Καστοριά

Καστοριά, ένα «ζωντανό μουσείο» βυζαντινού και μεταβυζαντινού πολιτισμού

Η Καστοριά, κτισμένη αμφιθεατρικά στον λαιμό μιας χερσονήσου που εισχωρεί στην ομώνυμη λίμνη (αρχ. Ορεστίς), περιτριγυρισμένη από τους εντυπωσιακούς ορεινούς όγκους του Γράμμου και του Βιτσίου, αποτελεί σήμερα μία από τις μεγαλύτερες πόλεις της Δυτικής Μακεδονίας, με ξεχωριστή φυσική ομορφιά. Για δέκα και πλέον αιώνες, από τους μέσους βυζαντινούς χρόνους (9ος αι.) έως και τις μέρες μας, υπήρξε σημαντικό πολιτικό και οικονομικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, με ιδιαίτερα αξιόλογη πολιτιστική ακτινοβολία. Τα κατάλοιπα των τειχών της, ο μεγάλος αριθμός εκκλησιών -είναι γνωστή στη λαϊκή παράδοση ως η πόλη με τις «τρακόσιες εκκλησίες»-, τα σπουδαία σύνολα μνημειακής ζωγραφικής και οι πολυάριθμες φορητές εικόνες, συχνά έργα αξιόλογων τοπικών ζωγράφων ή εργαστηρίων, και τα επιβλητικά αρχοντικά, που εναρμονίζονται με το πανέμορφο φυσικό περιβάλλον της λίμνης, την καθιστούν σήμερα ένα «ζωντανό μουσείο» της βυζαντινής και μεταβυζαντινής τέχνης.

Η οικονομική και καλλιτεχνική άνθηση της Καστοριάς βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην καίρια γεωγραφική της θέση, που αποτελούσε κομβικό σημείο από το οποίο ξεκινούσαν σημαντικοί οδικοί άξονες. Δύο από αυτούς τη συνέδεαν με τον κύριο κορμό της Εγνατίας οδού, ο πρώτος, με κατεύθυνση προς βορρά, οδηγούσε στο Χλερηνό (σημερινή Φλώρινα), ενώ ο δεύτερος, με ανατολική κατεύθυνση, διερχόταν μέσα από το στενό της Κλεισούρας και συναντούσε την Εγνατία στα εδάφη της Εορδαίας. Από την Καστοριά ξεκινούσε μία ακόμη σημαντική οδική αρτηρία που συνέδεε την ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας με τα παράλια της Αδριατικής ακολουθώντας την κοίτη των ποταμών Αλιάκμονα και Δεβόλη (Ντεβόλ, αρχ. Εορδαϊκού). Τον οδικό αυτό άξονα ακολούθησαν το 1096 τα στρατεύματα της Α΄ Σταυροφορίας κατά την πορεία τους προς την Κωνσταντινούπολη, τα οποία πέρασαν και από την περιοχή της Καστοριάς. Δύο διακλαδώσεις αυτής της αρτηρίας, χρησιμοποιούνταν για τη μετακίνηση από την Καστοριά προς τις Πρέσπες και την Αχρίδα. Ένας ακόμη σημαντικός οδικός άξονας, που είχε αφετηρία την Καστοριά, ακολουθούσε τον ρου του ποταμού Αλιάκμονα προς τα νότια.

Ιστορική διαδρομή

Οι απαρχές της κατοίκησης της λίμνης της Καστοριάς ανάγονται ήδη στους Παλαιολιθικούς και Μεσολιθικούς χρόνους (περ. 50000-7000 π.Χ.), με βάση την επιφανειακή περισυλλογή λίθινων τεχνέργων από την περιοχή, ενώ συνεχίστηκε αδιάλειπτα μέχρι και τους αρχαίους χρόνους, όπως υποδεικνύει ο εντοπισμός ενός μεγάλου αριθμού αρχαιολογικών θέσεων που κυμαίνονται χρονικά από τους Νεολιθικούς (5500 π.Χ.) μέχρι τουλάχιστον τους όψιμους ελληνιστικούς χρόνους (τέλη 4ου αι. π.Χ.). Σημαντικότερο αρχαιολογικό χώρο της περιοχής αποτελεί ο προϊστορικός λιμναίος οικισμός κοντά στο χωριό Δισπηλιό, στη νότια όχθη της λίμνης, ο οποίος είναι σήμερα επισκέψιμος. Πρόκειται για έναν από τους παλαιότερους οικισμούς της Ευρώπης, που οι απαρχές της ίδρυσής του ανάγονται στο τέλος της Μέσης και την αρχή της Νεότερης Νεολιθικής περιόδου (5467-5324 π.Χ.), αν όχι πρωιμότερα, με βάση τα δείγματα των ξύλινων πασσάλων πάνω στους οποίους στηρίζονταν τα σπίτια του οικισμού, που αποκαλύφθηκαν κατά την ανασκαφή σε άριστη κατάσταση διατήρησης λόγω των ειδικών συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή.

Ανοικτό Μουσείο Δισπηλιού, αναπαράσταση του λιμναίου νεολιθικού οικισμού δίπλα στον αρχ. χώρο/ Open-Air Museum of Dispilio, reconstruction of the lakeside Neolithic settlement next to the archaeological site (Δήμος Καστοριάς / Municipality of Kastoria, Studio Trasias)
Ανοικτό Μουσείο Δισπηλιού, αναπαράσταση του λιμναίου νεολιθικού οικισμού δίπλα στον αρχ. χώρο/ Open-Air Museum of Dispilio, reconstruction of the lakeside Neolithic settlement next to the archaeological site (Δήμος Καστοριάς / Municipality of Kastoria, Studio Trasias)
Δισπηλιό, πήλινο ειδώλιο με αγγείο/ Dispilio excavation, terracotta figurine with a vessel (αρχείο ΕΦΑ Καστοριάς / archive Ephorate of Antiquities of Kastoria)
Δισπηλιό, πήλινο ειδώλιο με αγγείο/ Dispilio excavation, terracotta figurine with a vessel (αρχείο ΕΦΑ Καστοριάς / archive Ephorate of Antiquities of Kastoria)

Κατά τους αρχαίους χρόνους, η Καστοριά ανήκε στα γεωγραφικά όρια της Ορεστίδας, περιοχής της Άνω Μακεδονίας, που ενσωματώθηκε οριστικά στο μακεδονικό κράτος στα χρόνια του Φιλίππου Β΄ (359-336 π.Χ.). Το 196 π.Χ. η περιοχή παραδόθηκε στους Ρωμαίους, διατηρώντας ωστόσο ιδιαίτερα προνόμια. Στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ., ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Διοκλητιανός ίδρυσε τη Διοκλητιανούπολη στη θέση Αρμενοχώρι, βορειοδυτικά της σύγχρονης κωμόπολης του Άργους Ορεστικού. Ο αρχαιολογικός χώρος, που είναι σήμερα επισκέψιμος, περιλαμβάνει τμήμα του οχυρωματικού περιβόλου της πόλης, καθώς επίσης λείψανα κοσμικών κτηρίων και δύο παλαιοχριστιανικών βασιλικών.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Προκόπιο, η Διοκλητιανούπολη, που ήταν μία ακμάζουσα πόλη, η οποία όμως καταστράφηκε λόγω βαρβαρικών επιδρομών, μεταφέρθηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (527-565) σε ασφαλέστερη, φυσικά οχυρή θέση, στη «νήσο» -δηλαδή στη χερσόνησο- της λίμνης της Καστοριάς. Η νέα πόλη, η οποία ενισχύθηκε με ισχυρό τείχος (διατείχισμα) στην περιοχή του ισθμού της χερσονήσου, ιδρύθηκε στη θέση, όπου, σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη των ερευνητών, προϋπήρχε η αρχαία πόλη της Ορεστίδας Κέλετρο (Κήλητρο). Σε θέσεις κοντινές της Καστοριάς έχουν εντοπιστεί σημαντικές αρχαιότητες, ωστόσο στον ίδιο τον πολεοδομικό ιστό της πόλης λιγοστά μέχρι σήμερα ευρήματα συνδέονται με την αρχαία πόλη Κέλετρο, όπως δύο επιγραφές που βρέθηκαν εντοιχισμένες σε μεταγενέστερα κτήρια. Ομοίως, με εξαίρεση το σωζόμενο τμήμα τείχους που τοποθετείται στους χρόνους του Ιουστινιανού, δεν έχουν εντοπιστεί κτήρια της παλαιοχριστιανικής περιόδου, παρά μόνο ορισμένα γλυπτά σε δεύτερη χρήση στον βυζαντινό ναό του Ταξιάρχη Μητροπόλεως και στο Κουρσούμ Τζαμί, που είναι πιθανό να συνδέονται με την ύπαρξη προγενέστερων βασιλικών.

