγους κατοίκους, που καμία σχέση δεν έχει με την αίγλη που γνώρισε στην εποχή των Μακεδόνων βασιλέων.
Ο χριστιανισμός φαίνεται ότι διείσδυσε από νωρίς στην Πέλλα. Όπως έχει υποστηριχθεί, την πόλη επισκέφτηκε ο απόστολος Παύλος ακολουθώντας την πορεία της Εγνατίας οδού, κατά τη διαδρομή του από τη Θεσσαλονίκη προς τη Βέροια (49 και 56-57 μ.Χ.). Στα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ., η πόλη εμφανίζεται στις γραπτές πηγές ως έδρα επισκοπής. Την εγκαθίδρυση του χριστιανισμού στην πόλη μαρτυρεί η μετέπειτα ανέγερση βασιλικής (β΄ μισό 5ου αι. μ.Χ.) στην περιοχή της Νέας Πέλλας.
Επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ.), μετά τις επιδρομές των Γότθων (268 μ.Χ.), η ρωμαϊκή Πέλλα φαίνεται ότι ανοικοδομήθηκε εκ βάθρων και μετονομάστηκε σε Διοκλητιανούπολη. Ωστόσο, η ονομασία αυτή δεν επικράτησε για μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού σε μεταγενέστερες γραπτές πηγές εμφανίζεται και πάλι η παλαιά της ονομασία. Στα χρόνια του Διοκλητιανού τοποθετείται και η ανέγερση του τείχους της ρωμαϊκής πόλης, μικρό τμήμα του οποίου ήρθε στο φως στο βορειοδυτικό τμήμα της.
Τον 6ο αιώνα μ.Χ., σύμφωνα με τον Συνέκδημο του Ιεροκλέους (πριν το 535 μ.Χ.), η Πέλλα αποτελούσε μία από τις 32 πόλεις της επαρχίας της Μακεδονίας Πρώτης, διοικητικής περιφέρειας του Ιλλυρικού. Η καταστροφή της βασιλικής στις αρχές του 7ου αιώνα μ.Χ. σηματοδοτεί την παρακμή της πόλης, η οποία, ωστόσο, σύμφωνα με γραπτές πηγές, επιβίωσε και κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Κατά τη διάρκεια των λεγόμενων σκοτεινών αιώνων (7ο-8ο αι.), εγκαταστάθηκαν στην περιοχή σλαβικά φύλα Δρογουβιτών και Σαγουδάτων. Η εγκατάσταση σλαβικών φύλων επιβεβαιώνεται ανασκαφικά, καθώς στο κεντρικό και νότιο κλίτος της βασιλικής ανεγέρθηκαν μετά την κατάρρευσή της πρόχειρες λασπόκτιστες κατασκευές, όπου εντοπίστηκαν χρηστικά μαγειρικά και επιτραπέζια σκεύη της λεγόμενης «σλαβικής» κεραμικής.
Η Πέλλα αναφέρεται ως έδρα επισκοπής στα τέλη του 8ου ή τις αρχές του 9ου αιώνα, ενώ αργότερα, συγκαταλέγεται από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ΄ Πορφυρογέννητο (913-959) ανάμεσα στις 32 πόλεις που υπάγονταν στο θέμα της Μακεδονίας. Από τον 9ο έως τον 12ο αιώνα ιδρύθηκε στην περιοχή η επισκοπή Δρογουβιτίας. Η πόλη απαντά και σε μεταγενέστερες γραπτές πηγές, όπως για παράδειγμα σε πηγή του 12ου-13ου αιώνα, όπου εμφανίζεται ο επίσκοπος «Σλανίτζης ἤτοι Πελλῶν». Η επισκοπή της Πέλλας συγχωνεύτηκε μετά το 1368 με την επισκοπή Βοδενών (σημερινής Έδεσσας).
