Μίεζα

Μίεζα, ο τόπος όπου ο Αριστοτέλης δίδαξε τον Μέγα Αλέξανδρο

H αρχαία Μίεζα, μία από τις σημαντικότερες πόλεις του Βασιλείου των Μακεδόνων, απλώνεται στους καταπράσινους πρόποδες του Βερμίου όρους, στα φυσικά άνδηρα που αναπτύσσονται ανατολικά του υψιπέδου της Νάουσας. Κτισμένη πάνω στον δρόμο που οδηγούσε από τη Βέροια και τις Αιγές προς την Πέλλα, τις δύο διαδοχικές πρωτεύουσες του μακεδονικού βασιλείου, γνώρισε συνεχή κατοίκηση από τους προϊστορικούς μέχρι και τους μεσοβυζαντινούς πιθανότατα χρόνους. Οι αρχαιότητες της περιοχής ήταν γνωστές ήδη από τους περιηγητές του 19ου αιώνα, αλλά η ταύτιση του χώρου με την αρχαία Μίεζα οφείλεται στον καθηγητή Φώτη Πέτσα, που διενήργησε ανασκαφές κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960. Η Μίεζα, που αναφέρεται συχνά από τους αρχαίους συγγραφείς, όπως τον Πλίνιο και τον Κλαύδιο Πτολεμαίο, έγινε διάσημη χάρη στον ιστορικό Πλούταρχο, που παραδίδει ότι εδώ ήταν ο τόπος όπου ο Αριστοτέλης δίδαξε τον Μέγα Αλέξανδρο. Ο μεγάλος φιλόσοφος κλήθηκε από τον Φίλιππο Β΄ το 343 π.Χ. να αναλάβει την εποπτεία της αγωγής του δεκατριάχρονου τότε γιου του και των άλλων βασιλικών παίδων, γόνων των ευγενικής καταγωγής μακεδονικών οικογενειών. Η συνύπαρξη στη Μίεζα του Αριστοτέλη με τον νεαρό τότε Αλέξανδρο, στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του οποίου η επίδραση της αριστοτελικής σκέψης είχε καταλυτικό ρόλο, καθιστούν την αρχαία πόλη ιστορικό τόπο παγκόσμιας ακτινοβολίας.

Ιστορική διαδρομή

Η Μίεζα υπήρξε πόλη της αρχαίας Βοττιαίας, περιοχής της αρχαίας Μακεδονίας που κατοικούνταν από το θρακικό προελληνικό φύλο των Βοττιαίων. Σύμφωνα με τον αρχαίο μύθο, που παραδίδει ο συγγραφέας Στέφανος Βυζάντιος, ο μυθικός βασιλιάς της Μακεδονίας Βέρης γέννησε δύο κόρες, τη Μίεζα και τη Βέροια, από τις οποίες πήραν τα ονόματά τους οι δύο ομώνυμες πόλεις, και έναν γιο, τον θεό Όλγανο, που έδωσε το όνομά του στο ποτάμι της περιοχής. Τα πρώτα ίχνη κατοίκησης στην περιοχή ανάγονται στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού (τέλη 2ης χιλιετίας π.Χ.), ενώ σποραδικά ευρήματα επιβεβαιώνουν τη συνέχιση της ζωής κατά την Εποχή του Σιδήρου, τους αρχαϊκούς και τους κλασικούς χρόνους. Η πόλη θεωρείται ότι απέκτησε σαφή αστικό χαρακτήρα στα χρόνια του Φιλίππου Β΄ (359-336 π.Χ.), περίοδο στην οποία ανήκει η πρώτη οικοδομική φάση του αρχαίου θεάτρου της πόλης και το μνημειακό συγκρότημα δημόσιου χαρακτήρα που έχει ταυτιστεί με το αρχαίο Γυμνάσιο. Έκτοτε άρχισε η περίοδος της μεγάλης ακμής της πόλης, η οποία αποτυπώνεται στους έξι μέχρι σήμερα ερευνημένους λαμπρούς μακεδονικούς τάφους, που κατασκευάστηκαν μετά την επιστροφή των παλαίμαχων της εκστρατείας του Αλεξάνδρου (τέλη 4ου αι. π.Χ.). Πέρα από τους μακεδονικούς τάφους, στις νεκροπόλεις της Μίεζας έχουν ανασκαφεί τάφοι όλων των τύπων, λαξευτοί θαλαμοειδείς, λακκοειδείς και κιβωτιόσχημοι, που κατά κύριο λόγο χρονολογούνται από τους υστεροαρχαϊκούς μέχρι και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Από τα κτερίσματα των τάφων, στα οποία περιλαμβάνονται αγγεία εισηγμένα από την Αττική και την Κόρινθο, προκύπτουν ισχυρές αποδείξεις για τις σχέσεις της πόλης, ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους, με τα μεγάλα κέντρα της Νότιας Ελλάδας.

