Ξάνθη

Ξάνθη, η πόλη του καπνού

Η Ξάνθη, η «πόλη με τα χίλια χρώματα», όπως χαρακτηρίζεται, όπου συνυπάρχουν αρμονικά οι χριστιανοί με τους μουσουλμάνους, γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη, κυρίως από τον 18ο αιώνα και εξής, χάρη στην καλλιέργεια και το εμπόριο του καπνού. Σήμερα, είναι μία από τις μεγαλύτερες πόλεις της Θράκης και αποτελεί έναν δημοφιλή τουριστικό προορισμό, κυρίως χάρη στην Παλιά πόλη της, ένα από τα καλύτερα διατηρημένα παραδείγματα παραδοσιακού οικισμού του βορειοελλαδικού χώρου.

Κάστρο Ξάνθειας, τμήμα του νοτιοδυτικού σκέλους της οχύρωσης, φωτ. ΕΦΑ Ξάνθης - Castle of Χantheia, south-west section of the fortifications, photo: Ephorate of Antiquities of Xanthi
Κάστρο Ξάνθειας, τμήμα του νοτιοδυτικού σκέλους της οχύρωσης, φωτ. ΕΦΑ Ξάνθης - Castle of Χantheia, south-west section of the fortifications, photo: Ephorate of Antiquities of Xanthi

Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, η Ξάνθεια, όπως αναφέρεται στις γραπτές πηγές, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες οχυρωμένες πόλεις της Θράκης. Η θέση της ταυτίζεται από τους περισσότερους ερευνητές με τα κατάλοιπα της οχύρωσης στην κορυφή του λόφου που υψώνεται πάνω από τη σημερινή Ξάνθη, βορειοδυτικά της πόλης, λίγο ψηλότερα από τη Μονή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Στην ανάπτυξη της βυζαντινής πόλης-κάστρου συνέβαλε αποφασιστικά η καίρια στρατηγική της θέση στους νότιους πρόποδες της οροσειράς της Ροδόπης και στο βόρειο άκρο της μεγάλης πεδιάδας της Ξάνθης, πάνω στη φυσική δίοδο που ήλεγχε τη διάβαση προς την ενδοχώρα της Θράκης μέσα από την κοιλάδα του ποταμού Κόσυνθου. Σταδιακά, κατά τους οθωμανικούς χρόνους, η βυζαντινή Ξάνθεια εγκαταλείφθηκε και ο πληθυσμός της μετακινήθηκε στις υπώρειες του λόφου, όπου αναπτύχθηκε με ταχείς ρυθμούς, κυρίως από την τρίτη δεκαετία του 19ου αιώνα και εξής, η σημερινή πόλη της Ξάνθης.

Η θέση της βυζαντινής Ξάνθειας βρίσκεται ανάμεσα σε δύο σταθμούς της αρχαίας Εγνατίας οδού, την Τόπειρο στα δυτικά και την Αναστασιούπολη/Περιθεώριο στα ανατολικά. Από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν είναι δυνατή η τεκμηρίωση της ακριβούς χάραξης της Εγνατίας από την ανατολική όχθη του ποταμού Νέστου μέχρι την Ξάνθεια. Σύμφωνα, ωστόσο, με την επικρατέστερη άποψη, η αρχαία Εγνατία, όπως και η σύγχρονη, δεν διερχόταν μέσα από την Ξάνθεια, αλλά περνούσε νότια της πόλης, σε μικρή από αυτήν απόσταση. Η Εγνατία μάλλον διέσχιζε την πεδιάδα της Ξάνθης στο ύψος των σύγχρονων χωριών Φελώνη και Βαφέικα, όπου παραπλεύρως του ποταμού Κόσυνθου είναι πιθανό να υπήρχε ο σταθμός αλλαγής αλόγων (mutatio) Cosinto ή Rumbodona. Στα νότια της Ξάνθης, στο χωριό Εύμοιρο, έχει καταγραφεί, επίσης, μονότοξη γέφυρα, μήκους 12,80 μ., η οποία σήμερα δεν είναι ορατή και είναι πιθανό να συνδέεται με την Εγνατία.

Η Παλιά πόλη της Ξάνθης και ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, επιστολικό δελτάριο αρχών 20ου αι. Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθωρίου, Τσιγάρας Γ., “Θρησκευτικά μνημεία στο Νομό Ξάνθης, 2009, εικ. 11 / Old Town of Xanthi and the Metropolitan Church of St John the Baptist, postcard from the early 20th c. Holy Metropolis of Xanthi and Peritheorio, Τσιγάρας Γ., Religious Monuments in the Prefecture of Xanthi, Athens 2009, fig. 11
Η Παλιά πόλη της Ξάνθης και ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, επιστολικό δελτάριο αρχών 20ου αι. Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθωρίου, Τσιγάρας Γ., “Θρησκευτικά μνημεία στο Νομό Ξάνθης, 2009, εικ. 11 / Old Town of Xanthi and the Metropolitan Church of St John the Baptist, postcard from the early 20th c. Holy Metropolis of Xanthi and Peritheorio, Τσιγάρας Γ., Religious Monuments in the Prefecture of Xanthi, Athens 2009, fig. 11