Η ακριβής έκταση της ρωμαϊκής, της παλαιοχριστιανικής και βυζαντινής πόλης δεν είναι γνωστή, καθώς τα ανασκαφικά δεδομένα παραμένουν περιορισμένα. Συμπεραίνεται, ωστόσο, ότι η πόλη, κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, είχε περιοριστεί σημαντικά και ότι ο πληθυσμός της είχε εγκατασταθεί στα βόρεια των «Λουτρών του Αλεξάνδρου», με αποτέλεσμα η Εγνατία οδός να περνά πλέον από τα νότια της πόλης και όχι μέσα από αυτή. Πενιχρά παραμένουν επίσης τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και τα κινητά ευρήματα της βυζαντινής περιόδου. Στο βορειοδυτικό τμήμα της πόλης αποκαλύφθηκε ένας μικρός μονόχωρος ναός της υστεροβυζαντινής περιόδου, ο οποίος είχε κοιμητηριακή χρήση, καθώς στον περιβάλλοντα χώρο του αποκαλύφθηκαν ταφές της ίδιας περιόδου.
Μνημεία - Αρχαία Πέλλα (κοντά στον σύγχρονο ομώνυμο οικισμό)
Πολεοδομική οργάνωση
Η μορφή της αρχαίας Πέλλας, την οποία αντικρύζει ο σημερινός επισκέπτης, είναι αυτή που απέκτησε η πόλη κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, όταν στα χρόνια του βασιλιά Κάσσανδρου (316-298 π.Χ.) επεκτάθηκε προς τα βόρεια με την κατάργηση του βόρειου τείχους των κλασικών χρόνων. Από την προγενέστερη πόλη των κλασικών χρόνων (τέλη 5ου-τέλη 4ου αι. π.Χ.) έχει αποκαλυφθεί ένα μικρό μόνο τμήμα. Η ανασκαφική έρευνα που διεξάγεται συστηματικά από το 1957 μέχρι σήμερα έχει φέρει στο φως ένα μεγάλο μέρος της ελληνιστικής πόλης, τμήματα της οχύρωσής της, το ανάκτορο, την Αγορά, ιερά, δρόμους, ιδιωτικές κατοικίες, εργαστήρια και τμήματα των νεκροταφείων της. Δεν είναι ακόμη γνωστή η θέση του νότιου παραθαλάσσιου τείχους της πόλης και του λιμανιού της, έχει ωστόσο εντοπιστεί η άλλοτε οχυρωμένη νησίδα Φάκος, που βρισκόταν σε μικρή απόσταση από το νότιο τείχος της πόλης, με το οποίο επικοινωνούσε μέσω ξύλινης γέφυρας. Στον Φάκο, όπου σύμφωνα με τις πηγές ήταν εγκατεστημένο το θησαυροφυλάκιο των Μακεδόνων, έχει αποκαλυφθεί τμήμα της οχύρωσης, κτήρια δημόσιου χαρακτήρα, εργαστηριακές και πιθανότατα στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Η αρχαία πόλη, κτισμένη σε επίπεδο έδαφος που ανυψώνεται ελαφρά προς τα βόρεια, όπου απολήγει σε τρεις χαμηλούς λόφους, καταλαμβάνει μία μεγάλη έκταση 4.000 περίπου στρεμμάτων. Το πολεοδομικό της σχέδιο, από τα πλέον αναπτυγμένα της αρχαιότητας, ακολουθεί το λεγόμενο ιπποδάμειο σύστημα, με μεγάλα οικοδομικά τετράγωνα που χωρίζονται ομοιόμορφα από ευθείς οριζόντιους δρόμους, πλάτους 9-10 μ., και από στενότερους κάθετους, πλάτους 6 μ. Το κέντρο της πόλης, όπου βρίσκεται η Αγορά, διασχίζει ένας μνημειακός οριζόντιος δρόμος, πλάτους 15 μ. Δύο πλατύτεροι, πλακοστρωμένοι κάθετοι δρόμοι, πλάτους 9 μ., οδηγούσαν από το λιμάνι στην Αγορά και από εκεί στο ανάκτορο, που είναι κτισμένο στον λεγόμενο λόφο της ακρόπολης, στον μεσαίο από τους τρεις λόφους στα βόρεια της πόλης, σε ιδιαίτερα στρατηγική θέση, απ’ όπου είναι δυνατός ο έλεγχος όλης τη γύρω περιοχής. Η Πέλλα διέθετε ένα πυκνό δίκτυο υδροδότησης και αποχέτευσης, αποτελούμενο από πηλοσωλήνες και μεγάλους κτιστούς αγωγούς με φρεάτια καθαρισμού σε κανονικές αποστάσεις, που επέτρεπαν την τροφοδότηση των κτηρίων της πόλης με πόσιμο νερό και τη μεταφορά των λυμάτων προς τη θάλασσα. Το δίκτυο αυτό, σε συνδυασμό με τα φρεάτια, τις κρήνες, τις δεξαμενές, τα ιδιωτικά και δημόσια λουτρά που διέθετε η πόλη, μαρτυρεί το υψηλό βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της.