Ο αρχαιολογικός χώρος, το θέατρο, το Γυμνάσιο / Τhe archaeological site, the theatre and the Gymnasium (αρχείο ΕΦΑ Ημαθίας/ archive Ephorate of Antiquities of Imathia)
Ο αρχαιολογικός χώρος, το θέατρο, το Γυμνάσιο / Τhe archaeological site, the theatre and the Gymnasium (αρχείο ΕΦΑ Ημαθίας/ archive Ephorate of Antiquities of Imathia)
"Τάφος των Ανθεμίων"/ “Tomb of the Palmettes” (αρχείο ΕΦΑ Ημαθίας/ archive Ephorate of Antiquities of Imathia)
"Τάφος των Ανθεμίων"/ “Tomb of the Palmettes” (αρχείο ΕΦΑ Ημαθίας/ archive Ephorate of Antiquities of Imathia)

Μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Ρωμαίους (168 π.Χ.), η Μίεζα εξακολούθησε να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Μακεδονίας, όπως αποκαλύπτει ο μεγάλος αριθμός των κινητών ευρημάτων, των τάφων και των κτηρίων αυτής της περιόδου. Η κατοίκηση της πόλης συνεχίστηκε και κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, εποχή στην οποία ανήκουν ένα συγκρότημα λουτρών του 6ου αιώνα, διακοσμημένο με περίτεχνα ψηφιδωτά δάπεδα, και οι κλίβανοι ενός κεραμικού εργαστηρίου του τέλους του 5ου-6ου αιώνα, που αποκαλύφθηκαν κοντά στα Λευκάδια. Στη θέση Τσιφλίκι ανασκάφηκε επίσης τμήμα μιας παλαιοχριστιανικής βασιλικής και παλαιοχριστιανικοί τάφοι λαξευμένοι στο φυσικό πέτρωμα. Η ανασκαφή έχει αποκαλύψει επίσης σποραδικά κινητά ευρήματα και τάφους της μεσοβυζαντινής περιόδου, που υποδεικνύουν μια όψιμη κατοίκηση της περιοχής.

Τα αρχαιολογικά ευρήματα που έχουν εντοπιστεί κατά τις ανασκαφές και συνδέονται με την αρχαία Μίεζα εκτείνονται σε μια μεγάλη έκταση ανάμεσα στη σύγχρονη κωμόπολη Κοπανός στα νότια και το σύγχρονο χωριό Λευκάδια στα βόρεια. Η έκταση της αρχαίας πόλης, από την οποία δεν έχει αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα η γραμμή των τειχών της, διαγράφεται σε γενικές γραμμές με βάση τη θέση των νεκροταφείων της, που αναπτύσσονται περιμετρικά, εκτός των τειχών. Το κέντρο της πόλης θεωρείται ότι βρισκόταν στην εκτεταμένη μαλακή υπερυψωμένη πλαγιά, νότια από το χωριό Λευκάδια, στα δυτικά του αρχαίου θεάτρου, όπου οι ανασκαφές, μολονότι περιορισμένες, έχουν φέρει στο φως πολυάριθμα οικιστικά κατάλοιπα. Το όριο της πόλης προς τα βόρεια θεωρείται η λεγόμενη «Ακρόπολη» στη φυσικά οχυρή θέση Τσιφλίκι, που ορίζεται από δύο κλάδους του ποταμού Αράπιτσα, όπου μεταξύ άλλων έχει αποκαλυφθεί τμήμα ισχυρής οχύρωσης των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων.

Κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους εδραιώθηκε σταδιακά στην πόλη η νέα χριστιανική θρησκεία (η οποία είχε ήδη θεμελιωθεί από τον ίδιο τον απόστολο Παύλο, που την επισκέφτηκε δύο φορές στα μέσα του 1ου αι.), οδηγώντας στη δημιουργία της πρώτης χριστιανικής Εκκλησίας της πόλης, στην οποία προσχώρησαν Εβραίοι και Έλληνες κάτοικοί της, μεταξύ των οποίων και ο τοπικός άγιος Σωσίπατρος και ο Ονήσιμος ο Φιλήμονος, πρώτος επίσκοπος της πόλης (61-106). Η επισκοπή της Βέροιας μαρτυρείται στη συνέχεια κατά το α΄ μισό του 4ου αιώνα, ενώ μεταγενέστερες πηγές και επιγραφικές μαρτυρίες παραδίδουν ονόματα του εκκλησιαστικού κλήρου της πόλης. Η Βέροια εξακολούθησε να αποτελεί κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους σημαντικό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο, όπου ήταν εγκατεστημένοι ανώτεροι διοικητικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι. Την ακμή της μαρτυρούν τα κατάλοιπα των μεγάλων κατοικιών, των επιβλητικών κοσμικών κτηρίων και των πέντε παλαιοχριστιανικών βασιλικών που έχουν φέρει στο φως οι ανασκαφές, διακοσμημένων συχνά με αξιόλογο γλυπτό διάκοσμο, πολυτελή ψηφιδωτά δάπεδα και μαρμαροθετήματα. Η ανέγερση του παλαιότερου εκκλησιαστικού κτηρίου της πόλης, του βαπτιστηρίου στον αρχαιολογικό χώρο του Αγίου Παταπίου, ανάγεται στα τέλη του 4ου αιώνα. Από τα εκτεταμένα παλαιοχριστιανικά νεκροταφεία της πόλης ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι καμαροσκεπείς κτιστοί τάφοι, που στο εσωτερικό τους φέρουν τοιχογραφικό διάκοσμο, κυρίως ανθρώπινες μορφές και σταυρούς, που πλαισιώνονται με επιγραφές.

Όπως σε κάθε πόλη του μακεδονικού βασιλείου, η χώρα, η επικράτεια της Μίεζας, περιβαλλόταν με αγροτικές επαύλεις και υπαίθρια ιερά. Διάσπαρτες αγροτικές επαύλεις με περίτεχνα ψηφιδωτά δάπεδα και σπάνια για τον ελλαδικό χώρο μαρμαροθετήματα των ύστερων ελληνιστικών και των ρωμαϊκών χρόνων έχουν αποκαλυφθεί σε μια μεγάλη έκταση, από τον Κοπανό μέχρι την ίδια την πόλη της Νάουσας. Στην περιοχή του Κοπανού, εκτός των ορίων της αρχαίας πόλης, έχει αποκαλυφθεί επίσης ένα κτήριο των ρωμαϊκών χρόνων, πιθανότατα ιερό, από το οποίο προέρχεται η ενεπίγραφη ρωμαϊκή προτομή του ποτάμιου θεού Όλγανου, σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Βέροιας.

c
Αρχείο ΔΒΜΑ, φωτ. Κ. Ξενικάκης/ Archive DBMA, phot. K. Xenikakis

Μνημεία - Αρχαιότητες

Αρχαίο θέατρο

Βρίσκεται στη θέση Μπελοβίνα, εκτός των τειχών, στα νότια της αρχαίας πόλης. Η ανέγερσή του τοποθετείται στο β΄ μισό του 4ου αιώνα π.Χ., στα χρόνια του Φιλίππου Β΄, η σημερινή του, ωστόσο, μορφή είναι το αποτέλεσμα της εκτεταμένης ανακατασκευής που υπέστη στα χρόνια των Αντωνίνων (2ο αι. μ.Χ.) και των αλλεπάλληλων επεμβάσεων κατά τη διάρκεια της μακραίωνης χρήσης του, μέχρι και τον 4ο αιώνα μ.Χ. Κτισμένο στην πλαγιά ενός λόφου με θέα προς τον κάμπο, το αρχαίο θέατρο έχει σήμερα αποκατασταθεί, έτσι ώστε να είναι επισκέψιμο από το κοινό και να φιλοξενεί σύγχρονες εκδηλώσεις και παραστάσεις. Πρόκειται για ένα επαρχιακό θέατρο σχετικά μεγάλων διαστάσεων, η χωρητικότητα του οποίου υπολογίζεται σε περίπου 1.500 θεατές. Το κοίλο του, που κατά το μεγαλύτερο τμήμα του είναι λαξευμένο στον φυσικό βράχο, χωρίζεται με τέσσερις κλίμακες σε πέντε κερκίδες. Η κάθε κερκίδα διέθετε τουλάχιστον 19 σειρές πώρινων εδωλίων, από τις οποίες διατηρούνται σήμερα οι πρώτες επτά. Η ορχήστρα έχει σχήμα κανονικού ημικυκλίου, διαμέτρου 22 μ., και το δάπεδό της είναι κατασκευασμένο από πατημένο χώμα. Το σκηνικό οικοδόμημα, κατασκευασμένο από τοπικούς πωρόλιθους και αποτελούμενο από σκηνή, προσκήνιο και δύο παρασκήνια, σώζεται στο επίπεδο της θεμελίωσης και εικάζεται ότι θα ήταν διώροφο.

