Κοζάνη

Κοζάνη, η πόλη των εμπόρων

Η πρώτη μεγάλη πόλη που συναντά κανείς κινούμενος μετά τη Βέροια με κατεύθυνση προς την Ηγουμενίτσα, μέσω της σύγχρονης Εγνατίας οδού, είναι η Κοζάνη, πρωτεύουσα σήμερα της ομώνυμης Π.Ε. και έδρα της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας. Κτισμένη ανάμεσα στις οροσειρές του Βερμίου, του Βούρινου και των Πιερίων, αποτελεί μία από τις πόλεις που αναπτύχθηκαν στον νευραλγικό χώρο της Δυτικής Μακεδονίας μετά την οθωμανική κατάκτηση της περιοχής στα τέλη του 14ου αιώνα, εξελισσόμενη τους επόμενους αιώνες σε ένα από τα μεγαλύτερα και πιο ανθηρά οικονομικά αστικά κέντρα της περιοχής.

Στην ανάπτυξη της πόλης συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό η καίρια γεωγραφική της θέση, καθώς από αυτήν διέρχονταν σημαντικές οδικές αρτηρίες, η μία εκ των οποίων ακολουθούσε τη διαδρομή Βέροια – Κοζάνη – Γρεβενά – Μέτσοβο – Ιωάννινα, έχοντας παρόμοια πορεία με μία σημαντική κύρια διακλάδωση της ρωμαϊκής Εγνατίας οδού. Νοτιοδυτικά, άλλωστε, της Κοζάνης απλώνεται η μέση κοιλάδα του Αλιάκμονα, από την οποία, μέσω των στενών του Σαρανταπόρου, ήταν εφικτή η σύνδεση της Θεσσαλίας και της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας με τα Σέρβια και από εκεί με την Κοζάνη και την υπόλοιπη Δυτική Μακεδονία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ιατρός Κωνσταντίνος Γουναρόπουλος, στη μελέτη του για την Κοζάνη και την ευρύτερή της περιοχή που δημοσίευσε το 1872 στο περιοδικό Πανδώρα, επισημαίνει τον «ευδιάβατο» και ταυτόχρονα «κρύφιο» χαρακτήρα του τόπου στον οποίο είναι κτισμένη η πόλη, από την αγορά της οποίας ξεκινούσαν τέσσερις «δημόσιες οδοί»· η πρώτη με ανατολική κατεύθυνση προς Βέροια, Nιάγουστα (Νάουσα) και Θεσσαλονίκη, η δεύτερη με δυτική κατεύθυνση προς Σιάτιστα, Γρεβενά, Ιωάννινα και την υπόλοιπη Ήπειρο, η τρίτη με βορεινή κατεύθυνση προς Kαλλιάριον (Πτολεμαΐδα), Bιτώλια (Μπίτολα) και την υπόλοιπη βόρεια Μακεδονία και η τέταρτη με νότια κατεύθυνση προς Σέρβια, Ελασσόνα, Tρίκκην (Τρίκαλα), Λάρισα και την υπόλοιπη Θεσσαλία.

Ιστορική διαδρομή

Η κατοίκηση της περιοχής τεκμηριώνεται ήδη από την προϊστορική εποχή. Η ανασκαφική έρευνα, που έχει κατά καιρούς διεξαχθεί στη σύγχρονη πόλη της Κοζάνης, έχει φέρει στο φως έναν σημαντικό αριθμό ταφικών κυρίως αρχαιοτήτων, που εκτείνονται χρονικά από τους νεολιθικούς μέχρι και τους βυζαντινούς χρόνους. Η καίρια γεωγραφική θέση της περιοχής, οι άφθονες πηγές νερού και τα εύφορα εδάφη της συντέλεσαν στη διαχρονική χρήση του χώρου, χωρίς ωστόσο να έχει επιβεβαιωθεί μέχρι σήμερα ανασκαφικά η ύπαρξη ενός ή περισσότερων οργανωμένων οικιστικών συνόλων της αρχαιότητας.

Από τη αρχαϊκή νεκρόπολη στην οδ. Φιλίππου, αρχές 5ου αι. π.Χ. Αρχαιολογική Συλλογή Κοζάνης/ From the Archaic-period necropolis on Filippou St, early 5th c. BC. Archaeological Collection of Kozani
Από τη αρχαϊκή νεκρόπολη στην οδ. Φιλίππου, αρχές 5ου αι. π.Χ. Αρχαιολογική Συλλογή Κοζάνης/ From the Archaic-period necropolis on Filippou St, early 5th c. BC. Archaeological Collection of Kozani
Από τον τάφο-ηρώο της οδού Αρκαδίου, 1ος-2ος αι. μ.Χ./From the tomb-heroon on Arkadiou Street, 1st–2nd c. AD (Αρχ. Συλλογή Κοζάνης/ Archaeological Collection of Kozani)
Από τον τάφο-ηρώο της οδού Αρκαδίου, 1ος-2ος αι. μ.Χ./From the tomb-heroon on Arkadiou Street, 1st–2nd c. AD (Αρχ. Συλλογή Κοζάνης/ Archaeological Collection of Kozani)

Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα ευρήματα της αρχαίας νεκρόπολης που εντοπίστηκε κατά τη διάνοιξη της οδού Φιλίππου Β΄, μιας από τις κύριες οδικές αρτηρίες στο ανατολικό τμήμα της πόλης, που οδηγούν στο κέντρο της. Οι περισσότεροι από τους τάφους, που χρονολογούνται από τον 5ο έως τον 3ο αιώνα π.Χ., περιείχαν ιδιαίτερα πλούσια κτερίσματα, τα οποία υποδηλώνουν την ύπαρξη στην περιοχή ενός ακμαίου αστικού κέντρου με οικονομική ευρωστία και καλλιτεχνική ανάπτυξη. Κοντά στην κεντρική πλατεία της Κοζάνης βρέθηκε τιμητική επιγραφή του 2ου αιώνα μ.Χ. που αναφέρεται σε απόφαση της βουλής και του δήμου, πιστοποιώντας την ύπαρξη μιας ρωμαϊκής πόλης που διέθετε βασικά πολιτειακά όργανα. Σημαντικές επίσης ταφικές αρχαιότητες έχουν αποκαλυφθεί μεταξύ άλλων στην περιοχή της σημερινής κεντρικής πλατείας της 25ης Μαρτίου (θέση «Της Μπίλιως τα νημόρια»), καθώς επίσης στο νότιο τμήμα της πόλης, στον λόφο του Αγίου Αθανασίου και στην περιοχή του ναού του Αγίου Κωνσταντίνου (θέση Τρία Δένδρα ή Τρίδενδρο). Πολύ κοντά στον τελευταίο ναό, στην οδό Αρκαδίου, βρέθηκε μνημειακός κτιστός οικογενειακός τάφος-ηρώο του 1ου-2ου αιώνα μ.Χ., με διάδρομο πρόσβασης και ορθογώνιο ταφικό θάλαμο. Σε απόσταση τέλος 8 περίπου χλμ. βόρεια από την πόλη, στον λόφο του Αγίου Ελευθερίου, κοντά στην κοινότητα Δρέπανο, έχουν αποκαλυφθεί αρχιτεκτονικά λείψανα ενός σημαντικού αρχαίου οικισμού του 3ου αιώνα π.Χ., οχυρωμένου με ισχυρά τείχη, που εξακολουθούσε να ακμάζει και μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση.

