Κιμμέρια
Κιμμέρια, ο οικισμός στην πεδιάδα της Ξάνθης με τις πολλές αρχαιότητες
Βόρεια της αρχαίας και σύγχρονης Εγνατίας οδού, στα ανατολικά της πόλης της Ξάνθης και σε μικρή από αυτήν απόσταση (περ. 4 χλμ.), βρίσκεται η κωμόπολη Κιμμέρια, η οποία διασχίζεται από τον χείμαρρο Κυδωνέα, παραπόταμο του Κόσυνθου. Στη δυτική όχθη του χειμάρρου, έχει αναπτυχθεί το χριστιανικό τμήμα του οικισμού και στην ανατολική, το μουσουλμανικό. Η παλαιότερη αναφορά του οικισμού ανάγεται στα 1493, σε κτηματολόγιο της περιοχής, σύμφωνα με το οποίο το χωριό ονομαζόταν Muhammed και αριθμούσε 101, μάλλον χριστιανικές, οικογένειες. Στο έτος 1530, αναφέρονται οκτώ μουσουλμανικές και 130 χριστιανικές οικογένειες. Κατά το β΄ μισό του 19ου αιώνα αριθμούσε 300 χριστιανούς κατοίκους.
Στην ευρύτερη περιοχή των Κιμμερίων εντοπίζεται μια σειρά από μνημεία, που χρονολογούνται από τους προϊστορικούς μέχρι τους νεότερους χρόνους και τα οποία, σε συνδυασμό με τα πολυάριθμα επιφανειακά ευρήματα, αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες για τη διαχρονική κατοίκηση της περιοχής.
Μνημεία
Τύμβοι
Μέχρι τις αρχές του 1970, ανάμεσα στα βιοτεχνικά κτήρια της περιοχής, στην ευρύτερη περιοχή των Κιμμερίων υπήρχαν πέντε ταφικοί τύμβοι, από τους οποίους σήμερα διατηρούνται μόνο οι δύο. Ο πρώτος βρίσκεται δυτικά της Επαρχιακής οδού Κιμμερίων-Πηγαδίων και της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Αλεξανδρούπολης. Ονομάζεται συμβατικά «Τύμβος Τσολακίδη», από το όνομα του ιδιοκτήτη του αγροτεμαχίου στο οποίο βρίσκεται. Έχει διάμετρο 33,08 μ. και ύψος 2,80 μ. Ο δεύτερος τύμβος εντοπίζεται νοτιοανατολικά των Κιμμερίων, ανατολικά και σε επαφή σχεδόν με την Επαρχιακή οδό Κιμμερίων-Πηγαδίων. Έχει διάμετρο 51,08 μ. και ύψος 9,00 μ. Ονομάζεται συμβατικά «Τύμβος Υδραγωγείου», καθώς βρίσκεται σε οικόπεδο όπου είναι εγκατεστημένη δεξαμενή ύδρευσης και αντλιοστάσιο για την ύδρευση του χωριού Πηγάδια.
Οι δύο τύμβοι δεν έχουν ερευνηθεί ανασκαφικά, ωστόσο, όπως έχει υποστηριχθεί, η χρονολόγησή τους ανάγεται στους ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους (31 π.Χ.-330 μ.Χ.) και θεωρείται ότι βρίσκονταν εντός της χώρας (της επικράτειας) της πόλης της Τοπείρου. Στην άποψη αυτή συνηγορεί και η ομοιότητά τους με άλλους αυτής της περιόδου, που έχουν ανασκαφεί στην περιοχή της Θράκης. Κατά μήκος των υπωρειών της οροσειράς της Ροδόπης, στους λεγόμενους «Γιακάδες» της Ξάνθης, ξεκινώντας από τον ποταμό Νέστο και με κατεύθυνση προς τα ανατολικά, διατηρούνται 16 ακόμα τύμβοι. Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, οι τύμβοι αυτοί, καθώς και οι δύο των Κιμμερίων, βρίσκονταν κατά μήκος της Εγνατίας οδού, η οποία σε γενικές γραμμές, στο τμήμα αυτό της Θράκης, ακολουθούσε τη χάραξη της σύγχρονης Εγνατίας. Είναι γνωστό ότι στους ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους, οι ισχυροί γαιοκτήμονες της περιοχής κατασκεύαζαν τους τύμβους τους μέσα στα όρια των ιδιοκτησιών τους και κοντά στις μεγάλες οδικές αρτηρίες, έτσι ώστε να διακρίνονται εύκολα από τους διερχόμενους.
