Μέτσοβο

Μέτσοβο, το γραφικό κεφαλοχώρι της Πίνδου

Η κωμόπολη του Μετσόβου, έδρα του ομώνυμου Δήμου της Π.Ε. Ιωαννίνων, στα όρια μεταξύ της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Δυτικής Μακεδονίας, αποτελεί σήμερα έναν από τους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς και έναν από τους γραφικότερους οικισμούς της Ηπείρου, που χάρη στην ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του φυσιογνωμία, με τα χαρακτηριστικά λιθόκτιστα σπίτια των περίφημων Ηπειρωτών μαστόρων, έχει χαρακτηριστεί παραδοσιακός. Το Μέτσοβο, κτισμένο σε μεγάλο υψόμετρο, 1.156 μ., σε ένα τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, είναι περιτριγυρισμένο από τις ψηλές κορυφογραμμές των βουνών της οροσειράς της Πίνδου, της Κατάρας, του Ζυγού και του Περιστεριού, απ’ όπου πηγάζει ολόκληρο το ποτάμιο σύστημα της κεντρικής Ελλάδας. Σε μικρή απόσταση από το Μέτσοβο ρέει ο ορμητικός ποταμός Μετσοβίτικος, ο οποίος δημιουργεί μία στενόμακρη ορεινή εύφορη κοιλάδα στα νότια του οικισμού.

Κατά τους οθωμανικούς χρόνους, το Μέτσοβο αναδείχτηκε σε ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά, εμπορικά και βιοτεχνικά κέντρα της Ηπείρου, συνδέοντας το όνομά του με τους σπουδαίους Μετσοβίτες ευεργέτες που διέθεσαν τον πλούτο τους για μεγάλα κοινωφελή έργα. Η ευεργετική δράση των πλούσιων Μετσοβιτών, κυρίως του Μιχαήλ Τοσίτσα, του Νικόλαου Στουρνάρη και του Γεωργίου Αβέρωφ, δεν περιορίστηκε μόνο στον τόπο καταγωγής τους, αλλά επεκτάθηκε με μεγάλες δωρεές στην πρωτεύουσα της χώρας, χρηματοδοτώντας την ανέγερση σπουδαίων εκπαιδευτηρίων και άλλων κοινωφελών ιδρυμάτων. Το Μέτσοβο, μαζί με τους γύρω μικρότερους οικισμούς, το Ανήλιο, το Ανθοχώρι (πρώην Ντερβέντιστα ή Δερβέντιστα), το Βοτονόσι, τη Μηλιά, την Κουτσούφλιανη (πρώην Πλατάνιστο) και το Μαλακάσι, αποτελούσε ένα είδος ομοσπονδίας, τη λεγόμενη «Χώρα Μετσόβου» ή «Χωρίον Μετσόβου». Από τους έξι οικισμούς, στον Δήμο του Μετσόβου ανήκουν σήμερα μόνο οι τέσσερις πρώτοι· η Κουτσούφλιανη και το Μαλακάσι, που βρίσκονται στα ανατολικά του Μετσόβου, με την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος το 1881, αποσπάστηκαν διοικητικά από το Μέτσοβο και σήμερα ανήκουν στην Π.Ε. Τρικάλων. Το Μέτσοβο, Μίντσιου ή Αμίντσιου στα βλάχικα, όπως και οι γύρω οικισμοί, υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα και ακμαιότερα κέντρα των Βλάχων, της λατινόφωνης πληθυσμιακής ομάδας, αρχικά νομαδοκτηνοτροφικού χαρακτήρα, που από τις αρχές του 17ου αιώνα, όταν σταδιακά άρχισε να κάνει πιο αισθητή την παρουσία της στον χώρο της Βαλκανικής, ανέδειξε παράλληλα ικανότατους πολεμιστές (αρματολούς και κλέφτες) και σημαντικούς εμποροβιοτέχνες, με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και σημαντική πνευματική δράση.

Η ανάπτυξη του Μετσόβου καθορίστηκε πρωταρχικά από τη στρατηγική, καίρια θέση του κοντά στη διάβαση του όρους Ζυγού, που αποτελούσε το σημαντικότερο πέρασμα από την Ήπειρο στη Θεσσαλία και είχε νευραλγική σημασία για το εμπόριο και τον ανεφοδιασμό των ταξιδιωτών και των στρατευμάτων. Η κατασκευή της σύγχρονης Εγνατίας οδού έχει εξασφαλίσει σήμερα την ασφαλή και γρήγορη σύνδεση της περιοχής με την Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα.

Ιστορική διαδρομή

Λίγα είναι γνωστά για την ιστορία της περιοχής κατά την αρχαιότητα. Όπως έχει υποστηριχθεί, η Πίνδος αποτελούσε το ανατολικό όριο της Μολοσσίας, περιοχής που κατοικούνταν από τους Μολοσσούς, ένα από τα σημαντικότερα ελληνόφωνα φύλα της Ηπείρου, μαζί με τους Θεσπρωτούς και τους Χάονες. Η έκταση και τα εδαφικά όρια της Μολοσσίας, όπως και των υπόλοιπων ηπειρώτικων φύλων, είναι δύσκολο να ανιχνευθούν με ακρίβεια, ωστόσο, κατά την επικρατούσα άποψη, συμπίπτουν κατά το μεγαλύτερο μέρος με τα διοικητικά όρια της σημερινής Π.Ε. Ιωαννίνων, με επίκεντρο την περιοχή του ομώνυμου λεκανοπεδίου γύρω από τη λίμνη Παμβώτιδα (λίμνη Ιωαννίνων). Από τον ιστορικό Nicholas G.L. Hammond, στην περιοχή του Μετσόβου τοποθετείται η επικράτεια ενός μικρότερου ηπειρώτικου φύλου, των Κέλαιθων. Ο ίδιος έχει εντοπίσει στη θέση «Βλάχοι Μπερατόρι» ή «Μπερατόρια», που βρίσκεται σε οροπέδιο μεγάλου υψομέτρου, 1.350-1.400 μ., κοντά στις πηγές του Αώου, τα μοναδικά μέχρι σήμερα αρχαιολογικά κατάλοιπα στην περιοχή του Μετσόβου, δύο οχυρωματικούς περιβόλους, οι οποίοι φαίνεται ότι ανήκουν σε οχυρωμένο οικισμό, που ωστόσο, λόγω της απουσίας ευρημάτων, δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί η χρονολόγησή του. Ευρήματα προϊστορικών και αρχαίων χρόνων έχουν εντοπιστεί και στους γύρω οικισμούς, με σημαντικότερο τον θησαυρό χάλκινων αγγείων του 5ου-4ου αιώνα π.Χ. από την περιοχή του Βοτονοσίου.