Από τα μέσα του 9ου αιώνα, όταν η περιοχή ενσωματώθηκε στο νεοσυσταθέν Θέμα της Θεσσαλονίκης, η πόλη άρχισε να γνωρίζει μεγάλη ακμή, όπως μαρτυρεί ένας αξιόλογος αριθμός ναών και ζωγραφικών συνόλων του τέλους του 9ου και του 10ου αιώνα, ιδιαίτερα σημαντικών για τη μελέτη της βυζαντινής τέχνης, με δεδομένη μάλιστα τη σποραδικότητα των μνημείων αυτής της περιόδου στον ελλαδικό χώρο. Στα τέλη του 9ου-αρχές 10ου αιώνα τοποθετείται από ορισμένους ερευνητές η επέκταση του ιουστινιάνειου τείχους, που περιέβαλε την πόλη από όλες τις πλευρές, προσδίδοντάς της τη μορφή μιας ισχυρής πόλης-κάστρου.

Στις αρχές του 10ου αιώνα, η πόλη δέχθηκε ισχυρή πίεση από τους Βούλγαρους, αρχικά τον τσάρο Συμεών και μισό περίπου αιώνα αργότερα από τον τσάρο Σαμουήλ, ο οποίος την κατέλαβε το 990. Το 1018, την πόλη ανακατέλαβε ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος, ο οποίος διέλυσε το τεράστιο κράτος των Βουλγάρων, στον έλεγχο των οποίων είχε περάσει ολόκληρη η περιοχή της Μακεδονίας δυτικά της Θεσσαλονίκης. Η Καστοριά, από την εποχή αυτή, αναφέρεται ως έδρα επισκοπής υπαγόμενη στην αρχιεπισκοπή Αχρίδας και μάλιστα ως πρωτόθρονη, δηλαδή πρώτη στην τάξη, ενώ λίγο αργότερα, από τον 11ο αιώνα, εμφανίζεται ως έδρα στρατιωτικού Θέματος.

Το 1082, τα στρατεύματα των Νορμανδών της Νότιας Ιταλίας και της Σικελίας, με επικεφαλής τον Βοημούνδο, εισέβαλαν στη Βαλκανική και ακολουθώντας την Εγνατία οδό, κατέλαβαν την Καστοριά και το μεγαλύτερο τμήμα της Δυτικής Μακεδονίας. Το επόμενο έτος (1083), ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός εκδίωξε τους Νορμανδούς από την Καστοριά, υποχρεώνοντάς τους στη συνέχεια να εγκαταλείψουν όλες τις κτήσεις τους στη Βαλκανική (1085). Λίγα χρόνια αργότερα (1096), στο πλαίσιο της Α΄ Σταυροφορίας, τα σταυροφορικά στρατεύματα, με επικεφαλής και πάλι τον Βοημούνδο, πέρασαν από την περιοχή λεηλατώντας εκ νέου την Καστοριά. Στα τέλη του 11ου αιώνα τοποθετείται η πρώτη εγκατάσταση Εβραίων κατοίκων στην πόλη, η παρουσία των οποίων υπήρξε διαχρονική.

αρχείο ΕΦΑ Καστοριάς / archive Ephorate of Antiquities of Kastoria
αρχείο ΕΦΑ Καστοριάς / archive Ephorate of Antiquities of Kastoria

Τον 12ο αιώνα, η Καστοριά γνώρισε μεγάλη οικονομική και πολιτιστική άνθηση, παρόλο που μετά τα μέσα του αιώνα η ευρύτερη περιοχή δεχόταν συνεχή πλήγματα από τοπικές εξεγέρσεις πληθυσμών σερβικής και βουλγαρικής καταγωγής, καθώς και από νέες πιθανότατα δηώσεις των Νορμανδών της Γ΄ Σταυροφορίας (1185). Στην πόλη δημιουργήθηκε μια αξιόλογη εμπορική κίνηση, ενισχυμένη από την παρουσία των Βενετών, οι οποίοι απέκτησαν το προνόμιο να εμπορεύονται σε αυτή, με βάση το χρυσόβουλο που εξέδωσε υπέρ τους ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄ Άγγελος το 1198. Στην Καστοριά διαβιούσαν ανώτεροι εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι, οι οποίοι διέθεταν λόγια παιδεία και διατηρούσαν στενές επαφές με επιφανείς πνευματικούς ανθρώπους της εποχής, καθώς επίσης εύποροι κοσμικοί άρχοντες που ανέλαβαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην καλλιτεχνική παραγωγή της πόλης. Κορυφαία τοιχογραφικά σύνολα της περιόδου διασώζονται στους ναούς του Αγίου Νικολάου του Κασνίτζη και των Αγίων Αναργύρων (β΄ φάση). Την οικονομική ευημερία της πόλης επιβεβαιώνει ο Άραβας γεωγράφος του 12ου αιώνα Muhamad-al-Idrisi, ο οποίος την περιγράφει ως πλούσια, ευχάριστη και πολυάνθρωπη, με μεγάλο πλήθος χωριών, ενώ αναφέρεται στη λίμνη της, η οποία προμήθευε την πόλη με άφθονα ψάρια.

Το 1204, μετά τη διανομή των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τις δυνάμεις της Δ΄ Σταυροφορίας, ο Βονιφάτιος Μομφερρατικός, στον οποίο είχε περιέλθει η Θεσσαλονίκη, προσπάθησε να επεκτείνει την κυριαρχία του στις γύρω περιοχές, αλλά δεν κατάφερε να φτάσει πέρα από τα Σέρβια, με αποτέλεσμα η πόλη της Καστοριάς να μην κατακτηθεί ποτέ από τους σταυροφόρους. Μεταξύ του 1215 και 1219, η Δυτική Μακεδονία ενσωματώθηκε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Η Καστοριά μετέπειτα γνώρισε μια σύντομη βουλγαρική κατοχή, ενώ ακολούθως η περιοχή έγινε θέατρο διαρκών συγκρούσεων ανάμεσα στο Δεσποτάτο της Ηπείρου και την Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Το 1259, η νίκη του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου σε βάρος του ηγεμόνα της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ Κομνηνού Δούκα στη μάχη της Πελαγονίας σηματοδότησε όχι μόνο την ένταξη της Μακεδονίας στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας, αλλά και την αρχή της παλινόρθωσης του Βυζαντίου, που ολοκληρώθηκε δύο χρόνια αργότερα με την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1261). Η ταραγμένη αυτή πολιτική περίοδος αντανακλάται στις εξωτερικές τοιχογραφίες του καθολικού της Μονής Μαυριώτισσας.

Στις αρχές του 14ου αιώνα, η Καστοριά βρισκόταν αρχικά υπό την εξουσία των ηγεμόνων της Θεσσαλίας, ωστόσο το 1328 περιήλθε ειρηνικά στην κατοχή του Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου. Λίγα χρόνια αργότερα καταλήφθηκε από τους Σέρβους του Στέφανου Δουσάν, για να παραμείνει στην κατοχή τους μέχρι το 1371. Στη συνέχεια, πιθανότατα μετά το 1372, η πόλη περιήλθε στην κυριαρχία του Αλβανού άρχοντα του Βερατίου Ανδρέα Β΄ Μουζάκη, ο οποίος την κληροδότησε στον νεότερο γιο του Στώια, για να παραμείνει στη δικαιοδοσία του μέχρι περίπου το 1385.

