Καβάλα

Νεάπολη - Χριστούπολη - Καβάλα, ένα σημαντικό λιμάνι στο Θρακικό πέλαγος

Νεάπολη, Χριστούπολη και Καβάλα είναι τα τρία ονόματα της πόλης, που αντιστοιχούν στις τρεις μεγάλες περιόδους της μακραίωνης ιστορίας της: την αρχαία, τη βυζαντινή και τη νεότερη, αντίστοιχα. Γνωρίζοντας συνεχή κατοίκηση ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους, υπήρξε διαχρονικά ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια του Βορείου Αιγαίου. Σήμερα είναι η πρωτεύουσα της ομώνυμης Π.Ε. και της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, συνεχίζοντας να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο ως οικονομικό και εμπορικό κέντρο της Βόρειας Ελλάδας.

Η ιδιαίτερη στρατηγική θέση της πόλης, στο πέρασμα ανάμεσα στη Μακεδονία και τη Θράκη, με εύκολη πρόσβαση στο «χρυσοφόρο» Παγγαίο όρος και την πεδιάδα των Φιλίππων, οδήγησε τον Γάλλο αρχαιολόγο Léon Heuzey να τη χαρακτηρίσει ως «Θερμοπύλες της Μακεδονίας». Η Νεάπολη, σύμφωνα με όλα τα οδοιπορικά, υπήρξε σταθμός (mansio) της Εγνατίας οδού, ανάμεσα στον σταθμό αλλαγής αλόγων (mutatio) Fons Co (βλ. Φίλιπποι) και τον σταθμό (mansio) Ακόντισμα.

Σωζόμενο τμήμα της αρχαίας Εγνατίας οδού, κοντά στον οικισμό του Αγίου Σίλα, ΔΒΜΑ, φωτ. Κ. -M. Ξενικάκης / Preserved section of the ancient Via Egnatia near the modern settlement of Agios Silas, DBMA, photo: K.-M. Xenikakis
Σωζόμενο τμήμα της αρχαίας Εγνατίας οδού, κοντά στον οικισμό του Αγίου Σίλα, ΔΒΜΑ, φωτ. Κ. -M. Ξενικάκης / Preserved section of the ancient Via Egnatia near the modern settlement of Agios Silas, DBMA, photo: K.-M. Xenikakis

Η αρχαία Εγνατία οδός σώζεται σήμερα σε μεγάλα τμήματα, λίγα χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Καβάλας, ανάμεσα στα χωριά Σταυρός και Άγιος Σύλλας. Η Εγνατία, στο τμήμα αυτό της διαδρομής της, αφού περνούσε τα τενάγη των Φιλίππων, διέσχιζε το σημερινό χωριό Σταυρός, ανέβαινε το διάσελο του όρους Σύμβολο και στη συνέχεια περνούσε μέσα από το σημερινό χωριό Άγιος Σύλλας, για να κατέβει έπειτα προς τη Νεάπολη, και αντίστροφα. Ο δρόμος ήταν αρκετά ελικοειδής, καθώς ακολουθούσε τη μορφολογία του εδάφους, ανεβοκατεβαίνοντας τον λόφο και τις παρυφές του Συμβόλου. Το πέρασμα μέσα από το όρος Σύμβολο συνέδεε ανέκαθεν την πόλη της Καβάλας με τη Δράμα, τη Θεσσαλονίκη και τα υπόλοιπα Βαλκάνια, όπως και στη σύγχρονη εποχή, με αποτέλεσμα το σύγχρονο οδικό δίκτυο να έχει καταστρέψει σε ορισμένα σημεία την αρχαία οδό. Στο καλύτερα διατηρημένο τμήμα της, μήκους 1.100 μ., κοντά στη μονή του Αποστόλου Σίλα, η οποία ιδρύθηκε το 1946 στο σημείο που κατά παράδοση κάθισε να ξεκουραστεί ο απόστολος Παύλος μαζί με τον «πιστό αδελφό» του, απόστολο Σίλα, ο επισκέπτης μπορεί να περιηγηθεί, έχοντας μπροστά του την όμορφη θέα της πόλης και του κάστρου της Καβάλας. Ένα ακόμη τμήμα της Εγνατίας σώζεται εντός του χωριού Σταυρός, προς την πλευρά της εύφορης πεδιάδας των Φιλίππων. Το λιθόστρωτο της Εγνατίας έχει πλάτος που κυμαίνεται από 3,50 έως 3,80 μ. και είναι κατασκευασμένο από πλακοειδείς και αργούς λίθους, που ορίζονται κατά μήκος των δύο πλευρών του οδοστρώματος από μεγαλύτερους λίθους και ενίοτε από τοιχία αντιστήριξης.