Το τοπωνύμιο Μέτσοβο απαντά για πρώτη φορά στους υστεροβυζαντινούς χρόνους. Ως «Πίνδος τὸ νῦν Μέτζοβον» μνημονεύεται σε σημείωμα χειρογράφου του 13ου-14ου αιώνα που περιέχει τις «Χιλιάδες», έμμετρο κείμενο του βυζαντινού λόγιου του 12ου αιώνα Ιωάννη Τζέτζη. Στο Χρονικό των Ιωαννίνων, χρονογραφική διήγηση του 15ου αιώνα, που αναφέρεται στα γεγονότα της ιστορίας των Ιωαννίνων κατά το β΄ μισό του 14ου αιώνα, αναφέρεται επίσης ο καθηγούμενος Μετσόβου, ιερομόναχος Ησαΐας, ο οποίος συλλήφθηκε και τυφλώθηκε, για άγνωστο λόγο, από τον Σέρβο ηγεμόνα των Ιωαννίνων Θωμά Πρελιούμποβιτς (1366-1387).

To 1430, με την παράδοση των Ιωαννίνων στον Σινάν Πασά, μπεηλέρμπεη (διοικητή) της Ρούμελης, και την κατάκτηση του μεγαλύτερου τμήματος της σημερινής Ηπείρου από τους Οθωμανούς, η περιοχή του Μετσόβου εντάχθηκε στο σαντζάκι (διοικητική περιφέρεια) των Τρικάλων. Λίγα χρόνια μετά την κατάκτηση, στα μέσα του 15ου αιώνα, σύμφωνα με οθωμανικό κατάστιχο του 1454/5, η «Χώρα Μετσόβου», το Μέτσοβο με τους γύρω οικισμούς, αποτελούσε τιμάριο του Ομέρ Μπέη, διοικητή του σαντζακίου των Τρικάλων και αριθμούσε συνολικά 700 φορολογήσιμες οικογένειες, 41 χήρες και 52 άγαμους, υπερέχοντας πληθυσμιακά των μεγαλύτερων πόλεων του σαντζακίου, όπως των Τρικάλων και της Λάρισας. Η «Χώρα Μετσόβου», κατά τους οθωμανικούς χρόνους, αναδείχτηκε σε ένα από τα σημαντικότερα δερβένια (derbend) της περιοχής. Οι κάτοικοι του Μετσόβου και των γύρω οικισμών συγκροτούσαν το σώμα των δερβεντζήδων (ντερμπεντζήδων), που είχε ως αποστολή τη φύλαξη του σημαντικού περάσματος του Ζυγού και την εξασφάλιση της ομαλής διέλευσης των στρατευμάτων, των κρατικών υπαλλήλων και των εμπόρων. Ως ανταπόδοση, η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρείχε στους Μετσοβίτες φοροαπαλλαγές και το δικαίωμα να διοικούν μόνοι την περιοχής τους. Ο Ηπειρώτης λόγιος του 19ου αιώνα Ιωάννης Λαμπρίδης αναφέρει πως το 1480, οι κάτοικοι του Μαλακασίου τέθηκαν υπό την προστασία της βαλιδέ σουλτάνας, της μητέρας του σουλτάνου, η οποία τους εξασφάλισε εκ νέου φορολογικές απαλλαγές και πολιτικά προνόμια. Η πρώτη, ωστόσο, επίσημη παραχώρηση προνομίων στους Μετσοβίτες, με φιρμάνι του σουλτάνου Μωάμεθ Δ΄, χρονολογείται το 1659. Έκτοτε, οι Μετσοβίτες κατάφερναν να εξασφαλίζουν την εύνοια του σουλτάνου μέσω της έκδοσης νέων φιρμανιών έως και τις αρχές τουλάχιστον του 19ου αιώνα. Με το φιρμάνι του 1659 επικυρώθηκε η ίδρυση της Πατριαρχικής Εξαρχίας Μετσόβου, εκκλησιαστικής περιφέρειας που περιλάμβανε όλους του γύρω οικισμούς και υπαγόταν απευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, χωρίς να εντάσσεται στο σύστημα των μητροπόλεων -μέχρι τότε το Μέτσοβο υπαγόταν στη Μητρόπολη Σταγών (σημερινή Καλαμπάκα). Ο πατριαρχικός έξαρχος Μετσόβου αποτελούσε την ανώτερη εκκλησιαστική, πνευματική, διοικητική και δικαστική αρχή του τόπου.