Δημοτικός κήπος/ Municipal garden (αρχείο Δήμου Κοζάνης/ Archive Municipality of Kozani)
Δημοτικός κήπος/ Municipal garden (αρχείο Δήμου Κοζάνης/ Archive Municipality of Kozani)

Η Π.Ε. Κοζάνης στην αρχαιότητα περιλαμβανόταν στα γεωγραφικά όρια του βασιλείου της Ελίμειας ή Ελιμιώτιδας, που καταλάμβανε το νοτιότερο τμήμα της ορεινής Άνω Μακεδονίας και είχε πρώτο γνωστό βασιλιά τον Αρριδαίο (α΄ μισό 5ου αι. π.Χ.). Πρωτεύουσα της ήταν η Αιανή, σημαντική πόλη της αρχαιότητας, που η αρχαιολογική σκαπάνη έχει φέρει στο φως στα πλατώματα του λόφου Μεγάλη Ράχη, σε μικρή απόσταση από τη σύγχρονη ομώνυμη κωμόπολη, 22 χλμ. νότια της Κοζάνης, με ιδιαίτερα πλούσια ευρήματα, τα οποία εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της περιοχής. Σημαντικό σταθμό στην ιστορική πορεία της αρχαίας Ελίμειας αποτελεί η ενσωμάτωση της στο μακεδονικό βασίλειο στα χρόνια του Φιλίππου Β΄, μετά το 358 π.Χ. Το 168 π.Χ., με την κατάλυση του μακεδονικού βασιλείου από τους Ρωμαίους, η περιοχή εντάχθηκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αποτελώντας αρχικά τμήμα της τέταρτης μερίδας (regio), αυτοδιοικούμενης περιφέρειας με πρωτεύουσα την Πελαγονία, και στη συνέχεια τμήμα της ρωμαϊκής επαρχίας της Μακεδονίας (Provincia Macedonia), που δημιουργήθηκε το 148 π.Χ. με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη.

Κατά τη μακραίωνη βυζαντινή περίοδο, για την προστασία των πληθυσμών της ευρύτερης περιοχής της Κοζάνης και της κοιλάδας του Αλιάκμονα αναπτύχθηκε ένα ευρύ δίκτυο ισχυρών κάστρων, ανάμεσα στα οποία κυρίαρχο ρόλο είχε η βυζαντινή πόλη-κάστρο των Σερβίων, που από τον 12ο αιώνα, αποτέλεσε έδρα του ξεχωριστού ομώνυμου Θέματος. Κατάλοιπα άλλων βυζαντινών κάστρων έχουν εντοπιστεί σε διάφορες θέσεις της περιοχής, όπως για παράδειγμα κοντά στο χωριό Κτένι, στα νότια της Κοζάνης, ενώ η ύπαρξη και άλλων σημαντικών κάστρων της περιοχής, όπως τα Σταρίδολα και ο Σωσκός, είναι γνωστή μέσα και από τις γραπτές πηγές.    Μεταξύ 1342 και 1344, η ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας κατακτήθηκε από τον Σέρβο ηγεμόνα Στέφανο Δουσάν, μετά τον θάνατο του οποίου (1355) το εκτεταμένο κράτος του διασπάστηκε σε πολλές μικρότερες ηγεμονίες και ο έλεγχος της Δυτικής Μακεδονίας περιήλθε σε Σέρβους ηγεμόνες, τον Ροδοσλάβο Χλαπένο, τον Θωμά Πρελιούμποβιτς και τον Νικόλαο Παγάση Βαλδουίνο. Μέσα στη δεκαετία του 1380 η ευρύτερη περιοχή κατακτήθηκε οριστικά από τους Οθωμανούς.

Αρχαιολογικός χώρος Αιανής/ Archaeological site of Aiane (φωτ. ΕΦΑ Κοζάνης / Ephorate of Antiquities of Kozani)
Αρχαιολογικός χώρος Αιανής/ Archaeological site of Aiane (φωτ. ΕΦΑ Κοζάνης / Ephorate of Antiquities of Kozani)

Στα χρόνια που ακολούθησαν την οθωμανική κατάκτηση σηματοδοτήθηκαν σημαντικές πληθυσμιακές, οικιστικές και οικονομικές αλλαγές στην περιοχή, με την εγκατάσταση μουσουλμανικών πληθυσμών, Γιουρούκων και Κονιάρων, κυρίως σε πεδινές και εύφορες εκτάσεις, την εγκατάλειψη του αμυντικού δικτύου των ισχυρών βυζαντινών κάστρων-πόλεων που είχε αναπτυχθεί στη λεκάνη του Αλιάκμονα και την ανάπτυξη νέων οικισμών, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβανόταν και η Κοζάνη. Η συγκρότηση της Κοζάνης θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 14ου ή κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα, με την εγκατάσταση σε αυτήν πληθυσμών των γύρω πεδινών περιοχών, που είχαν στο μεταξύ καταληφθεί από Γιουρούκους και Κονιάρους εποίκους. Στον εποικισμό της Κοζάνης πιθανότατα συμμετείχαν και πληθυσμοί από άλλες περιοχές, όπως την Ήπειρο. Η αποσπασματικότητα των ευρημάτων της βυζαντινής εποχής που κατά καιρούς έχουν έλθει στο φως από την ανασκαφική έρευνα της σύγχρονης πόλης της Κοζάνης δεν είναι σε θέση να αποσαφηνίσουν τον χαρακτήρα των προϋπαρχόντων οικιστικών εγκαταστάσεων στην περιοχή, ωστόσο, όπως έχει υποστηριχθεί, η συγκρότησή της είναι επίσης πιθανό να προήλθε με τη συνένωση μικρών προγενέστερων οικισμών της περιοχής.