Από την περιοχή της Καβάλας προέρχονται τρεις μιλιοδείκτες. Ο πρώτος, που χρονολογείται μεταξύ του 198 και του 201 μ.Χ., βρέθηκε κοντά στο λιμάνι της πόλης και αναφέρεται στον αυτοκράτορα Σεπτίμιο Σεβήρο (193-211 μ.Χ.). Ο δεύτερος βρέθηκε κοντά στον οικισμό Λεύκη και είναι πιθανό να συνδέεται με τον σταθμό του Ακοντίσματος (βλ. Ακόντισμα), ενώ ο τρίτος βρέθηκε κατά χώραν στην κοινότητα του Αμυγδαλεώνα και συνδέεται με τον σταθμό των Φιλίππων (βλ. Φίλιπποι).

Ιστορική διαδρομή

Τα πρώτα ίχνη κατοίκησης στην πόλη της Καβάλας ανάγονται στη Νεότερη Νεολιθική εποχή (4500-3200 π.Χ.). Ενδείξεις εγκατάστασης εμφανίζονται, επίσης, κατά την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (1050-700 π.Χ.), όταν η περιοχή, σύμφωνα με τις φιλολογικές μαρτυρίες, κατοικούνταν από τοπικά θρακικά φύλα, όπως τους Ηδωνούς, τους Σάτρες και τους Σαπαίους. Η Νεάπολη, κατά την επικρατέστερη άποψη, ιδρύθηκε στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. από Πάριους που είχαν αποικήσει τη Θάσο και στη συνέχεια στράφηκαν προς τα απέναντι θρακικά παράλια, από τον ποταμό Στρυμόνα στα δυτικά έως τον ποταμό Νέστο στα ανατολικά (Περαία Θασίων ή Θασίων ήπειρος), ερχόμενοι σε σκληρές μάχες με τα τοπικά θρακικά φύλα. Η πρώτη εγκατάσταση των Θασίων στη Νεάπολη τοποθετείται στη μικρή τριγωνική χερσόνησο της Παναγίας, η οποία μέχρι τον 19ο αιώνα έμοιαζε σχεδόν με νησί, καθώς η θάλασσα εισχωρούσε ακόμη βαθύτερα στον μικρό πορθμό που τη συνδέει με τη στεριά. Η Νεάπολη γρήγορα εξελίχθηκε σε ένα αξιόλογο λιμάνι με ανθηρή οικονομία. Στα τέλη του 6ου και στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., η Νεάπολη περιήλθε στην κυριαρχία των Περσών. Ο πλούτος που συσσωρεύτηκε στην πόλη γρήγορα οδήγησε στην αυτονομία της από τη μητρόπολή της, τη Θάσο, επιτρέποντάς της να κόψει δικό της αργυρό νόμισμα, που φέρει στην εμπρόσθια όψη το αποτροπαϊκό κεφάλι της Μέδουσας Γοργούς. Μετά τους Περσικούς πολέμους, κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων των Αθηναίων με τους Θασίους για τον έλεγχο των θασιακών αποικιών στην Περαία, η Νεάπολη βρισκόταν πάντοτε στο πλευρό των Αθηναίων ως μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Η κατάκτηση της Θάσου από τους Αθηναίους (464 π.Χ.) σηματοδοτεί μια νέα περίοδο ακμής για τη Νεάπολη, χάρη στις προσόδους των μεταλλείων του Παγγαίου όρους και την κίνηση του λιμανιού της. Αργότερα, όταν κατά την τελευταία περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου οι σφοδρές συγκρούσεις μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης μεταφέρθηκαν στον χώρο του Βορειοανατολικού Αιγαίου (τέλη 5ου αι. π.Χ.), η Νεάπολη εξακολούθησε να αποτελεί πιστή σύμμαχο των Αθηναίων. Γύρω στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., παρά την έμπρακτη υποστήριξή των τελευταίων, η Νεάπολη κατακτήθηκε από τον βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο Β΄ (359-336 π.Χ.).

