Μάκρη

Μάκρη, μία βυζαντινή πόλη-κάστρο με «προϊστορία»

Σε απόσταση 11 χλμ. δυτικά της Αλεξανδρούπολης βρίσκεται η κοινότητα της Μάκρης, που κατά τους βυζαντινούς χρόνους υπήρξε μία από τις σημαντικότερες πόλεις-κάστρα της Θράκης. Στο επίνειο του σημερινού οικισμού, το μικρό λιμάνι Πλάτανος, βρίσκεται το λεγόμενο «Σπήλαιο του Κύκλωπα», όπου, σύμφωνα με την τοπική λαϊκή παράδοση, κατοικούσε ο μονόφθαλμος Κύκλωπας Πολύφημος, τον οποίο μέθυσε με κρασί και τύφλωσε ο Οδυσσέας. Σε άμεση γειτνίαση με τη σπηλιά, πάνω σε ένα φυσικό βραχώδες έξαρμα, κατά την εκσκαφή χαρακωμάτων από τους Βούλγαρους στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εντοπίστηκε μεγάλη προϊστορική τούμπα, που καλύπτει μια έκταση 10 στρεμμάτων. Εδώ αναπτύχθηκε, από το 6200 π.Χ. και για χίλια περίπου χρόνια, ένας από τους σημαντικότερους νεολιθικούς οικισμούς των Βαλκανίων. Τη νεολιθική εγκατάσταση διαδέχτηκε κατά τους κλασικούς και ελληνιστικούς χρόνους ένας μικρός εμπορικός σταθμός, έκτασης 1.500 τ.μ., με διάρκεια ζωής από τον 5ο έως τον 2ο π.Χ. αιώνα, ο οποίος εξυπηρετούσε το τοπικό, κυρίως, εμπόριο κρασιού, λαδιού και αγγείων. Κατά τους ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους (31 π.Χ.-330 μ.Χ.), παρατηρείται εντονότερη δραστηριότητα του οικισμού, χωρίς οικοδομικές μεταβολές, με εξαίρεση την κατασκευή ενός μεγάλου αναλημματικού τοίχου, μήκους 40 μ. περίπου. Η χρήση της τούμπας υπήρξε συνεχής μέχρι τους βυζαντινούς χρόνους, καθώς αποκαλύφθηκαν ταφές του 11ου αιώνα, που υποδηλώνουν ότι χρησίμευε ως νεκροταφείο της γειτονικής βυζαντινής Μάκρης. Τα σημαντικά κινητά ευρήματα της ανασκαφής εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αλεξανδρούπολης.

Στην τούμπα της Μάκρης, οι ερευνητές τοποθετούσαν παλαιότερα την Ορθαγορία ή μία από τις τρεις από τις έξι πόλεις-αποικίες της Σαμοθρακικής Περαίας (Μεσημβρία, Ζώνη ή Δρυν). Νεότερες, ωστόσο, μελέτες έδειξαν ότι τα δεδομένα των πηγών υπαγορεύουν την ταύτισή της με τη Σάλη, επίσης μία από τις αποικίες της Σαμοθρακικής Περαίας που ίδρυσαν Έλληνες από τη Σαμοθράκη. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, η Σάλη υπήρξε σταθμός ανεφοδιασμού (mutatio) της Εγνατίας οδού, σύμφωνα με οδοιπορικά, που αναφέρουν τον σταθμό Salei σε απόσταση 7 μιλίων από τον σταθμό ανεφοδιασμού (mutatio) Τέμπυρα (Timpiro ή ad Unimpara). Ο τελευταίος, σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, τοποθετείται στη θέση της σημερινής Αλεξανδρούπολης. Η απόσταση των 7 μιλίων αντιστοιχεί πράγματι στην απόσταση των 11 χλμ. μεταξύ Μάκρης και Αλεξανδρούπολης. Στην παραπάνω άποψη συνηγορεί η ανάπτυξη που παρατηρείται στον οικισμό της τούμπας κατά τους ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους, που είναι πιθανό να οφείλεται στη διέλευση της Εγνατίας οδού, της οποίας αποτελούσε σταθμό.

Στους βυζαντινούς χρόνους, η πόλη-κάστρο της Μάκρης, κτισμένη λίγα μέτρα βόρεια της τούμπας, φαίνεται ότι εξακολούθησε να αποτελεί σταθμό της Εγνατίας οδού. Η ίδρυση σταθμού της Εγνατίας εκεί δικαιολογείται από την προνομιακή γεωγραφική της θέση πίσω από τα Ζωναία όρη, που χωρίζουν την πεδιάδα της Κομοτηνής από αυτήν του ποταμού Έβρου.