Μέχρι το 1659, η οικονομία του Μετσόβου είχε κυρίαρχα κτηνοτροφικό χαρακτήρα, με βασική ενασχόληση τη μεγάλη (μετακινούμενη) κτηνοτροφία. Τις αγροτικές δραστηριότητες των κατοίκων συμπλήρωνε η γεωργική παραγωγή, που λόγω του μεγάλου υψομέτρου και των κλιματικών δεδομένων της περιοχής περιοριζόταν κυρίως στην καλλιέργεια αμπελιών, αραβόσιτου και λιγότερο σιταριού, βρώμης και κριθαριού. Από το β΄ μισό του 17ου αιώνα, ωστόσο και έπειτα, πραγματοποιήθηκε σταδιακά ο μετασχηματισμός του Μετσόβου από έναν ορεινό κτηνοτροφικό οικισμό σε μία από τις σημαντικότερες ορεινές πολίχνες της Ηπείρου με αναπτυγμένη εμπορική δραστηριότητα και αξιόλογη βιοτεχνική παραγωγή. Στο Μέτσοβο αναδείχτηκε έκτοτε μία σημαντική ομάδα εμπόρων, από τις σπουδαιότερες των Βαλκανίων, που εκτός από τα κοντινά Ιωάννινα και τις άλλες μεγάλες αγορές της Ηπείρου, ανέπτυξε επαφές με τα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα της Βαλκανικής, της Ευρώπης, ακόμη και της Ρωσίας, της Αιγύπτου (Αλεξάνδρεια) και της Ανατολικής Μεσογείου (Κύπρο, Δαμασκό), σε πολλά από τα οποία διατηρούσαν σημαντικούς εμπορικούς οίκους. Οι δραστήριοι και ριψοκίνδυνοι αγωγιάτες (κιρατζήδες, κερατζήδες ή καρβανάρηδες) και οι πραματευτάδες του Μετσόβου, την ικανότητα των οποίων επαινούν οι ξένοι περιηγητές, όργωναν με τα καραβάνια τους όλα τα Βαλκάνια. Μέσω των λιμανιών της Ηπείρου, κυρίως της Σαγιάδας, διοχέτευαν τα προϊόντα τους στις αγορές της Ιταλίας και της Ευρώπης. Οργανωμένοι σε συντεχνίες, αναδείχτηκαν σταδιακά σε άρχουσα κοινωνική ομάδα του Μετσόβου, που συσσώρευσε μεγάλο πλούτο.

Την ίδια περίοδο, μεγάλη ανάπτυξη γνώρισε η παραγωγή βιοτεχνικών προϊόντων, κυρίως των περίφημων μετσοβίτικων υφαντών, κατασκευασμένων από το άφθονο στην περιοχή μαλλί. Το Μέτσοβο συγκέντρωσε το ενδιαφέρον των ξένων προξένων που είχαν εγκατασταθεί στην Άρτα και τη Θεσσαλονίκη με σκοπό να εξασφαλίσουν κυρίως μαλλί, την απαραίτητη πρώτη ύλη για την αρχόμενη εκβιομηχάνιση της Ιταλίας και ακολούθως της Γαλλίας και της Βρετανίας. Στα χρόνια του Γάλλου βασιλιά Λουδοβίκου ΙΔ΄ (1643-1719) δημιουργήθηκε στο Μέτσοβο αποθήκη για τη συγκέντρωση των τοπικών προϊόντων που προορίζονταν για εξαγωγή στην Ευρώπη.

Άποψη του χιονισμένου Μετσόβου, φωτ. K. και Μ. Ξενικάκης, ΔΒΜΑ/ View of snow-covered Metsovo, photo: K. and M. Xenikakis, DBMA
Άποψη του χιονισμένου Μετσόβου, φωτ. K. και Μ. Ξενικάκης, ΔΒΜΑ/ View of snow-covered Metsovo, photo: K. and M. Xenikakis, DBMA

Η ξυλογλυπτική είναι ένας ακόμη κλάδος στον οποίο διακρίθηκε το Μέτσοβο, με τους Μετσοβίτες ταλιαδόρους (ξυλογλύπτες) να είναι περιζήτητοι και να ταξιδεύουν σε πολλά μέρη του ελλαδικού και βαλκανικού χώρου για τη διακόσμηση κυρίως εκκλησιών. Παράλληλα με την ξυλογλυπτική, σημαντικό κλάδο της οικονομίας του Μετσόβου αποτελούσε η εκμετάλλευση των πλούσιων δασών της Πίνδου και η παραγωγή οικοδομικής ξυλείας, όπως επίσης η σαγματοποιία και η βαρελοποιία, στην οποία περιλαμβανόταν η κατασκευή κάθε μορφής ξύλινων δοχείων που χρησιμοποιούνταν στα νοικοκυριά. Μεγάλη επίσης ανάπτυξη γνώρισε η ξυλουργική, με τους ονομαστούς Μετσοβίτες νταβατζήδες, τους τεχνίτες που ασχολούνταν με όλο το φάσμα των σχετικών με τις οικοδομές ξυλοκατασκευών, να εργάζονται ακόμη και στην ανέγερση των σεραγιών του Αλή Πασά στα Ιωάννινα. Το Μέτσοβο ανέδειξε επίσης εξαιρετικούς κτίστες και τεχνίτες της οικοδομικής τέχνης, αργυροχόους και σιδηρουργούς.

Παράλληλα με την οικονομική και εμπορική ανάπτυξη, οι Μετσοβίτες έμποροι, ερχόμενοι σε άμεση επαφή με τα ιδεολογικά ρεύματα της Δυτικής Ευρώπης, έδειξαν ιδιαίτερο ζήλο για την προώθηση της πνευματικής ζωής του τόπου τους. Η ίδρυση του πρώτου ελληνικού σχολείου στο Μέτσοβο τοποθετείται από ορισμένους ερευνητές μετά τα μέσα του 17ου αιώνα. Το 1759 ιδρύθηκε επίσημα στο Μέτσοβο Ελληνοσχολείο με κληροδότημα του Μετσοβίτη ευεργέτη Στεργίου Στάνου, το οποίο στεγάστηκε αρχικά στα κελιά του ναού της Αγίας Παρασκευής και το 1817 στο κτήριο που χρηματοδότησε ο Μετσοβίτης ευεργέτης, σημαίνον μέλος της Φιλικής Εταιρείας, Δημήτριος Ζαμάνης. Το κτήριο καταστράφηκε από πυρκαγιά μαζί με την πολύτιμη βιβλιοθήκη του το 1840. Μέσα στον 19ο αιώνα, στο Μέτσοβο λειτουργούσαν πέντε ακόμη σχολεία με την αδιάκοπη συνδρομή πλούσιων ευεργετών, ενώ σχολεία διέθεταν και οι υπόλοιποι γύρω οικισμοί. Παράλληλα, το «φιλογράμματον και φιλέμπορον Μέτσοβον» ανέδειξε σημαντικούς λόγιους και διδασκάλους, όπως τον Παρθένιο Κατζιούλη, τον Νικόλαο Τζαρτζούλη (Ζερζούλη ή Ζορτούλλιο), τον Τρύφωνα Βαρδάκα και τον Δημήτριο Βαρδάκα, οι οποίοι συμμετείχαν ενεργά στην πνευματική αναγέννηση που γνώρισε αυτήν την περίοδο η Ήπειρος με κεντρική εστία τα Ιωάννινα.