Παλαιοχριστιανική βασιλική
Ανάμεσα στα Κιμμέρια και στο χωριό Πηγάδια, σε απόσταση περίπου 1,3 χλμ. νότια της Επαρχιακής οδού Ξάνθης-Ιάσμου, στη θέση «Βάλτα-Σοούκ Σου», έχουν εντοπιστεί τα κατάλοιπα τρίκλιτης παλαιοχριστιανικής βασιλικής, πιθανότατα του 6ου αιώνα μ.Χ., διαστάσεων 18,50 x 13,60 μ. Στα ανατολικά απολήγει σε εξέχουσα ημικυκλική αψίδα, ενώ στα δυτικά είναι προσκολλημένος ο νάρθηκας. Παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα ότι τα κλίτη της δεν διαχωρίζονται από κιονοστοιχίες, αλλά από μεσοτοιχίες με θυραία ανοίγματα. Σε μεταγενέστερη φάση, τα ανοίγματα αυτά κλείσθηκαν, ενώ στο μεσαίο κλίτος προστέθηκε ένας τοίχος διαιρώντας το σε δύο τμήματα. Η βασιλική διέθετε και προσκτίσματα, όπως υποδεικνύουν τα τμήματα τοίχων που ήρθαν στο φως στα βορειοδυτικά της, σε επαφή με το βόρειο κλίτος. Στα ευρήματα της ανασκαφής περιλαμβάνονται τμήματα διάτρητων φολιδωτών θωρακίων και μία βάση κίονα, που ανήκουν στον γλυπτό διάκοσμο του ναού. Στα βόρεια της, σε όμορο αγροτεμάχιο, αποκαλύφθηκαν τέσσερις ορθογώνιοι κτιστοί παλαιοχριστιανικοί τάφοι, οι οποίοι πιθανότατα αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου νεκροταφείου. Είναι ενδιαφέρον ότι για την κάλυψη ενός από τους τάφους είχαν χρησιμοποιηθεί θραύσματα από μυλόπετρες. Από τα λιγοστά κτερίσματα που βρέθηκαν στο εσωτερικό τους, αξίζει να αναφερθεί ένα λυχνάρι παλαιοχριστιανικών χρόνων.
Τα περισσότερα από τα κινητά ευρήματα, που ήρθαν στο φως κατά τη διάρκεια της ανασκαφής, ανήκουν στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, όπως και η βασιλική. Ωστόσο, με βάση κυρίως τα νομίσματα, που χρονολογούνται από τον 4ο μ.Χ. (πριν την ίδρυση της βασιλικής) μέχρι και τον 11ο αιώνα, διαπιστώνεται μακρά χρήση του χώρου. Πιθανότατα η βασιλική, με κάποιες μετατροπές, παρέμεινε σε χρήση μέχρι και τον 11ο-12ο αιώνα. Επίσης, στον χώρο εντοπίστηκαν και λίγα κεραμικά ευρήματα οθωμανικών χρόνων.
Βαθμιδωτό φρέαρ
Βόρεια της παλαιοχριστιανικής βασιλικής, στο αγροτεμάχιο όπου αποκαλύφθηκαν οι τέσσερις τάφοι, διατηρούνται και κατάλοιπα ενός βαθμιδωτού φρέατος, που οι κάτοικοι αποκαλούν «Μπασαμακλί Μπινάρ (Μπουνάρ)» ή «Μπασαμακλίδικα».Τα βαθμιδωτά φρεάτια αποτελούσαν χαρακτηριστικά πηγάδια, που χρησιμοποιούνταν στις πεδινές εκτάσεις της Θράκης κατά τους Οθωμανικούς χρόνους. Πρόκειται για πετρόκτιστες υπόγειες επικλινείς κατασκευές, καλυμμένες με θόλο, οι οποίες στο εσωτερικό τους έχουν μία κλίμακα, που οδηγεί στο επίπεδο του υδροφόρου ορίζοντα. Αποτελούσαν σημεία αναφοράςγια τους κατοίκους της περιοχής, ενώ συνδέονται με θρύλους απόκρυψης θησαυρών. Η υπόγεια στοά του βαθμιδωτού φρέατος των Κιμμερίων έχει μήκος 14 μ. και πλάτος 0,95 μ.
Κάστρο Καλέ
Δεσπόζει στην κορυφή του υψώματος Καλές (554,50 μ.), 5 περίπου χλμ. βορειοδυτικά των Κιμμερίων, μεταξύ των ποταμών Ξεριά και Κυδωνία. Ο οχυρωματικός του περίβολος έχει μήκος 268 μ. και έχει σχήμα ακανόνιστου εξαγώνου. Η τοιχοποιία του συνίσταται από λαξευτούς μεγάλους και μικρούς λίθους τοπικού σχιστολιθικού πετρώματος, χωρίς συνδετικό υλικό. Αποτελεί τμήμα ενός δικτύου φρουρίων, που εντοπίζονται στο ελληνικό τμήμα της οροσειράς της Ροδόπης και παρουσιάζουν μια σειρά από κοινά χαρακτηριστικά. Η χρονολόγησή τους ανάγεται στην Εποχή του Σιδήρου (11ος-8ος αι. π.Χ.), ενώ είναι πιθανό να παρέμειναν σε χρήση μέχρι και τους ρωμαϊκούς χρόνους.
Ναός Αγίου Δημητρίου
Εντός του οικισμού των Κιμμερίων βρίσκεται ο ναός του Αγίου Δημητρίου, ο οποίος, σύμφωνα με τη σωζόμενη κτητορική επιγραφή στον δυτικό τοίχο του ναού, ανεγέρθηκε το 1902. Ο ναός εγκαινιάστηκε δύο χρόνια αργότερα, στις 12 Σεπτεμβρίου 1904, σύμφωνα με μία χάρτινη εικόνα του αγίου Δημητρίου, που τυπώθηκε με την ευκαιρία των εγκαινίων. Στο τέμπλο του ναού, οι φορητές εικόνες χρονολογούνται με επιγραφή στο έτος 1835 και πιθανότατα προέρχονται από προγενέστερο ναό, που υπήρχε στη θέση του ναού του Αγίου Δημητρίου και κατέρρευσε κατά τους σεισμούς του 1829. Ο ναός ανήκει στον χαρακτηριστικό της περιόδου τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής. Ο νάρθηκας στα δυτικά αποτελεί νεότερη προσθήκη. Στο εσωτερικό του διατηρούνται τοιχογραφίες του Αδριανουπολίτη αγιογράφου Μιχαήλ Δημόπουλου, ο οποίος εργάστηκε στον ναό μεταξύ των ετών 1905 και 1906.