Οχύρωση
Η Πέλλα διέθετε ισχυρή οχύρωση ήδη από τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., όταν ορίστηκε πρωτεύουσα του μακεδονικού βασιλείου. Με την επέκταση της πόλης στα χρόνια της διακυβέρνησης του βασιλιά Κάσσανδρου (316-298 π.Χ.), κατασκευάστηκε νέα οχύρωση, από την οποία έχουν αποκαλυφθεί ορισμένα μόνο τμήματα στα βόρεια του ανακτόρου, καθώς και στα ανατολικά και δυτικά όρια της πόλης. Το τείχος, πλάτους 3,30 μ., είναι κατασκευασμένο με ωμές πλίνθους που εδράζονται σε λίθινη κρηπίδα και ενισχύεται ανά τακτά διαστήματα με τετράπλευρους πύργους.
Ανάκτορο
Το μεγάλο κτηριακό συγκρότημα του ανακτόρου, συνολικής επιφάνειας 75.000 τ.μ., πενταπλάσιο σε μέγεθος από το ανάκτορο της παλαιάς πρωτεύουσας των Αιγών, παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια της ελληνιστικής περιόδου το κύριο πολιτικό και διοικητικό κέντρο του μακεδονικού βασιλείου. Εκτός από τη διαμονή της βασιλικής οικογένειας, στέγαζε διάφορες διοικητικές, στρατιωτικές και οικονομικές υπηρεσίες, ενώ διέθετε παράλληλα αθλητικές εγκαταστάσεις, νομισματοκοπείο, αποθήκες, εργαστήρια, στάβλους και μία σειρά άλλων βοηθητικών χώρων απαραίτητων για τη λειτουργία του.
Το ανάκτορο έχει προσανατολισμό Β-Ν και η πρόσοψή του, μήκους 160 μ., βρίσκεται στα νότια, προς την πλευρά του κύριου οικιστικού πυρήνα της πόλης. Ο ελεύθερος χώρος ανάμεσα στην πόλη και το ανάκτορο ήταν φυτεμένος με κήπους και άλση. Η είσοδος στο ανάκτορο επιτυγχάνεται με ένα εντυπωσιακό σε μέγεθος και σχεδίαση μνημειακό πρόπυλο, πλάτους 16 μ., εκατέρωθεν του οποίου διαμορφώνονται δύο δωρικές στοές, αποτελούμενες από 17 κίονες η ανατολική και 21 κίονες η δυτική. Στα βόρεια του ανακτόρου διέρχεται το βόρειο τείχος της πόλης, όπου ανοίγεται μία μνημειακή πύλη (Βασίλειος κάραβος), μήκους 17,50 μ. και πλάτους 14 μ., με τρεις διαδοχικές εισόδους, που επέτρεπε την απευθείας πρόσβαση του βασιλιά στα βασιλικά διαμερίσματα.