Κατά τον 13ο και 14ο αιώνα, παρά τις ταραχώδεις συνθήκες, η καλλιτεχνική δραστηριότητα της Καστοριάς δεν αναστάλθηκε, αλλά παρέμεινε ακμαία. Τους δύο αυτούς αιώνες και ιδιαίτερα κατά το β΄ μισό του 14ου αιώνα οικοδομήθηκε ή ανακαινίστηκε και τοιχογραφήθηκε ένας σημαντικός αριθμός ναών, ενώ φιλοτεχνήθηκαν πολυάριθμες φορητές εικόνες. Η ζωγραφική της περιόδου, συχνά, είναι υψηλής ποιότητας, με επιδράσεις από τα μεγάλα καλλιτεχνικά κέντρα της εποχής, την Κωνσταντινούπολη και κυρίως την Αχρίδα και τη Θεσσαλονίκη. Στην πόλη δραστηριοποιήθηκαν αξιόλογοι ζωγράφοι, το έργο των οποίων αναγνωρίζεται και σε μνημεία γειτονικών περιοχών. Οι σωζόμενες κτητορικές επιγραφές, πολύτιμες πηγές ποικίλλων πληροφοριών, αλλά και οι κτητορικές παραστάσεις στον τοιχογραφικό διάκοσμο των ναών της πόλης, είναι αποκαλυπτικές για την παρουσία ξένων κυριάρχων στην Καστοριά, διαδοχικά Βουλγάρων, Σέρβων και Αλβανών, οι οποίοι μάλιστα, μιμούμενοι τις συνήθειες των βυζαντινών ηγεμόνων, χρηματοδότησαν σε δύο περιπτώσεις την ανέγερση/ανακαίνιση και τοιχογράφηση των ναών του Ταξιάρχη Μητροπόλεως και του Αγίου Αθανασίου του Μουζάκη.

Στα χρόνια του σουλτάνου Μουράτ Α΄ (1362-1389), η πόλη καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς. Κατά τους οθωμανικούς χρόνους, η Καστοριά (Kesriye), μία από τις πιο πολυπληθείς πόλεις της Βαλκανικής και η μεγαλύτερη της Δυτικής Μακεδονίας, είχε μεγάλη σημασία για τη διοικητική οργάνωση της περιοχής, ιδιαίτερα κατά τον 15ο αιώνα, όταν η νότια Αλβανία και  η Βόρεια Μακεδονία αποτελούσαν τα βόρεια σύνορα του οθωμανικού κράτους στην περιοχή, οπότε αναφέρεται ως έδρα σαντζακίου και βιλαετίου. Από τον 16ο-17ο αιώνα αποτέλεσε έδρα καζά. Στην πόλη ήταν εγκατεστημένοι αξιωματούχοι της οθωμανικής διοίκησης και θρησκευτικοί λειτουργοί, στους οποίους είχαν παραχωρηθεί τιμάρια. Τον 15ο αιώνα, η περιοχή της Καστοριάς αποτελούσε ζιαμέτι και χάσι ανώτερων αξιωματούχων και μετέπειτα χάσι του σουλτάνου (16ος αι.) και χάσι της Φατμά Σουλτάνας, κόρης του σουλτάνου Αχμέτ Α΄ (1603-1617), απολαμβάνοντας ευνοϊκής φορολογικής μεταχείρισης.

Στρατιωτικοί άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος, ναός Αγίων Αναργύρων, τέλη 12ου αι. / Military saints St George and St Demetrios, Church of the SS Anargyroi, late 12th c. (ΕΦΑ Καστοριάς / archive of the Ephorate of Antiquities of Kastoria)
Στρατιωτικοί άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος, ναός Αγίων Αναργύρων, τέλη 12ου αι. / Military saints St George and St Demetrios, Church of the SS Anargyroi, late 12th c. (ΕΦΑ Καστοριάς / archive of the Ephorate of Antiquities of Kastoria)

Η Καστοριά υπήρξε μία από τις λίγες πόλεις της Βαλκανικής στην οποία καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας ο χριστιανικός πληθυσμός υπερίσχυε αριθμητικά έναντι του μουσουλμανικού, παρότι ο τελευταίος αυξήθηκε από τα μέσα του 16ου αιώνα. Τα τείχη της, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες πόλεις της Βαλκανικής, δεν εγκαταλείφθηκαν, αλλά παρέμειναν σε χρήση καθ’ όλη τη διάρκεια των οθωμανικών χρόνων. Οι περισσότεροι από τους Οθωμανούς είχαν εγκατασταθεί εντός του κάστρου, όπου ήταν συγκεντρωμένη η διοίκηση και η στρατιωτική φρουρά της πόλης, καθώς επίσης και στην εκτός των τειχών δυτική παραλίμνια περιοχή, κοντά στον λαιμό της χερσονήσου, όπου ήταν δυνατός και ο έλεγχος της εισόδου στην πόλη. Η Καστοριά διέθετε αρχικά μία μουσουλμανική συνοικία, ενώ αργότερα, από το β΄ μισό του 16ου αιώνα, με την αύξηση του αριθμού των μουσουλμάνων, καταγράφονται τρεις ή τέσσερις συνολικά μουσουλμανικές συνοικίες. Οι Οθωμανοί ανέγειραν έναν μικρό σχετικά αριθμό θρησκευτικών και κοσμικών κτηρίων, ενώ μετέτρεψαν κάποιους από τους χριστιανικούς ναούς σε τζαμιά και τεκέδες. Εκτός από τα συνοικιακά τεμένη, η πόλη διέθετε επτά τζαμιά, επτά τεκέδες διάφορων ταγμάτων και δύο λουτρά. Σημαντική οικοδομική δραστηριότητα αναπτύχθηκε στην πόλη μεταξύ του 1804 και του 1821, όταν ενσωματώθηκε στο πασαλίκι των Ιωαννίνων του Αλή Πασά, ο οποίος εφάρμοσε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα κοινωφελών έργων. Μετέπειτα, στα τέλη του 19ου-αρχές 20ού αιώνα, ανεγέρθηκαν σημαντικά κτήρια της οθωμανικής διοίκησης, όπως διοικητήριο, στρατώνας, φυλακές, τελωνείο και ταχυδρομικός-τηλεγραφικός σταθμός. Στην πόλη υπήρχαν επίσης δύο μεντρεσέδες (ανώτερες ιερατικές σχολές) και, από τον 19ο αιώνα, μουσουλμανικά εκπαιδευτικά κτήρια όλων των βαθμίδων. Σήμερα, από τα οθωμανικά κτήρια της πόλης διατηρούνται το Κουρσούμ Τζαμί, ο ένας από τους δύο μεντρεσέδες, ο στρατώνας και κατάλοιπα του ενός από τα δύο λουτρά.

Βημόθυρο, έργο «Σχολής της Καστοριάς»/ Bema door, work of the “School of Kastoria” (ΕΦΑ Καστοριάς / archive Ephorate of Antiquities of Kastoria)
Βημόθυρο, έργο «Σχολής της Καστοριάς»/ Bema door, work of the “School of Kastoria” (ΕΦΑ Καστοριάς / archive Ephorate of Antiquities of Kastoria)

Οι χριστιανικές συνοικίες της Καστοριάς υπήρξαν σημαντικά περισσότερες από αυτές των μουσουλμάνων, χωρίς ωστόσο ο αριθμός τους να παραμένει πάντοτε σταθερός, καθώς αυτές συχνά άλλαζαν όρια και ονομασίες. Καταλάμβαναν τα δύο τρίτα της πόλης και αναπτύχθηκαν ανατολικά, εκτός του κάστρου, στις δύο όχθες της λίμνης, τη βόρεια και τη νότια. Έξω από το κάστρο, στο νοτιοανατολικό τμήμα της πόλης, χωροθετούνταν επίσης η συνοικία των Εβραίων. Ορισμένοι από τους χριστιανούς της πόλης ήταν επίσης εγκατεστημένοι εντός του κάστρου, με έναν εσωτερικό περίβολο να διαχωρίζει τη συνοικία τους από τον τουρκομαχαλά.