Η συνεχής κατοίκηση της χερσονήσου της Παναγίας από τους αρχαίους χρόνους μέχρι σήμερα δεν επιτρέπει να σχηματιστεί μια εικόνα για τη μορφή της πόλης κατά τους πρώτους αιώνες της ζωής της. Τα πλούσια, ωστόσο, κινητά ευρήματα, κυρίως τα εισαγόμενα αγγεία, πιστοποιούν τις εμπορικές και πολιτιστικές σχέσεις που είχε αναπτύξει η πόλη με όλα τα μεγάλα κέντρα της αρχαιότητας, όπως την Αθήνα, τη Λακωνία και την Κόρινθο. Από τα κτήρια της αρχαίας Νεάπολης, έχουν έρθει στο φως τα κατάλοιπα του ιερού της Παρθένου, πολιούχου θεάς της πόλης, πιθανότατα εξελληνισμένης μορφής της θρακικής Αρτέμιδος Ταυροπόλου. Στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., η πόλη απέκτησε οχυρωματικό περίβολο από ογκόλιθους ντόπιου γρανίτη, που ακολουθούσε την περίμετρο της χερσονήσου της Παναγίας και αποτέλεσε τη βάση για τα τείχη της βυζαντινής και της οθωμανικής περιόδου.

Κατά τους ρωμαϊκούς και παλαιοχριστιανικούς χρόνους, η ιστορία της Νεάπολης είναι άμεσα συνυφασμένη με τους Φιλίππους, το σημαντικότερο αστικό κέντρο της περιοχής αυτήν την περίοδο, των οποίων η Νεάπολη αποτελούσε το επίνειο. Το 42 π.Χ., το λιμάνι της χρησιμοποιήθηκε από τις συνασπισμένες δυνάμεις του Κάσσιου και του Βρούτου ως βάση του στόλου τους πριν από την περίφημη μάχη των Φιλίππων (βλ. Φίλιπποι), ενώ το 49 μ.Χ. αποβιβάστηκε εδώ ο απόστολος Παύλος πριν πάει για να διδάξει στην ίδια την πόλη. Με την ίδρυση της ρωμαϊκής αποικίας των Φιλίππων (42 και 31 π.Χ.), στη Νεάπολη εγκαταστάθηκαν Ρωμαίοι αξιωματούχοι, όπως επιβεβαιώνουν αρχιτεκτονικά μέλη κτηρίων και επιτύμβια μνημεία που έχουν βρεθεί σε ανασκαφές.

Η άφιξη του αποστόλου Παύλου και η ίδρυση της πρώτης χριστιανικής εκκλησίας των Φιλίππων υποδηλώνουν τη διείσδυση της νέας θρησκείας από πολύ νωρίς και στη γειτονική Νεάπολη. Από τα παλαιοχριστιανικά, ωστόσο, μνημεία της πόλης, έχουν έρθει στο φως τα κατάλοιπα μόνο μίας τρίκλιτης βασιλικής, κατά τις εργασίες αποκατάστασης του τζαμιού του Χαλίλ Μπέη. Αρχιτεκτονικά μέλη, που προέρχονται από εκκλησιαστικά κτήρια αυτής της περιόδου, έχουν επίσης εντοπιστεί ενσωματωμένα σε τοίχους μεταγενέστερων κτηρίων της πόλης ή κατά τη διάρκεια ανασκαφών. Ιδιαίτερης σημασίας είναι ο παλαιοχριστιανικός άμβωνας που βρέθηκε εντοιχισμένος στη μεταβυζαντινή εκκλησία της Παναγίας και εκτίθεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης.

Ελάχιστα οικοδομικά κατάλοιπα κοσμικών κτηρίων της παλαιοχριστιανικής περιόδου έχουν αποκαλυφθεί κατά τη διάρκεια ανασκαφών. Στην περίοδο αυτή τοποθετείται κατά την επικρατέστερη άποψη η αρχική κατασκευή του υδραγωγείου, του σημαντικότερου μνημείου της πόλης. Στα τείχη της πόλης αναγνωρίζονται, επίσης, επισκευαστικές φάσεις που αποδίδονται στους αυτοκράτορες Ιουλιανό (360-363 μ.Χ.) και Ιουστινιανό Α΄ (527-565 μ.Χ.).