Ο οικισμός Kozani (Kozana, Kojani), υπαγόμενος διοικητικά στον καζά των γειτονικών Σερβίων, απαντά για πρώτη φορά σε οθωμανικό κατάστιχο των ετών 1498-1502, στο οποίο φαίνεται να διαθέτει 137 νοικοκυριά, έναντι 830 νοικοκυριών που υπήρχαν στα Σέρβια, τα οποία μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα παρέμειναν το σημαντικότερο οικιστικό κέντρο της περιοχής. Έτσι, σε κατάστιχο του 1613, ο αριθμός των νοικοκυριών της Κοζάνης έχει αυξηθεί σε 203, ενώ των Σερβίων παρέμενε σχετικά σταθερός (842 νοικοκυριά). Σταδιακά ωστόσο, από τα μέσα του 17ου αιώνα, ο αριθμός των νοικοκυριών της Κοζάνης αυξήθηκε σημαντικά, έτσι ώστε από «χωρίον», όπως αναφέρεται στην Παρρησία (καταγραφή ονομάτων ιερωμένων και λαϊκών πιστών) του κώδικα αρ. 201 της Μονής Ζαβόρδας το 1534, εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες και πιο ευημερούσες πόλεις της περιοχής με 10.000 περίπου κατοίκους κατά τον χρόνο ενσωμάτωσής της στο Ελληνικό κράτος (1912). Στην αύξηση του πληθυσμού της πόλης συνέβαλλαν οι κατά περιόδους εποικισμοί πληθυσμών από άλλες γειτονικές περιοχές. Ο πληθυσμός της πόλης παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αμιγής, αποτελούμενος κατά κύριο λόγο από χριστιανούς, έτσι ώστε ο μητροπολίτης Φώτιος να τη χαρακτηρίζει ως «αμιγή της Μακεδονίας παράδεισο» στην πρώτη δοξολογία που ακολούθησε μετά την ενσωμάτωση της περιοχής στο Ελληνικό κράτος. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Νικόλαος Σχινάς στο πολύτιμο οδοιπορικό του κείμενο για τη Μακεδονία αναφέρει πως το 1886 η πόλη κατοικούνταν από 8.000 Έλληνες και μόνο 500 Οθωμανούς. Από οθωμανικά κατάστιχα είναι επίσης γνωστό ότι στην Κοζάνη, όπως και στα Σέρβια, είχαν εγκατασταθεί και λίγες εβραϊκές οικογένειες.

Αρχοντικό Γρηγορίου Βούρκα, 1743/ Grigorios Vourkas mansion, 1743 (φωτ. ΕΦΑ Κοζάνης/ Ephorate of Antiquities of Kozani)
Αρχοντικό Γρηγορίου Βούρκα, 1743/ Grigorios Vourkas mansion, 1743 (φωτ. ΕΦΑ Κοζάνης/ Ephorate of Antiquities of Kozani)

Τη συγκρότηση της Κοζάνης σε μεγάλο αστικό κέντρο σηματοδότησε η μεταφορά της έδρας της επισκοπής Σερβίων στην Κοζάνη το 1745 , ως επισκοπή πλέον «Σερβίων και Κοζάνης», εξακολουθώντας να υπάγεται στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Το 1882, η επισκοπή προήχθη σε μητρόπολη με άμεση εξάρτηση και υποταγή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Οι εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι της πόλης συνέβαλλαν σε μεγάλο βαθμό στην πνευματική και καλλιτεχνική ανάπτυξη της. Έτσι, ο πρώτος επίσκοπος της Κοζάνης Μελέτιος (1745-1752), που είχε ζήσει στη Ρώμη και τη Φλωρεντία, αποκτώντας κοσμοπολίτικες συνήθειες, φρόντισε να κτίσει επισκοπείο σε κεντρικό οικόπεδο της Κοζάνης, από τα ωραιότερα και μεγαλύτερα κτήρια της πόλης, δίπλα στο οποίο οικοδομήθηκε η περιώνυμη Στοά, ένα από τα πρώτα σχολεία της πόλης. Ο επίσκοπος και μετέπειτα πρώτος μητροπολίτης της πόλης Ευγένιος Πατέρας (1849-1889) συνέβαλε στην ανέγερση του κωδωνοστασίου και του Παρθεναγωγείου το 1862, εισάγοντας τη γυναικεία εκπαίδευση στην Κοζάνη.

Παράλληλα με τη δημογραφική ανάπτυξη της Κοζάνης, από τον 17ο αιώνα άρχισε να αναπτύσσεται το εμπόριο, φθάνοντας στη μέγιστη ακμή του στις αρχές του 19ου αιώνα. Οι Κοζανίτες έμποροι δραστηριοποιούνταν στη μόνιμη αγορά της πόλης, το «κοινό τζιαρσί», ενώ προωθούσαν τα προϊόντα τους στις δύο εμποροπανηγύρεις που λάμβαναν χώρα στην Κοζάνη κατά την εορτή του αγίου Δημητρίου και του αγίου Γεωργίου, αλλά και στις εμποροπανηγύρεις των γειτονικών πόλεων, όπως των Σερβίων και του Μαυρονόρους στα Γρεβενά. Στην ανάδειξη, ωστόσο, της Κοζάνης σε ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα της Δυτικής Μακεδονίας συνέβαλε αποφασιστικά η δραστηριοποίηση των Κοζανιτών εμπόρων μετά τα μέσα του 17ου αιώνα σε πόλεις της κεντρικής Ευρώπης, κυρίως της Αυστρίας και της Ουγγαρίας, όπως τη Βιέννη, την Πέστη, το Σέντες (Szentes), σε πόλεις των Βαλκανίων, όπως το Βελιγράδι και το Βουκουρέστι, στην Κωνσταντινούπολη, στη Βενετία, αλλά και στην Τρανσυλβανία, τη Γερμανία, ακόμη και στη Ρωσία. 