Η οικονομία της Καστοριάς παρέμεινε αγροτική κατά την οθωμανική περίοδο, βασιζόμενη στη γεωργία (την καλλιέργεια κυρίως ρυζιού και δημητριακών) και την κτηνοτροφία, όπως επίσης στην αλιεία των ψαριών της λίμνης και στην ξυλεία των δασών της περιοχής. Παράλληλα αναπτύχθηκε σημαντικά το εμπόριο, που βρισκόταν στα χέρια των Εβραίων και των χριστιανών, οι οποίοι, καθώς υπερτερούσαν αριθμητικά, κυριαρχούσαν στην οικονομική ζωή της πόλης. Είχαν αναπτυχθεί ακόμα δραστηριότητες του δευτερογενούς τομέα παραγωγής, όπως προκύπτει από την αναφορά σε κατάστιχο του 1455 περίπου ενός σημαντικού αριθμού συνοικιών της πόλης που ονοματοδοτήθηκαν από τις διάφορες κατηγορίες τεχνιτών, όπως ραπτών, παπουτσήδων, σαμαροποιών, χρυσοχόων, σιδεράδων, χαλκοματάδων και επεξεργαστών μεταξιού. Ένας από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες στην ανάπτυξη της οικονομίας της πόλης υπήρξε η επεξεργασία και το εμπόριο της γούνας. Στο ίδιο κατάστιχο καταγράφεται για πρώτη φορά η παρουσία γουναράδων, οι οποίοι συνιστούσαν τη δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία επαγγελματιών της πόλης. Ήδη από τα μέσα περίπου του 16ου αιώνα είχε δημιουργηθεί μία εύρωστη παροικία Καστοριανών γουναράδων στην Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι προμήθευαν με γούνες ακόμα και την Υψηλή Πύλη. Οι εμπορικοί αντιπρόσωποι της Καστοριάς υπήρξαν επίσης από τα πιο επιφανή μέλη της ελληνικής παροικίας στη Βενετία. Το εμπόριο της γούνας έφτασε στη μεγαλύτερή του ακμή από τον 17ο μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα, με την Καστοριά να διατηρεί στενές εμπορικές επαφές με άλλες πόλεις της Μακεδονίας, της Ηπείρου και των Βαλκανίων, της κεντρικής Ευρώπης, μέχρι και της Ρωσίας.

Η μεγάλη οικονομική άνθηση που γνώρισε η πόλη συνέβαλε στη δημιουργία μιας ισχυρής αστικής τάξης, οι εκπρόσωποι της οποίας, όπως οι Γεώργιος Καστριώτης και Γεώργιος Κυρίτζης, υπήρξαν σπουδαίοι ευεργέτες της γενέτειράς τους, χρηματοδοτώντας μεταξύ άλλων, από τις αρχές του 18ου αιώνα, τα πρώτα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της πόλης, που προσέλκυαν μαθητές και από άλλες πόλεις των Βαλκανίων.

Η Καστοριά, μετά την οθωμανική κατάκτηση, εξακολούθησε να αποτελεί έδρα επισκοπής υπαγόμενης στην αρχιεπισκοπή Αχρίδας και από το 1532 περίπου αναδείχθηκε σε μητρόπολη. Η εύρωστη χριστιανική κοινότητα της πόλης διατήρησε το προνόμιο να ασκεί τα θρησκευτικά της καθήκοντα, αναπτύσσοντας σημαντική οικοδομική δραστηριότητα. Η καλλιτεχνική παραγωγή γνώρισε μεγάλη άνθηση με τη δράση αξιόλογων τοπικών ζωγράφων, οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις επηρεάζονταν από τις τάσεις που αναπτύσσονταν στα μεγάλα καλλιτεχνικά κέντρα της εποχής. Στα τέλη του 15ου-αρχές 16ου αιώνα, η πόλη υπήρξε το κέντρο διαμόρφωσης του πρώτου σημαντικότερου καλλιτεχνικού ρεύματος των Βαλκανίων μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453), της λεγόμενης «Σχολής της Καστοριάς». Οι ανώνυμοι ζωγράφοι που την απάρτιζαν εργάστηκαν όχι μόνο στην ίδια την Καστοριά, όπου διατηρείται ένας σημαντικός αριθμός φορητών εικόνων και επτά τοιχογραφικά σύνολα που εντάσσονται στη δραστηριότητα της «σχολής», αλλά και σε άλλες περιοχές της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας (στα Μετέωρα) και των Βαλκανίων (Βόρεια Μακεδονία, Σερβία και Βουλγαρία), με απόηχο έως και τη Ρουμανία. Στην Καστοριά μετακλήθηκαν επίσης ορισμένοι από τους σημαντικότερους ζωγράφους του 16ου αιώνα, όπως ο Θηβαίος Φράγκος Κατελάνος, ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της λεγόμενης «Σχολής της Βορειοδυτικής Ελλάδας» (ναός Παναγίας Ρασιώτισσας, 1553 και φορητές εικόνες), ή ο Ονούφριος από το Άργος, πρωτόπαπας Νεοκάστρου (Ελμπασάν) της Αλβανίας (ναοί Αγίων Αποστόλων Ελεούσας, 1547, και Αγίων Αναργύρων Γυμνασίου, μέσα 16ου αι., και φορητές εικόνες). Η Καστοριά μαζί με τη Σιάτιστα αποτελούν επίσης τις μοναδικές πόλεις της Μακεδονίας, όπου σώζονται φορητές εικόνες της λεγόμενης «Κρητικής σχολής», τις οποίες εισήγαγαν εύποροι έμποροι, κυρίως από τη Βενετία.

Αρχοντικό Τσιατσιαπά / The Tsiatsiapa Mansion (Αρχείο ΕΦΑ Καστοριάς / archive Ephorate of Antiquities of Kastoria)
Αρχοντικό Τσιατσιαπά / The Tsiatsiapa Mansion (Αρχείο ΕΦΑ Καστοριάς / archive Ephorate of Antiquities of Kastoria)

Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, η έκρυθμη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στον χώρο της Μακεδονίας, λόγω των αναδυόμενων εθνικών ανταγωνισμών, έφερε την Καστοριά στο προσκήνιο των πολεμικών συγκρούσεων της εποχής. Το 1904 θανατώθηκε από οθωμανικό απόσπασμα ο αξιωματικός και πρωτεργάτης του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908) Παύλος Μελάς στο χωριό Μελάς (πρώην Στάτιστα) της Καστοριάς, όπου λειτουργεί σήμερα το ομώνυμο ιστορικό μουσείο. Ο τάφος του ίδιου και της συζύγου του Ναταλίας βρίσκεται στο εσωτερικό του ναού του Ταξιάρχη Μητροπόλεως. Η Καστοριά ενσωματώθηκε στο Ελληνικό κράτος λίγα χρόνια αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου 1912. Από τα γεγονότα του 20ού αιώνα που είχαν καθοριστικό ρόλο στην ιστορική εξέλιξη της πόλης είναι η απομάκρυνση των μουσουλμάνων κατοίκων της και η εγκατάσταση προσφύγων, κυρίως από τον Πόντο και τα παράλια της Προποντίδας, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την υπογραφή της Συνθήκης της Λοζάνης (1923), καθώς επίσης, η σχεδόν ολοσχερής εξόντωση της ακμαίας εβραϊκής κοινότητας της πόλης από τους Γερμανούς κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