Στους βυζαντινούς χρόνους, πιθανότατα πριν από τα τέλη του 8ου αιώνα, η πόλη μετονομάστηκε σε Χριστούπολη, ενώ την ίδια περίοδο ανάγεται η ίδρυση της επισκοπής της πόλης, υπαγόμενης στη μητρόπολη των Φιλίππων. Καθ’ όλη τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου, οπότε η σημασία των Φιλίππων εξασθένησε, η Χριστούπολη αναδείχθηκε στη σημαντικότερη οχυρωμένη πόλη της περιοχής, με καθοριστικό ρόλο στις χερσαίες και θαλάσσιες επικοινωνίες, υπαγόμενη στρατιωτικά και διοικητικά στο Θέμα Στρυμόνος (μετέπειτα Θέμα Βολερού, Στρυμόνος και Θεσσαλονίκης). Από εδώ περνούσε όποιος ταξίδευε διά ξηράς από τη Θεσσαλονίκη προς την Κωνσταντινούπολη και αντίστροφα, ή έφθανε διά θαλάσσης για να συνεχίσει το ταξίδι προς το εσωτερικό της Μακεδονίας. Από την πόλη πέρασαν μεγάλες στρατιές, όπως του Αλέξιου Α΄ Κομνηνού (1081-1118) κατά τις εκστρατείες του εναντίον των Νορμανδών (1081-1085) ή του Λατίνου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Ερρίκου της Φλάνδρας (1206-1216), που πέρασε από εδώ το 1207 εκστρατεύοντας προς τη Θεσσαλονίκη.

Η Χριστούπολη, πόλη έκτασης περίπου 170 στρεμμάτων, διέθετε ισχυρά τείχη και αποτελούσε την έδρα κοσμικών και εκκλησιαστικών αξιωματούχων. Κατά τη διάρκεια των βυζαντινοβουλγαρικών συγκρούσεων του 9ου και του 10ου αιώνα, υπήρξε σημαντική στρατιωτική βάση και λιμάνι. Κάποιες επισκευές στα τείχη αυτή την περίοδο (820-830) φαίνεται ότι συνδέονται με την παρουσία στην πόλη του ανώτατου κρατικού αξιωματούχου Αλέξιου Μουσελέ. Το 926, βάσει επιγραφής, τα τείχη της πόλης ανοικοδομήθηκαν από τον στρατηγό του θέματος Στρυμόνος, Βασίλειο Κλάδωνα. Ο Άραβας γεωγράφος των μέσων του 12ου αιώνα Muhamad al-Idrisi σημειώνει την πόλη για το εμπόριό της και την οχυρότητα της θέσης της.

Ο βυζαντινός πύργος των τειχών, γνωστός ως «Υπέρκαλος», λόγω της εντοιχισμένης επιγραφής του, ΕΦΑ Καβάλας / The Byzantine tower of the city walls, known as “Yperkalos”, due to the inscribed plaque embedded in its masonry, Ephorate of Antiquities of Kavala
Ο βυζαντινός πύργος των τειχών, γνωστός ως «Υπέρκαλος», λόγω της εντοιχισμένης επιγραφής του, ΕΦΑ Καβάλας / The Byzantine tower of the city walls, known as “Yperkalos”, due to the inscribed plaque embedded in its masonry, Ephorate of Antiquities of Kavala

Γύρω στο 1185, η Χριστούπολη καταστράφηκε από τους Νορμανδούς, οι οποίοι αφού κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, επέδραμαν στη Θράκη φθάνοντας μέχρι τη Μαξιμιανούπολη/Μοσυνούπολη. Το 1204, ύστερα από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους και την κατάλυση του βυζαντινού κράτους, η Χριστούπολη περιήλθε σε Λομβαρδούς επικυρίαρχους. Το 1225, την πόλη κατέλαβε ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Δούκας Άγγελος (1215-1230), μετά από τη νικηφόρα εκστρατεία του εναντίον των Λατίνων στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Η κυριαρχία του Θεόδωρου, ωστόσο, δεν είχε μεγάλη διάρκεια. Μετά την ήττα του στη μάχη της Κλοκοτνίτσας στις 9 Μαρτίου 1230 από τον τσάρο Ιβάν Ασέν Β΄ (1218-1241), ο Θεόδωρος αιχμαλωτίστηκε και πολλές πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης καταλήφθηκαν από τους Βούλγαρους. Μεταξύ του 1242 και 1246, κατά τη διάρκεια των εκστρατειών του Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη εναντίον της Θεσσαλονίκης και των Κομνηδουκάδων, η Χριστούπολη περιήλθε στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Την περίοδο αυτή, η επισκοπή Χριστουπόλεως προβιβάστηκε σε αρχιεπισκοπή και στη συνέχεια σε μητρόπολη. Το 1305/6, Καταλανοί μισθοφόροι στην υπηρεσία του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου, δυσαρεστημένοι από τις συναλλαγές τους με τον αυτοκράτορα, προχώρησαν σε λεηλασία της Θράκης, φθάνοντας μέχρι τη Χαλκιδική. Ο Ανδρόνικος, προκειμένου να εμποδίσει τη διέλευση των Καταλανών, έδωσε εντολή να ανεγερθεί το διατείχισμα πάνω από τα υψώματα της Καβάλας.

