Κομοτηνή

Κομοτηνή, σταυροδρόμι πολιτισμών

Η Κομοτηνή, πρωτεύουσα της Π.Ε. Ροδόπης και έδρα της διοικητικής περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, αποτελεί σήμερα σημαντικό οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της Θράκης, με χριστιανικό και μουσουλμανικό πληθυσμό. Η πόλη υπήρξε σταθμός της Εγνατίας οδού ήδη από τους ρωμαϊκούς χρόνους. Κτισμένη σε καίρια γεωγραφική θέση, στο βόρειο τμήμα της πεδιάδας της Κομοτηνής, όπου η Εγνατία οδός διασταυρωνόταν με οδικές αρτηρίες και περάσματα που οδηγούσαν στην ενδοχώρα της Θράκης μέσω της οροσειράς της Ροδόπης, εξυπηρετούσε ως στρατιωτική βάση τις ανάγκες προστασίας και ελέγχου της περιοχής. Ίχνη της διαδρομής της Εγνατίας οδού έχουν αποκαλυφθεί σε απόσταση 6 χλμ. ανατολικά της Κομοτηνής, στην περιοχή του σύγχρονου χωριού Ροδίτης. Η πορεία της, στο σημείο αυτό, είναι παράλληλη προς την Εθνική οδό Κομοτηνής-Αλεξανδρούπολης, από την οποία απέχει 2,4 χλμ. περίπου προς τα βόρεια.

Τη διέλευση της Εγνατίας οδού από την Κομοτηνή έρχονται να επιβεβαιώσουν τρεις μιλιοδείκτες, που βρέθηκαν πρόσφατα κατά την εκσκαφή θεμελίων οικοδομής. Χρονολογούνται από τα τέλη του 2ου μέχρι λίγο μετά τα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. και ανήκουν στην κατηγορία των αναθηματικών επιγραφών, που αφιέρωσε η πόλη της Τοπείρου στους αυτοκράτορες Σεπτίμιο Σεβήρο (198-211 μ.Χ.), Γορδιανό Γ΄ (238-244 μ.Χ.) και Τραϊανό Δέκιο μαζί με τον Βαλεριανό (249-260 μ.Χ.). Οι τρεις μιλιοδείκτες αφενός επιβεβαιώνουν τη διέλευση της Εγνατίας οδού από την Κομοτηνή κατά τη ρωμαϊκή εποχή, αφετέρου αποτελούν σημαντικό τεκμήριο για την οριοθέτηση της χώρας, της επικράτειας δηλαδή, της Τοπείρου, σημαντικής αρχαίας πόλης στον ποταμό Νέστο, η οποία εκτεινόταν στα ανατολικά τουλάχιστον μέχρι τη σημερινή περιοχή της Κομοτηνής.

Ιστορική διαδρομή

Οι απαρχές της ιστορίας της Κομοτηνής δεν είναι γνωστές. Σύμφωνα με τους περισσότερους μελετητές, η ίδρυση του κάστρου πραγματοποιήθηκε κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο, για την οποία δεν υπάρχουν περισσότερα ιστορικά ή αρχαιολογικά δεδομένα.

Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, η Κομοτηνή ονομαζόταν Κουμουτζηνά (Κουμουτηνά) και λειτουργούσε περισσότερο ως οχυρωμένος σταθμός της Εγνατίας οδού. Σε όψιμη εποχή, πιθανότατα μετά τις αρχές του 13ου αιώνα, όταν η γειτονική Μοσυνούπολη καταστράφηκε από βουλγαρικές και μετέπειτα τουρκικές επιδρομές, τα Κουμουτζηνά έχασαν τον αρχικό στρατιωτικό τους χαρακτήρα και εντός του οχυρωματικού τους περιβόλου άρχισε να αναπτύσσεται ένας μικρός οικισμός. Ακόμη και τότε, ωστόσο, δεν απέκτησαν το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά ενός μεγάλου αστικού κέντρου, καθώς στις πηγές χαρακτηρίζονται ως «πολίχνη», «πόλισμα» και «πολίχνιον». Αργότερα, κατά τον 14ο αιώνα, τα Κουμουτζηνά απέκτησαν μεγαλύτερη σημασία, καθώς φαίνεται ότι ήταν σε θέση να εφοδιάζουν τα στρατεύματα που διέρχονταν από εκεί, όπως υποδεικνύει το γεγονός ότι από την πόλη περνούσε συχνά ο Ιωάννης Στ΄ Καντακουζηνός, ο οποίος την κατέλαβε το 1343, κατά τη διάρκεια του Β΄ Βυζαντινού Εμφυλίου πολέμου (1341-1347), παραχωρώντας τη στη συνέχεια στον γιο του Ματθαίο. Πιθανότατα την άνοιξη του 1344, ο Ιωάννης Καντακουζηνός δέχτηκε επίθεση από τον Βούλγαρο Μομιτζίλο (Μομτσίλο) κοντά στα ερείπια της γειτονικής Μοσυνούπολης και μπόρεσε να σωθεί διαφεύγοντας στα Κουμουτζηνά. Το φθινόπωρο του 1345 λεηλάτησε τα Κουμουτζηνά ο Οθωμανός μπέης του Αϊδινίου Ουμούρ Πασάς. Το 1356 ή 1357, ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος διεκδίκησε τα Κουμουτζηνά από τον Ματθαίο Καντακουζηνό.

Ναός Κοίμησης της Θεοτόκου και τμήμα του βυζαντινού Κάστρου. ΔΒΜΑ, φωτ. Κ - Μ. Ξενικάκης / Church of the Dormition of the Virgin and section of the byzantine Castle. DBMA, photo: K.- M. Xenikakis
Ναός Κοίμησης της Θεοτόκου και τμήμα του βυζαντινού Κάστρου. ΔΒΜΑ, φωτ. Κ - Μ. Ξενικάκης / Church of the Dormition of the Virgin and section of the byzantine Castle. DBMA, photo: K.- M. Xenikakis
Ιμαρέτ, ΔΒΜΑ, φωτ. Κ - Μ. Ξενικάκης/ Imâret, DBMA, photo: K.- M. Xenikakis
Ιμαρέτ, ΔΒΜΑ, φωτ. Κ - Μ. Ξενικάκης/ Imâret, DBMA, photo: K.- M. Xenikakis

Τα Κουμουτζηνά κατακτήθηκαν από τον Οθωμανό μπέη Γαζή Εβρενός πιθανότατα τον χειμώνα του 1364/5 ή το αργότερο πριν από τη μάχη του Ορμενίου (1371) και αποτέλεσαν στο εξής ορμητήριο των Οθωμανών για την προέλασή τους προς την υπόλοιπη Δυτική Θράκη και τη Μακεδονία. Κατά τους οθωμανικούς χρόνους, η πόλη μετονομάστηκε σε Γκιουμουλτζίνα ή Γκιουμουρτζίνα και εξελίχθηκε σε σημαντικό αστικό κέντρο της περιοχής. Αμέσως μετά την κατάκτηση οικοδομήθηκαν τα πρώτα λατρευτικά και κοινωφελή κτήρια των Οθωμανών, όπως το Iμαρέτ και το Εσκί Τζαμί. Εντός του κάστρου διέμενε αποκλειστικά ο χριστιανικός και από τον 16ο αιώνα ο εβραϊκός πληθυσμός της πόλης, ενώ οι μουσουλμάνοι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στο τμήμα εκείνο της πόλης που αναπτύχθηκε εκτός του κάστρου, στα προσοδοφόρα κτήματα της περιοχής. Πολύ αργότερα, ο χριστιανικός πληθυσμός της πόλης επεκτάθηκε και έξω από το κάστρο.