Το ανάκτορο αποτελείται από επτά επιμέρους κτηριακές ενότητες, κτισμένες σε κλιμακούμενα άνδηρα. Κάθε μία από αυτές διαθέτει μεγάλες περίστυλες αυλές με στοές και μία σειρά κτηρίων γύρω από αυτές. Η κτηριακή ενότητα V, στο βορειοανατολικό τμήμα του συγκροτήματος, αποτελούσε την ενσωματωμένη στο ανάκτορο παλαίστρα, συνολικού εμβαδού 4.875 τ.μ., με μεγάλη περίστυλη αυλή που περιβαλλόταν από ξύλινο πιθανότατα περιστύλιο. Στο δυτικό τμήμα της παλαίστρας διατηρείται μία μεγάλη κολυμβητική δεξαμενή (πισίνα), εμβαδού 37,50 τ.μ.
Το ανακτορικό συγκρότημα διαμορφώθηκε στη διάρκεια των αιώνων με αλλεπάλληλες προσθήκες και επισκευές. Θεωρείται ότι έχει κτιστεί στα χρόνια του βασιλιά Φιλίππου του Β΄ (359-336 π.Χ.), στη θέση που θα είχε ανεγερθεί αρχικά «ἡ οἰκία», το ανάκτορο, του Αρχελάου (413-399 π.Χ.), η οποία είχε διακοσμηθεί από τον φημισμένο ζωγράφο Ζεύξη τον Ηρακλειώτη. Το ανακτορικό συγκρότημα δέχτηκε εκτεταμένες επεμβάσεις στα χρόνια του Δημήτριου Πολιορκητή, ενός από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και ιδιαίτερα την περίοδο της διακυβέρνησης του Αντίγονου Γονατά (277-239 π.Χ.). Το 168 π.Χ., το ανάκτορο καταστράφηκε και λεηλατήθηκε από τους Ρωμαίους, τα κτήριά του, ωστόσο, χρησιμοποιήθηκαν ως την καταστροφή της πόλης, πιθανότατα από σεισμό, τον 1ο αι. π.Χ.
Κάτοψη του ανακτόρου: 1. Κτήριο I 2. Κτήριο II 3. Κτήριο III 4. Κτήριο ΙV 5. Κτήριο V (Παλαίστρα) 6. Κτήριο VI 7. Βασίλειος κάραβος (Πύλη – Πύργος) / Ground plan of the palace complex: 1. Building I 2. Building II 3. Building III 4. Building IV 5. Building V (Palaestra) 6. Building VI 7. Royal Gate – Tower
Αγορά
Κτισμένη στο κέντρο της μακεδονικής πρωτεύουσας, εντυπωσιάζει με τις μεγάλες της διαστάσεις, καθώς αποτελεί τη μεγαλύτερη αγορά της αρχαιότητας, με εμβαδόν 70.000 τ.μ., που αντιστοιχεί σε δέκα οικοδομικά τετράγωνα. Από την εποχή της ανέγερσής της, στα χρόνια της βασιλείας του Κάσσανδρου (τέλη 4ου αιώνα π.Χ.), μέχρι την καταστροφή της, τον 1ο αιώνα π.Χ., αποτέλεσε το εμπορικό, διοικητικό και κοινωνικό κέντρο της πόλης. Τον πυρήνα της αποτελεί μία τεράστια πλατεία, διαστάσεων 200 x 173 μ., που περιβάλλεται από στοές. Στο πίσω μέρος των στοών διαμορφώνονται τέσσερις σειρές από ορθογώνιους χώρους σε δύο επίπεδα. Οι χώροι του χαμηλότερου επιπέδου επικοινωνούν μέσω των στοών με την κεντρική πλατεία, ενώ εκείνοι του ψηλότερου επιπέδου είναι σε άμεση επαφή με τους δρόμους που περιβάλλουν το συγκρότημα.