Το 1795, ο περιβόητος Αλή Πασάς των Ιωαννίνων μίσθωσε τον μουκατά (φορολογική ενότητα) της «Χώρας Μετσόβου» για λογαριασμό του, επιβάλλοντας στους Μετσοβίτες σημαντικές φορολογικές επιβαρύνσεις. Το 1831, το Μέτσοβο έγινε ναχιγιές (δήμος) και εντάχθηκε επίσημα στο πασαλίκι των Ιωαννίνων, μετά από σχεδόν 400 χρόνια υπαγωγής στο σαντζάκι των Τρικάλων.

Το 1854, το Μέτσοβο υπέστη μεγάλη καταστροφή, τον λεγόμενο «Χαλασμό του Γρίβα», όταν έλαβε χώρα σκληρή τριήμερη μάχη ανάμεσα στις τουρκικές δυνάμεις και τον Θεόδωρο Γρίβα, επικεφαλής του επαναστατικού κινήματος που εκδηλώθηκε στην Ήπειρο κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου (1853-1856). Μεταξύ των τραγικών συνεπειών της μάχης ήταν η καταστροφή 400 κατοικιών του Μετσόβου. Μία δεκαετία αργότερα (1864-1867) οικοδομήθηκε στο Μέτσοβο κάστρο, το οποίο στέγαζε την οθωμανική διοίκηση και περιλάμβανε ένα τζαμί. Μετά το 1912, το κάστρο σταδιακά καταστράφηκε και καλύφθηκε με χώμα, δημιουργώντας τον λόφο που είναι σήμερα γνωστός ως «Κάστρο». Το 1875, στο πλαίσιο των διοικητικών μεταρρυθμίσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Tanzimat) και την ίδρυση του βιλαετίου των Ιωαννίνων (1864), η περιοχή του Μετσόβου προβιβάστηκε σε καζά, αποτελώντας ταυτόχρονα έδρα καϊμακάμη (υποδιοικητή) και καδή (δικαστή).

Κατά το β΄ μισό του 19ου αιώνα, με την άνοδο των βαλκανικών εθνικισμών, εμφανίστηκε το λεγόμενο Κουτσοβλαχικό Ζήτημα, με το οποίο η Ρουμανία διεκδικούσε ως ομοεθνείς τους βλάχικους πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που κατοικούσαν στις περιοχές της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. Στο πλαίσιο των διεκδικήσεων της Ρουμανίας ιδρύθηκε το 1891 στο Μέτσοβο ρουμανικό σχολείο με κληροδότημα του Μετσοβίτη Δημήτρη Καζάκοβιτς.

Στις 31 Οκτωβρίου 1912, μετά την αποφασιστική νίκη των δυνάμεων του ελληνικού στρατού, το Μέτσοβο προσαρτήθηκε στην ελληνική επικράτεια. Ο έλεγχος του Μετσόβου υπήρξε καθοριστικός για τις μετέπειτα επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού και την κατάληψη των Ιωαννίνων (1913). Το 1924 καταργήθηκε η Εξαρχία Μετσόβου και ιδρύθηκε η Μητρόπολη Μετσόβου, η οποία λειτούργησε μέχρι το 1929, όταν προσαρτήθηκε αρχικά στη Μητρόπολη Γρεβενών και στη συνέχεια, το 1932, στη Μητρόπολη Ιωαννίνων, στην οποία υπάγεται μέχρι και σήμερα.

Χαρακτηριστικός δρόμος του Μετσόβου, φωτ. της Margaret Masson Hasluck, δεκ. 1930, Βιβλιοθήκη UCL SSEES, Λονδίνο, Αρχ. M. Hasluck, Φάκελος 2: Greece, εικ. 88/ Characteristic street of Metsovo, photo by Margaret Masson Hasluck, 1930s, photo: UCL SSEES Library, London, M. Hasluck Arch., F. 2: Greece, img. 88
Χαρακτηριστικός δρόμος του Μετσόβου, φωτ. της Margaret Masson Hasluck, δεκ. 1930, Βιβλιοθήκη UCL SSEES, Λονδίνο, Αρχ. M. Hasluck, Φάκελος 2: Greece, εικ. 88/ Characteristic street of Metsovo, photo by Margaret Masson Hasluck, 1930s, photo: UCL SSEES Library, London, M. Hasluck Arch., F. 2: Greece, img. 88

Κατά τη μεταπολεμική περίοδο, το ίδρυμα του βαρόνου Μιχαήλ Τοσίτσα συνέβαλε αποφασιστικά να εξελιχθεί το Μέτσοβο από ένα χωριό κτηνοτρόφων σε πρότυπο ανάπτυξης, υλοποιώντας ένα ευρύ φάσμα κοινωφελών έργων. Ένα από τα οράματα του ιδρύματος ήταν η λειτουργία του Τυροκομείου Τοσίτσα, το οποίο, συνεχίζοντας την τυροκομική παράδοση του τόπου, παράγει διάφορα είδη τυριών, μεταξύ των οποίων και το περίφημο μετσοβόνε. Το ίδρυμα κατέβαλε επίσης μεγάλες προσπάθειες για την αναβίωση της παλιάς αμπελουργικής παράδοσης, καλλιεργώντας με αμπέλια τις εγκαταλειμμένες πλαγιές της Πίνδου και ιδρύοντας το Οινοποιείο Κατώγι Αβέρωφ, που εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο φημισμένα οινοποιεία της χώρας. Ο αμπελώνας και οι αμπελοοινικές παραδόσεις του Μετσόβου έχουν εγγραφεί στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας.