Αργότερα, κατά τη διάρκεια των Βυζαντινών Εμφυλίων πολέμων (1321-1328 και 1341-1347), η Χριστούπολη βρέθηκε στο επίκεντρο των πολεμικών επιχειρήσεων που έλαβαν χώρα στην περιοχή της Μακεδονίας. Τα στρατεύματα που κατευθύνονταν από τη Θράκη προς τη Μακεδονία και αντίστροφα ακολουθούσαν την Εγνατία οδό και έτσι διέρχονταν υποχρεωτικά και από τη Χριστούπολη. Γενικότερα, οι γραπτές πηγές της περιόδου τονίζουν τη στρατηγική θέσης της πόλης και το αίσθημα της ασφάλειας που ενέπνεαν τα τείχη της. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Νικηφόρου Γρηγορά που χαρακτηρίζει το κάστρο ως «ἄβατον» και του Ιωάννη Καντακουζηνού που το μνημονεύει ως «καρτερὸν ἔκ τῆς φύσεως τῆς κατασκευῆς». Τον 14ο αιώνα, η Χριστούπολη, εκτός από στρατηγικό σημείο, αποτέλεσε και το όριο στις εδαφικές ανακατατάξεις. Σε χρονικά της εποχής εμφανίζονται συχνά οι προσδιορισμοί «ἄχρι Χριστουπόλεως», «μέχρι Χριστουπόλεως» και «περὶ τὴν Χριστούπολιν». Έτσι, για παράδειγμα, η ηγεμονία του Ματθαίου Καντακουζηνού, πρωτότοκου γιου του αυτοκράτορα Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνού (1347-1354), στην περιοχή της Θράκης εκτεινόταν προς τα δυτικά μέχρι τη Χριστούπολη ή οι περιοχές που κατέκτησε ο Σέρβος ηγεμόνας Στέφανος Δουσάν (1331-1355) έφθαναν μέχρι τον ποταμό Νέστο, χωρίς να περιλαμβάνουν τη Χριστούπολη.

Στα μέσα του 14ου αιώνα εμφανίστηκαν οι αδελφοί Αλέξιος και Ιωάννης, πειρατές από τη Βιθυνία, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι τις δυναστικές έριδες που ταλάνιζαν το Βυζάντιο, επιδόθηκαν σε ληστρικές επιδρομές στο Βόρειο Αιγαίο και κατέλαβαν διάφορα κάστρα, μεταξύ των οποίων και τη Χριστούπολη (πριν το 1357). Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος (1341-1391) αναγκάστηκε να τους παραδώσει τη διοίκηση της πόλης εκδίδοντας σχετικό χρυσόβουλο (πριν το 1365). Στα τέλη του 14ου αιώνα εμφανίζονται στο προσκήνιο οι Οθωμανοί, οι οποίοι επέκτειναν τις κτήσεις τους στη Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία και το 1383 κατέλαβαν τις Σέρρες. Για την ακριβή χρονολόγηση της οθωμανικής κατάκτησης της Χριστούπολης έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις. Κατά μία άποψη, η πόλη είχε περιέλθει σε κατάσταση υποτέλειας στους Οθωμανούς λίγο πριν το 1383 ή το 1387 και κατακτήθηκε οριστικά λίγο αργότερα, το 1391. Σημείωμα σε κώδικα του Αγίου Όρους μαρτυρεί ότι η πόλη καταστράφηκε από τους Οθωμανούς «ἐκ βάθρων» και ότι οι κάτοικοί της αναγκάστηκαν να καταφύγουν στις γύρω περιοχές και πόλεις.