Επισκοπείο, 1745/ Episkopeion, 1745 (Δήμος Κοζάνης, φωτ. Δ. Στραβός/ Municipality of Kozani, phot. D. Stravos)
Επισκοπείο, 1745/ Episkopeion, 1745 (Δήμος Κοζάνης, φωτ. Δ. Στραβός/ Municipality of Kozani, phot. D. Stravos)

Οι έμποροι της Κοζάνης διακινούσαν το πλεόνασμα της γεωργοκτηνοτροφικής παραγωγής της πόλης, που παρέμενε η βάση της οικονομίας, ακόμη και μέχρι λίγο μετά την ενσωμάτωσή της στο Ελληνικό κράτος, όπως μπορεί να διαπιστωθεί από την επίσημη γεωγραφική απογραφή του 1914, στην οποία καταγράφηκε ένας μεγάλος αριθμός αιγοπροβάτων, καλλιεργειών αμπελιών, σιτηρών, ζωοτροφών, αμυγδαλιών, μηλιών και αχλαδιών. Οι Κοζανίτες παρήγαγαν ακόμη, μεταξύ άλλων, κριθάρι, φακές, κηπευτικά, όπως επίσης τον περίφημο κρόκο (σαφράν), που καλλιεργούσαν στην κοιλάδα του Αλιάκμονα και στα πεδινά χωριά της περιοχής Τσιαρτσιαμπά, νότια της Κοζάνης, η οποία κατοικούνταν από μουσουλμάνους. Επίσης ασχολούνταν με την αμπελουργία και παρήγαγαν κρασί, τσίπουρο, ρακί και άλλα οινοπνευματώδη. Παράλληλα, η Κοζάνη είχε αναπτυχθεί στον τομέα της βιοτεχνίας, με τη βυρσοδεψία να αποτελεί μία από τις βασικότερες βιοτεχνικές δραστηριότητές της, παράγοντας διάφορα είδη, όπως παπούτσια, τσαρούχια και μπότες. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1914 καταγράφονται στην πόλη 31 βυρσοδεψεία. Σημαντική θέση στη βιοτεχνική παραγωγή της Κοζάνης κατείχε επίσης η γουνοποιία, η παραγωγή μεταξιού από μεταξοσκώληκες, που τρέφονταν από τις άφθονες μουριές της περιοχής, όπως και η επεξεργασία και βαφή υφασμάτων με την κατασκευή νημάτων και διαφόρων ειδών ένδυσης και υφασμάτων για το σπίτι, όπως κιλίμια (χειροποίητα χαλιά), αλατζάδες (πολύχρωμα υφάσματα από βαμβάκι και μετάξι) και κουβέρτες από σπάρτο.

Ως αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης, οι Κοζανίτες έμποροι του εξωτερικού, έχοντας έρθει σε επαφή με τα δόγματα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, ευεργετούσαν την πόλη τους και έδειχναν ξεχωριστή φροντίδα για την οργάνωση της παιδείας, ιδρύοντας σχολεία και κάνοντας δωρεές σε εκπαιδευτικά ιδρύματα. Οι απαρχές της εκπαιδευτικής δραστηριότητας στην Κοζάνη ανάγονται στα τέλη του 17ου αιώνα με την ίδρυση του πρώτου οργανωμένου σχολείου, όπου δίδαξε περί το 1676-1679 ο λόγιος ιερομόναχος Γρηγόριος Κονταρής, μετέπειτα επίσκοπος Σερβίων και μητροπολίτης Σμύρνης. Μετά το 1745 λειτούργησαν στην Κοζάνη τρία οργανωμένα σχολεία, η Στοά (1745-1774;), η Σχολή της Κομπανίας, που χρηματοδοτούνταν αποκλειστικά από τις κομπανίες των Κοζανιτών εμπόρων στην Ουγγαρία (1756-1769), και το Ελληνικόν Μουσείον ή το Σχολείον του Παγούνη (1776-1799), που συντηρούνταν από το κληροδότημα του ευεργέτη Δημητρίου Μανόλη Παγούνη. Στο πρώτο σχολείο, που ονομάστηκε Στοά επειδή περιβαλλόταν από τόξα και περιστύλια, δίδαξε την περίοδο 1745-1748/9 ο επιφανής διδάσκαλος Ευγένιος Βούλγαρης, ενώ στο τρίτο σχολείο μεταξύ 1782 και 1797 ο Γιαννιώτης ιερομόναχος Αμφιλόχιος Παρασκευάς, ο επιφανέστερος διδάσκαλος στην Κοζάνη μετά τον Βούλγαρη. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η εκπαιδευτική δραστηριότητα της Κοζάνης συνεχίστηκε με την ίδρυση ενός σημαντικού αριθμού εκπαιδευτηρίων, στα οποία δίδαξαν εξέχοντες λόγιοι της πόλης, όπως ο Γεώργιος Σακελλάριος (1765-1838) και ο Χαρίσιος Μεγδάνης (1769-1832).

Φωτογραφική Συλλογή Κοβενταρείου Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης/ Photographic Collection, Koventareios Municipal Library of Kozani
Φωτογραφική Συλλογή Κοβενταρείου Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης/ Photographic Collection, Koventareios Municipal Library of Kozani

Στα τέλη του 18ου αιώνα, ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων επιχείρησε να επεκτείνει την κυριαρχία του στην περιοχή προκαλώντας αιματηρές συγκρούσεις. Το 1821, Κοζανίτες αγωνιστές, όπως ο Γεώργιος Λασσάνης και ο Ιωάννης (Νά(ν)νος) Τσόντζας συμμετείχαν ενεργά στον Αγώνα. Στα τέλη του 19ου και την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, η Κοζάνη βρέθηκε στο επίκεντρο των εθνικοαπελευθερωτικών κινήσεων στον χώρο της Μακεδονίας. Στις 11 Οκτωβρίου 1912, μετά τη μάχη του Σαρανταπόρου, η περιοχή της Κοζάνης ενσωματώθηκε στο Ελληνικό κράτος. Το 1923, με την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία εγκαταστάθηκαν κυρίως στα νοτιοανατολικά της πόλης. Μετά τα μέσα του 20ού αιώνα και κυρίως μετά τη δεκαετία του 1970 ξεκίνησε η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων λιγνίτη στη λεκάνη της Κοζάνης – Πτολεμαΐδας – Αμυνταίου, παίζοντας καθοριστικό παράγοντα στην οικονομική ζωή των κατοίκων, επιφέροντας ωστόσο παράλληλα σοβαρές οικολογικές βλάβες στο περιβάλλον και στα οικοσυστήματα της περιοχής.