Η βόρεια πτέρυγα της Αγοράς είχε διοικητικό και λατρευτικό χαρακτήρα, όπως υποδεικνύει η εύρεση, μεταξύ άλλων, ενεπίγραφων βάθρων, τμημάτων χάλκινων αγαλμάτων και πήλινων σφραγισμάτων εγγράφων. Στο ανατολικό κυρίως τμήμα της Αγοράς χωροθετούνταν τα εργαστήρια κεραμικής και κοροπλαστικής. Εδώ αποκαλύφθηκαν απορρίμματα κεραμικών εργαστηρίων, πολυάριθμα αγγεία, ειδώλια, καθώς και μήτρες για την κατασκευή ειδωλίων και ανάγλυφων αγγείων. Στην Αγορά υπήρχαν και άλλα εργαστήρια, όπως μεταλλουργίας. Ανάμεσα στα ποικίλα καταστήματα πώλησης προϊόντων, περιλαμβάνονταν κρεοπωλεία, τα οποία ταυτοποιούνται με βάση τους χώρους όπου έχει βρεθεί μεγάλος αριθμός ζωικών οστών, ορισμένα μάλιστα πριονισμένα. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν τα αρωματοπωλεία της Αγοράς, στους χώρους των οποίων έχουν βρεθεί μικρά και μεγάλα ατρακτόσχημα αγγεία για την αποθήκευση αρωματικών ελαίων και αρωμάτων.
Ιερά
Οι κάτοικοι της Πέλλας λάτρευαν τις θεότητες του ελληνικού πανθέου, όπως την Αθηνά, τον Ποσειδώνα και τον Διόνυσο. Μέχρι σήμερα έχουν αποκαλυφθεί τρία ιερά: το ένα αφιερωμένο στη Θεσμοφόρο Δήμητρα, το δεύτερο στη Μητέρα των θεών και την Αφροδίτη, και το τρίτο στον τοπικό θεραπευτή θεό Δάρρωνα. Το πρώτο από αυτά, το Θεσμοφόριο (σε χρήση από τα τέλη του 4ου έως τις αρχές του 1ου αι. π.Χ.) ήταν ένα μικρό αγροτικό ιερό στην άκρη της πόλης, που είχε τη μορφή ενός απλού κυκλικού περιβόλου, κατασκευασμένου μέσα στον φυσικό βράχο, με βωμό στο κέντρο. Στο δάπεδό του έχουν εντοπιστεί είκοσι βόθροι, τα λεγόμενα «μέγαρα», μέσα στους οποίους βρέθηκαν κόκκαλα μικρών χοίρων και αιγοπροβάτων, που σχετίζονται με την τελετουργία των Θεσμοφορίων, γιορτής του φθινοπώρου προς τιμήν της θεάς Δήμητρας για την ευόδωση της συγκομιδής. Τα κτηριακά συγκροτήματα των άλλων δύο ιερών δεν έχουν μνημειακό χαρακτήρα, καθώς αποτελούσαν μικρά αστικά ιερά, ενταγμένα στα οικοδομικά τετράγωνα της πόλης.
Ιδιωτικές κατοικίες
Κάθε οικοδομικό τετράγωνο της αρχαίας Πέλλας περιλαμβάνει από δύο έως οκτώ οικίες, οι οποίες διακρίνονται για τις μεγάλες τους διαστάσεις. Οι μεγαλύτερες από αυτές έχουν εμβαδό 2.500-3.000 τ.μ. και οι μικρότερες 200-500 τ.μ. Κύριο χαρακτηριστικό τους αποτελεί μία κεντρική αυλή που περιβάλλεται από στοές δωρικού ή ιωνικού ρυθμού. Στις μικρότερες οικίες συνηθέστερα υπάρχει μία μόνο πλατιά στοά, βόρεια της αυλής (παστάς). Τα δωμάτια υποδοχής και των συμποσίων (ανδρώνες) στις πλουσιότερες κατοικίες έχουν τοίχους διακοσμημένους με πολύχρωμα κονιάματα και δάπεδα στρωμένα με ψηφιδωτά, που στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελούν λαμπρά δείγματα της αρχαίας τέχνης, εμπνευσμένα από έργα της μεγάλης ζωγραφικής. Τα ψηφιδωτά δάπεδα της Πέλλας διακρίνονται για τη θεματική τους ποικιλία και την τεχνική τους αρτιότητα, φανερώνοντας την ύπαρξη οργανωμένων τοπικών εργαστηρίων ψηφοθετών.