Από τον 15ο αιώνα και εξής, Ευρωπαίοι περιηγητές επισκέπτονται την πόλη λόγω της θέσης της στην Εγνατία οδό. Για την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών, στην πόλη λειτουργούσε ένας αξιόλογος αριθμός καραβάν σαραγιών και χανιών. Ο Βενετός Lorenzo Bernardo, που επισκέφθηκε την πόλη το 1591, μνημονεύει τρία καραβάν σαράγια, ενώ ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί αναφέρει στα τέλη της δεκαετίας του 1670 ότι το μισό κάστρο της πόλης, όπου διέμεναν αποκλειστικά Εβραίοι, αποτελούνταν από χάνια. Η πόλη διέθετε επιπλέον 17 χάνια εκτός των τειχών, μπεζεστένι (κλειστή αγορά και αποθήκη ειδών πολυτελείας), δύο δημόσια λουτρά και 400 καταστήματα, όπου ήταν συγκεντρωμένες όλες οι ειδικότητες των τεχνιτών. Ο ίδιος περιγράφει μια ακμαία πόλη με 16 συνοικίες, που αποτελούνταν από 4.000 σπίτια και έναν μεγάλο αριθμό κοσμικών και θρησκευτικών κτηρίων.

Στα μέσα του 18ου αιώνα τοποθετείται η μεταφορά της έδρα της μητροπόλεως Mαρωνείας στην Κομοτηνή (η Κομοτηνή αποτελεί μέχρι σήμερα έδρα της Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής). Η πόλη γνώρισε μεγάλη οικονομική ανάπτυξη κατά το β΄ μισό του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν το 1867 ορίστηκε έδρα του σαντζακίου της Γκιουμουλτζίνας. Η οικονομική της ακμή βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην καλλιέργεια και στο εμπόριο του καπνού. Η ευρύτερη περιοχή διέθετε ανεπτυγμένη κτηνοτροφία, ενώ παρήγαγε επιπλέον δημητριακά, καλαμπόκι, κρασί, μετάξι και στραγάλια -για τα τελευταία η Κομοτηνή φημιζόταν σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ενδεικτικό της οικονομικής της ευμάρειας αποτελούν τα αρχοντικά που ανεγέρθηκαν αυτήν την περίοδο. Η Ελληνική Κοινότητα της πόλης φρόντισε για την ίδρυση σημαντικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, με τη χορηγία πλούσιων ευεργετών, όπως του Νέστωρα Τσανακλή, με δωρεά του οποίου ανεγέρθηκε η Τσανάκλειος Σχολή. H εμπορική ακμή της πόλης προσέλκυσε κατοίκους από πολλές περιοχές. Έτσι, γύρω στα 1900, η πόλη είχε 2.110 εστίες, εκ των οποίων 1.450 μουσουλμανικές, 500 ορθόδοξες, 100 Eβραϊκές και 60 Aρμενικές.

Καπναποθήκη ιδιοκτησίας Τεχνικού Επιμελητήριου Θράκης. YNMTE Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης, φωτ. Στ. Καράβατος / Tobacco warehouse owned by the Technical Chamber of Thrace. Service for Modern Monuments and Technical Works of Eastern Macedonia and Thrace, photo: St. Karavatos
Καπναποθήκη ιδιοκτησίας Τεχνικού Επιμελητήριου Θράκης. YNMTE Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης, φωτ. Στ. Καράβατος / Tobacco warehouse owned by the Technical Chamber of Thrace. Service for Modern Monuments and Technical Works of Eastern Macedonia and Thrace, photo: St. Karavatos