Μνημεία και Αρχαιότητες

Μητροπολιτικός ναός Αγίου Νικολάου

Ο μεγαλοπρεπής ναός, λίγα μόλις μέτρα από την κεντρική πλατεία Νίκης, αποτελεί μαζί με το ψηλό κωδωνοστάσιο του ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τοπόσημα της πόλης. Η ανέγερσή του, με βάση τη σωζόμενη κτητορική επιγραφή έλαβε χώρα το 1721 στη θέση προγενέστερου ναού, ο οποίος είχε οικοδομηθεί τον 17ο αιώνα, κατά μία άποψη το 1664, με δαπάνη του προύχοντα της πόλης Χαρισίου Τράντα, αν όχι, όπως έχει υποστηριχθεί, ακόμη νωρίτερα, κατά τον 15ο αιώνα. Η ανέγερση του νέου ναού ολοκληρώθηκε με τη συνεισφορά και τη σύμπραξη όλων των κατοίκων της πόλης, κληρικών, ιερομονάχων, αρχόντων και απλών λαϊκών, οι οποίοι φρόντισαν να εξασφαλίσουν προηγουμένως την έκδοση σχετικού φιρμανιού με το πρόσχημα των καταστροφών που είχε υποστεί ο προγενέστερος ναός από σεισμό. Ο ναός του Αγίου Νικολάου ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης καμαροσκέπαστης βασιλικής με διώροφο γυναικωνίτη στα δυτικά και μία επιμήκη στοά που στηρίζεται σε πεσσούς στα βόρεια. Η τοιχογράφηση του ναού πραγματοποιήθηκε λίγα χρόνια μετά την ανέγερσή του, το 1730, από τους αδελφούς Νικόλαο και Θεόδωρο από τα Ιωάννινα. Μεταξύ 1747 και 1751 φιλοτεχνήθηκαν από τον επτανήσιο, πιθανότατα ξυλογλύπτη Μπαντοβέρη το τέμπλο και τα άλλα ξυλόγλυπτα του ναού, όπως ο επισκοπικός θρόνος και ο επιτάφιος περιφοράς. Οι δεσποτικές εικόνες του τέμπλου χρονολογούνται το 1755 και αποτελούν έργο του ζωγράφου Αποστόλη Λογγιανού Βοδενιώτη από την Έδεσσα. Στις αρχές του 19ου αιώνα προστέθηκε το παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στη βορειανατολική πλευρά της ανοικτής στοάς. Το 1855 ανεγέρθηκε από τον κάλφα (πρωτομάστορα) Χατζή Ανδρέα από τη Σέλιτσα (σημερινή Εράτυρα) το εξαώροφο αρχικά κωδωνοστάσιο, στο οποίο προστέθηκε το 1939 ένας ακόμη όροφος με ρολόι και στις τέσσερις πλευρές του κωδωνοστασίου.

Ο ναός περικλειόταν άλλοτε από ψηλό λιθόκτιστο περίβολο και αποτελούσε ένα μεγάλο συγκρότημα, στο οποίο περιλαμβάνονταν το οίκημα του επισκόπου, το οίκημα της Δημογεροντίας (Οντάς τ’ς Χώρας), καταστήματα με τοξωτή στοά που στέγαζαν τους επαγγελματίες των δημητριακών (Αλευροπάζαρο), ξενώνες και κηροπλαστείο. Στις αρχές του 19ου αιώνα (περ. 1810), εντός του περιβόλου του ναού ανεγέρθηκε σχολείο και το 1813 το κτήριο της Κοινοτικής Βιβλιοθήκης και ένα δεύτερο κτήριο, που χρησίμευε ως αναγνωστήριο και εντευκτήριο των λογίων της πόλης (Οἶκος Βελτιώσεως). Όλα αυτά τα κτήρια, ωστόσο, κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια του α΄ μισού του 20ού αιώνα, όταν έλαβαν παράλληλα χώρα εκτεταμένες οικοδομικές εργασίες, οι οποίες αλλοίωσαν σε μεγάλο βαθμό την αρχική αρχιτεκτονική μορφή του ναού.

Η ίδρυση τριών άλλων ναών της Κοζάνης ανάγεται στον 17ο αιώνα, που όμως έχουν αλλοιωθεί από μεταγενέστερες επεμβάσεις, σύμφωνα και με την τάση που επικράτησε μετά τον 18ο αιώνα να γκρεμίζονται οι παλαιότεροι ναοί και στη θέση τους να κτίζονται νέοι, μεγαλύτερων διαστάσεων. Σε αντίθεση με τον ναό του Αγίου Νικολάου, που είναι κτισμένος στο κέντρο της πόλης, οι τρεις ναοί βρίσκονται στην περιφέρεια του οικισμού, στους επιμέρους μαχαλάδες. Από τους παλαιότερους ναούς της πόλης θεωρείται ο ναός του Αγίου Δημητρίου, στο βορειοανατολικό τμήμα της πόλης, στο ομώνυμο πευκόφυτο πάρκο, που ανεγέρθηκε πριν το 1612 και ανακαινίστηκε στη συνέχεια το 1754 και το 1863. Σήμερα έχει ανακαινισθεί πλήρως μετά από καταστροφική πυρκαγιά το 1993. Σε κοντινή απόσταση βρίσκεται ο αρχικά μονόχωρος ναός των Αγίων Αναργύρων (τέλη 16ου-αρχές 17ου αι.), που ανακαινίστηκε εκ βάθρων στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής το 1815. Ένας από τους παλαιότερους ναούς της Κοζάνης είναι επίσης ο ναός του Αγίου Αθανασίου, στον ομώνυμο λόφο στο νότιο τμήμα της πόλης, χωρίς ωστόσο να είναι γνωστός ο ακριβής χρόνος της ανέγερσής του. Βάσει επιγραφών παραδίδεται η ανακαίνισή του μετά από πυρπόληση το 1688 και η εκ νέου οικοδόμησή του το 1863.