Ιστορική διαδρομή

Στην αρχαία Σάλη αναφέρονται οι γραπτές πηγές από τον 5ο αιώνα π.Χ. μέχρι και τον 4ο αιώνα μ.Χ. Στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. εμφανίζεται ως κώμη που είχε περάσει στη σφαίρα επιρροής της γειτονικής Μαρώνειας. Με την ίδρυση της Τραϊανούπολης στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ. εντάχθηκε πιθανότατα ως κώμη στη χώρα (επικράτεια) της γειτονικής αυτής πόλης. Τα μέχρι τώρα λείψανα των κλασικών και ρωμαϊκών χρόνων, που έχουν έρθει στο φως, είναι περιορισμένα και εντοπίζονται μόνο στη θέση Τούμπα ή στο «Σπήλαιο του Κύκλωπα».

Από τον 9ο αιώνα, η Μάκρη εμφανίζεται ως μία σημαντική πόλη-κάστρο, που αποτελούσε έδρα επισκοπής, υπαγόμενη στη μητρόπολη της Τραϊανούπολης, ενώ κατά τον Β΄ Βυζαντινό Εμφύλιο πόλεμο (1341-1347) προβιβάστηκε σε μητρόπολη.

Το 1195 συνελήφθη στη Μάκρη ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Β΄ Άγγελος (1185-1195) από τις δυνάμεις του στασιαστή αδελφού του και μετέπειτα αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄ Κομνηνού (1195-1203), για να μεταφερθεί στο κοντινό μοναστήρι της Παναγίας Κοσμοσώτειρας στη Βήρα (σημερινές Φέρες), όπου και τυφλώθηκε. Το 1204, η Μάκρη περιήλθε στους Σταυροφόρους, ενώ το 1205/6, όπως και πολλές άλλες πόλεις της Θράκης, δέχθηκε τις συνέπειες των καταστροφικών επιδρομών του Βούλγαρου ηγεμόνα Ιωαννίτζη (Σκυλογιάννη). Εξακολούθησε, ωστόσο, να υφίσταται και μάλιστα διατήρησε ένα σημαντικά αναπτυγμένο οικονομικό επίπεδο.

Τούμπα Μάκρης, πήλινο ανθρωπόμορφο αγγείο νεολιθικής εποχής, Αρχαιολογικό Μουσείο Αλεξανδρούπολης / Toumba, Makri, clay anthropomorphic vessel of the Neolithic period, Archaeological Museum of Alexandroupolis
Τούμπα Μάκρης, πήλινο ανθρωπόμορφο αγγείο νεολιθικής εποχής, Αρχαιολογικό Μουσείο Αλεξανδρούπολης / Toumba, Makri, clay anthropomorphic vessel of the Neolithic period, Archaeological Museum of Alexandroupolis
Τούμπα Μάκρης, κεφάλι πήλινου γυναικείου ειδωλίου, 5ος αι. π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Αλεξανδρούπολης, φωτ. Ο. Κουράκης/ Toumba, Makri, Head of clay female figurine, 5th c. BC, Archaeological Museum of Alexandroupolis, photo: O. Kourakis
Τούμπα Μάκρης, κεφάλι πήλινου γυναικείου ειδωλίου, 5ος αι. π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Αλεξανδρούπολης, φωτ. Ο. Κουράκης/ Toumba, Makri, Head of clay female figurine, 5th c. BC, Archaeological Museum of Alexandroupolis, photo: O. Kourakis

Δεν υπάρχουν στοιχεία για την κατάληψη της Μάκρης από τους Οθωμανούς. Σύμφωνα με τον Οθωμανό περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπί, την πόλη κατέκτησε ο Οθωμανός μπέης Γαζή Εβρενός. Είναι γνωστό ότι ο μητροπολίτης της πόλης αντιμετώπιζε δυσκολίες, ήδη από το 1361, λόγω των επιδρομών των Οθωμανών. Η κατάκτηση των πόλεων της Θράκης από τους Οθωμανούς στα δυτικά των Κουμουτζηνών είχε ολοκληρωθεί έως το 1373.

Κατά τους οθωμανικούς χρόνους, η πόλη μετονομάστηκε σε Megri και επεκτάθηκε εκτός των τειχών. Σύμφωνα με τον Βουργουνδό περιηγητή Bertrandon de la Broquière, που την επισκέφτηκε το 1432-1433, η πόλη εμφάνιζε σημάδια παρακμής και κατοικούνταν από «Έλληνες και Οθωμανούς». Την πόλη περιγράφει ο Εβλιγιά Τσελεμπί, που την επισκέφτηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1670. Η Μάκρη αποτελούνταν τότε από 200 περίπου σπίτια, 150 εκ των οποίων ανήκαν σε χριστιανούς και τα υπόλοιπα σε μουσουλμάνους. Οι τελευταίοι κατοικούσαν στο βαρόσι, τη συνοικία εκτός των τειχών. 