Ιστορική διαδρομή

Λίγα είναι γνωστά για την ιστορία της πόλης κατά τους αρχαίους χρόνους. Στο α΄ τέταρτο του 1ου μ.Χ. αιώνα, αναφέρεται από τον γεωγράφο Στράβωνα η Ξάνθεια στα ανατολικά της λίμνης Βιστωνίδας, μαζί με τη Μαρώνεια και την Ίσμαρο, ως μία από τις πόλεις του τοπικού θρακικού φύλου των Κικόνων. Για την ταύτιση της αρχαίας πόλης έχουν προταθεί κατά καιρούς διάφορες απόψεις από τους ερευνητές, η απουσία, ωστόσο, αρχαιολογικών δεδομένων αφήνει ανοικτό το ερώτημα εάν η αρχαία Ξάνθεια θα πρέπει να τοποθετηθεί στη θέση της βυζαντινής πόλης-κάστρου.

Η παλαιότερη ασφαλής μνεία για τη βυζαντινή Ξάνθεια συναντάται στα Πρακτικά της Συνόδου της Κωνσταντινούπολης του 867, στην οποία συμμετείχε ο επίσκοπος της πόλης Γεώργιος. Ως έδρα επισκοπής, υπαγόμενης στη μητρόπολη της Τραϊανούπολης, αναφέρεται και σε μεταγενέστερες γραπτές πηγές του α΄ μισού του 10ου αιώνα, στοιχείο που είναι ενδεικτικό του καθοριστικού ρόλου της Ξάνθειας στην περιοχή της Θράκης.

Τους επόμενους αιώνες, από τα τέλη του 12ου αιώνα και εξής, η πόλη απαντά με ιδιαίτερη συχνότητα στους ιστορικούς της εποχής, καθώς πρωταγωνιστούσε στις ταραχώδεις πολιτικές εξελίξεις που λάμβαναν χώρα στον ζωτικό για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία χώρο της Θράκης. Τον Αύγουστο του 1185, η πόλη λεηλατήθηκε πιθανότατα από τους Νορμανδούς, οι οποίοι κατέλαβαν και λεηλάτησαν την περιοχή από τους Φιλίππους και τη Χριστούπολη (σημερινή Καβάλα) έως τη Μοσυνούπολη. Το 1198, οι πηγές κάνουν λόγο για επιδρομή εναντίον της Ξάνθειας από τον Βούλγαρο βογιάρο Ιβάνκο (Ιβαγκός), ο οποίος είχε ιδρύσει δική του ηγεμονία στη Ροδόπη και την κεντρική Θράκη.

Το καλοκαίρι του 1204, λίγο μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τις δυνάμεις της Δ΄ Σταυροφορίας, ο κόμης της Φλάνδρας Βαλδουίνος Α΄ εκστράτευσε εναντίον της Θράκης. Η Ξάνθεια, με επικεφαλής κάποιον Σεναχερείμ, αντιστάθηκε στις επεκτατικές βλέψεις του Βαλδουίνου, χωρίς, ωστόσο, επιτυχία. Στη συνέχεια, η Ξάνθεια παραχωρήθηκε, μαζί με τη Θεσσαλονίκη, στον Φράγκο Γοδεφρείδο Α΄ Βιλλεαρδουίνο. Το 1205/6, ενώ οι σημαντικές πόλεις-κάστρα της Θράκης, όπως η Μοσυνούπολη και το Περιθεώριο, καταστράφηκαν από τον Βούλγαρο ηγεμόνα Ιωαννίτζη (Σκυλογιάννη), η Ξάνθεια διασώθηκε, πιθανώς μάλιστα επειδή η Εγνατία οδός, την οποία ακολούθησε ο Βούλγαρος ηγεμόνας οδεύοντας εναντίον της Θεσσαλονίκης, δεν περνούσε μέσα από αυτήν.