Μνημεία

Παραδοσιακός οικισμός - αρχοντικά

Ο παραδοσιακός οικισμός του Μετσόβου διαιρείται στο Πάνω και στο Κάτω Μέτσοβο, με τις επιμέρους συνοικίες της καθεμιάς οικιστικής ενότητας να έχουν ως επίκεντρο την ενοριακή τους εκκλησία. Στην «καρδιά» του οικισμού βρίσκεται η κεντρική πλατεία, μία από τις διασημότερες της ορεινής Ηπείρου, με τα αιωνόβια δέντρα, τα πολυάριθμα καταστήματα, τον μητροπολιτικό ναό της Αγίας Παρασκευής και το δημαρχείο, το οποίο κτίστηκε το 1878 ως Γεροντοκομείο, με χορηγία του ευεργέτη Τριαντάφυλλου Τσουμάγκα (Τσιουμάγκα).

Οι λιθόστρωτοι δρόμοι του οικισμού, με εξαίρεση τους κεντρικούς (Τσουμάγκα, Αβέρωφ και Τοσίτσα), είναι οφιοειδείς και στενοί, πλάτους 2-4 μ. Καθώς περιβάλλονται κατά το μεγαλύτερο τμήμα τους από τις ψηλές μάντρες των σπιτιών, δημιουργείται η εντύπωση ενός κλειστού χώρου, την οποία επιτείνει η πυκνή δόμηση του οικισμού.

Τα σπίτια του Μετσόβου ακολουθούν τα βασικά χαρακτηριστικά της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής της Ηπείρου και διακρίνονται σε δύο κύριες κατηγορίες, τα τρίχωρα, πλατυμέτωπα λαϊκά σπίτια και τα τετράχωρα, αρχοντικά. Και στις δύο κατηγορίες, τα σπίτια είναι διώροφα και περιβάλλονται από αυλές, που ορίζουν ψηλοί μαντρότοιχοι, με χαρακτηριστικές στεγασμένες αυλόθυρες. Στον όροφο αναπτύσσονται οι χώροι διαμονής της οικογένειας και στο ισόγειο οι βοηθητικοί χώροι. Κύριο χαρακτηριστικό των κατοικιών του Μετσόβου, όπως και των άλλων γύρω οικισμών, είναι η λιθόκτιστη τοιχοποιία τους με τοπικούς γκριζοκαφετί ή γκριζοπράσινους λίθους. Για τις δαπεδοστρώσεις και τις στέγες χρησιμοποιούνται οι χαρακτηριστικές γκριζοπράσινες σχιστολιθικές πλάκες, αν και σήμερα στις στέγες των ανακαινισμένων λιθόκτιστων σπιτιών έχουν κυριαρχήσει οι κεραμοσκεπές. Από ξύλο είναι κατασκευασμένα μόνο τα κεπέγκια, τα αντίστοιχα σαχνισιά της μακεδονίτικης παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, οι προεξοχές στις οποίες απολήγουν τα σαράγια, οι χώροι υποδοχής του ορόφου.

Τα αρχοντικά του Μετσόβου είναι αντιπροσωπευτικά της οικονομικής ευμάρειας που γνώρισε ο οικισμός μετά τα μέσα του 17ου αιώνα. Σε αντίθεση με τις λιτές και αυστηρές εξωτερικά όψεις τους, που μόνο οι καμινάδες στις στέγες και τα κεπέγκια, τα μεγάλα παράθυρα και οι φεγγίτες στον όροφο προσδίδουν κάποια ελαφρότητα, το εσωτερικό τους αποτελεί έναν ιδιότυπο φωτεινό, πολύχρωμο και πλούσια διακοσμημένο κόσμο, τον οποίο συνθέτουν τα περίτεχνα ξύλινα ταβάνια, οι ζωγραφιστές μεσάντρες (ξύλινες ντουλάπες) και τα περίφημα μετσοβίτικα μάλλινα υφαντά σε μεγάλη ποικιλία χρωμάτων και σχεδίων. Τα χαλιά στα δάπεδα, τα χράμια στους τοίχους και οι μπουχαροποδιές στα τζάκια διακοσμούν τα δωμάτια των ορόφων, προστατεύοντάς τα παράλληλα από το κρύο. Πλούσια επίσης είναι τα μαξιλάρια και τα στρωσίδια στα μπάσια, τις χαρακτηριστικές ξύλινες κατασκευές περιμετρικά των τοίχων, που χρησιμοποιούνταν ως καθιστικό, αλλά και ως χώρος φαγητού την ημέρα και ως κρεβάτι το βράδυ. Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της μετσοβίτικης αρχιτεκτονικής αποτελεί ο μικρός φεγγίτης που ανοίγεται στα τζάκια, ο οποίος λέγεται ότι χρησίμευε για καλύτερο φωτισμό κατά το μαγείρεμα.

Διακεκριμένη θέση στον οικιστικό ιστό του Μετσόβου έχουν οι δημόσιες κρήνες, που εξυπηρετούσαν άλλοτε τα νοικοκυριά, καθώς μόνο τα πλούσια αρχοντικά, όπως της οικογένειας Αβέρωφ, είχαν εξασφαλίσει την ύπαρξη πηγής μέσα στην ίδια τους την ιδιοκτησία. Πολλές από τις κρήνες του Μετσόβου, όπως της κεντρικής πλατείας, είναι στεγασμένες και διακρίνονται για την επιμελημένη τους κατασκευή και τον ενδιαφέροντα γλυπτό τους διάκοσμο.