 

Μνημεία και Αρχαιότητες

Οχύρωση

Τα τείχη της Καστοριάς, για τα οποία μιλούν με θαυμασμό οι βυζαντινοί συγγραφείς και οι ξένοι περιηγητές, αποτελούσαν για πολλούς αιώνες το κύριο χαρακτηριστικό της πόλης, έτσι ώστε να αποκτήσει την επωνυμία «της πολιτείας του Κάστρου». Διατηρήθηκαν σχεδόν ανέπαφα μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν άρχισαν να κατεδαφίζονται σταδιακά από τους Οθωμανούς, σε μια εποχή κατά την οποία οι αμυντικοί λόγοι που εξυπηρετούσαν έπαψαν να υφίστανται. Η οριστική τους καταστροφή, ωστόσο, επήλθε με την ταχύτατη ανοικοδόμηση της πόλης που έγινε μετά την εφαρμογή του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του 1934. Σήμερα διατηρούνται ελάχιστα μόνο τμήματα της οχύρωσης, κυρίως στην περιοχή του Δημαρχείου και του Μεντρεσέ, καθώς επίσης και κοντά στον ναό της Παναγίας Κουμπελίδικης, στο ψηλότερο σημείο της πόλης, όπου τοποθετείται η ακρόπολη.

Η πρώτη οχύρωση της Καστοριάς τοποθετείται στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527-565), όταν ανεγέρθηκε ένα ισχυρό τείχος στα δυτικά της πόλης, στον ισθμό της χερσονήσου, που αποτελούσε τη μόνη δίοδο της πόλης προς την ξηρά. Το ενισχυμένο με πύργους ιουστινιάνειο τείχος, γνωστό ως «διατείχισμα», έζωνε τον ισθμό από τη μία πλευρά της λίμνης μέχρι την άλλη και διέθετε τάφρο κατά πλάτος της χερσονήσου. Αργότερα, κατά τους βυζαντινούς χρόνους, σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές στα τέλη του 9ου-αρχές 10ου αιώνα και κατά άλλους στον 11ο ή ακόμη και στον 14ο αιώνα, η οχύρωση της πόλης επεκτάθηκε προς τα ανατολικά. Η Καστοριά απέκτησε τότε τη μορφή μιας ισχυρής πόλης-κάστρου, έκτασης περίπου 295 στρεμμάτων, με τα τείχη της να την περιβάλλουν από όλες τις πλευρές. Ο οχύρωσή της παρέμεινε ανέπαφη κατά τους οθωμανικούς χρόνους, περίοδο κατά την οποία δέχτηκε επιμέρους επισκευές και συμπληρώσεις, ιδιαίτερα κατά την περίοδο που η Καστοριά είχε ενσωματωθεί στο πασαλίκι των Ιωαννίνων του Αλή Πασά (1804-1821).

Στις δύο όχθες της λίμνης, τη βόρεια και τη νότια αντίστοιχα, βρίσκονται οι γραφικές συνοικίες Απόζαρι και Ντολτσό, που αποτελούν τον πυρήνα στον οποίο κατά τους οθωμανικούς χρόνους αναπτύχθηκαν εκτός της οχύρωσης οι χριστιανικές συνοικίες της Καστοριάς και μέχρι σήμερα συνιστούν ένα ζωντανό οικιστικό σύνολο, που συγκεντρώνει διάφορες σύγχρονες δραστηριότητες της πόλης. Στις δύο συνοικίες στέκονται ανάμεσα σε πλακόστρωτα σοκάκια και στενούς δρόμους, σε μικρές πλατείες και κατάφυτες αυλές, πολυάριθμες βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες και ένας μεγάλος αριθμός αρχοντικών του 17ου-19ου αιώνα, αλλά και νεοκλασικών του πρώιμου 20ού αιώνα, που αποτυπώνουν την οικονομική άνθιση που γνώρισε η πόλη κυρίως χάρη στην επεξεργασία και το εμπόριο της γούνας.

 

Στις συνοικίες Απόζαρι και Ντολτσό είναι συγκεντρωμένα τα περισσότερα από τα αρχοντικά της πόλης, που, μαζί με εκείνα της Σιάτιστας, της Κοζάνης και της Βέροιας, είναι από τα πιο αξιόλογα δείγματα της μακεδονικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και επιβάλλονται με το μέγεθος και τον φρουριακό χαρακτήρα της κατασκευής τους. Όπως και στις άλλες μακεδονικές πόλεις, απαρτίζονται από ένα ισχυρό λιθόκτιστο ισόγειο με ελάχιστα ανοίγματα και έναν συνήθως ή δύο ξυλόπηκτους ορόφους κατασκευασμένους από ελαφρύτερα υλικά, στους οποίους προεξέχουν τα σαχνισιά (κλειστοί εξώστες) και οι ηλιακοί (ανοικτοί ξύλινοι εξώστες) που διαθέτουν πολλά παράθυρα και φεγγίτες. Στο ισόγειο υπήρχαν κατά κανόνα βοηθητικοί και αποθηκευτικοί χώροι, ενώ στους ορόφους βρίσκονταν οι κύριοι χώροι κατοικίας, με τον δοξάτο, τον ενιαίο πλούσια διακοσμημένο χώρο υποδοχής και διημέρευσης με τη μεγάλη σάλα για τις γιορτές, και τους οντάδες, τα δωμάτια διαμονής, που διακρίνονταν σε καλοκαιρινά και χειμωνιάτικα, διαθέτοντας τζάκια. Συχνά, τα αρχοντικά διέθεταν επίσης μεσοπάτωμα, όπου ένα δωμάτιο χρησιμοποιούνταν ως εργαστήριο γουναρικής. Στις πλακόστρωτες αυλές τους, που κατά κανόνα προστατεύονταν από ψηλό κτιστό περίβολο, αναπτύσσονταν προσκτίσματα με βοηθητική χρήση. Στα αρχοντικά που είχαν μέτωπο προς τη λίμνη, οι αυλές τους, που ονομάζονταν αβγατές, έφταναν μέχρι τις όχθες της, προκειμένου να προστατεύονται οι βάρκες.

Τα αρχοντικά της Καστοριάς, πέρα από τον αρχιτεκτονικό τους σχεδιασμό, εντυπωσιάζουν με την ποικιλία των όψεών τους και την επιμελημένη τους κατασκευή, που βρίσκεται σε αρμονία και σεβασμό προς το φυσικό περιβάλλον. Τα πλουσιότερα από αυτά, όπως τα αρχοντικά Τσιατσιαπά (1754) και Να(ν)τζή (μέσα 18ου αι.), ξεχωρίζουν για τον περίτεχνο διάκοσμό τους με πολύχρωμα τζάμια στους φεγγίτες (βιτρό), με γύψινα σκαλίσματα στις οροφές και στους τοίχους, με ξυλόγλυπτα στα ταβάνια, τις μουσάντρες (ντουλάπες), τις θύρες και τις άλλες ξύλινες κατασκευές, καθώς επίσης με τοιχογραφίες, εξαίρετα δείγματα της κοσμικής διακοσμητικής ζωγραφικής.