Λίγο μετά το 1224, η πόλη κυριεύθηκε από τον Θεόδωρο Κομνηνό Δούκα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, ο οποίος, το 1230, νικήθηκε σε μάχη εναντίον των Βουλγάρων και έτσι η Ξάνθεια περιήλθε στην κυριαρχία του Βούλγαρου τσάρου Ασάν Β΄. Το 1241, η Ξάνθεια περιήλθε και πάλι στη σφαίρα επιρροής των Βυζαντινών. Το φθινόπωρο του 1264, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος, κατά την εκστρατεία του εναντίον του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄, διαχείμασε με τον στρατό του στην Ξάνθεια. Η απόφασή του να σταθμεύσει στην πόλη είναι πιθανό να συνδέεται με την εμφάνιση ενός κομήτη -στους βυζαντινούς χρόνους είχαν μεγάλη επίδραση οι προλήψεις που συνδέονταν με φυσικά φαινόμενα. Στο τέλος του 1327, κατά τον Α΄ Βυζαντινό Εμφύλιο πόλεμο, η πόλη αποτέλεσε και πάλι σταθμό της εκστρατείας του Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου. Η παραμονή των αυτοκρατορικών στρατευμάτων στην Ξάνθεια υποδεικνύει ότι αυτή διέθετε τις απαραίτητες υποδομές για τη διαμονή τους και την ικανοποίηση των σιτιστικών τους αναγκών.

Κατά τον 14ο αιώνα, η Ξάνθεια αναφέρεται στις πηγές ως «πολίχνιον», δηλαδή μικρή πόλη, αλλά και ως «πόλις», δηλαδή μεγάλο αστικό κέντρο. Αυτήν την περίοδο, η Ξάνθεια αποτελούσε έδρα δομέστικου, δηλαδή ανώτερου βυζαντινού αξιωματούχου. Φαίνεται, επομένως, ότι είχε αναδειχθεί σε έδρα μιας ευρείας διοικητικής περιφέρειας. Το 1307, στην Ξάνθεια κατέφυγε ο Ximenes (Φαρέντα Τζιμής), ένας από τους επικεφαλής της καταλανικής στρατιάς, μετά τη φονική μάχη που έλαβε χώρα κοντά στο Περιθεώριο ανάμεσα στα δύο τμήματα της στρατιάς των Καταλανών, που είχε προσλάβει ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος με σκοπό να ενισχύσουν τον αγώνα του εναντίον των Τουρκομάνων στη Μικρά Ασία και των Βουλγάρων στη Θράκη. Πριν το 1316, επί Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου, η επισκοπή Ξάνθειας προήχθη σε αρχιεπισκοπή, ενώ πριν από τα μέσα του 14ου αιώνα προβιβάστηκε σε μητρόπολη. Η εκκλησία της πόλης φαίνεται ότι ήταν αρκετά ανθηρή, έτσι ώστε να είναι σε θέση να καταβάλει στο πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης οικονομική συνεισφορά ανάλογη, ή ακόμη και μεγαλύτερη από άλλες γειτονικές της πόλεις. 

Η Ξάνθεια βρέθηκε στο προσκήνιο των πολεμικών συρράξεων κατά τον Β΄ Βυζαντινό Εμφύλιο πόλεμο, ανάμεσα στην οικογένεια των Παλαιολόγων και τον Ιωάννη Καντακουζηνό. Στα τέλη του 1347 ή το 1348 συμπεριλήφθηκε στην περιοχή ανάμεσα στο Διδυμότειχο και τη Χριστούπολη, την οποία ο Ιωάννης Καντακουζηνός παραχώρησε στον γιο του Ματθαίο. Από το 1369 έως το 1371, η Ξάνθεια πέρασε για ένα σύντομο διάστημα στην κυριαρχία των Σέρβων. Μετά τη συντριβή των τελευταίων από τους Οθωμανούς στη μάχη που έλαβε χώρα στο Τζερνομιάνον (Ορμένιο) (1371) ή λίγο αργότερα (1373), η Ξάνθεια κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς.

Κατά τους οθωμανικούς χρόνους, η Ξάνθεια επιβίωσε με τη βυζαντινή της ονομασία, καθώς στις πηγές αναφέρεται ως Ksansi, Escise, İskeye και Eksya. Την περίοδο αυτή, η πόλη διατήρησε τον χριστιανικό της χαρακτήρα και αναδείχθηκε στο μοναδικό οικιστικό κέντρο ανάμεσα στην Αδριανούπολη και τη Θεσσαλονίκη, όπου το χριστιανικό πληθυσμιακό στοιχείο υπερτερούσε του μουσουλμανικού. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την εποχή του Βαγιαζήτ Β΄ (1481-1512), στην Ξάνθη υπήρχαν 483 νοικοκυριά χριστιανών, έναντι 22 νοικοκυριών μουσουλμάνων, ενώ, το 1531, τα χριστιανικά νοικοκυριά είχαν αυξηθεί σε 586, σε αντίθεση με τα μουσουλμανικά που είχαν μειωθεί σε 19. Η υπεροχή του  χριστιανικού πληθυσμού της πόλης οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ίδρυση από τους Οθωμανούς, σε μικρή απόσταση από την Ξάνθη, της πόλης της Γενισέας, η οποία συγκέντρωσε την πλειονότητα των μουσουλμάνων που εγκαταστάθηκαν στην πεδιάδα της Ξάνθης και αποτέλεσε την διοικητική και οικονομική έδρα των Οθωμανών στην περιοχή.