Η συνεχής κατοίκηση της πόλης είχε ως αποτέλεσμα να μην διασωθούν πολλά από τα βυζαντινά της μνημεία, πέρα από ορισμένα τμήματα της οχύρωσης. Περιορισμένα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που έρχονται στο φως κατά τη διάρκεια ανασκαφών και πλούσια κινητά ευρήματα, όπως γλυπτά, κεραμική και νομίσματα, φωτίζουν την εικόνα της βυζαντινής Χριστούπολης.

Η πόλη, που με το σημερινό της όνομα, Καβάλα, εμφανίζεται στις γραπτές πηγές μετά τα μέσα του 15ου αιώνα, εξακολούθησε να βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των διεκδικητών της περιοχής, όπως φανερώνει κατάληψή της το 1425 από τους Βενετούς για περίπου έναν μήνα. Οι Βενετοί, με επικεφαλής τον Φραγκίσκο Μοροζίνι, επιχείρησαν να καταλάβουν ανεπιτυχώς την Καβάλα και το 1684. Η πόλη, καθ’ όλη τη διάρκεια της κυριαρχίας των Οθωμανών, αποτέλεσε στόχο επιδρομών, όχι μόνο από κουρσάρους, αλλά και από άλλες δυνάμεις, όπως οι Βενετοί, οι Γάλλοι και οι Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου. Το κυριότερο οικονομικό ενδιαφέρον της περιοχής εστίαζε στα μεταλλεία του Παγγαίου όρους, σε συνδυασμό με το ακμαίο λιμάνι της πόλης, που λειτουργούσε συμπληρωματικά για τη διακίνηση των μεταλλευτικών προϊόντων. Ο πληθυσμός της ενισχύθηκε με μαζικές και οργανωμένες μετακινήσεις μουσουλμανικών πληθυσμών από τα τέλη του 14ου αιώνα, ενώ στις αρχές του 16ου αιώνα, στην πόλη εγκαταστάθηκαν Εβραίοι από περιοχές της Ουγγαρίας.

Οι Οθωμανοί, την τρίτη δεκαετία του 16ου αιώνα, επί Σουλεϊμάν Α΄ του Μεγαλοπρεπούς (1520-1566), αναγνωρίζοντας την αξία της πόλης επένδυσαν στις υποδομές της εκτελώντας μεγάλα δημόσια έργα. Την περίοδο αυτή, ο πληθυσμός της αυξήθηκε σημαντικά και η εικόνα της μεταβλήθηκε σε μεγάλο βαθμό, καθώς ανακατασκευάστηκαν τα τείχη και οικοδομήθηκε νέος οχυρωματικός περίβολος, με τον οποίο τα όρια της πόλης επεκτάθηκαν εκτός της χερσονήσου της Παναγίας. Την ίδια περίοδο, ο μεγάλος βεζίρης Ιμπραήμ Πασάς από την Πάργα της Ηπείρου, ο επονομαζόμενος Ευνοούμενος ή Εκτελεσμένος (περ. 1493-1536), κουνιάδος του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, επισκεύασε το υδραγωγείο και ίδρυσε βακούφι στην Καβάλα, στο πλαίσιο του οποίου κατασκεύασε ένα μεγάλο τζαμί και κτήρια κοινωφελούς χαρακτήρα (καραβάν σαράι, χαμάμ, κρήνες κ.ά.). Οι Οθωμανοί αντιλαμβανόμενοι τη σημασία της πόλης ως οχυρωμένης θέσης, αλλά και ως λιμανιού, την επέλεξαν στα τέλη του 16ου αιώνα ως έδρα σαντζακίου, που περιλάμβανε μια μεγάλη έκταση από τον Στρυμόνα μέχρι τον Νέστο.

Σημαντικό σταθμό στην ιστορία της πόλης αποτέλεσε η επίσημη σύσταση το 1864 της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας Καβάλας. Το πρώτο ελληνικό σχολείο της πόλης είχε ιδρυθεί πριν το 1864 και βρισκόταν μέσα στο κάστρο, δίπλα στον ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου. Μετά τη σύσταση της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας, και κυρίως μετά το 1879, με την εκδήλωση της βουλγαρικής προπαγάνδας, ιδρύθηκε ένας σημαντικός αριθμός εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