φωτ. Δήμος Μετσόβου/ photo: Municipality of Metsovo
φωτ. Δήμος Μετσόβου/ photo: Municipality of Metsovo

Πρόκειται για ένα πανέμορφο πάρκο 10 περίπου στρεμμάτων, με υποβλητική θέα στα γύρω βουνά, όπου έχουν φυτευτεί αντιπροσωπευτικά ενδημικά είδη και δέντρα της Πίνδου. Δημιουργήθηκε το 1840 στο βόρειο τμήμα του οικισμού, με δαπάνη του ευεργέτη Γεώργιου Αβέρωφ. Ο ίδιος φρόντισε για την ανακαίνιση του ναού του Αγίου Γεωργίου, που βρίσκεται εντός του πάρκου και, σύμφωνα με επιγραφή, είναι κτισμένος στη θέση παλαιότερης μονής.

Εκκλησίες

Στο Μέτσοβο, όπως και στα γύρω χωριά, διατηρείται σήμερα ένας σημαντικός αριθμός εκκλησιών, οι περισσότερες εκ των οποίων έχουν ανεγερθεί ή έχουν εκ βάθρων ανακαινιστεί κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, με δαπάνη των πλούσιων ευεργετών του τόπου. Τοιχογραφίες διατηρούνται σε λίγες σχετικά εκκλησίες, με σημαντικότερες αυτές που φιλοτεχνήθηκαν το 1743 και 1748 στον ενοριακό ναό του Αγίου Δημητρίου από τον ικανό Μετσοβίτη αγιογράφο Στέργιο Παπαγιάννη. Τα τέμπλα των εκκλησιών του Μετσόβου, οι άμβωνες και οι δεσποτικοί θρόνοι φέρουν στις περισσότερες περιπτώσεις πλούσιο ξυλόγλυπτο διάκοσμο, φιλοτεχνημένο από Μετσοβίτες ξυλογλύπτες. Σε πολλές από τις εκκλησίες φυλάσσονται πολύτιμα κειμήλια και καλής τέχνης φορητές εικόνες.

Μητροπολιτικός ναός Αγίας Παρασκευής

Ο μεγάλων διαστάσεων ναός, στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής, στην κεντρική πλατεία του οικισμού, υπήρξε ο εξαρχικός ναός της «Χώρας Μετσόβου», όπου λειτουργούσαν οι πατριαρχικοί έξαρχοι. Είναι τρισυπόστατος και εκτός από την αγία Παρασκευή, ήταν πιθανότατα αφιερωμένος στους άγιους Γεώργιο και Χαράλαμπο. Η μαρτυρία ότι ο ναός διέθετε κελιά, όπου στεγάστηκε το περίφημο Ελληνοσχολείο, έχει οδηγήσει στην εύλογη υπόθεση ότι παλαιότερα ήταν μοναστήρι. Δεν είναι γνωστή η χρονολογία της ανέγερσής του, θεωρείται ωστόσο ότι είναι προγενέστερος του 1511, που αναφέρεται ως έτος της πρώτης ανακαίνισής του. Η σημερινή του μορφή είναι το αποτέλεσμα των εκτεταμένων οικοδομικών εργασιών του 1759 και του 1894. Η ανακαίνιση του 1894 έγινε με δαπάνη του Γεωργίου Αβέρωφ, ο οποίος φρόντισε επίσης το 1887 για την οικοδόμηση του επιβλητικού κωδωνοστασίου του ναού, ύψους 25 μ.

Ιδιαίτερης καλλιτεχνικής αξίας είναι το εντυπωσιακό επιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού, μήκους 12,10 μ., που έχει φιλοτεχνηθεί από Μετσοβίτες τεχνίτες, κατά την επικρατέστερη άποψη, μεταξύ 1750 και 1760. Ίδιας εξαίρετης τέχνης με το τέμπλο είναι τα ξυλόγλυπτα του προσκυνηταριού, των δύο αμβώνων και του δεσποτικού θρόνου.

Στον παλιό πλάτανο του περιβόλου του ναού, σύμφωνα με την παράδοση, κήρυξε δύο φορές ο άγιος «μέγας διδάσκαλος του Γένους» Κοσμάς ο Αιτωλός.

Η γυναικεία σήμερα μονή, που άλλοτε ήταν ανδρώα, έχει έντονα φρουριακό χαρακτήρα και περικλείεται από ψηλό περίβολο. Βρίσκεται λίγο έξω, ανατολικά του οικισμού του Μετσόβου, κοντά στο σημείο της συμβολής του Μετσοβίτικου με τον Ανηλιώτικο ποταμό. Στα εκκλησιαστικά έγγραφα αναφέρεται και ως Μονή της Κάτωθεν Χώρας ή της Κάτω Πολιτείας ή του Κάτω Ποταμού.

Η ακριβής χρονολογία ίδρυσης της μονής δεν είναι γνωστή. Το καθολικό της, στον τύπο του μονόχωρου ξυλόστεγου ναού με νάρθηκα στα δυτικά και προστώο στη νότια πλευρά, σύμφωνα με τις δύο σωζόμενες κτητορικές επιγραφές, οικοδομήθηκε και τοιχογραφήθηκε το 1754. Οι τοιχογραφίες του Ιερού Βήματος χρονολογούνται με επιγραφή το 1875. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, ο νάρθηκας, που κοσμείται επίσης με τοιχογραφίες, είναι μεταγενέστερος και προστέθηκε μετά το 1867. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο με τις αξιόλογες φορητές εικόνες είναι του 1782, μόνο στο πάνω μέρος. Το κάτω μέρος του συμπληρώθηκε το 1978, όταν επαναλειτούργησε η μονή το 1977. Από τα υπόλοιπα κτίσματα της μονής ενδιαφέρον παρουσιάζει το εντυπωσιακό καμπαναριό, λιθόκτιστο στο κάτω μέρος και ξύλινο στο ανώτερο, με καμπάνα που κατασκευάστηκε το 1870 στα Γιάννενα. Ιδιαίτερα αξιόλογες είναι οι φορητές εικόνες και τα κειμήλια που φυλάσσονται στο σκευοφυλάκιο της μονής.