Στα μέσα του 16ου αιώνα, ο Ζακύνθιος λόγιος Παχώμιος Ρουσάνος αναφέρει ότι η Ξάνθη παρέμενε ελληνοχριστιανικό κέντρο. Από τον 17ο αιώνα, φαίνεται ότι ο μουσουλμανικός πληθυσμός της πόλης ανέκαμψε δημογραφικά, με βάση την περιγραφή του Οθωμανού περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπί, ο οποίος επισκέφθηκε την πόλη στα τέλη της δεκαετίας του 1670, αναφέροντας ότι αυτή διέθετε 500 σπίτια, με τον μισό πληθυσμό της να είναι χριστιανικός και ο υπόλοιπος μουσουλμανικός. Ο ίδιος μνημονεύει την Ξάνθη ως έδρα μιας σειράς αξιωματούχων της οθωμανικής διοίκησης, όπως καδή, σεϊχουλισλάμη (ανώτατου δικαστικού αξιωματούχου), κ.ά.

Το έτος 1715 ανάγεται η πρώτη μαρτυρία για την υψηλή ποιότητα του καπνού της περιοχής, που θεωρούνταν από τις καλύτερες και ακριβότερες σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, η καπνοκαλλιέργεια κατέστη κυρίαρχος κλάδος της αγροτικής παραγωγής στην περιοχή, οδηγώντας την Ξάνθη σε μεγάλη οικονομική άνθηση. Τα καπνά της Ξάνθης έγιναν περιζήτητα στην αυλή του σουλτάνου και γρήγορα ξεπέρασαν τα όρια της αυτοκρατορίας και, μέσω των λιμανιών του Πόρτο Λάγους και της Καβάλας, έφθαναν στις αγορές των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών, της Ρωσίας, της Αυστρίας και της Αιγύπτου. Τα πολυάριθμα χάνια της πόλης μαρτυρούν επίσης τη σημασία που είχε η πόλη ως εμπορικό κέντρο της περιοχής.

Το 1829, ακολουθία ισχυρών σεισμικών δονήσεων με επίκεντρο τη Δράμα προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στην Ξάνθη. Ακολούθησε μια μεγάλη περίοδος ακμής για την πόλη, μεταξύ των ετών 1830 και 1845, οπότε ανεγέρθηκαν πολυτελείς κατοικίες και μεγάλες αποθήκες για τη συγκέντρωση, αποθήκευση και επεξεργασία καπνού. Παράλληλα, με πρωτοβουλία του δυναμικού μητροπολίτη Ξάνθης Ευγένιου (1831-1848), ανοικοδομήθηκαν νέες μεγαλοπρεπείς εκκλησίες στη θέση αυτών που καταστράφηκαν από τους σεισμούς, γύρω από τις οποίες οργανώθηκαν και ανασυγκροτήθηκαν οι συνοικίες του χριστιανικού πληθυσμού της πόλης.

Το 1872, μετά την καταστροφή της Γενισέας από μεγάλη πυρκαγιά (1870), η Ξάνθη ορίστηκε έδρα του ομώνυμου καζά και έκτοτε προχώρησε με ταχείς ρυθμούς προς το απόγειο της οικονομικής της ανάπτυξης. Προς την κατεύθυνση αυτή συνετέλεσε και η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης-Κωνσταντινούπολης, με την οποία συνδέθηκε η πόλη το 1891. Μετά το 1870, η Ξάνθη γνώρισε μία δεύτερη φάση οικοδόμησης, στην οποία πρωταγωνίστησαν οικοδόμοι από τη Δυτική Μακεδονία και την Ήπειρο. Την περίοδο αυτή, ανεγέρθηκαν όμορφα και άνετα σπίτια, σχολικά κτήρια, καθώς επίσης και νέες καπναποθήκες, στις οποίες απασχολήθηκε πλήθος εργατών.

Με τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο του 1912, η Ξάνθη περιήλθε στους Βούλγαρους και με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (17/28 Ιουλίου 1913) αναγνωρίστηκε ως βουλγαρική κτήση. Η βουλγαρική κατοχή, που υπήρξε ιδιαίτερα οδυνηρή για τους κατοίκους της πόλης, έληξε στις 4 Οκτωβρίου 1919, όταν η πόλη καταλήφθηκε από την 9η ελληνική μεραρχία. Με τη Συνθήκη των Σεβρών (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920), η περιοχή της Ξάνθης παραχωρήθηκε στην Ελλάδα. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, ο πληθυσμός της πόλης ενισχύθηκε με πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη και τη Βουλγαρία. Μία τρίτη επώδυνη βουλγαρική κατοχή γνώρισε η πόλη κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1941-1944).