Στο ίδιο συγκρότημα με το θέατρο ανήκει το μεγάλο δημόσιο οικοδόμημα, που έχει αποκαλυφθεί στα βορειοανατολικά του και χρονολογείται επίσης στα χρόνια του βασιλιά Φιλίππου Β΄. Παλαιότερα ταυτιζόταν με την Αγορά της πόλης και ενδεχομένως με Ασκληπιείο, η σύγχρονη, ωστόσο, έρευνα έχει αποδείξει ότι πρόκειται για το Γυμνάσιο της πόλης, όπου οι νεαροί γόνοι των ισχυρών οικογενειών του μακεδονικού βασιλείου, πέρα από την αναγκαία σωματική εξάσκηση, διδάσκονταν την τέχνη του πολέμου. Η σύγχρονη επίσης έρευνα θεωρεί ότι το Γυμνάσιο υπήρξε ο χώρος της περίφημης Σχολής του Αριστοτέλη, όπου ο μεγάλος φιλόσοφος δίδαξε τον Αλέξανδρο και τους άλλους εφήβους του βασιλείου.

Το επιβλητικό σε μέγεθος, για τα δεδομένα της εποχής, οικοδόμημα αναπτύσσεται σε μια έκταση περίπου 35 στρεμμάτων, από την οποία έχει ανασκαφεί μέχρι σήμερα ένα μικρό μόνο μέρος, 6 στρεμμάτων. Έχει αποκαλυφθεί η βόρεια πλευρά του συγκροτήματος, την οποία ορίζει μία εντυπωσιακή επιμήκης στοά με δωρική κιονοστοιχία, το μήκος της οποίας πλησιάζει τα 200 μ. Έχει ταυτιστεί με τον ξυστό, τη στεγασμένη στοά για εξάσκηση, που αποτελεί τυπικό γνώρισμα των γυμνασίων κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Από το συγκρότημα του Γυμνασίου έχει έρθει επίσης στο φως το βορειοδυτικό τμήμα, το οποίο συγκροτείται από ένα μεγάλο, περίπου 4.000 τ.μ., περιστύλιο με επιβλητικές δωρικές στοές, που ταυτίζεται με παλαίστρα. Οι 11 αίθουσες που διαμορφώνονται στη βόρεια και δυτική πλευρά της παλαίστρας, με βάση την αρχιτεκτονική τους διαμόρφωση και τα κινητά ευρήματα, ταυτίζονται με αίθουσες συμποσίου. Παρά την κακή κατάσταση διατήρησης του συγκροτήματος, είναι εμφανείς οι αναλογίες που παρουσιάζει τόσο ως προς τη γενικότερη διαμόρφωση, όσο και ως προς τα επιμέρους μορφολογικά και κατασκευαστικά στοιχεία, με το βασιλικό ανάκτορο των Αιγών. Πέρα από το μεγάλο του μέγεθος εντυπωσιάζει με την επιμέλεια της κατασκευής του αποκλειστικά με πωρόλιθο, ακόμη και στο επίπεδο της θεμελίωσης, και την πολυτέλεια των επιμέρους αρχιτεκτονικών του στοιχείων, όπως τα μαρμάρινα κατώφλια, τα βοτσαλωτά δάπεδα και τα λευκά και τα χρωματιστά κονιάματα στους τοίχους και στους κίονες.