Η μεγαλύτερη κατοικία της Πέλλας, η λεγόμενη «Οικία του Διονύσου», έκτασης 3.160 τ.μ., στα νότια της Αγοράς, είναι σήμερα γνωστή για τα ψηφιδωτά δάπεδα που διακοσμούσαν τις αίθουσες των συμποσίων της, με θέματα τον θεό Διόνυσο επάνω σε πάνθηρα, ζεύγος Κενταύρων με αγγεία, κυνήγι λιονταριού και επίθεση γρύπα σε ελάφι (325-300 π.Χ.). Μία δεύτερη μεγάλη κατοικία, εμβαδού 2.350 μ., στον ίδιο αρχαιολογικό χώρο, είναι η λεγόμενη «Οικία της αρπαγής της Ελένης», τα ψηφιδωτά δάπεδα της οποίας χρονολογούνται την ίδια περίοδο με αυτά της κατοικίας του Διονύσου. Ονομάστηκε έτσι από το ψηφιδωτό δάπεδο σε έναν από τους ανδρώνες της, που έχει ως θέμα την αρπαγή της Ελένης από τον Θησέα. Η εξαιρετικής ποιότητας παράσταση, διαστάσεων 8,48 x 2,84 μ., είναι η μεγαλύτερη γνωστή έως σήμερα στον ελληνικό χώρο. Στο ψηφιδωτό δάπεδο ενός δεύτερου ανδρώνα της ίδιας κατοικίας απεικονίζεται το κυνήγι ενός ελαφιού. Ο ψηφοθέτης του άρτια εκτελεσμένου έργου αναγράφει το όνομά του, που είναι Γνώσις. Πρόκειται για τον πρώτο ψηφοθέτη στην ιστορία της τέχνης του ψηφιδωτού που υπογράφει ένα από τα έργα του.
Ανάλογη με τη λαμπρή διακόσμηση των δαπέδων ήταν και η χρωματική διακόσμηση των τοίχων των κατοικιών της Πέλλας. Χαρακτηριστική είναι η διακόσμηση κατά τον α΄ πομπηιανό ρυθμό ενός τοίχου σε δωμάτιο κατοικίας (Οικία των κονιαμάτων) στα νότια της «Οικίας της αρπαγής της Ελένης», που αποκαταστάθηκε σε ύψος 5 μ. και εκτίθεται στο μουσείο της Πέλλας (τέλος 4ου-3ος αι. π.Χ.).
Νεκροταφεία - μακεδονικοί τάφοι
Στην Πέλλα των ελληνιστικών χρόνων αναπτύσσονταν δύο νεκροταφεία, το πρώτο έξω από το ανατολικό τείχος και το δεύτερο έξω από το δυτικό. Το ανατολικό νεκροταφείο ήταν σε χρήση ήδη από τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., αλλά κυρίως από τα μέσα του 4ου έως τον 1ο αιώνα π.Χ. Το δυτικό νεκροταφείο, που άρχισε να χρησιμοποιείται από το β΄ μισό του 4ου αιώνα π.Χ., παρουσιάζει αδιάλειπτη χρήση έως τις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. Τα δύο νεκροταφεία εκτείνονται σε μεγάλη έκταση και περιλαμβάνουν όλα τα είδη των τρόπων ταφής και κατασκευών που εντοπίζονται κατά την περίοδο αυτή σε νεκροταφεία του υπόλοιπου ελλαδικού χώρου, όπως απλούς λακκοειδείς ή κεραμοσκεπείς τάφους και περισσότερο δαπανηρούς υπόγειους λαξευτούς θαλαμωτούς.