Πρόκειται για το μοναδικό σωζόμενο από τα επτά τεμένη που διέθετε η Καστοριά και βρίσκεται σήμερα στην πλατεία Μεγάλου Αλεξάνδρου, στη συνοικία Οικονόμου, που περιλαμβανόταν άλλοτε εντός του κάστρου. Με βάση τα αρχιτεκτονικά και μορφολογικά του χαρακτηριστικά χρονολογείται στον 15ο αιώνα και από την έρευνα ταυτίζεται με το τζαμί του σουλτάνου Μεχμέτ, στο οποίο αναφέρεται ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει αν πρόκειται για τον Μεχμέτ Α΄ (1413-1421) ή τον Μεχμέτ Β΄ (1451-1481). Πρόκειται για μονόχωρο τρουλαίο κτίσμα, εξωτερικών διαστάσεων 10,00 x10,00 μ., που καλυπτόταν άλλοτε με φύλλα μολύβδου (kurşum), απ’ όπου προκύπτει και η ονομασία του. Στη βορειοδυτική του γωνία διατηρείται σε καλή κατάσταση ο μιναρές, συνολικού ύψους 17,95 μ. Η ανασκαφική έρευνα στο πλαίσιο των εργασιών αποκατάστασης και συντήρησης του μνημείου έφερε στο φως πλούσια ευρήματα, αποκαλυπτικά της συνεχούς κατοίκησης της συνοικίας Οικονόμου, μίας από τις παλαιότερες της Καστοριάς.

Κοντά στην πλατεία Δαβάκη, στο δυτικό τμήμα της πόλης, όπου ήταν εγκατεστημένος ο μουσουλμανικός της πληθυσμός, διατηρείται το οθωμανικό ιεροδιδασκαλείο που ιδρύθηκε στα μέσα του 18ου αιώνα από τον Αχμέτ Πασά, τον επονομαζόμενο Κεσριγιελί (Kesriyeli) -λόγω της καταγωγής του από την Καστοριά-, ο οποίος ανέλαβε ποικίλα αξιώματα και χρηματοδότησε διάφορα κτήρια κοινωφελούς χαρακτήρα. Ο Μεντρεσές γνώρισε ακμή στις αρχές του 19ου αιώνα, σταδιακά ωστόσο εγκαταλείφθηκε, και από τις αρχές του 20ού αιώνα, το κτήριο γνώρισε διαφορετικές χρήσεις. Έχει κάτοψη σχήματος Π και απαρτίζεται από μία εσωτερική, ανοιχτή, κιονοστήρικτη αυλή, πίσω από τις τρεις πλευρές της οποίας διατάσσονται 14 δωμάτια που περιλαμβάνουν αίθουσες διδασκαλίας, βιβλιοθήκη, κελιά των σπουδαστών, αίθουσα προσευχής και λουτρό.

Χωροθετείται επί της οδού Γράμμου, κοντά στη νότια είσοδο της πόλης. Ανοικοδομήθηκε από τους Οθωμανούς τα πρώτα χρόνια μετά τη βουλγάρικη εξέγερση του Ίλιντεν (1903) και είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη νεότερη ιστορία της πόλης. Το επιβλητικό κτήριο, ένα διώροφο, ορθογώνιο και επίμηκες οικοδόμημα, συνολικής επιφάνειας περίπου 1.200 τ.μ., αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα δημόσια κτήρια της πόλης.

Βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες

Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά στην τοπογραφία της Καστοριάς αποτελούν οι 70 περίπου εκκλησίες της, που χρονολογούνται από τα τέλη του 9ου έως και τον 19ο αιώνα. Οι περισσότερες είναι κατανεμημένες στις συνοικίες Απόζαρι και Ντολτσό και λίγες μόνο βρίσκονται στην έκταση που περιέκλειε άλλοτε η οχύρωση της πόλης. Σε πολλές περιπτώσεις διασώζουν πολλαπλά στρώματα τοιχογραφιών, που μαρτυρούν την αδιάκοπη χρήση τους και τις διαρκείς ανακαινίσεις και επισκευές τους στο πέρασμα των αιώνων. Συνήθως αποτελούσαν οικογενειακές ιδιοκτησίες, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ανήκαν σε μοναστηριακά ιδρύματα. Ορισμένες από αυτές είχαν επίσης κοιμητηριακή χρήση.

Οι περισσότερες από τις εκκλησίες της πόλης είναι μικρών διαστάσεων και ανήκουν στον τύπο του μονόχωρου κτίσματος ή της τρίκλιτης βασιλικής, με εξαίρεση τον ναό της Παναγίας Κουμπελίδικης που ανήκει στον τύπο του τρίκογχου ναού με τρούλο. Τρεις από τις παλαιότερες εκκλησίες της πόλης (Άγιος Στέφανος, Ταξιάρχης Μητροπόλεως και Άγιοι Ανάργυροι) συνιστούν μία ιδιαίτερη κατηγορία μνημείων, καθώς ανήκουν στον ίδιο αρχιτεκτονικό τύπο της μικρής τρίκλιτης βασιλικής με νάρθηκα με ιδιαίτερα τονισμένο το κεντρικό κλίτος, που είναι υπερυψωμένο και καλύπτεται με ημικυλινδρική καμάρα. Οι βυζαντινοί ναοί της Καστοριάς ξεχωρίζουν για τις πλούσια διαμορφωμένες τους όψεις με άφθονη χρήση πλίνθων, πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο (κοσμήματα από πλίνθους) και τυφλές διακοσμητικές αψίδες. Σε συνδυασμό με τη χαρακτηριστική διχρωμία λευκού-κόκκινου που αποκτούν οι όψεις τους με την εναλλαγή των λίθων και των πλίνθων, δημιουργείται ένα ιδιότυπο πλινθοπερίκλειστο σύστημα δόμησης που επιχωριάζει στη Δυτική Μακεδονία. Χαρακτηριστικό, επίσης, γνώρισμα των ναών της Καστοριάς αποτελεί η τοιχογράφηση των εξωτερικών τους όψεων. Οι ναοί της μεταβυζαντινής περιόδου, σε αντίθεση με τους βυζαντινούς, έχουν λιτή εξωτερική διακόσμηση.

Παρακάτω εξετάζονται με χρονολογική σειρά ορισμένοι από τους σημαντικότερους ναούς της πόλης.

 

Ναός Αγίου Στεφάνου

Δεσπόζει σε ύψωμα ανάμεσα στις δύο παραδοσιακές συνοικίες Απόζαρι και Ντολτσό, στο βορειοανατολικό τμήμα της πόλης. Διασώζει ενδιαφέροντα αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως κτιστό σύνθρονο στην κόγχη του Ιερού Βήματος, που έχει οδηγήσει στην άποψη ότι ο ναός υπήρξε επισκοπικός, χαμηλό κτιστό τέμπλο και υπερώο επάνω από τον νάρθηκα, το μοναδικό στην Καστοριά. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η πρώτη φάση τοιχογράφησης του ναού, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων μία εκτεταμένη σύνθεση της Δευτέρας Παρουσίας, την παλαιότερη του ελλαδικού χώρου, η οποία θεωρείται σύγχρονη με την ανέγερση του ναού (τέλη 9ου-αρχές 10ου αι.). Στην καμάρα του κεντρικού κλίτους απλώνεται το δεύτερο στρώμα τοιχογραφιών (τέλη 12ου-αρχές 13ου αι.), ενώ τα κατώτερα τμήματα των τοίχων και τους τοίχους του υπερώου καλύπτουν μια σειρά από μεμονωμένες παραστάσεις, ορισμένες από αυτές αφιερωματικές (13ος-14ος αι.).