 

Στη θέση Ισβόρια, δυτικά της Μίεζας, σε ένα καταπράσινο τοπίο με πηγές, ρυάκια και πλούσια βλάστηση, δίπλα στον ποταμό Αράπιτσα, βρίσκονται τρία φυσικά σπήλαια που συνδέονται με τη λατρεία των Νυμφών. Ο βραχώδης λόφος, στο πάχος του οποίου διαμορφώνονται τα τρία σπήλαια, είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν ως λατομείο πωρολίθου, που σε κάποια στιγμή έπαψε να λειτουργεί, δίνοντας τη θέση του σε ένα Νυμφαίο, όπως ταιριάζει άριστα στο ειδυλλιακό περιβάλλον της περιοχής. Για τις ανάγκες της λειτουργίας του ιερού κατασκευάστηκε στο β΄ μισό του 4ου π.Χ. αιώνα, έξω από την είσοδο των σπηλαίων, μία μικρή στοά κάτοψης Γ, έκτασης περίπου 80 τ.μ. Ο ανασκαφέας του χώρου, καθηγητής Φώτης Πέτσας, είχε ταυτίσει παλαιότερα το Νυμφαίο με τη Σχολή του Αριστοτέλη και τη μικρή στοά με τον χώρο όπου λάμβαναν χώρα τα μαθήματα του μεγάλου φιλοσόφου. Η ειδυλλιακή εικόνα του χώρου πράγματι ανακαλεί την περιγραφή του Πλουτάρχου, που αναφέρεται στους υπόσκιους περιπάτους και τις λίθινες έδρες της θρυλικής Σχολής, οι χώροι της οποίας, ωστόσο, σύμφωνα με τα νεότερα δεδομένα της έρευνας, θα πρέπει να αναζητηθούν στο μνημειακό οικοδόμημα του Γυμνασίου.

Από τους έξι μέχρι σήμερα ερευνηθέντες μακεδονικούς τάφους, οι τέσσερις σημαντικότεροι, κοντά στο χωριό Λευκάδια, είναι διθάλαμοι με καμαρωτή ή επίπεδη στέγη και έχουν ιδρυθεί κατά μήκος της οδικής αρτηρίας, που με κατεύθυνση Δ-Α οδηγούσε από το κέντρο της Μίεζας προς την Πέλλα. Όλοι οι τάφοι είχαν συληθεί ήδη κατά την αρχαιότητα, αποτελούν όμως εξαιρετικά παραδείγματα του μνημειακού αυτού τύπου της μακεδονικής ταφικής αρχιτεκτονικής. Παράλληλα, οι πλούσιες ζωγραφικές τους συνθέσεις αποκαλύπτουν το υψηλό επίπεδο της μνημειακής τέχνης που αναπτύχθηκε κατά τους ελληνιστικούς χρόνους στο μακεδονικό βασίλειο.

Ο λεγόμενος και «Μέγας Τάφος», λόγω των μεγάλων του διαστάσεων, που τον καθιστούν έναν από τα εντυπωσιακότερα ταφικά μνημεία της αρχαίας Μακεδονίας, ξεχωρίζει για τη μοναδική πρόσοψή του, η οποία ανακαλεί εκείνη του προπύλου του ανακτόρου των Αιγών και δίνει την εντύπωση πρόσοψης διώροφου κτίσματος με αετωματική στέγη, συνδυάζοντας δύο αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, τον δωρικό στο ισόγειο και τον ιωνικό στον όροφο. Στην πρόσοψη αναπτύσσεται η σπάνια στην αρχαία τέχνη ζωγραφική σύνθεση της Κρίσης του νεκρού, στην οποία οφείλει ο τάφος την ονομασία του. Η παράσταση είναι εμπνευσμένη από τον διάλογο του Πλάτωνα Γοργία και απεικονίζει τον ψυχοπομπό θεό Ερμή να οδηγεί τον νεκρό πολεμιστή στους κριτές του Κάτω Κόσμου, τον Αιακό και τον Ραδάμανθυ. Ο τάφος χρονολογείται στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. και, όπως έχει υποστηριχθεί, πιθανότατα ανήκε στον καταγόμενο από τη Μίεζα Πευκέστα, τριήραρχο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, στον οποίο ανέθεσε τη διοίκηση της Περσίας.

Αρχείο ΕΦΑ Ημαθίας / Archive Ephorate of Antiquities of Imathia
Αρχείο ΕΦΑ Ημαθίας / Archive Ephorate of Antiquities of Imathia

Χρονολογείται στο α΄ μισό του 3ου αιώνα π.Χ. και βρίσκεται 150 μ. ανατολικότερα του «Τάφου της Κρίσεως». Η ονομασία του οφείλεται στον γλυπτό και ζωγραφικό του διάκοσμο, στον οποίο κυριαρχεί το φυτικό θέμα των ανθεμίων. Η πρόσοψη του τάφου είναι ιωνικού ρυθμού, με τέσσερις ιωνικούς ημικίονες, το αέτωμα της οποίας στεφανώνουν τρία μεγάλα ακρωτήρια σε σχήμα ανθεμίων, με έντονα ανάγλυφα φύλλα και ζωηρά χρώματα. Στο τύμπανο του αετώματος απεικονίζεται ζευγάρι ώριμης ηλικίας, μισοξαπλωμένο αντικρυστά, όπως στα συμπόσια. Στην οροφή του προθαλάμου διατηρείται η μοναδική έως σήμερα ζωηρόχρωμη, εξαιρετικής ποιότητας ζωγραφική σύνθεση με μεγάλα ανθέμια που εναλλάσσονται με νερολούλουδα, πάνω σε γαλαζοπράσινο βάθος.