Μοναδική είναι η περίπτωση ενός κιβωτιόσχημου τάφου του ανατολικού νεκροταφείου, του λεγόμενου «Τάφου των φιλοσόφων» (αρχές 3ου αι. π.Χ.), που έχει μεγάλες διαστάσεις (5,50 x 3,50 μ. και ύψος 3 μ.) και το μεγαλύτερο τμήμα του έχει κτιστεί μετά από τη λάξευση του φυσικού βράχου. Στα τοιχώματα του απεικονίζονται μορφές φιλοσόφων, εικονογραφικό θέμα που απηχεί το έντονο ενδιαφέρον της τοπικής κοινωνίας για τη φιλοσοφία και τις επιστήμες. Οι μορφές έχουν εκτελεστεί από έναν ικανό ζωγράφο, που διακρίνεται για την επιδεξιότητά του στη σχεδίαση και την ευαισθησία του στη χρήση των χρωμάτων. Στο ανατολικό νεκροταφείο αποκαλύφθηκε, επίσης, ένας πολυθάλαμος λαξευτός τάφος, με οκτώ θαλάμους (τέλη 4ου-τέλη 2ου αι. π.Χ.), ο ένας εκ των οποίων διακοσμείται με ζώνες χρωματιστών κονιαμάτων.
Στην Πέλλα έχουν ανασκαφεί επίσης πέντε μακεδονικoί τάφοι, εκ των οποίων ο λεγόμενος Μακεδονικός τάφος Β (αρχές 2ου αι. π.Χ.), ο μόνος ασύλητος, ξεχωρίζει για τον πλούτο των κτερισμάτων του, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται δύο χρυσά στεφάνια μυρτιάς.
Τα κτερίσματα των νεκροταφείων της Πέλλας είναι πολυάριθμα και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων πήλινα, γυάλινα και μεταλλικά αγγεία, είδη καλλωπισμού, εργαλεία και λίγα όπλα. Τα εισηγμένα από άλλες περιοχές κτερίσματα είναι ενδεικτικά των επαφών που ανέπτυξε το μακεδονικό βασίλειο με τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο, κυρίως την Αττική. Τα πολυάριθμα πήλινα ειδώλια εντυπωσιάζουν με τη μεγάλη ποικιλία των τύπων τους και αποδεικνύουν τη μεγάλη ανάπτυξη που γνώρισε ο τομέας της πηλοπλαστικής στην πόλη.
Πέρα από τα δύο νεκροταφεία των ελληνιστικών χρόνων, στην Πέλλα έχει ανασκαφεί ένα νεκροταφείο των κλασικών χρόνων (τέλος 5ου-α΄ μισό 4ου αι. π.Χ.), στη θέση που κατέλαβε μετέπειτα η Αγορά των ελληνιστικών χρόνων.
Δημόσιο λουτρό
Αποκαλύφθηκε στην περιοχή της νέας εισόδου του αρχαιολογικού χώρου και ήταν σε χρήση από το τελευταίο τέταρτο του 4ου αιώνα π.Χ. έως τα τέλη του 2ου αιώνα π.Χ. Πρόκειται για την παλαιότερη έως σήμερα λουτρική εγκατάσταση στον βορειοελλαδικό χώρο. Κατά την τελευταία περίοδο της χρήσης του, στα τέλη του 2ου αιώνα π.Χ., απέκτησε υποδαπέδια θέρμανση, αποτελώντας μία από τις πιο πρώιμες εφαρμογές του συστήματος αυτού στον ελλαδικό χώρο.
