Μαξιμιανούπολη/Μοσυνούπολη
Μαξιμιανούπολη/Μοσυνούπολη, μία πόλη της Θράκης με στρατηγική σημασία
Ο αρχαιολογικός χώρος της Μαξιμιανούπολης/Μοσυνούπολης βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της πεδιάδας της Κομοτηνής, ανάμεσα στις καλλιέργειες καπνού, νότια του Παπίκιου όρους και του χωριού Μίσχος, 7 χλμ. δυτικά της Κομοτηνής. Η πόλη, που φέρει προφανώς το όνομα του ιδρυτή της, αυτοκράτορα Μαξιμιανού (285-305 μ.Χ.), φαίνεται ότι υποκατέστησε την αρχαία πόλη Παισούλαι, η οποία στα λατινικά θεωρείται ότι αποδίδεται ως Porsulis/Porsoali και απαντά στα ρωμαϊκά οδοιπορικά ως σταθμός της Εγνατίας οδού. Στους βυζαντινούς χρόνους, η πόλη μετονομάστηκε σε Μοσυνούπολη (Μοσυνόπολη) και αναδείχτηκε, μετά την Τραϊανούπολη, σε μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της Θράκης.
Με βάση το οδοιπορικό του Μπορντώ, η Μαξιμιανούπολη υπήρξε σταθμός (mansio) της Εγνατίας οδού ήδη από τους ρωμαϊκούς χρόνους. Στην ακμή της πόλης συνέβαλε αποφασιστικά η στρατηγική της θέση στο μέσο περίπου του ανατολικού τμήματος της Εγνατίας, ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη, από τις οποίες απέχει 250 και 340 χλμ., αντίστοιχα. Η Μαξιμιανούπολη/Μοσυνούπολη βρισκόταν, επίσης, στην είσοδο της μεγάλης στρατιωτικής σημασίας ορεινής διάβασης της Ροδόπης, η οποία συνέδεε τη Θράκη με τη μεγάλη πεδιάδα της Φιλιππούπολης. Στα δυτικά της πόλης, σε απόσταση 12 ρωμαϊκών μιλίων (20 χλμ.), βρισκόταν ένας ακόμα σημαντικός σταθμός αλλαγής αλόγων (mutatio) της Εγνατίας οδού, με την ονομασία Stabulo Diomedis, ο οποίος ταυτίζεται με την Αναστασιούπολη/Περιθεώριο.
Ιστορική διαδρομή
Λίγα είναι γνωστά για την ιστορία της πόλης κατά τους αρχαίους και παλαιοχριστιανικούς χρόνους. Στον Συνέκδημο του Ιεροκλέους (πριν το 535 μ.Χ.), περιλαμβάνεται ανάμεσα στις επτά πόλεις της επαρχίας της Ροδόπης. Από τον ιστορικό Προκόπιο αναφέρεται ως μία από τις πόλεις των οποίων επισκεύασε τα τείχη ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527-565 μ.Χ.). Σε εκκλησιαστικές πηγές της παλαιοχριστιανικής περιόδου μνημονεύεται ως έδρα επισκοπής, υπαγόμενης στη μητρόπολη της Τραϊανούπολης.
Από τον 9ο αιώνα, η πόλη αρχίζει να εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα στις γραπτές πηγές με το νέο της όνομα, Μοσυνούπολη. Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, αναδείχθηκε σε έδρα του Θέματος Βολερού, της διοικητικής περιφέρειας που αντιστοιχεί με τα σημερινά όρια των Π.Ε. Ξάνθης και Ροδόπης. Την πόλη χρησιμοποίησε ως βάση ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος (976-1025) στον αγώνα του εναντίον των Βουλγάρων. Λίγα χρόνια αργότερα, στη Μοσυνούπολη είχε στρατοπεδεύσει ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Δ΄ Παφλαγών (1034-1041), προκειμένου να αντιμετωπίσει την αποστασία του Βουλγάρου Δελεάνου, που είχε ανακυρηχθεί τσάρος, και του ξαδέρφου του Αλουσιανού. Το 1083, το «κάστρον Μοσυνοπόλεως» αναφέρεται στο Τυπικό της Μονής Θεοτόκου Πετριτζονιτίσσης στο Μπάτσκοβο της Βουλγαρίας μεταξύ των περιοχών που η μονή διέθετε έγγειο ιδιοκτησία. Στο «βάνδο Μοσυνοπόλεως», υποδιαίρεση του Θέματος Βολερού, η μονή κατείχε μέσα στο κάστρο «οἰκοστάσια, οἴκους, αὐλῆ» και «ὀσπήτια», αλλά και ναούς και μοναστήρια της ευρύτερης περιοχής. Το ίδιο έτος, ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός (1081-1118) κατασκήνωσε στην πόλη, συλλαμβάνοντας τους οπαδούς της αίρεσης του Παυλικιανισμού, που είχαν λιποτακτήσει από τον βυζαντινό στρατό κατά τη διάρκεια του πολέμου εναντίον των Νορμανδών.
Ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης αναφέρει συχνά τη Μοσυνούπολη στο πλαίσιο του πολέμου ανάμεσα στους Βυζαντινούς και τους Νορμανδούς, οι οποίοι την κατέλαβαν προσωρινά το 1185. Ο ίδιος περιγράφει την οχύρωση της πόλης και ένα λουτρό, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι αυτοκράτορες όταν διέμεναν εδώ κατά τη διάρκεια εκστρατειών. Λίγο αργότερα, το 1204, με τον διαμοιρασμό των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τις δυνάμεις της Δ΄ Σταυροφορίας, η Μοσυνούπολη παραχωρήθηκε στον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο. Το 1205/6, η πόλη καταστράφηκε από τις επιδρομές του Βούλγαρου ηγεμόνα Ιωαννίτζη (Σκυλογιάννη). Το 1224 ανακαταλήφθηκε από τον ηγεμόνα του Δεσποτάτου της Ηπείρου Θεόδωρο Κομνηνό Δούκα (1215-1230). Το 1242, ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης (1222-1254) κατέλαβε αμαχητί ολόκληρη την περιοχή της Θράκης και την περιοχή της Μακεδονίας μέχρι το κάστρο της Ρεντίνας. Έκτοτε, η πόλη παρέμεινε υπό την κυριαρχία των βυζαντινών.
Οι πολεμικές, ωστόσο, συγκρούσεις, που ακολούθησαν κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα και κορυφώθηκαν στον επόμενο αιώνα, λόγω των εμφύλιων πολέμων του Βυζαντίου, οδήγησαν σταδιακά τη Μοσυνούπολη σε παρακμή. Τον ρόλο που είχε στο παρελθόν η πόλη για την περιοχή ανέλαβαν οι πλησιόχωρες πόλεις-κάστρα της Γρατιανούπολης και των Κουμουτζηνών (σημερινής Κομοτηνής). Ο πλήρης μαρασμός της που ακολούθησε αντικατοπτρίζεται στην περιγραφή του αυτοκράτορα Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνού, ο οποίος το 1343 τη χαρακτηρίζει ως «…ἐκ πολλῶν ἐτῶν κατεσκαμμένη». Σε πατριαρχική συνοδική πράξη του 1353 αναφέρεται ότι η πόλη είχε ελάχιστους κατοίκους και δεν διέθετε επαρκείς πόρους για τη συντήρησή της ως επισκοπή. Από τα μέσα του 14ου αιώνα, η Θράκη περιήλθε σταδιακά υπό την κυριαρχία των Οθωμανών, οι οποίοι ολοκλήρωσαν την κατάληψή τους λίγο μετά τη μάχη του Ορμενίου, το 1371. Η πόλη, που στους οθωμανικούς χρόνους μετονομάστηκε σε Μεσσινέ Καλέ, αναφέρεται στις πηγές ως ακατοίκητη και ερειπωμένη.
Μνημεία - Αρχαιότητες
Ο χώρος που καταλάμβανε η άλλοτε ακμάζουσα πόλη δεν έχει ερευνηθεί στο σύνολό του, με εξαίρεση τη διενέργεια ορισμένων μόνο, περιορισμένης έκτασης, ανασκαφικών εργασιών. Κοντά στο βορειοανατολικό τμήμα της οχύρωσης, αποκαλύφθηκε τμήμα του υδραγωγείου και του παλαιοχριστιανικού νεκροταφείου της πόλης. Στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κομοτηνής και στο Βυζαντινό Μουσείο Διδυμοτείχου έχουν συγκεντρωθεί και εκτίθενται σήμερα αρχιτεκτονικά μέλη παλαιοχριστιανικών και βυζαντινών χρόνων, που έχουν βρεθεί στον αρχαιολογικό χώρο της πόλης.
Οχύρωση
Από τα τείχη της πόλης διακρίνονται ορισμένα μόνο τμήματα, που διατηρούνται σε χαμηλό ύψος ή έχουν έρθει στο φως μετά από ανασκαφική έρευνα. Ο οχυρωματικός περίβολος χρονολογείται στην εποχή του Μαξιμιανού (285-305 μ.Χ.) και στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους. Υπολογίζεται ότι ήταν ορθογώνιας κάτοψης, μήκους 2.500-3.000 μ., και περιέκλειε έκταση 400 περίπου στρεμμάτων, μία από τις μεγαλύτερες οχυρώσεις όχι μόνο της Θράκης, αλλά και της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας. Η οχύρωση ενισχυόταν κατά διαστήματα με τετράπλευρους πύργους και στην ανατολική τουλάχιστον πλευρά με προτείχισμα.