Στην Κοζάνη διατηρείται σήμερα ένας αξιόλογος αριθμός κατοικιών και δημόσιων κτηρίων που έχουν κηρυχθεί ως διατηρητέα, καθώς αποτελούν αντιπροσωπευτικά δείγματα των τάσεων που επικρατούσαν στην αρχιτεκτονική του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, όπως το Βαλταδώρειο Γυμνάσιο, το Δημοτικό Σχολείο Χαρίσιος Μούκας και το Δρίζειο Μέγαρο. Στην κεντρική πλατεία Νίκης είναι συγκεντρωμένα τρία από τα ιστορικότερα κτήρια της πόλης, το Δημαρχείο, η Εθνική Τράπεζα και το ξενοδοχείο Ερμιόνιο, έργο του αρχιτέκτονα Μαξιμιλιανού Ρούμπενς.

Στα σημαντικότερα κτήρια της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Κοζάνης συγκαταλέγονται τα αρχοντικά, που αποτελούν τους κυριότερους μάρτυρες της οικονομικής ακμής που γνώρισε η πόλη μετά τα μέσα του 17ου αιώνα. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν οι λιγοστές απλές λαϊκές κατοικίες που έχουν διασωθεί σήμερα και ακολουθούν απλοποιημένα τις γενικές αρχές της αρχιτεκτονικής οργάνωσης των αρχοντικών. 

Στην Κοζάνη διατηρούνταν ένας αξιόλογος αριθμός αρχοντικών, τα περισσότερα από τα οποία κατεδαφίστηκαν κυρίως κατά τη δεκαετία του 1960, περίοδο έντονης ανοικοδόμησης της πόλης. Ένα από τα παλαιότερα και πιο εντυπωσιακά αρχοντικά της πόλης υπήρξε η κατοικία του προεστού της Κοζάνης Χαρισίου Τράντα στον Γκιουλέρ-Μαχαλά, στην ωραιότερη συνοικία του κέντρου της πόλης. Κατασκευασμένο μεταξύ 1650-1660, κατεδαφίστηκε το 1911 και στη θέση του ανεγέρθηκε το νεοκλασικό κτήριο του Παρθεναγωγείου Κοζάνης. Σήμερα, στα λιγοστά αρχοντικά της Κοζάνης που έχουν διασωθεί της σύγχρονης ανοικοδόμησης περιλαμβάνονται τα αρχοντικά του Γρηγορίου Βούρκα του 1743 (οδός Δημογεροντίας 8-10) και του Νικολάου Βούρκα ή Αθανασίου Κατσικά του 1762 (συμβολή οδών Αδαμαντίδου Φιλίππου και Αρμενούλη), που έχουν απαλλοτριωθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού, το λεγόμενο Επισκοπείο (μετά το 1745), το οποίο στεγάζει σήμερα τα γραφεία της Ιεράς Μητρόπολης Σερβίων και Κοζάνης και το Εκκλησιαστικό Μουσείο, τα αρχοντικά των Ζήση Παγούνη-Ευαγγέλου Βαμβακά του 1786 (οδός Ιωάννου Τράντα), του αγωνιστή Γεωργίου Λασσάνη (1793-1870), που στεγάζει σήμερα τη Δημοτική Χαρτοθήκη (πλατεία Λασσάνη), και του Γκουτσούρλη (οδός Χαλκιά).

Τα αρχοντικά της Κοζάνης, κατασκευασμένα από τις ξακουστές συντεχνίες (σινάφια) της Μακεδονίας και της Ηπείρου, ακολουθούν τα τυπικά χαρακτηριστικά της μακεδονικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, αποτελώντας διώροφα κατά κανόνα και σπανιότερα τριώροφα κτίσματα, με έντονα αμυντική, εσωστρεφή συγκρότηση. Η πολεοδομική διάταξη της Κοζάνης δεν ακολουθούσε κάποιο προκαθορισμένο σχέδιο και, καθώς η πόλη δεν είχε αποκτήσει ποτέ περιμετρική οχύρωση, η άμυνά της στηριζόταν κατά κύριο λόγο στον φρουριακό χαρακτήρα των κατοικιών της με τις ψηλές μάντρες που οριοθετούσαν τις αυλές τους και τις αυστηρές λιθόκτιστες όψεις των ισογείων τους, με εμφανείς τις ξυλοδεσιές, χωρίς ανοίγματα. Τη διαφυγή σε ώρα κινδύνου εξυπηρετούσε επιπλέον η λαβυρινθώδης μορφή των στενών δρόμων του οικισμού και ένα πολύπλοκο σύστημα επικοινωνίας που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των κατοικιών διαμέσου των αυλών τους. Την ασφάλεια των κατοίκων εξασφάλιζαν επίσης τα υπόγεια που διαθέτουν τα περισσότερα από τα αρχοντικά της Κοζάνης, τα οποία αποτελούν μία ιδιομορφία της κοζανίτικης αρχιτεκτονικής, καθώς σπάνια απαντούν στα αρχοντικά των άλλων πόλεων της Βόρειας Ελλάδας. Στα υπόγεια των αρχοντικών συχνά διαμορφωνόταν μία κρύπτη, η κρυψάνα, με μυστική έξοδο διαφυγής για ώρα ανάγκης μέσω μιας σήραγγας που επικοινωνούσε με άλλα αρχοντικά.