Η πόλη διέθετε σημαντικό αριθμό κοσμικών και θρησκευτικών κτηρίων, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονταν πέντε χάνια για την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών, και ένα δημόσιο λουτρό. Κυρίαρχη οικονομική δραστηριότητα της πόλης αποτελούσε το εμπόριο, καθώς επίσης η ενασχόληση με την αλιεία, τη γεωργία και την παραγωγή λαδιού.

Στους νεότερους χρόνους (6 Απριλίου 1835), στη Μάκρη μαρτύρησαν από τους Οθωμανούς οι πέντε άγιοι νεομάρτυρες, Μανουήλ Παλογούδας, Θεόδωρος Δημητρίου, Γεώργιος Κουρούνης, Γεώργιος Καλακίκος από τη Σαμοθράκη και Μιχαήλ από την Κύπρο. Λείψανά τους φυλάσσονται τόσο στη Μάκρη, όσο και στη Σαμοθράκη.

Μνημεία

Στη Μάκρη διατηρούνται σήμερα τα κατάλοιπα ενός αξιόλογου αριθμού βυζαντινών και οθωμανικών μνημείων.

Οχύρωση
Τοπογραφικό διάγραμμα Μάκρης / Makri, topographic map. Π. Τσατσοπούλου – Ντ. Καλλιντζή – Ν. Ζήκος, Μεσημβρία/Ζώνη - Μάκρη: Αρχαιολογικός οδηγός/Mesembria/Zone – Makri: Archaeological Guide, εικ. 55. Ψηφιακή επεξεργασία /digital processing: ΔΒΜΑ
Τοπογραφικό διάγραμμα Μάκρης / Makri, topographic map. Π. Τσατσοπούλου – Ντ. Καλλιντζή – Ν. Ζήκος, Μεσημβρία/Ζώνη - Μάκρη: Αρχαιολογικός οδηγός/Mesembria/Zone – Makri: Archaeological Guide, εικ. 55. Ψηφιακή επεξεργασία /digital processing: ΔΒΜΑ

Το βυζαντινό κάστρο της πόλης, από το οποίο σώζονται σήμερα ελάχιστα μόνο τμήματα, μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα, όταν επισκέφτηκε την περιοχή ο Εβλιγιά Τσελεμπί, διατηρούνταν σε καλή κατάσταση. Η περίμετρος της οχύρωσης, που χρονολογείται στον 9ο-10ο αιώνα, υπολογίζεται γύρω στα 400 μ. Στις τέσσερις γωνίες του τείχους υπήρχαν κυκλικοί πύργοι, ενώ την άμυνά του ενίσχυαν κατά τακτά διαστήματα τετράπλευροι και πεντάπλευροι πύργοι.

Εντός του βυζαντινού τείχους, δίπλα στον ναό της Αγίας Αναστασίας, διατηρούνται τα κατάλοιπα μουσουλμανικού τεμένους, που ανεγέρθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Η ανασκαφή αποκάλυψε τον κεντρικό μεγάλο ορθογώνιο χώρο του τεμένους και το revak (προστώο) κατά μήκος της βόρειάς του πλευράς.

Το τζαμί ήταν θεμελιωμένο στα ερείπια τρίκλιτης βασιλικής του 10ου αιώνα, η οποία θεωρείται ότι αποτελούσε τον επισκοπικό ναό της πόλης. Μετά την καταστροφή της βασιλικής κατά τους υστεροβυζαντινούς χρόνους, ο χώρος χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο. Αργότερα, στην οθωμανική περίοδο, σε επαφή με τους εξωτερικούς τοίχους του ναού ανεγέρθηκαν κτίσματα αποθηκευτικού χαρακτήρα.

Στο νοτιοανατολικό τμήμα του χωριού, έξω από τα βυζαντινά τείχη, στην περιοχή «Επισκοπείο», η ανασκαφική έρευνα έχει φέρει στο φως λείψανα ναού του 12ου αιώνα, που ανήκει στον τύπο του σταυροειδούς τετρακιόνιου εγγεγραμμένου ναού. Ανεγέρθηκε μετά την καταστροφή της μεσοβυζαντινής τρίκλιτης βασιλικής και αποτέλεσε τον δεύτερο χρονικά επισκοπικό ναό της Μάκρης, όπως υποδηλώνει και το τοπωνύμιο «Επισκοπείο». Κατά την ανασκαφή αποκαλύφθηκαν αξιόλογα αρχιτεκτονικά μέλη, που ανήκουν στο μαρμάρινο τέμπλο του ναού.