 

Βρίσκεται στη συνοικία Μητροπόλεως, στο νοτιοανατολικό τμήμα της πόλης, κοντά στο σημερινό μητροπολιτικό μέγαρο και στον τρισυπόστατο μητροπολιτικό ναό της πόλης (αφιερωμένο στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, στην Κοίμηση της Θεοτόκου και στον Άγιο Νικόλαο), που ανακατασκευάστηκε εκ βάθρων το 1850/1. Η ανέγερση του ναού των Ταξιαρχών θεωρείται περίπου σύγχρονη με αυτή του Αγίου Στεφάνου, εποχή στην οποία χρονολογείται επίσης το αποσπασματικά σωζόμενο πρώτο στρώμα τοιχογραφιών στο εσωτερικό του μνημείου. Στα μέσα του 13ου αιώνα τοιχογραφήθηκε η δυτική του όψη με δαπάνη του Βούλγαρου τσάρου Μιχαήλ Ασάν (1246-1256), γιου του Ιωάννη Β΄ Ασάν, ο οποίος το 1230 κατέλαβε σημαντικές πόλεις της Μακεδονίας. Ο Μιχαήλ εικονίζεται μαζί με τη σύζυγό του Άννα ή τη μητέρα του Ειρήνη, συνοδευόμενος από ελληνική δεητική επιγραφή. Το 1359/60, «στα χρόνια της βασιλείας του Συμεών Παλαιολόγου και του γιου του Ιωάννη», σύμφωνα με τη σωζόμενη κτητορική επιγραφή, η οποία αναφέρεται στον Σέρβο ηγεμόνα, αδελφό του Στέφανου Δουσάν, κατά τον τρόπο που μνημονεύονται σε επιγραφές οι βυζαντινοί αυτοκράτορες, ο ιερομόναχος Δανιήλ φρόντισε για την τοιχογράφηση του εσωτερικού του ναού με ένα από τα πιο ολοκληρωμένα και αξιόλογα ζωγραφικά σύνολα της Καστοριάς. Στο β΄ τέταρτο του 15ου αιώνα χρονολογούνται πέντε παραστάσεις κεκοιμημένων αφιερωτών στον νότιο εξωτερικό τοίχο του ναού, που αποτελούν πολύτιμη μαρτυρία για την κοινωνία της εποχής και ταυτόχρονα υποδεικνύουν, σε συνδυασμό με ορισμένα άλλα στοιχεία, όπως η αφιέρωση του ναού στον αρχάγγελο Μιχαήλ, ότι αυτός είχε κοιμητηριακή χρήση.

Στο βόρειο τμήμα της πόλης, σε ύψωμα πάνω από τη συνοικία Απόζαρι, υψώνεται ο ναός που οικοδομήθηκε μεταξύ του τέλους του 10ου και των αρχών του 11ου αιώνα, με βάση τη χρονολόγηση του αξιόλογου γλυπτού μαρμάρινού του διακόσμου και των τοιχογραφιών του πρώτου στρώματος, που διακρίνονται αποσπασματικά, καθώς επικαλύπτονται από εκείνες του δεύτερου στρώματος. Οι τελευταίες, από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα της τέχνης του τέλους του 12ου αιώνα, εκφράζουν τις καλλιτεχνικές τάσεις της Κωνσταντινούπολης και, σύμφωνα με τις σωζόμενες λόγιες επιγραφές του ναού, έχουν φιλοτεχνηθεί με δαπάνη του ζεύγους της τοπικής αριστοκρατίας Θεόδωρου Λημνιώτη και Άννας Ραδηνής, που εικονίζονται μαζί με τον γιο τους Ιωάννη στο βόρειο κλίτος. Για την εκτέλεσή τους, σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, έχουν εργαστεί δύο ζωγράφοι-εργαστήρια, στον πιο προικισμένο από τους οποίους αποδίδονται επίσης οι εξαιρετικής ποιότητας τοιχογραφίες του ναού του Αγίου Γεωργίου στο Κουρμπίνοβο της Βόρειας Μακεδονίας (1191).

Ανήκει στους ναούς που έχουν ανεγερθεί εντός του κάστρου, στο ψηλότερο σημείο της πόλης, στον χώρο της ακρόπολης και σε μικρή απόσταση από τα τείχη. Πρόκειται για ένα από τα πιο χαρακτηριστικά βυζαντινά μνημεία της Καστοριάς, που θεωρείται έμβλημα για την πόλη. Αποτελεί τον μοναδικό ναό της πόλης που διαθέτει τρούλο, το ψηλό τύμπανο του οποίου φέρει εξωτερικά πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο, που συγκρίνεται με ανάλογα παραδείγματα των Πρεσπών περί το 1000, στοιχείο που έχει οδηγήσει στη χρονολόγηση του ναού στις αρχές του 11ου αιώνα, αν και υπάρχουν διαφορετικές απόψεις, που τον τοποθετούν από τα μέσα του 9ου έως τα τέλη του 11ου αιώνα. Στο μνημείο διατηρούνται τοιχογραφίες που χρονολογούνται από τα μέσα του 13ου έως τον 18ο αιώνα, με ιδιαίτερα σημαντικές εκείνες του πρώτου στρώματος, που είναι αντιπροσωπευτικές της παλαιολόγειας τέχνης (περ. 1260-1280). Το 1495/6, σύμφωνα με επιγραφή, ο δωρητής Ανδρόνικος φρόντισε για την προσθήκη του εξωνάρθηκα και τη διακόσμησή του με εξωτερικές τοιχογραφίες.

 

Από την άλλοτε πλούσια και ονομαστή μονή, που βρίσκεται στην όχθη της λίμνης, σε απόσταση περίπου 4 χλμ. νοτιοανατολικά της Καστοριάς, σώζονται σήμερα μερικά κτίσματα διαφορετικών εποχών, το καθολικό, το παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, το ηγουμενείο, μερικά κελιά, ένα καμπαναριό και ένας ξενώνας. Η χρονολογία ίδρυσής της δεν είναι σαφής και τοποθετείται μεταξύ του 11ου και των μέσων του 12ου αιώνα. Έχει υποστηριχθεί επίσης ότι η μονή ιδρύθηκε από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό (1081-1183), ο οποίος το 1083 εκδίωξε τους Νορμανδούς που είχαν καταλάβει την Καστοριά. Θεωρείται μάλιστα ότι κατά την πολιορκία της πόλης, στη θέση της μονής αποβιβάστηκαν με βάρκες οι στρατιωτικές του δυνάμεις, με επικεφαλής τον στρατηγό Γεώργιο Παλαιολόγο, προκειμένου να επιτεθούν στον εχθρό και από την πλευρά της λίμνης.

Το καθολικό της μονής, που τιμάται στη μνήμη της Κοίμησης της Θεοτόκου, αλλοιωμένο σήμερα από επεμβάσεις, ανήκει στον τύπο του μονόχωρου ξυλόστεγου ναού με μεταγενέστερη ευρύχωρη λιτή στη δυτική του πλευρά. Στο εσωτερικό του διατηρείται αποσπασματικά αξιόλογος τοιχογραφικός διάκοσμος, το μεγαλύτερο τμήμα του οποίου, αν και παρουσιάζει ποιοτική ανομοιογένεια, θεωρείται ότι ανήκει στην ίδια χρονολογική φάση, των αρχών του 13ου αιώνα. Μεταξύ του 1259-1264 χρονολογείται ένα μικρό μέρος του διακόσμου, καθώς επίσης και οι τοιχογραφίες που αναπτύσσονται στον νότιο τοίχο της εξωτερικής του πλευράς και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τη συμβολική παράσταση της Ρίζας του Ιεσσαί και τις μορφές δύο αυτοκρατόρων, του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1259-1282), που ανακατέλαβε την ευρύτερη περιοχή το 1259, και πιθανότατα του Αλέξιου Α΄ Κομνηνού. Οι εξωτερικές τοιχογραφίες του καθολικού αποτελούν το μοναδικό παράδειγμα εικονογραφικού προγράμματος στον ελλαδικό χώρο -ανάλογα παραδείγματα σώζονται σε βυζαντινά μνημεία της σφαίρας επιρροής της Σερβίας- που μέσα από συμβολισμούς εξυπηρετεί τους πολιτικούς στόχους ενός ηγεμόνα, συγκεκριμένα του Μιχαήλ Η΄, υπογραμμίζοντας τη σχέση του με τους προκάτοχούς του Κομνηνούς και νομιμοποιώντας τη διαδοχή του στον θρόνο της πρόσφατα ανακτημένης Κωνσταντινούπολης (1261).

Στη νότια πλευρά του καθολικού προσκολλήθηκε και τοιχογραφήθηκε το 1552 το μονόχωρο παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, τον πλούσιο διάκοσμο του οποίου υπογράφει ο ζωγράφος Ευστάθιος Ιακώβου, πρωτονοτάριος Άρτας, που λίγα χρόνια νωρίτερα (1536/7) είχε εργαστεί στον ναό της Παναγίας Μολυβδοσκέπαστης στην Ήπειρο.