Περιοχή καπναποθηκών Ξάνθης, επιστολικό δελτάριο 1920, αρχείο Πολιτιστικού Αναπτυξιακού Κέντρου Θράκης (ΠΑΚΕΘΡΑ) / Tobacco warehouse district of Xanthi, postcard from 1920, archive of the Cultural Development Centre of Thrace (PAKETHRA)
Περιοχή καπναποθηκών Ξάνθης, επιστολικό δελτάριο 1920, αρχείο Πολιτιστικού Αναπτυξιακού Κέντρου Θράκης (ΠΑΚΕΘΡΑ) / Tobacco warehouse district of Xanthi, postcard from 1920, archive of the Cultural Development Centre of Thrace (PAKETHRA)

Μνημεία

Κάστρο Ξάνθειας

Η οχύρωση, που περιβάλλει την κορυφή του λόφου πάνω από τη σύγχρονη πόλη της Ξάνθης και ταυτίζεται με τη βυζαντινή πόλη-κάστρο της Ξάνθειας, καλύπτει μια έκταση 24.400 τ.μ. Έχει σχήμα ακανόνιστου τραπεζίου, καθώς ακολουθεί τις ισοϋψείς καμπύλες του λόφου. Το βόρειο τμήμα της σώζεται σχεδόν ολόκληρο, σε αντίθεση με το νότιο, το οποίο παρακολουθείται αποσπασματικά. Ο οχυρωματικός περίβολος, με συνολικό μήκος 760 μ., φθάνει σε ορισμένα σημεία σε ύψος 12 μ. Κατά διαστήματα και στις γωνίες ενισχύεται με πύργους. Στο εσωτερικό του περιβόλου, ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση, διακρίνονται κατάλοιπα κτηρίων και τρεις δεξαμενές συλλογής νερού. Από τον λόφο, ο σημερινός επισκέπτης έχει πανοραμική θέα της σύγχρονης πόλης, της απόκρημνης ρεματιάς του ποταμού Κόσυνθου, της πεδιάδας της Ξάνθης, μέχρι και τις ακτές του Αιγαίου.

Σε χαμηλότερο επίπεδο από το κάστρο της βυζαντινής Ξάνθειας, νοτιοανατολικά της Μονής των Ταξιαρχών, διατηρούνται ίχνη ενός μικρότερου τετράπλευρου περιβόλου, ο οποίος καταλαμβάνει έκταση 8.800 τ.μ. Η παρουσία κονιάματος στην τοιχοποιία του μας οδηγεί στη χρονολόγησή του στους βυζαντινούς χρόνους.

Είναι κτισμένη στο δασώδες ύψωμα, βορειοδυτικά της πόλης της Ξάνθης, λίγο χαμηλότερα από το κάστρο της βυζαντινής Ξάνθειας. Το μικρών διαστάσεων καθολικό της μονής, που έχει δεχθεί σήμερα νεότερες επεμβάσεις και μετασκευές, ανήκει στον τύπο των τρίκογχων ναών και χρονολογείται στα τέλη του 9ου ή στις αρχές του 10ου αιώνα. Στο εσωτερικό του μνημείου διατηρούνται δύο στρώματα τοιχογραφιών: οι αποσπασματικά σωζόμενοι ιεράρχες στην κόγχη του Ιερού Βήματος ανήκουν στον 14ο αιώνα, ενώ οι τοιχογραφίες του τρούλου (Χριστό Παντοκράτορας, Ετοιμασία του Θρόνου, Θεία Λειτουργία, προφήτες και ευαγγελιστές) χρονολογούνται στα τέλη του 19ου-αρχές 20ού αιώνα, κατά την περίοδο των εκτεταμένων επισκευών του ναού και της προσθήκης του νάρθηκα.

Αναπτύσσεται στο βόρειο τμήμα της σύγχρονης Ξάνθης και έχει χαρακτηριστεί ως «τόπος που χρήζει ειδικής κρατικής προστασίας». Καταλαμβάνοντας μια έκταση 380 στρεμμάτων, εντυπωσιάζει τους επισκέπτες με τα πλακόστρωτα δρομάκια, τα πλούσια αρχοντικά με τις ποικίλες και πολύχρωμες όψεις, τα ισόγεια μαγαζάκια και τα εργαστήρια λαϊκής τέχνης και μεταλλοτεχνίας. Το σύνολο κτηρίων της Παλιάς Πόλης ανήκει στην περίοδο της ανοικοδόμησης της πόλης μετά τους καταστρεπτικούς σεισμούς του 1829.

Ανάμεσα στα κτήρια της Παλιάς Πόλης ξεχωριστή θέση κατέχει το αποκατεστημένο, σήμερα, τριώροφο κτήριο, που ανεγέρθηκε πιθανότατα μεταξύ του 1850-1870. Το επιβλητικό αυτό κτήριο διαθέτει χαμάμ και έχει κάτοψη σε σχήμα ανοικτού Π. Διασώζει στοιχεία της τοπικής λαϊκής αρχιτεκτονικής και το εσωτερικό του κοσμείται με τοιχογραφίες και οροφογραφίες. Ζωγραφικό διάκοσμο φέρει εξωτερικά και το ημικυκλικό αέτωμα, στο οποίο απολήγει το κεντρικό τμήμα του κτηρίου.

Ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής αξίας είναι το γνωστό και ως «Grand Maison» αρχοντικό του τέλους του 19ου αιώνα, το οποίο ανήκε στον Εβραίο καπνέμπορα Ισαάκ Ντανιέλ. Σε αυτό γεννήθηκε ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης Μάνος Χτζηδάκις (1925-1994). Το μεγάλων διαστάσεων, τριώροφο, με υπόγειο, κτήριο αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του εκλεκτιστικού ρυθμού, με έντονες ευρωπαϊκές επιρροές, το οποίο διασώζει τοιχογραφικό διάκοσμο εξαιρετικής ποιότητας. Σήμερα έχει αποκατασταθεί και λειτουργεί ως Πολυχώρος Τέχνης και Σκέψης.

Άποψη της συνοικίας Σαμακώβ, επιστολικό δελτάριο, αρχείο Πολιτιστικού Αναπτυξιακού Κέντρου Θράκης (ΠΑΚΕΘΡΑ) / View of the Samakov district, postcard, archive of the Cultural Development Centre of Thrace (PAKETHRA)
Άποψη της συνοικίας Σαμακώβ, επιστολικό δελτάριο, αρχείο Πολιτιστικού Αναπτυξιακού Κέντρου Θράκης (ΠΑΚΕΘΡΑ) / View of the Samakov district, postcard, archive of the Cultural Development Centre of Thrace (PAKETHRA)

Τον οικισμό χωρίζει από την Παλιά Ξάνθη ο ποταμός Κόσυνθος. H ίδρυσή του συνδέεται με την εγκατάσταση στην Ξάνθη σημαντικού αριθμού προσφύγων από το Σαμακώβ της Βόρειας Θράκης, στα νότια της σημερινής Βουλγαρίας, το 1714. Κατά τον 19ο αιώνα, στη συνοικία κατοικούσαν λιγότερο εύποροι εργάτες, που ασχολούνταν με την κατεργασία του σιδήρου και του καπνού, καθώς και μικρέμποροι.

Μετά τους καταστρεπτικούς σεισμούς του 1829, στην Παλιά πόλη της Ξάνθης ανεγέρθηκε μια σειρά από εκκλησίες στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής: ο ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών (1834), ο ναός του Αγίου Γεωργίου (1835), ο ναός του Αγίου Βλασίου (1838), ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (1839) και ο ναός του Ακαθίστου Ύμνου (1861). Το 1834 κτίστηκε και ο ναός του Αγίου Δημητρίου στη συνοικία Σαμακώβ, ο οποίος, ωστόσο, καταστράφηκε από άγνωστη αιτία και στη θέση του ανεγέρθηκε, το 1949, ένας μικρός μονόχωρος ναός. Στους ναούς της Ξάνθης φυλάσσονται αξιόλογα εκκλησιαστικά σκεύη και φορητές εικόνες, κυρίως του 19ου αιώνα.

Ναός της Παναγίας των Αρμενίων, φωτ. Μητρόπολη Ορθόδοξων Αρμενίων Ελλάδος / Armenian church of the Virgin, photo: Orthodox Armenian Metropolis of Greece
Ναός της Παναγίας των Αρμενίων, φωτ. Μητρόπολη Ορθόδοξων Αρμενίων Ελλάδος / Armenian church of the Virgin, photo: Orthodox Armenian Metropolis of Greece

Ανεγέρθηκε το 1927 και είναι στενά συνδεδεμένος με τις ιστορικές περιπέτειες των Αρμενίων και την παρουσία τους στην Ξάνθη, η οποία υπήρξε συνεχής από το 1880 και εξής. Στον περίβολο του ναού λειτουργεί μέχρι τις μέρες μας σχολείο της αρμένικης κοινότητας της πόλης.

Η πόλη της Ξάνθης διέθετε, σύμφωνα με τον Εβλιγιά Τσελεμπί, ένα τζαμί και τρία μεστζίτ (μικρά συνοικιακά τεμένη χωρίς μιναρέ). Πιθανότατα το τζαμί, στο οποίο αναφέρεται ο Οθωμανός περιηγητής, είναι το Αχριάν Τζαμί, στη σημερινή συνοικία της Ακροπόλεως της Παλιάς Πόλης, στη βορειοδυτική πλευρά του οποίου υπάρχει νεκροταφείο με τάφους, που οι επιγραφές τους κυμαίνονται χρονικά από το 1580 έως το 1896. Το Τσινάρ Τζαμί, στη συνοικία Ασά (οδός Κλεμανσώ 15), που πήρε το όνομά του (Çinar) από τον πλάτανο που βρίσκεται στην είσοδό του, ανεγέρθηκε το 1775, με δαπάνη του Çıplak Hüseyin Ağa. Τα υπόλοιπα τεμένη της Ξάνθης (Σουννέ Τζαμί, Σερβιλί Τζαμί, τζαμί οδού Δοϊράνης και Τζαμί Χουρριέτ) αποτελούν κτίσματα του β΄ μισού του 19ου ή των αρχών του 20ού αιώνα.