Το 1912, κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού πολέμου (1912-1913), η Κομοτηνή καταλήφθηκε από βουλγαρικά στρατεύματα και με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου παραχωρήθηκε στη Βουλγαρία (28 Ιουλίου 1913). Το 1919 ορίστηκε έδρα του ιδιότυπου καθεστώτος της Διασυμμαχικής Θράκης (Thrace interalliée), με επικεφαλής τον Γάλλο στρατηγό Charles Antoine Charpy. Έναν χρόνο αργότερα, με τη Συνθήκη των Σεβρών (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920), προσαρτήθηκε στην Ελλάδα. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922), εγκαταστάθηκε στην πόλη ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων προσφύγων, ενώ, με τη Συνθήκη της Λοζάνης (1923), ο μουσουλμανικός πληθυσμός εξαιρέθηκε από την ανταλλαγή πληθυσμών με την Τουρκία. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου γνώρισε την τέταρτη κατά σειρά κατοχή από τους Βούλγαρους, κατά τη διάρκεια της οποίας εξολοθρεύθηκε η εβραϊκή κοινότητα της πόλης.

Μνημεία

Κάστρο

Το αποκατεστημένο από την αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων κάστρο εντάσσεται στον πολεοδομικό ιστό της πόλης, δεσπόζοντας στις δυτικές παρυφές του ιστορικού της κέντρου. Κτισμένο σε επίπεδο έδαφος, δίπλα στον χείμαρρο Μπουκλουτζά, η κοίτη του οποίου εκτράπηκε τη δεκαετία του 1960 έξω από την πόλη, έχει σχεδόν τετράγωνη κάτοψη, συνολικού μήκους 472 μ., και περικλείει μια μικρή σχετικά έκταση 14,5 περίπου στρεμμάτων. Τον οχυρωματικό περίβολο ενισχύουν στις τέσσερις γωνίες του κυκλικοί πύργοι και σε τακτά διαστήματα, κατά μήκος των τεσσάρων πλευρών του, τετράπλευροι πύργοι.

Το μικρό μέγεθος και η τετράγωνη κάτοψη του κάστρου παραπέμπουν σε στρατόπεδο της ρωμαϊκής περιόδου και υποδεικνύουν τον αρχικό αμιγώς στρατιωτικό του χαρακτήρα. Από την πλειονότητα των ερευνητών κατατάσσεται ανάμεσα στα οχυρωματικά έργα της παλαιοχριστιανικής περιόδου που μιμούνται ρωμαϊκά πρότυπα. Με βάση μία, χαμένη σήμερα, επιγραφή σε πύργο του κάστρου, στην οποία αναφερόταν ως «Θεοδοσίου κτίσμα», το κάστρο θεωρείται κτίσμα της εποχής του Μεγάλου Θεοδοσίου (379-395), αν όχι του Θεοδοσίου Β΄ (408-450) ή κάποιου τοπικού αξιωματούχου της περιόδου με το ίδιο όνομα. Η συγκριτική μελέτη όλων των στοιχείων της τοιχοποιίας του κάστρου οδήγησε στην άποψη ότι το κάστρο δέχτηκε εκτεταμένες επισκευαστικές εργασίες κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο (10ος-12ος αι.). Η χρονολόγησή του παραμένει, ωστόσο, προβληματική, καθώς πρόσφατα υποστηρίχθηκε ότι η ανέγερσή του θα πρέπει να μετατεθεί σε πολύ μεταγενέστερη εποχή, στον 12ο αιώνα.

Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, ο περίβολος του κάστρου διατηρούνταν σχεδόν ακέραιος. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, επί Ελληνικής διοίκησης, κατεδαφίστηκε το 1/3 περίπου της περιμέτρου των τειχών, ενώ το 1950 καθαιρέθηκε ένα τμήμα της νότιάς του πλευράς, προκειμένου να διανοιχτεί η οδός Σοφούλη, που διέρχεται από το εσωτερικό του κάστρου. Το κάστρο καταλαμβάνεται σήμερα από δημόσια και ιδιωτικά κτήρια. Μέχρι και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κατοικούνταν από την εβραϊκή κοινότητα της πόλης, η οποία εξοντώθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά το 1943. Σε επαφή με τη δυτική πλευρά του εσωτερικού του περιβόλου έχουν αναδειχθεί σήμερα τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της εβραϊκής συναγωγής, κτίσματος του 18ου αιώνα, που κατεδαφίστηκε μόλις το 1994, λόγω επικινδυνότητας. Στη νότια εσωτερική πλευρά του κάστρου έχουν έρθει επίσης στο φως τα κατάλοιπα ενός βυζαντινού λουτρού.

Ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, ΔΒΜΑ, φωτ. Κ - Μ. Ξενικάκης/ Church of the Dormition of the Virgin, DBMA, photo: K.- M. Xenikakis
Ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, ΔΒΜΑ, φωτ. Κ - Μ. Ξενικάκης/ Church of the Dormition of the Virgin, DBMA, photo: K.- M. Xenikakis

Ο μητροπολιτικός ναός της πόλης δεσπόζει εντός του κάστρου της Κομοτηνής, στη νοτιοανατολική γωνία του. Ανεγέρθηκε το 1800 στη θέση προγενέστερου ναού. Ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής, στην οποία έχει προστεθεί ένα τέταρτο κλίτος στη νότια πλευρά. Στον προαύλειο χώρο του ναού εντοπίστηκε πρόσφατα εκτεταμένο νεκροταφείο του 18ου-19ου αιώνα.

Βρίσκεται ανάμεσα σε σύγχρονες οικοδομές, σε μικρή απόσταση από τα ανατολικά τείχη του βυζαντινού κάστρου. Οικοδομήθηκε από τον Οθωμανό μπέη Γαζή Εβρενός, αμέσως μετά την κατάκτηση της πόλης, τη δεκαετία του 1360, αποτελώντας ένα από τα πρωιμότερα δείγματα κοσμικής οθωμανικής αρχιτεκτονικής στον Βαλκανικό χώρο. Έχει χαρακτηριστική κάτοψη σε σχήμα ανεστραμμένου Τ και αποτελείται από τρεις θολοσκέπαστους χώρους, έναν μεγάλο κεντρικό και δύο μικρότερους, χαμηλότερους, εκατέρωθεν. Είναι κτισμένο σύμφωνα με το σύνηθες στα πρώιμα οθωμανικά κτίσματα πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοποιίας.

Το Iιμαρέτ αποτελεί τμήμα ενός συγκροτήματος, στο οποίο περιλαμβάνονται δύο άλλα κτήρια: το νεότερο, κεραμοσκεπές στα δυτικά, δίπλα στην κύρια είσοδο του οικοπέδου επί της οδού Ξενοφώντος, το οποίο κτίστηκε το 1923 από την εταιρεία ηλεκτροφωτισμού που λειτουργούσε στο Ιμαρέτ, και το λεγόμενο «Παγοποιείο» στα ανατολικά, κοντά στη δευτερεύουσα είσοδο προς την οδό Φιλικής Εταιρείας. Κατά τη διάρκεια των εργασιών αποκατάστασης του «Παγοποιείου» διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για ένα μεστζίτ (μικρό τέμενος), πιθανότατα του β΄ μισού του 19ου αιώνα, το οποίο μετατράπηκε το 1923 σε εργοστάσιο παραγωγής πάγου-ψυγείο. Στην ταύτισή του με τέμενος συνηγορεί η αποκάλυψη στον τοίχο απέναντι από την είσοδο της κόγχης μιχράμπ γύρω από την οποία εντοπίστηκαν σπαράγματα τοιχογραφικού διακόσμου με φυτικά θέματα. Στη βορειοδυτική γωνία επίσης του κτηρίου βρέθηκε η θύρα του μιναρέ, ο οποίος είχε κατασκευαστεί στην τυπική θέση, δηλαδή δεξιά της εισόδου, σε επαφή με τον πλάγιο τοίχο.

Το συγκρότημα, κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής (1912-1919), μετατράπηκε σε εργοστάσιο ηλεκτροφωτισμού που λειτουργούσε στον χώρο μέχρι το 1973. Το μνημείο στεγάζει σήμερα το Εκκλησιαστικό Μουσείο Κομοτηνής.