Ο μικρός μονόχωρος ναός, με νάρθηκα στα δυτικά, βρίσκεται στην πλατεία Ομονοίας, στο νοτιοανατολικό τμήμα της πόλης. Ο ναός, σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, ανεγέρθηκε περίπου το 1170 με δαπάνη του μάγιστρου στο αξίωμα Νικηφόρου Κασνίτζη, ο οποίος, σύμφωνα με τη σωζόμενη λόγια κτητορική επιγραφή, φρόντισε για την τοιχογράφηση του ναού με εξαιρετικής ποιότητας τοιχογραφίες. Ο κτήτορας εικονίζεται στον νάρθηκα μαζί με τη σύζυγό του Άννα. Οι αξιόλογες τοιχογραφίες του ναού, ;ίδιας εποχής με την ανέγερσή του, συνδέονται περισσότερο με την υψηλής ποιότητας γραπτή διακόσμηση του ναού του Αγίου Παντελεήμονα στο Νερέζι της Βόρειας Μακεδονίας (1164) και απηχούν την τέχνη της Κωνσταντινούπολης. Στον νάρθηκα αναπτύσσονται σκηνές από τον βίο του επώνυμου αγίου του ναού, προστάτη των ναυτιλλομένων, η λατρεία του οποίου γνώρισε μεγάλη διάδοση στην Καστοριά λόγω του ρόλου της λίμνης στη ζωή των κατοίκων της πόλης.

 

Ο μικρός μονόχωρος ξυλόστεγος ναός, με μεταγενέστερο νάρθηκα στα δυτικά, είναι κτισμένος στο νοτιοανατολικό άκρο της πόλης, σε μια μικρή χερσόνησο, τη λεγομένη «του Σταυρού», σε μικρή απόσταση από τον ναό του Ταξιάρχη Μητροπόλεως. Σύμφωνα με τη σωζόμενη κτητορική επιγραφή, ανεγέρθηκε και τοιχογραφήθηκε το 1383/4 με έξοδα του ιερομόναχου Διονυσίου και των αδελφών Θεόδωρου και Στώια Μουζάκη, τους γόνους της αλβανικής οικογένειας στην οποία περιήλθε η Καστοριά για ένα μικρό χρονικό διάστημα στα τέλη του 14ου αιώνα, πριν από την οθωμανική κατάκτηση. Ο εσχατολογικός χαρακτήρας του εικονογραφικού προγράμματος του ναού υποδεικνύει ότι αυτός ανεγέρθηκε ως οικογενειακό ιδιωτικό παρεκκλήσι, που είχε παράλληλα προορισμό να φιλοξενήσει και τις ταφές των αδελφών Μουζάκη. Οι υψηλής ποιότητας τοιχογραφίες του ναού αποτελούν ώριμο έργο ενός ικανού ζωγράφου με θεολογική παιδεία, ο οποίος άσκησε μεγάλη επίδραση στη μνημειακή τέχνη τόσο της ίδιας της Καστοριάς, όσο και των περιοχών που βρίσκονταν στη σφαίρα επιρροής των εργαστηρίων της (Πρέσπες, νότια Αλβανία και Βόρεια Ήπειρο). Ο ίδιος εργάστηκε επίσης στους ναούς της Θεοτόκου στη νησίδα Mali Grad της Μεγάλης Πρέσπας (1368/9) και του Χριστού Ζωοδότη στο Borje της Κορυτσάς (1390).

 

Μουσεία

Βυζαντινό Μουσείο (πλατεία Δεξαμενής)

Τη συλλογή του μουσείου απαρτίζουν έργα θρησκευτικής ζωγραφικής (φορητές εικόνες, βημόθυρα τέμπλου και τμήματα αποτοιχισμένων τοιχογραφιών), που σε συνδυασμό με αντικείμενα μικροτεχνίας αναδεικνύουν την ιδιαίτερη καλλιτεχνική άνθηση της πόλης κατά τους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους.

Οι ιδιοκτήτες του αρχοντικού, που ανεγέρθηκε περίπου στα μέσα του 18ου αιώνα, οι αδελφοί Ιωάννης και Παναγιώτης Εμμανουήλ, επιφανείς προσωπικότητες της πόλης, συμμετείχαν στην οργάνωση της Επανάστασης του 1821 και συνεργάστηκαν με τον Ρήγα Φεραίο, μαζί με τον οποίο εκτελέστηκαν από τους Οθωμανούς στο Βελιγράδι το 1798. Στο μουσείο εκτίθεται μια πλούσια συλλογή από παραδοσιακές στολές της Καστοριάς και της ευρύτερης περιοχής.

 

Το αρχοντικό της οικογένειας Αϊβάζη χρονολογείται στα τέλη του 18ου ή στις αρχές του 19ου αιώνα και ξεχωρίζει για τον πλούσιο εσωτερικό ζωγραφικό του διάκοσμο. Τα πλούσια εκθέματα του μουσείου παρουσιάζουν διάφορες πτυχές της καθημερινής ζωής μιας αρχοντικής οικογένειας της Καστοριάς. Στο καλοκαιρινό καθημερινό δωμάτιο (οντά) του μεσοπατώματος αναπαριστάνεται ένα εργαστήριο γουναρικής.

 

Στεγάζεται σε ένα παραδοσιακό αρχοντικό του 19ου αιώνα της ίδιας συνοικίας, που δώρισε ο Αναστάσιος Δεληνάνος και η σύζυγός του Ζωή Δόικου στον Προοδευτικό Σύλλογο Κυριών Καστοριάς. Περιλαμβάνει μια πλούσια συλλογή γυναικείων ενδυμάτων, ενώ παράλληλα μέσα από την παρουσίαση ενός μεγάλου αριθμού εκθεμάτων (ειδών οικοσκευής, κεντημάτων, υφαντών, φωτογραφιών κ.ά.) αναδεικνύει τον παραδοσιακό τρόπο ζωής των κατοίκων της Καστοριάς.

Το μουσείο είναι αφιερωμένο στην ιστορία του μακεδονικού ελληνισμού στην περιοχή της Καστοριάς και φιλοξενείται στο παραδοσιακό αρχοντικό του 18ου αιώνα όπου έζησε ο εκπαιδευτικός Αναστάσιος Πηχιών (1836-1913), ο οποίος έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην εξέγερση του 1878 που ξέσπασε στη Δυτική Μακεδονία μετά την υπογραφή της Συνθήκης τους Αγίου Στεφάνου και στη δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας.

Το μουσείο, σε απόσταση 10 περίπου χλμ. νότια της Καστοριάς, φιλοξενεί σημαντικά ευρήματα, προερχόμενα από ολόκληρη την εδαφική επικράτεια της σημερινής Π.Ε. Καστοριάς, η οποία στην αρχαιότητα αποτελούσε τμήμα της Ορεστίδας, ενός εκ των βασιλείων της Άνω Μακεδονίας. Η ονομασία του Άργους Ορεστικού (πρώην Χρούπιστα) οφείλεται στην ομώνυμη αρχαία πόλη, όπου βρισκόταν η έδρα του Κοινού των Ορεστών, μίας συνομοσπονδίας πολιτικού χαρακτήρα, στην οποία ήταν οργανωμένοι οι κάτοικοι της Ορεστίδας. Η αρχαία πόλη, σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, τοποθετείται στη θέση Παραβέλα, σε μικρή απόσταση βορειοδυτικά του Άργους Ορεστικού, όπου η ανασκαφική έρευνα έχει φέρει στο φως τα κατάλοιπα ενός σημαντικού υστερορωμαϊκού κτηρίου, δημόσιου χαρακτήρα, και μίας παλαιοχριστιανικής τρίκλιτης βασιλικής.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Καστοριάς