Ο τεκές Μεβλεβίδων, όπου σήμερα στεγάζεται η μουφτεία της Ξάνθης, βρίσκεται στη συμβολή των οδών Θερμοπυλών και Κλεμανσώ. Ιδρύθηκε πριν από το 1734 και αποτελεί ένα απλό τετράπλευρο κτήριο με σύγχρονες προσθήκες. Ο τεκές Χασίπ Μπαμπά στη συμβολή των οδών Λεωφόρου Στρατού και Χρήστου Κοψιδά, στο ανατολικό τμήμα της πόλης, ιδρύθηκε το 1882 από τον Χασίπ Μπαμπά και τον Μπεκτασή δερβίση Ιμπραήμ Μπαμπά. Πρόκειται για ένα τετράπλευρο κεραμοσκεπές κτήριο, με μικρό νεκροταφείο στον αύλειο χώρο του.

Η πλατεία Δημοκρατίας, σημείο αναφοράς της πόλης, σχεδιάστηκε το 1870 και έκτοτε δέχτηκε πολλές παρεμβάσεις. Εδώ βρισκόταν το επιβλητικό κτήριο του Διοικητηρίου που ανεγέρθηκε από τις οθωμανικές αρχές τη δεκαετία του 1870 και κατεδαφίστηκε μόλις το 1969. Στην πλατεία βρίσκεται ο πύργος του Ρολογιού, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μνημεία της πόλης, που έχει συνολικό ύψος 20,50 μ. Κτίστηκε το 1870 με δαπάνη του καπνέμπορου Χατζή Εμίν Αγά, ο οποίος υπήρξε μεγάλος ευεργέτης της πόλης. Ο πύργος αποτελούσε τμήμα του κεντρικού τζαμιού της πόλης (Tζαμί της Αγοράς), το οποίο καταστράφηκε από εμπρησμό το 1941, κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής. 

Στις παρυφές του κέντρου της πόλης, κοντά στην πλατεία Ελευθερίας, βρίσκεται η περιοχή των καπναποθηκών, άμεσα συνδεδεμένη με την οικονομική άνθηση της πόλης, λόγω της καλλιέργειας και του εμπορίου καπνού. Σήμερα διατηρούνται 57 καπναποθήκες, που χρονολογούνται στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Ορισμένες από αυτές έχουν αποκατασταθεί και στεγάζουν πολιτιστικές δραστηριότητες. Μία από τις πιο επιβλητικές καπναποθήκες είναι του Οθωμανικού Μονοπωλίου Καπνού Ρεζή (Régie Co-Intéressée des Tabacs de l’Empire Ottoman), που ιδρύθηκε το 1884 στην Κωνσταντινούπολη.

Η κατεδαφισμένη σήμερα Συναγωγή της Ξάνθης, αρχείο Ιεράς Μητροπόλεως Ξάνθης και Περιθεωρίου / The now demolished Jewish Synagogue, archive of the Holy Metropolis of Xanthi and Peritheorio
Η κατεδαφισμένη σήμερα Συναγωγή της Ξάνθης, αρχείο Ιεράς Μητροπόλεως Ξάνθης και Περιθεωρίου / The now demolished Jewish Synagogue, archive of the Holy Metropolis of Xanthi and Peritheorio

Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, η Ξάνθη διέθετε μία ακμαία εβραϊκή κοινότητα, που ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο καπνών. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Εβραίοι της Ξάνθης οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου βρήκαν τραγικό θάνατο. Στη συμβολή των οδών Χατζησταύρου και Ανατολικής Θράκης ανοικοδομήθηκε το 1924 η Εβραϊκή Συναγωγή της πόλης, η οποία κατεδαφίστηκε μόλις το 1995. Στον δρόμο που οδηγεί από την Ξάνθη στο Πόρτο Λάγος διατηρείται το εβραϊκό νεκροταφείο της πόλης, ένα από τα λίγα που έχουν διασωθεί στη Βόρεια Ελλάδα.