Στο ισόγειο των αρχοντικών της Κοζάνης εισέρχεται κανείς από την κεντρική είσοδο σε έναν ευρύχωρο κεντρικό χώρο (μεσιά ή εμπατή), γύρω από τον οποίο διατάσσονται όλοι οι χώροι του ισογείου, στους οποίους περιλαμβάνονται η κύρια αποθήκη τροφίμων (μαγαζές), οι διάφοροι βοηθητικοί χώροι, σπανιότερα η κουζίνα (μαερειός), το εργαστήριο ή κατάστημα στις περιπτώσεις που το απαιτούσε το επάγγελμα του ιδιοκτήτη, το δωμάτιο που διημέρευε η οικογένεια τον χειμώνα (χειμωνιάτικο ή ανηλιακό) και θερμαινόταν με τζάκι (μπουχαρί), καθώς επίσης ένας ή περισσότεροι χώροι υποδοχής των ξένων, που θερμαίνονταν με μαγκάλι (καφέ οντάς) ή τζάκι (χειμερινός οντάς, μπας οντάς ή μουσαφίρ οντάς). Στον όροφο, με τις χαρακτηριστικές της μακεδονικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής προεξοχές (σαχνισιά), που επιτρέπουν να διαπεράσει άπλετο φως, διατάσσονται οι χώροι διαμονής της οικογένειας κατά τους καλοκαιρινούς μήνες (οντάδες), οι οποίοι ωστόσο είναι εφοδιασμένοι με τζάκια, για να είναι δυνατή η χρήση τους τα ψυχρά βράδια του καλοκαιριού ή και τον χειμώνα. Στον όροφο περιλαμβάνονται επίσης οι χώροι υποδοχής των ξένων (μουσαφίρ οντάδες) και μία υπερυψωμένη κεντρική σάλα διασκέδασης (δοξάτο ή αξάτο). Οι οντάδες και οι χώροι υποδοχής διαθέτουν συχνά ένα χαμηλό περιμετρικό ντιβάνι (τικλίζι ή μιντέρι ή μεντέρι). Συχνά τα αρχοντικά μεταξύ του ισογείου και του ορόφου διαθέτουν ένα μεσοπάτωμα, όπου βρίσκει κανείς τα χειμερινά και τα βοηθητικά δωμάτια για τις εργαστηριακές δραστηριότητες του σπιτιού. Στα θολοσκέπαστα υπόγεια των αρχοντικών φυλάσσονταν τα αγροτικά προϊόντα και το κρασί σε μεγάλα βαρέλια (βαένια), τοποθετημένα επάνω σε εσχάρες. Οι κατοικίες ήταν ανοικτές προς την εσωτερική, πλακόστρωτη συνήθως, αυλή, με την οποία επικοινωνούσαν με ανοίγματα και σκεπαστές στοές (χαϊάτια), στις οποίες τα μέλη της οικογένειας συνήθιζαν να περνούν πολλές ώρες. Στις αυλές (νουβουρούδια), στις οποίες οι άνθρωποι και τα υποζύγια εισέρχονταν από μια βαριά δίφυλλη θύρα, με τα χαρακτηριστικά πλατυκέφαλα καρφιά (φόλιες), υπήρχε ο κήπος, το πηγάδι (αρβανίκος) και διάφορα βοηθητικά κτίσματα της κατοικίας, όπως αποθήκες, στάβλοι, φούρνος, κουζίνα, πλυσταριό, το πατητήρι των σταφυλιών (καρουτοστάσι), χώροι για την επεξεργασία γουναρικών και το αποχωρητήριο (χαλές ή χρειά).

Κύριο χαρακτηριστικό των αρχοντικών της Κοζάνης είναι ο ιδιαίτερα επιμελημένος διάκοσμος στο εσωτερικό τους, κυρίως στον όροφο, όπου δέχονταν επισκέψεις και λάμβαναν χώρα οι γιορτές. Οι τοίχοι φέρουν γύψινη διακόσμηση, ενώ γύψινος είναι και ο διάκοσμος των τζακιών. Πλούσια διακοσμημένες είναι οι ξύλινες οροφές των αρχοντικών (νταβάνια), με τα χαρακτηριστικά λεπτά πηχάκια (βεργία), που αναπτύσσονται σε διάφορα γεωμετρικά διακοσμητικά θέματα. Ο διάκοσμος του κεντρικού τετράγωνου, εξάγωνου ή οκταγωνικού διακοσμητικού πλαισίου των ταβανιών (ταβλάς) είναι περισσότερο φροντισμένος, σχηματίζοντας συχνά αραβουργήματα, επηρεασμένα από την ισλαμική τέχνη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, επίσης, στον κεντρικό ταβλά των ταβανιών εγγράφεται ένας πλούσια κοσμημένος ψευτοκουμπές (νουφαλός), μία εσοχή σε μορφή ημισφαιρικού, μικρού θόλου. Με παρόμοιο τρόπο διακοσμούνται και τα υπόλοιπα ξύλινα στοιχεία και οι ξύλινες κατασκευές των αρχοντικών, όπως οι ξύλινες επενδύσεις των τοίχων, οι πόρτες, τα ταμπλαδωτά ντουλάπια (αμάρια) και οι μεσάντρες ή μουσάντρες, μεγάλα ερμάρια με ταμπλαδωτά ντουλαπόφυλλα (κανάτια), όπου φυλάσσονταν τα στρωσίδια, τα υφαντά, τα ρούχα και άλλα αντικείμενα του σπιτιού. Τον διάκοσμο των ταβανιών και των άλλων ξύλινων κατασκευών των κοζανίτικων αρχοντικών συμπληρώνει πλούσιος και πολύχρωμος ζωγραφικός διάκοσμος, με συνθέσεις που απεικονίζουν παραδοσιακά, κυρίως φυτικά, θέματα, επηρεασμένα από την καλλιτεχνική διακοσμητική τάση που επικρατούσε τον 18ο αιώνα και είναι γνωστή ως «τουρκο-μπαρόκ», συνδυάζοντας στοιχεία της ισλαμικής παράδοσης και του ευρωπαϊκού μπαρόκ-ροκοκό. Στα πιο εύπορα αρχοντικά της Κοζάνης, οι πόρτες, τα ντουλάπια και οι μεσάντρες στους καλούς οντάδες φέρουν πλούσιο ξυλόγλυπτο διάκοσμο, ο οποίος σε ορισμένες περιπτώσεις είναι επιχρυσωμένος και επεκτείνεται ακόμη και στα τζάκια ή στις ξύλινες επενδύσεις που καλύπτουν το ανώτερο μέρος των τοίχων, πρακτική ιδιαίτερα σπάνια για τα αρχοντικά της μακεδονικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Χαρακτηριστικοί ως προς την πολυτέλεια του διακόσμου τους είναι οι καλοί οντάδες των κατεστραμμένων σήμερα αρχοντικών Τράντα και Σακελλαρίου που εκτίθενται στο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Κοζάνης και των αρχοντικών Τσιμινάκη-Δημοξένους και Τακιατζή στο Μουσείο Μπενάκη.

Ως προς τη διακόσμηση των εξωτερικών όψεων των αρχοντικών της Κοζάνης, τυπικοί είναι οι φεγγίτες πάνω από τα παράθυρα των σαχνισιών με τα διακοσμημένα γύψινα πλαίσια και τους πολύχρωμους υαλοπίνακες. Στο αρχοντικό του Γρηγορίου Βούρκα χαρακτηριστική επίσης είναι η τοποθέτηση πλίνθων σε διάφορες διατάξεις στο εσωτερικό του ξύλινου σκελετού των σαχνισιών του ορόφου, θυμίζοντας τον κεραμοπλαστικό διάκοσμο (κοσμήματα από πλίνθους) στις εξωτερικές όψεις των βυζαντινών ναών.