 

Βρίσκεται εντός του τείχους και, σύμφωνα με τη σωζόμενη κτητορική επιγραφή, ανεγέρθηκε το 1800 με δαπάνη του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεόφυτου Ζ΄ (1789-1794, 1798-1801), ο οποίος διετέλεσε μητροπολίτης Μαρώνειας μεταξύ των ετών 1771 και 1789. Στην ανέγερση του ναού συνέβαλλαν, επίσης, ο πρόκριτος Χατζημανολάκης, οι «τουτουντζήδες» (καπνοκαλλιεργητές) της περιοχής και οι «ευσεβείς και ορθόδοξοι χριστιανοί» της κοινότητας. Το 1833, ο ναός ανακαινίστηκε με τη συνδρομή των μελών της χριστιανικής κοινότητας και «τοῦ εὐσεβοῦς ρουσφετιοῦ (της συντεχνίας)» των «τουτουντζήδων». Πρόκειται για σχετικά μικρών διαστάσεων τρίκλιτη βασιλική, με μεγάλο νάρθηκα στα δυτικά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το επιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού, που ανήκε σε προϋπάρχοντα μεταβυζαντινό ναό και χρονολογείται στον 17ο ή 18ο αιώνα.

Διατηρείται σε καλή κατάσταση, κοντά στη βορειοανατολική γωνία του τείχους. Χρονολογείται στον 16ο-17ο αιώνα και λειτουργούσε μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα. Ανήκει στην κατηγορία των μικρών λουτρών και αποτελείται από τέσσερις χώρους συνολικού εμβαδού 43 τ.μ.

Στα μνημεία της οθωμανικής περιόδου της Μάκρης περιλαμβάνονται, επίσης, πάνω από δέκα νερόμυλοι και μία τοξωτή λιθόκτιστη γέφυρα κατά μήκος της ρεματιάς στην ανατολική πλευρά της βυζαντινής οχύρωσης.

Στον δρόμο από τη Μάκρη προς την παραλία της Αγίας Παρασκευής διατηρείται ένας τουρμπές (μαυσωλείο), που αποτελούσε τμήμα του τεκέ (μονής δερβίσηδων) Σαντζακτάρ Μπαμπά (Sancaktar Baba). Ο τεκές καταστράφηκε το 1826 από τον σουλτάνο Μαχμούτ Β΄ (1808-1839). Η παλαιότερη αναφορά στον τεκέ προέρχεται από τον καπουτσίνο μοναχό Robert de Dreux, ο οποίος επισκέφτηκε τη Μάκρη το 1666. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, στον τουρμπέ υπήρχε ένα φέρετρο με ένα μεγάλο σαρίκι προς το μέρος του κεφαλιού, στις δύο πλευρές του οποίου είχαν τοποθετηθεί δύο βάζα γεμάτα με λίπος. Το λίπος, που θεωρούνταν ιερό, χρησιμοποιούνταν από τους ασθενείς για θεραπευτικούς σκοπούς.

Ελαιώνας Μάκρης, φωτ. Δήμος Αλεξανδρούπολης / Olive grove of Makri, photo: Municipality of Alexandroupolis
Ελαιώνας Μάκρης, φωτ. Δήμος Αλεξανδρούπολης / Olive grove of Makri, photo: Municipality of Alexandroupolis

Σε απόσταση 1,5 χλμ. ανατολικά της Μάκρης, στη θέση Άγιος Γεώργιος, όπου είναι κτισμένο ένα εξωκλήσι του 1920, η ανασκαφική έρευνα έφερε στο φως το ανατολικό τμήμα ενός ακόμη βυζαντινού ναού. Συγκεκριμένα αποκαλύφθηκαν οι τρεις κόγχες του Ιερού Βήματος του ναού, ο οποίος, με βάση τα κινητά ευρήματα της ανασκαφής, χρονολογείται στον 13ο-14ο αιώνα. Θεωρείται ότι αποτελούσε καθολικό μονής. Η θέση βρίσκεται μέσα στον περίφημο ελαιώνα της Μάκρης, που αριθμεί περίπου 220.000 υπεραιωνόβια ελαιόδεντρα. Το εξαιρετικής ποιότητας ελαιόλαδο τους με Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης (ΠΟΠ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης,  αναδεικνύει τον «Πολιτισμό της ελιάς και του ελαιόλαδου», που έχει εγγραφεί στη Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιάς της Ελλάδας.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Έβρου