Μνημεία - Ρωμαϊκή και Παλαιοχριστιανική Πέλλα (κοντά στο χωριό Νέα Πέλλα)
«Λουτρά Μεγάλου Αλεξάνδρου»
Τα λεγόμενα «Λουτρά του Μεγάλου Αλεξάνδρου» αποτελούν στην πραγματικότητα μία παρόδια πηγή, που αρχικά είχε κτιστεί ως δεξαμενή ενός ρωμαϊκού νερόμυλου. Κατά τους οθωμανικούς χρόνους υπέστη μετατροπές ώστε να τροφοδοτεί μέσω ενός κτιστού αγωγού έναν νερόμυλο, που υπήρχε στα νότια της πηγής. Κατά τον καθαρισμό της πηγής βρέθηκαν 4.500 αρχαία και νεότερα νομίσματα, που πιστοποιούν ότι αυτή θεωρούνταν ιερή και γι’ αυτό γινόταν ρίψη νομισμάτων ως ευχή προς το θείο. Η παράδοση της ρίψης νομισμάτων από περαστικούς συνεχίστηκε μέχρι και τη δεκαετία του 1970, όταν η πηγή δεν είχε ακόμη στερέψει από τις γεωτρήσεις των γύρω λόφων.
Παλαιοχριστιανική βασιλική
Ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με υπερώα, νάρθηκα, εξωνάρθηκα και αίθριο. Στην αψίδα του Ιερού Βήματος διαμορφώνεται κτιστό σύνθρονο με μαρμάρινη επένδυση. Γύρω από τη βασιλική έχουν αποκαλυφθεί τοίχοι κτηρίων, που μαρτυρούν ότι αυτή δεν αποτελούσε ένα μεμονωμένο κτίσμα, αλλά εντασσόταν σε ένα ευρύτερο μνημειακό συγκρότημα. Πιθανότατα στα νότια υπάρχει αίθριο με βαπτιστήριο, το οποίο δεν έχει ανασκαφεί ακόμη. Η ανέγερσή της τοποθετείται στο β΄ μισό του 5ου αιώνα μ.Χ. ενώ ήταν σε χρήση μέχρι τις αρχές του 7ου αιώνα μ.Χ., όταν καταστράφηκε, πιθανότατα από σεισμό. Η βασιλική διακοσμούνταν με πολυτελείς ορθομαρμαρώσεις, ψηφιδωτά δάπεδα και μαρμαροθετήματα, ενώ ιδιαίτερα αξιόλογος είναι ο γλυπτός της διάκοσμος. Οι μεγάλες της διαστάσεις και ο πλούσιος γλυπτός της διάκοσμος υποδεικνύουν ότι πρόκειται για τον επισκοπικό ναό της πόλης.
Μουσεία
Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας
Βρίσκεται στο δυτικό άκρο του σύγχρονου οικισμού της Πέλλας. Μέσα από τα πλούσια ευρήματα που προέρχονται από τις ανασκαφές της Πέλλας παρέχεται η δυνατότητα στον επισκέπτη να κατανοήσει τις ποικίλες πτυχές της καθημερινής ζωής και του δημόσιου βίου της μακεδονικής πρωτεύουσας.
Λαογραφικό Μουσείο Πέλλας (οδός Ταβουλάρη 22)
Λειτουργεί με τη φροντίδα του Μορφωτικού Συλλόγου Πέλλας και στεγάζεται στο χαρακτηριστικό διώροφο κτήριο του 1937 της σημερινής Πέλλας, το οποίο στο παρελθόν είχε διάφορες χρήσεις (κοινοτικό κατάστημα, δημοτικό σχολείο κ.ά.). Στη συλλογή του περιλαμβάνονται πλούσια λαογραφικά εκθέματα, μεταξύ των οποίων παραδοσιακές φορεσιές από τη Μακεδονία, τη Θράκη και την Ανατολική Ρωμυλία.