Το «παλιό τζαμί» της πόλης, που εξακολουθεί να είναι μέχρι σήμερα σε χρήση, βρίσκεται σε μικρή απόσταση βόρεια του Ιμαρέτ. Ανεγέρθηκε, επίσης, από τον Γαζή Εβρενός τη δεκαετία του 1360, η σημερινή του, ωστόσο, μορφή διαμορφώθηκε μετά από εκτεταμένες εργασίες που έλαβαν χώρα το 1853/4. Σήμερα, μετά τις εργασίες αποκατάστασης του μνημείου, είναι ευδιάκριτες οι δύο οικοδομικές του φάσεις. Το αρχικό τέμενος είναι κτισμένο με πλινθοπερίκλειστη τοιχοποιία και τα παράθυρά του είναι οξυκόρυφα, αρχιτεκτονικά στοιχεία που απαντούν και στο γειτονικό Ιμαρέτ. Ο επιβλητικός μιναρές του τεμένους, που διαθέτει δύο σερεφέδες (εξώστες), όπου κατά παράδοση βγαίνει ο χότζας για την προσευχή, κτίστηκε το 1919, αντικαθιστώντας τον αρχικό μιναρέ που κατεδαφίστηκε το 1912, κατά τη διάρκεια της κατοχής της πόλης από τους Βούλγαρους (1912-1919), οπότε το τέμενος μετατράπηκε στον ναό του Αγίου Νικολάου.

Το «νέο τζαμί», στο ιστορικό κέντρο της πόλης, ανεγέρθηκε στα τέλη του 16ου ή στις αρχές του 17ου αιώνα από τον Αχμέτ Πασά Εκμεκτζόγλου, γραμματέα ή υπουργό Οικονομικών επί των σουλτάνων Αχμέτ Α΄ (1603-1617) και Οσμάν Β΄ (1618-1622). Ο ίδιος υπήρξε ιδρυτής ενός μεγάλο αριθμού τεμενών και κτηρίων κοινωφελούς χαρακτήρα στη Θράκη. Στον περίβολο του τεμένους βρίσκονται οι υπηρεσίες της μουφτείας της Κομοτηνής, το μαυσωλείο της Φατμά Χανούμ, συζύγου του μεγάλου βεζίρη Χασάν Πασά, και άλλα βοηθητικά κτήρια για τη λειτουργία του τεμένους, που παραμένει σε χρήση μέχρι σήμερα. Η αρχιτεκτονική και ο πλούσιος διάκοσμος στο εσωτερικό του συνδέουν το τέμενος με την αρχιτεκτονική σχολή που διαμόρφωσε ο σπουδαίος Οθωμανός αρχιτέκτονας Σινάν (1489-1588). Κατά τον 19ο αιώνα, στο τέμενος προστέθηκε εκτεταμένη διώροφη επέκταση, η οποία παρουσιάζει τυπικά στοιχεία της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής.

 

Πύργος Ρολογιού, φωτ. ΔΒΜΑ / Clock Tower, photo: DBMA
Πύργος Ρολογιού, φωτ. ΔΒΜΑ / Clock Tower, photo: DBMA

Τη θέση του Γενί Τζαμιού σηματοδοτεί ο ψηλός πύργος, ύψους 25 μ., που είναι ορατός σχεδόν από όλη την πόλη και είναι κτισμένος σε επαφή με το μαυσωλείο της Φατμά Χανούμ. Τον πύργο, που αναστηλώθηκε το 1998, δώρισε στην πόλη, το 1884/5, ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ (1876-1909).

Σημείο αναφοράς της πόλης αποτελεί η κεντρική πλατεία Ελευθερίας. Στο ιστορικό κέντρο της πόλης, ανάμεσα στα δύο τζαμιά, εκτείνεται η Παλιά αγορά, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικός τόπος. Στους στενούς γραφικούς της δρόμους είναι συγκεντρωμένα πολυάριθμα, χαρακτηριστικά για το μικρό μέγεθός τους, καταστήματα, καθώς επίσης και τα λεγόμενα «τενεκετζίδικα», μαγαζάκια κατασκευής και πώλησης αντικειμένων από λευκοσίδηρο.