Η άλλοτε ανδρώα μονή, που σήμερα δεν λειτουργεί, είναι κτισμένη κοντά στον Μετσοβίτικο ποταμό, λίγο χαμηλότερα από τη Μονή της Παναγίας, σε μικρή απόσταση νοτιοανατολικά του οικισμού. Στα χρόνια της ακμής της υπήρξε μία από τις πιο πλούσιες και σημαντικές μονές της περιοχής, με μεγάλη κοινωνική και φιλανθρωπική δράση. Δεν υπάρχουν στοιχεία για τη χρονολογία της ίδρυσής της, θεωρείται ωστόσο η παλαιότερη της περιοχής και από ορισμένους ερευνητές συνδέεται με τον ηγούμενο Ησαΐα του β΄ μισού του 14ου αιώνα, ο οποίος αναφέρεται στο Χρονικό των Ιωαννίνων. Σε εγχάρακτη επιγραφή αναγράφεται η χρονολογία 1700 θεωρείται ότι αναφέρεται σε κάποια από τις ανακαινίσεις της μονής.

Το καθολικό είναι μεγάλων διαστάσεων και ανήκει στον τύπο της μονόκλιτης καμαροσκέπαστης βασιλικής με νάρθηκα στα δυτικά. Στη νότια πλευρά, όπου βρίσκεται η κύρια είσοδος, διαμορφώνεται προστώο, που απολήγει στα ανατολικά σε παρεκκλήσι αφιερωμένο στον ιδιαίτερα δημοφιλή στην περιοχή νεομάρτυρα άγιο Νικόλαο τον εκ Μετσόβου. Το καθολικό κοσμείται εσωτερικά με εκτενή τοιχογραφικό διάκοσμο, ένα μέρος του οποίου έχει φιλοτεχνηθεί, βάσει επιγραφής, από τον ζωγράφο Ευστάθιο το 1702. Αναγνωρίζονται, ωστόσο, και άλλα στρώματα που προηγούνται ή έπονται της φάσης του 1702. Τοιχογραφίες διατηρούνται και στην εξωτερική νότια όψη του ναού. Αξιόλογης τέχνης είναι το επιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού. Τοιχογραφημένο είναι επίσης το παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου, όπου διατηρείται μία κοσμική παράσταση με τον οικισμό του Μετσόβου, που σύμφωνα με επιγραφή αποτελεί έργο του λαϊκού ζωγράφου Διονυσίου Μαρέσου και χρονολογείται το 1800.

Στον νάρθηκα του καθολικού διατηρούνται μέχρι σήμερα οι αλυσίδες με τις οποίες έδεναν τους «δαιμόνια ἒχοντες». Ο γυναικωνίτης του καθολικού έχει σήμερα διαμορφωθεί ως χώρος εκθέσεως των σημαντικών φορητών εικόνων και των κειμηλίων της μονής.

φωτ. ΕΦΑ Ιωαννίνων/ photo: Ephorate of Antiquities of Ioannina
φωτ. ΕΦΑ Ιωαννίνων/ photo: Ephorate of Antiquities of Ioannina

Η ιστορική μονή, γνωστή και ως Κιάτρα Ρόσια, Κόκκινο Λιθάρι στα βλάχικα, από τα κόκκινα βράχια της γύρω περιοχής, βρίσκεται κοντά στο χωριό Ανθοχώρι, στις βόρειες πλαγιές του όρους Περιστέρι. Ιδρύθηκε πιθανότατα κατά τον 17ο ή τις αρχές του 18ου αιώνα και κατά καιρούς υπέστη μεγάλες καταστροφές και λεηλασίες. Υπήρξε ανδρική μονή, στην οποία αναφέρεται, ωστόσο, και η παρουσία γυναικών μοναχών. Περιβάλλεται από ψηλό μαντρότοιχο και από τα κτίσματά της διατηρούνται σήμερα τα κελιά και το καθολικό, το οποίο ανήκει στον αθωνικό τύπο (σύνθετος τετρακιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με δύο πλευρικές κόγχες) με νάρθηκα και χαγιάτι στη δυτική πλευρά. Πάνω από την κεντρική είσοδο του καθολικού διατηρείται δεητική επιγραφή του Στέργιου Ντάφου με χρονολογία 1732, η οποία έχει συσχετιστεί από τους μελετητές με την προσθήκη του μεταγενέστερου νάρθηκα. Εσωτερικά του ναού διατηρούνται τοιχογραφίες δύο διαφορετικών φάσεων, του 1765 και του 1844. Αξιόλογο είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού, που κατασκευάστηκε τον 19ο αιώνα, ενσωματώνοντας τα σωζόμενα τμήματα του αρχικού τέμπλου που καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1840. Εξωτερικά, ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαμόρφωση της αψίδας, η οποία κοσμείται με αβαθή τόξα και στο άνω μέρος με κόγχη, που φέρει την παράσταση της Ζωοδόχου Πηγής πλαισιωμένης από τους αρχαγγέλους. Στα νότια της μονής, στην κορυφή μικρού λόφου, διατηρείται το παρεκκλήσι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, του 17ου αιώνα.