Επισκοπικός ναός
Εντός των τειχών, η ανασκαφική έρευνα έφερε στο φως τα κατάλοιπα ενός μεγάλων διαστάσεων περίκεντρου, τρουλαίου ναού, ο οποίος αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εκκλησιαστικά μνημεία της Θράκης. Ο ναός έχει εξωτερικά σχήμα εξαγώνου, με τριμερές Ιερό Βήμα και νάρθηκα. Ο χώρος του κυρίως ναού καλυπτόταν άλλοτε με μεγάλο τρούλο, διαμέτρου 8,50 μ. Στη βόρεια πλευρά του νάρθηκα, είναι προσκολλημένο το βαπτιστήριο του ναού. Οι μεγάλες διαστάσεις του ναού, η επιμελημένη τοιχοποιία και ο όχι ιδιαίτερα συνηθισμένος αρχιτεκτονικός του τύπος υποδεικνύουν ότι πρόκειται για τον επισκοπικό ναό της πόλης. Αναγνωρίζονται τρεις οικοδομικές φάσεις: ο ναός ανεγέρθηκε πιθανότατα κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, γνώρισε μία εκτεταμένη ανακατασκευή στο β΄ μισό του 11ου αιώνα και δέχθηκε μικρότερης έκτασης επεμβάσεις στο α΄ μισό του 13ου αιώνα. Υπάρχει η άποψη, ωστόσο, ότι ο ναός αποτελεί κατεξοχήν κτίσμα του β΄ μισού του 11ου αιώνα και κατά την ανέγερσή του χρησιμοποιήθηκε οικοδομικό υλικό προγενέστερου παλαιοχριστιανικού ναού που βρισκόταν στην ίδια ή παρακείμενη θέση. Με την ανέγερση του ναού έχει συνδεθεί ο κτήτορας Κωνσταντίνος, που μνημονεύεται σε έμμετρη επιγραφή μαρμάρινου υπέρθυρου του β΄ μισού του 11ου αιώνα, το οποίο περισυλλέχθηκε από τον χώρο της Μοσυνούπολης και εκτίθεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κομοτηνής.
Ο ναός διέθετε αρχικά μαρμάρινο δάπεδο, ορισμένα τμήματα του οποίου επισκευάστηκαν κατά τη διάρκεια του 12ου αιώνα. Τότε τοποθετήθηκαν πάνω στο αρχικό δάπεδο καινούρια ορθογώνια διάχωρα, τα πλαίσια των οποίων ορίζονται είτε με μαρμαροθέτημα είτε με ψηφιδωτό. Το διάχωρο μπροστά από την Ωραία Πύλη κοσμείται με το προσφιλές θέμα των «πέντε άρτων». Κατά την ανασκαφή περισυλλέχθηκαν αξιόλογα μαρμάρινα γλυπτά, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται τμήματα του τέμπλου και του άμβωνα του ναού. Στο εσωτερικό του ναού αποκαλύφθηκαν οκτώ τάφοι, ο ένας εκ των οποίων, κοντά στον χώρο της πρόθεσης, έχει τη μορφή τάφου-αρκοσολίου και είναι ιδιαίτερα επιμελημένος. Στο τύμπανο του αρκοσολίου εικονίζεται η παράσταση της Δέησης, κατεστραμμένη σε μεγάλο βαθμό. Σύμφωνα με τη δυσανάγνωστη γραπτή επιγραφή που τη συνοδεύει, ο τάφος ανήκε σε επίσκοπο της Μοσυνούπολης, που ενδεχομένως ονομαζόταν Θεοφύλακτος. Λείψανα τοιχογραφικού διακόσμου διατηρούνται και σε διάφορα άλλα σημεία του ναού, τα οποία χρονολογούνται στο τέλος του 11ου-α΄ τέταρτο του 12ου αιώνα.
Στον περιβάλλοντα χώρο του ναού αποκαλύφθηκαν δύο στενές και επιμήκεις οικιστικές εγκαταστάσεις, που ανεγέρθηκαν τον 12ο αιώνα η πρώτη και στις αρχές του 13ου αιώνα η δεύτερη, μετά την εγκατάλειψη ή την καταστροφή του ναού. Στα κινητά ευρήματα των δύο χώρων περιλαμβάνεται ένας αξιόλογος αριθμός πήλινων εφυαλωμένων αγγείων του α΄ μισού του 13ου αιώνα, με κοινά χαρακτηριστικά ως προς τον πηλό, το σχήμα και τον διάκοσμο, στοιχείο που υποδεικνύει ότι έχουν κατασκευαστεί από κάποιο τοπικό εργαστήριο κεραμικής, που έδρευε στη Μοσυνούπολη. Την ύπαρξη τοπικού εργαστηρίου κεραμικής επιβεβαιώνει ο εντοπισμός σε μικρή απόσταση από τον ναό πολυάριθμων κυλινδρικών ράβδων όπτησης και ενός κεραμικού κλιβάνου.