Τιμάται στη μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Φωτιστή (Σουρπ Κρικόρ Λουσαβορίτς). Εγκαινιάστηκε στις 25 Νοεμβρίου 1834 και κτίστηκε χάρη στις δωρεές Αρμενίων εμπόρων από την Αδριανούπολη και την Οδησσό, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν κατά τον 18ο και 19ο αιώνα στο ανατολικό τμήμα της πόλης της Κομοτηνής, στη συνοικία «Αρμενιό».

Την Κομοτηνή κοσμούν σήμερα αξιόλογα κτήρια του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, ενδεικτικά της οικονομικής ευμάρειας που γνώρισε η πόλη αυτή την περίοδο. Αντιπροσωπευτικά δημόσια κτήρια είναι η Ελληνική Αστική Σχολή Νέστωρος Τσανακλή (Τσανάκλειο Μέγαρο), το Δικαστικό Μέγαρο και το κτήριο της Παλιάς Μεραρχίας. Τα αρχοντικά Πεΐδη (Λαογραφικό Μουσείο), Στάλιου (σημ. Δημοτική Παπαδριέλλειος Πινακοθήκη), Σκουτέρη (Θρακικό Εθνολογικό και Πολιτιστικό Μουσείο Κομοτηνής και Θράκης), Ηλιάδη (οδ. Τσανακλή 6) και το κτήριο που εδρεύει ο Mορφωτικός Όμιλος Kομοτηνής (οδ. Αγίου Γεωργίου 22) είναι χαρακτηριστικά των αρχιτεκτονικών ρυθμών που χαρακτηρίζουν την αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης. Σώζονται επίσης ελάχιστες καπναποθήκες, που μαρτυρούν, όμως, την ανάπτυξη της καπνοπαραγωγής στην περιοχή.

Κάποια ιστορικά καφενεία-λέσχες, τα οποία μετρούν ζωή περισσότερο από 100 χρόνια, αποτελούν σημείο αναφοράς για τις τοπικές κοινωνίες και λειτουργούν ως χώροι με ιδιαίτερους συμβολισμούς. Ενδεικτικό παράδειγμα, είναι η λέσχη φιλαναγνωσίας που λειτουργεί στο ιστορικό καφενείο «Λέσχη Κομοτηναίων», όπου διοργανώνονται βιβλιοπαρουσιάσεις, βραδιές ανάγνωσης και θεατρικού αναλογίου, βραδιές ποίησης και αφιερώματα σε συγγραφείς και ποιητές. Το κτήριο της Λέσχης, εξαίρετο δείγμα του νεοκλασικισμού -κτίστηκε το 1921-, αποτελεί σημαντικό τοπόσημο της πόλης, καθώς βρίσκεται ακριβώς μπροστά από το νότιο τμήμα του Κάστρου και σχεδόν απέναντι από το κτήριο της Τσανακλείου Σχολής.

Μουσεία

Αρχαιολογικό Μουσείο (οδός Αλεξάνδρου Συμεωνίδη 4)
Μαρώνεια, Ιερό Διονύσου, πήλινο αγαλμάτιο γυναικείας μορφής, Αρχαιολογικό Μουσείο Κομοτηνής, φωτ. ΕΦΑ Ροδόπης / Maroneia, temple of Dionysus, clay female figurine, Archaeological Museum of Komotini, photo: Ephorate of Antiquities of Rhodope
Μαρώνεια, Ιερό Διονύσου, πήλινο αγαλμάτιο γυναικείας μορφής, Αρχαιολογικό Μουσείο Κομοτηνής, φωτ. ΕΦΑ Ροδόπης / Maroneia, temple of Dionysus, clay female figurine, Archaeological Museum of Komotini, photo: Ephorate of Antiquities of Rhodope

Βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το κάστρο της πόλης και περιλαμβάνει εκθέματα από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Θράκης, καλύπτοντας ένα ευρύ χρονολογικό φάσμα, από τα νεολιθικά μέχρι τα βυζαντινά χρόνια. Από τα πιο εντυπωσιακά εκθέματα του μουσείου είναι η πολυτελής ολόγλυφη σαρκοφάγος με τους δώδεκα άθλους του Ηρακλή (3ος αι. μ.Χ.) που προέρχεται από την Κομοτηνή. Στο Μουσείο εκτίθενται επίσης οι τρεις μιλιοδείκτες της Εγνατίας οδού από την Κομοτηνή και αυτός που βρέθηκε στον Αετόλοφο.

Εκκλησιαστικό Μουσείο Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής, ΔΒΜΑ, φωτ. Στ. Στουρνάρας / Ecclesiastical Museum of the Holy Metropolis of Maroneia and Komotini, DBMA, photo: St. Stournaras
Εκκλησιαστικό Μουσείο Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής, ΔΒΜΑ, φωτ. Στ. Στουρνάρας / Ecclesiastical Museum of the Holy Metropolis of Maroneia and Komotini, DBMA, photo: St. Stournaras

Στεγάζεται στο αποκατεστημένο σήμερα Ιμαρέτ και περιλαμβάνει μία μεγάλη συλλογή από φορητές εικόνες και εκκλησιαστικά σκεύη, που χρονολογούνται από τον 16ο μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα.

Λαογραφικό Μουσείο, ΔΒΜΑ, φωτ. Κ - Μ. Ξενικάκης/ Folklore Museum, DBMA, photo: K.- M. Xenikakis
Λαογραφικό Μουσείο, ΔΒΜΑ, φωτ. Κ - Μ. Ξενικάκης/ Folklore Museum, DBMA, photo: K.- M. Xenikakis

Στεγάζεται στο λαϊκής αρχιτεκτονικής αρχοντικό Πεΐδη και ανήκει στον Μορφωτικό Όμιλο Κομοτηνής. Η αξιόλογη συλλογή του περιλαμβάνει έναν μεγάλο αριθμό εκθεμάτων, που αναδεικνύουν γλαφυρά τον λαογραφικό πλούτο της Θράκης.

Στεγάζεται στο νεοκλασικό αρχοντικό που κτίστηκε από τον πλούσιο θρακιώτη έμπορο Ζαφείριο Στάλιο, στις αρχές του 20ού αιώνα. Το αρχοντικό διακοσμείται εσωτερικά με τοιχογραφίες και οροφογραφίες. Τα εκθέματα του μουσείου είναι έργα σύγχρονων Ελλήνων καλλιτεχνών και προσφέρουν ένα μικρό πανόραμα των κινημάτων ζωγραφικής της ελληνικής τέχνης, κυρίως κατά το β΄ μισό του 20ού αιώνα. Στο κτήριο εδρεύει επίσης ο Σύλλογος Καλλιτεχνών Ροδόπης «Αθηνίων», με την επιμέλεια του οποίου πραγματοποιούνται ξεναγήσεις.

Το Μουσείο είναι αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή (1873-1950) και φιλοξενεί τα αρχεία, το έργο, τα προσωπικά αντικείμενα και τις οικογενειακές φωτογραφίες του διακεκριμένου σε παγκόσμιο επίπεδο μαθηματικού.

Βρίσκεται στο χωριό Θρυλόριο, 9,5 χλμ. ανατολικά της Κομοτηνής και αποτελεί το μοναδικό στην Ελλάδα τεχνολογικό-εθνολογικό μουσείο που παρουσιάζει την τέχνη της καλοθεπλεκτικής, όχι μόνο της Θράκης, αλλά και άλλων περιοχών, όπως του Εύξεινου Πόντου.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Ροδόπης