Βρίσκεται στα βορειοανατολικά της Ξάνθης, στους πρόποδες της Ροδόπης. Σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες, η ίδρυσή της ανάγεται στον 12ο-13ο αιώνα, αν και κάτω από το Ιερό Βήμα του καθολικού της μονής, που ανεγέρθηκε το 1841, διατηρείται κρύπτη που θεωρείται κτίσμα του 11ου αιώνα. Κατά τον 16ο αιώνα λειτουργούσε στη μονή εργαστήριο αντιγραφής χειρογράφων. Οι σεισμοί του 1829 προξένησαν ανεπανόρθωτες βλάβες στα κτήρια της μονής, η οποία ανοικοδομήθηκε από τον μητροπολίτη Ξάνθης Ευγένιο (1831-1848).

Μονή Παναγίας Καλαμούς, ΔΒΜΑ, φωτ. Κ.-Μ. Ξενικάκης / Monastery of Panagia Kalamou, DBMA, photo: K.-M. Xenikakis
Μονή Παναγίας Καλαμούς, ΔΒΜΑ, φωτ. Κ.-Μ. Ξενικάκης / Monastery of Panagia Kalamou, DBMA, photo: K.-M. Xenikakis

Κτισμένη μέσα σε χαράδρα, στα βόρεια της Ξάνθης, η μονή, που σήμερα έχει ανοικοδομηθεί εκ βάθρων, φαίνεται ότι ιδρύθηκε στους βυζαντινούς χρόνους και γνώρισε ακμή μετά τα μέσα του 15ου αιώνα. Κατά τον 16ο αιώνα, στον χώρο της λειτουργούσε μικρό βιβλιογραφικό εργαστήριο.

Μουσεία

Λαογραφικό μουσείο (οδός Αντίκα 5-7, Παλιά Πόλη)
Λαογραφικό Μουσείο, ΔΒΜΑ, φωτ. Κ.-Μ. Ξενικάκης / Folklore Museum, DBMA, photo: K.-M. Xenikakis
Λαογραφικό Μουσείο, ΔΒΜΑ, φωτ. Κ.-Μ. Ξενικάκης / Folklore Museum, DBMA, photo: K.-M. Xenikakis

Στεγάζεται στο αρχοντικό της οικογένειας καπνεμπόρων Κουγιουμτζόγλου, που κτίστηκε το 1860 και ξεχωρίζει για την αρχιτεκτονική του συμμετρία, καθώς επίσης και για τον πλούσιο διάκοσμο στο εσωτερικό του με ξυλόγλυπτα ταβάνια, τοιχογραφίες και οροφογραφίες.

Εκκλησιαστικό Μουσείο Μητροπόλεως Ξάνθης και Περιθεωρίου, ΔΒΜΑ, φωτ. Κ.-Μ. Ξενικάκης / Ecclesiastical Museum of the Metropolis of Xanthi and Peritheorio, DBMA, photo: K.-M. Xenikakis
Εκκλησιαστικό Μουσείο Μητροπόλεως Ξάνθης και Περιθεωρίου, ΔΒΜΑ, φωτ. Κ.-Μ. Ξενικάκης / Ecclesiastical Museum of the Metropolis of Xanthi and Peritheorio, DBMA, photo: K.-M. Xenikakis

Σήμερα, στην ανατολική πτέρυγα της Μονής Παναγίας Αρχαγγελιώτισσας στεγάζεται το Εκκλησιαστικό Μουσείο, που φιλοξενεί έναν αξιόλογο αριθμό φορητών εικόνων και αντικειμένων εκκλησιαστικής τέχνης, που χρονολογούνται από τον 16ο μέχρι και το α΄ μισό του 20ού αιώνα.

Στεγάζεται στο παλιό αρχοντικό της καπνεμπορικής οικογένειας Καλευρά. Το κτήριο αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα λαϊκής μακεδονίτικης αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα. Πήρε το όνομά της από τον Ξανθιώτη ζωγράφο Χρήστο Παυλίδη, ο οποίος δώρισε σημαντικό αριθμό έργων του στην πινακοθήκη. Με πρωτοβουλία του Δήμου Ξάνθης έχει δημιουργηθεί επίσης η ψηφιακή πινακοθήκη με σκοπό τη συλλογή, αποθήκευση, ευρετηρίαση και προβολή των καλλιτεχνικών εκθεμάτων. 

Μουσείο Παραδοσιακής Φορεσιάς του Λυκείου Ελληνίδων, ΔΒΜΑ, φωτ. Κ.-Μ. Ξενικάκης / Costume Museum of Lykeion ton Ellinidon, DBMA, photo: K.-M. Xenikakis
Μουσείο Παραδοσιακής Φορεσιάς του Λυκείου Ελληνίδων, ΔΒΜΑ, φωτ. Κ.-Μ. Ξενικάκης / Costume Museum of Lykeion ton Ellinidon, DBMA, photo: K.-M. Xenikakis

Σε ένα από τα ωραιότερα παραδοσιακά κτήρια της πόλης φιλοξενείται μια πλούσια συλλογή με παραδοσιακές ενδυμασίες από διάφορες περιοχές της Ελλάδας.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Ξάνθης