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά των αρχοντικών της Κοζάνης παρατηρούνται και στα αρχοντικά που διασώζονται και σε άλλους οικισμούς της περιφέρειας, όπως στο Βελβεντό, τη Σιάτιστα, την Εράτυρα, το Τσοτύλι, τον Πεντάλοφο και την Αγία Σωτήρα στην περιοχή του Βοίου.

Μουσεία

Αρχαιολογική Συλλογή Κοζάνης (οδός Δημοκρατίας 8)
Σαρκοφάγος από τον τάφο-ηρώο της οδ. Αρκαδίου, 1ος-2ος αι. μ.Χ. Αρχ. Συλλογή Κοζάνης/ Sarcophagus from the tomb-heroon on Arkadiou St., 1st-2nd c. AD. Archaeological Collection of Kozani
Σαρκοφάγος από τον τάφο-ηρώο της οδ. Αρκαδίου, 1ος-2ος αι. μ.Χ. Αρχ. Συλλογή Κοζάνης/ Sarcophagus from the tomb-heroon on Arkadiou St., 1st-2nd c. AD. Archaeological Collection of Kozani

Στεγάζεται σε διώροφο νεοκλασικό κτήριο, γνωστό και ως «Οίκος Κατσικά», και μέσα από την πλούσια συλλογή του παρουσιάζει τη διαχρονική κατοίκηση και την ανάπτυξη των τεχνών στην ευρύτερη περιοχή της Κοζάνης από τους προϊστορικούς μέχρι και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Ανάμεσα στα πλούσια εκθέματα της συλλογής περιλαμβάνονται ο παλαιολιθικός χειροπέλεκυς του Παλαιοκάστρου, το αρχαιότερο εργαλείο που έχει βρεθεί στον ελλαδικό χώρο, ηλικίας 100.000 χρόνων περίπου, και οι λίθινες ανθρωπόμορφες στήλες από την περιοχή της κοινότητας Κρανιδίων, κοντά στις όχθες της τεχνητής λίμνης Πολυφύτου, αποτελώντας μία από τις πρωιμότερες μορφές αγαλμάτων, αναγόμενων πιθανόν στο τέλος των νεολιθικών χρόνων (μέσα 3ης χιλιετίας π.Χ.).

Ιδρύθηκε το 1969 από τον «Σύνδεσμο Γραμμάτων και Τεχνών Νομού Κοζάνης» και παρουσιάζει στο κοινό, μέσα από μία πλούσια συλλογή αντικειμένων, διάφορες πτυχές της καθημερινής ζωής των κατοίκων της περιοχής. Εκτός από τη Λαογραφική Έκθεση, το μουσείο περιλαμβάνει την Έκθεση Φυσικής Ιστορίας, που παρουσιάζει την εξέλιξη της ζωής στη γη, την Αρχαιολογική-Ιστορική Έκθεση, που περιλαμβάνει αρχαιολογικά ευρήματα από την ευρύτερη περιοχή της Κοζάνης και εκθέματα που συνδέονται με τη νεότερη ιστορία της περιοχής, την Πινακοθήκη, με αγιογραφίες και πίνακες νεότερων χρόνων, καθώς επίσης και φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια που τεκμηριώνουν την αρχιτεκτονική κληρονομιά της Κοζάνης, την Έκθεση γραμματοσήμων και την Έκθεση ραδιοφώνων.

Αποτελεί μία από τις ιστορικότερες βιβλιοθήκες της χώρας, καθώς οι απαρχές της ίδρυσής της ως σχολικής βιβλιοθήκης ανάγονται στα τέλη του 17ου αιώνα, παράλληλα με τη λειτουργία του πρώτου οργανωμένου σχολείου στην Κοζάνη. Μετά το 1745 και την ίδρυση της επισκοπής Σερβίων και Κοζάνης, η βιβλιοθήκη στεγαζόταν στον επισκοπικό οίκο της πόλης. Το 1813 ιδρύθηκε η Κοινοτική Βιβλιοθήκη, για τις ανάγκες στέγασης της οποίας ανεγέρθηκε ένα ξεχωριστό κτήριο στον περίβολο του ναού του Αγίου Νικολάου. Μεταξύ 1916 και 1923 ιδρύθηκε το Ἀναγνωστήριον Κοζάνης, το οποίο ανέλαβε τη λειτουργία της Κοινοτικής Βιβλιοθήκης, ενώ από το 1923, η Βιβλιοθήκη πέρασε στη δικαιοδοσία του Δήμου Κοζάνης και έκτοτε λειτουργεί ως δημοτική. Η σημερινή της ονομασία οφείλεται στους αδελφούς Κωνσταντίνο και Δημήτριο Κοβεντάρο, χορηγούς της επέκτασης του δημαρχιακού κτηρίου όπου στεγάστηκε η Βιβλιοθήκη από το 1963 έως το 1986. Το 2018 ολοκληρώθηκε η κατασκευή του νέου κτηριακού συγκροτήματος της Βιβλιοθήκης και του Μουσείου της, το οποίο στεγάζει τις πολύτιμες συλλογές της που στη διάρκεια των αιώνων έχουν εμπλουτιστεί με έναν εξαιρετικά μεγάλο αριθμό χειρογράφων, παλαιών εντύπων και χαρτών. Ιδιαίτερα πολύτιμο για την ιστορία της Κοζάνης και της ευρύτερης περιοχής θεωρείται το τοπικό αρχειακό υλικό των ελληνικών και οθωμανικών εγγράφων της Βιβλιοθήκης.

Στεγάζεται στο αρχοντικό του Γεωργίου Λασσάνη και φιλοξενεί τη μόνιμη έκθεση «Η Κοζάνη στον κόσμο των Χαρτών», ενώ παράλληλα αναπτύσσει πλούσιο ερευνητικό έργο με τη διοργάνωση περιοδικών εκθέσεων, ημερίδων, ομιλιών, διαλέξεων και σεμιναρίων.

Ιδρύθηκε από τον Δήμο Κοζάνης και την Εταιρία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων και παρουσιάζει τη νεότερη και σύγχρονη ιστορία της ευρύτερης περιοχής της Κοζάνης.

Στεγάζεται στο ισόγειο του Επισκοπείου και φιλοξενεί έναν σημαντικό αριθμό εκκλησιαστικών κειμηλίων, όπως ιερά σκεύη, φορητές εικόνες και λειτουργικά άμφια.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Κοζάνης