Η μονή, που είναι γνωστή και ως Κυρά της Κουσιοβίτσας ή Κουρσοβίτσας ή Κοσβήτζας ή Χρυσοβίτζας, είναι κτισμένη στο κέντρο του χωριού Χρυσοβίτσα, στα δυτικά του Μετσόβου, στη θέση όπου, σύμφωνα με την παράδοση, βρέθηκε με θαυματουργό τρόπο η εφέστια εικόνα της Παναγίας, η οποία είναι συνδεδεμένη με διάφορους τοπικούς θρύλους και θαύματα. Η άλλοτε ανδρική μονή, στην οποία αναφέρεται, ωστόσο, η παρουσία και γυναικών μοναχών, υπήρξε ένα από τα πλουσιότερα μοναστικά ιδρύματα της περιοχής, ιδιαίτερα δημοφιλής για το ετήσιό της πανηγύρι (14 Αυγούστου). Έχει έντονα φρουριακό χαρακτήρα, καθώς περιβάλλεται από ψηλό μαντρότοιχο και στο κέντρο της είναι κτισμένο το καθολικό στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με νάρθηκα και χαγιάτι στα δυτικά. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την εποχή της ίδρυσης της μονής. Επιγραφή που διατηρείται στον νάρθηκα του καθολικού αναφέρεται πιθανότατα σε εργασίες ανακαίνισης και τοιχογράφησης, οι οποίες έλαβαν χώρα στα χρόνια της αρχιερατείας του μητροπολίτη Ιωαννίνων Κλήμεντα (1680-1715). Η αναφορά στον μητροπολίτη οφείλεται στο ότι ο οικισμός της Χρυσοβίτσας δεν υπαγόταν όπως τα υπόλοιπα χωριά του Μετσόβου στην Πατριαρχική Εξαρχεία, αλλά στη Μητρόπολη των Ιωαννίνων. Μία δεύτερη επιγραφή μας πληροφορεί για την τοιχογράφηση του ναού το 1781 από τους αδελφούς Ιωάννη και ιερέα Γεώργιο, με καταγωγή από το Καπέσοβο του Ζαγορίου. Σύμφωνα με την ίδια επιγραφή, το ίδιο έτος κατασκευάστηκαν ο άμβωνας και ο δεσποτικός θρόνος του ναού, που φέρουν αξιόλογο ξυλόγλυπτο διάκοσμο. Ξυλόγλυπτο επίσης είναι το τέμπλο του ναού. Σήμερα το καθολικό της μονής λειτουργεί ως ο ενοριακός ναός του οικισμού.

Μουσεία

Λαογραφικό Μουσείο - Αρχοντικό Τοσίτσα (οδός Τοσίτσα 27)

Αποτελεί δωρεά του Ιδρύματος βαρόνου Μιχαήλ Τοσίτσα και στεγάζεται στο ανακαινισμένο σήμερα τριώροφο πατρογονικό αρχοντικό της γνωστής οικογένειας ευεργετών του Μετσόβου, που ανεγέρθηκε το 1661, αλλά στη διάρκεια των αιώνων γνώρισε διάφορες ανακαινίσεις. Με τη φιλοσοφία του «ανοιχτού μουσείου», προσφέρεται στον επισκέπτη η εμπειρία της περιήγησης στους διάφορους χώρους του παλιού αρχοντικού, όπου εκτίθενται στον φυσικό τους χώρο αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Το μουσείο, εκτός από την πλούσια λαογραφική του συλλογή, διαθέτει και άλλες πλούσιες συλλογές, όπως νομισμάτων, φορητών εικόνων και έργων μεταλλοτεχνίας.

Λειτουργεί από το 2014 και στεγάζεται στο παλαιό πέτρινο αρχοντικό της οικογένειας Βενέτη στην περιοχή του Αγίου Γεωργίου. Τα εκθέματα του μουσείου παρουσιάζουν πτυχές της τέχνης των Βλάχων και της λαογραφικής ιστορίας του Μετσόβου.

Κοντά στην κεντρική πλατεία του Μετσόβου βρίσκεται η Πινακοθήκη που λειτουργεί σε τριώροφο κτήριο που δώρισε ο ιδρυτής της Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας στο ομώνυμο ίδρυμα, προκειμένου να στεγάσει την προσωπική του συλλογή με έργα Ελλήνων καλλιτεχνών του 19ου και του 20ού αιώνα. Εκτός από τη μόνιμη, εμπλουτισμένη σήμερα, έκθεση, η Πινακοθήκη οργανώνει περιοδικές εκθέσεις, συνέδρια ή συμπόσια, εκπαιδευτικά προγράμματα, δημιουργικά εργαστήρια και άλλες εκδηλώσεις.

φωτ. Δήμος Μετσόβου/ photo: Municipality of Metsovo
φωτ. Δήμος Μετσόβου/ photo: Municipality of Metsovo

Στην κοινότητα Ανθοχωρίου, νοτιοδυτικά του Μετσόβου, σε μια περιοχή εξαίρετου φυσικού κάλλους, με άφθονα νερά, ακόμη και το καλοκαίρι, διατηρείται το λιθόκτιστο συγκρότημα που χρονολογείται στο β΄ μισό του 18ου-αρχές 19ου αιώνα και περιλαμβάνει νεροτριβή (ντριστέλα), όπου πλένονταν τα ρούχα και οι βαριές χνουδωτές κουβέρτες (βελέντζες ή χούργες), νερόμυλο, που άλεθε κυρίως καλαμπόκι, και μαντάνι (μπαντάνι), όπου με τη δύναμη του νερού επεξεργάζονταν τα μάλλινα υφάσματα. Τα κτήρια του συγκροτήματος έχουν διαμορφωθεί ως υπαίθριο μουσείο που προβάλλει τη σημασία της υδροκίνησης των προβιομηχανικών κοινωνιών. Σήμερα, στην ευρύτερη περιοχή του Μετσόβου διατηρείται ένας σημαντικός αριθμός και άλλων υδροκίνητων εγκαταστάσεων, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγονται επιπλέον και νεροπρίονα (πριονόμυλοι) για την παραγωγή ξυλείας από τα πλούσια δάση της Πίνδου.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Ιωαννίνων