Ίδιας εποχής είναι και ο τάφος που φέρει το όνομα του Δανού αρχιτέκτονα Karl Frederik Kinch, που πρώτος τον ερεύνησε μεταξύ των ετών 1887 και 1892. Η πρόσοψή του είναι δωρικού ρυθμού, χωρίς όμως κίονες, με δύο μόνο παραστάδες με επίκρανα που πλαισιώνουν την είσοδο. Ο ζωγραφικός διάκοσμος του τάφου, που περιλάμβανε την παράσταση ενός Μακεδόνα ιππέα να επιτίθεται με δόρυ εναντίον ενός Πέρση, δεν σώζεται σήμερα και είναι γνωστός μόνο από τα σχέδια του Kinch.

Ο τάφος του Λύσωνος και του Καλλικλέους, γιων του Αριστοφάνους, σύμφωνα με τη σωζόμενη επιγραφή στο υπέρθυρο της εισόδου από τον προθάλαμο στον κυρίως θάλαμο, είναι ο μικρότερος από τους τέσσερις τάφους των Λευκαδίων, που αποτελείται μεν από δύο θαλάμους, ο προθάλαμός του ωστόσο είναι ιδιαίτερα στενός. Σε αντίθεση με τη λιτή του πρόσοψη, με μόνο διάκοσμο ένα ελαφρά ανάγλυφο αέτωμα, ιδιαίτερα σημαντικός θεωρείται ο καλοδιατηρημένος ζωγραφικός διάκοσμος του κυρίως θαλάμου, που περιλαμβάνει την απεικόνιση περιμετρικά, στις κάθετες επιφάνειες των τοίχων, μιας σειράς από παραστάδες με ιωνικά επίκρανα, που εδράζονται σε ένα βαθυκόκκινο πόδιο. Οι παραστάδες αποδίδονται με την τεχνική της φωτοσκίασης τρισδιάστατα, έτσι ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ενός πραγματικού περίστυλου αρχιτεκτονήματος. Το ανώτερο μέρος του περιστυλίου στεφανώνει μία συνεχόμενη γιρλάντα με κορδέλες, άνθη μυρτιάς και ρόδια, που αποτελούν κατεξοχήν ταφικά σύμβολα. Σε καθένα από τα ημικυκλικά τύμπανα των στενών τοίχων έχει ζωγραφιστεί από μία διαφορετικού τύπου μακεδονική ασπίδα και από ένα σύνολο οπλισμού (κράνη, περικνημίδες, ξίφη και θώρακες ή τρόπαια). Οι ομοιότητες μεταξύ της ζωγραφικής του τάφου με το λεγόμενο β΄ πομπηιανό ρυθμό είναι ενδεικτικές των επαφών και των σχέσεων που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ του ελληνιστικού κόσμου και της Ρώμης. Ο τάφος ήταν οικογενειακός και χρονολογείται από τα τέλη του 3ου έως τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. Στις τρεις πλευρές των τοίχων του κυρίως θαλάμου ανοίγονται σε δύο επάλληλες σειρές 22 συνολικά ορθογώνιες θήκες με τις στάχτες από τις καύσεις νεκρών, που, σύμφωνα με τις επιγραφές που αναγράφονται πάνω από κάθε κόγχη, υπήρξαν μέλη πέντε γενεών της οικογένειας του Αριστοφάνη, ιδρυτή πιθανότατα μίας επιφανούς στρατιωτικής οικογένειας του μακεδονικού βασιλείου, όπως υποδεικνύει ο ζωγραφικός διάκοσμος του τάφου, στον οποίο περιλαμβάνεται η απεικόνιση συνόλων οπλισμού της εποχής. Οι θήκες της πάνω σειράς του τάφου προορίζονταν για τα ανδρικά μέλη της οικογένειας, ενώ εκείνες της κατώτερης για τα γυναικεία.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Ημαθίας