Μετά το 1860, η ανάπτυξη της καλλιέργειας, της επεξεργασίας και του εμπορίου του καπνού οδήγησε την Καβάλα σε μεγάλη εμπορική και οικονομική ακμή. Η πόλη επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο, καθώς αναπτύχθηκαν νέες χριστιανικές και μουσουλμανικές συνοικίες και ανεγέρθηκαν μεγάλα κτήρια επεξεργασίας και αποθήκευσης καπνού. Η πόλη αποτέλεσε τόπο εγκατάστασης διπλωματικών αντιπροσώπων και Ευρωπαίων εμπόρων. Το πρώτο προξενείο, το γαλλικό, ιδρύθηκε το 1701. Σταδιακά αναδείχθηκε στο μεγαλύτερο εξαγωγικό λιμάνι της Μακεδονίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά το 1907, η αξία των εξαγωγών του λιμανιού της υπερείχε από αυτήν της Θεσσαλονίκης. Το διάστημα 1909-1912, η Καβάλα εξήγαγε στο εξωτερικό τετραπλάσιες σχεδόν ποσότητες καπνού από τη Θεσσαλονίκη, ενώ το 1913 στην πόλη δραστηριοποιούνταν 61 καπνεμπορικοί οίκοι, περισσότεροι από όλες τις άλλες πόλεις της Μακεδονίας. Την εμπορική κίνηση της πόλης εξυπηρετούσαν τα χάνια, τα οποία χρησίμευαν παράλληλα και για την αποθήκευση του καπνού που προοριζόταν για εξαγωγή.

Οι μεταφορές προϊόντων μέσω του λιμανιού της αυξήθηκαν ιδιαίτερα μετά την καθιέρωση των ατμόπλοιων. Από τη δεκαετία του 1840, οι τακτικές γραμμές των πλοίων πύκνωσαν με πολύ γρήγορους ρυθμούς και το λιμάνι της Καβάλας προσέγγισαν ξένες ατμοπλοϊκές εταιρείες. Στο χερσαίο οδικό δίκτυο της περιοχής πραγματοποιήθηκαν βελτιωτικά έργα μεταξύ 1864 και 1885, καθώς μέχρι τότε οι δρόμοι που συνέδεαν την πόλη της Καβάλας με την περιφέρεια δεν ήταν αμαξιτοί και η επικοινωνία από το εσωτερικό στο αποκομμένο από μία βουνοκορφή λιμάνι της Καβάλας γινόταν με μεταφορικά ζώα, άλογα, μουλάρια και περιστασιακά καμήλες, μέσα από φυσικά μονοπάτια. Ο αμαξιτός δρόμος που συνέδεε την Καβάλα με τη Δράμα, μήκους 35 χλμ., περιλάμβανε μία λίθινη γέφυρα και περίπου 20 ξύλινες, οι οποίες φθείρονταν και έπρεπε να κατασκευάζονται ξανά κάθε δύο χρόνια.

Τον Οκτώβριο του 1912, η Καβάλα καταλήφθηκε από τους Βούλγαρους. Έναν χρόνο αργότερα (25 Ιουνίου 1913), κατά τη διάρκεια του Β΄ Βαλκανικού πολέμου, η πόλη απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στόλο και με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1913) ενσωματώθηκε στο Ελληνικό κράτος. Το διάστημα 1916-1918, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Βούλγαροι κατέλαβαν για δεύτερη φορά την πόλη, όπως και την υπόλοιπη Ανατολική Μακεδονία, επιβάλλοντας μια ιδιαίτερα οδυνηρή κατοχή. Τη δεκαετία του 1910 και κυρίως την επόμενη δεκαετία του 1920, η Καβάλα δέχθηκε έναν μεγάλο αριθμό προσφύγων, ενώ με την ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 εγκατέλειψαν τις εστίες τους οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της πόλης. Η ανταλλαγή των πληθυσμών διαμόρφωσε τον πληθυσμιακό χαρακτήρα της σύγχρονης πόλης, καθώς, μαζί με τη Δράμα, η περιοχή της Καβάλας είχε ένα ποσοστό ανταλλάξιμων προσφύγων περίπου 70% του πληθυσμού της. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και η πόλη της Καβάλας γνώρισαν και πάλι την κατοχή των Βουλγάρων, μέχρι τις 13 Σεπτεμβρίου 1944, όταν η πόλη επανήλθε στην ελληνική κυριαρχία.

Μνημεία -Αρχαιότητες

Κάστρο

Το κάστρο, χαρακτηριστικό τοπόσημο της πόλης σήμερα, δεσπόζει στη χερσόνησο της Παναγίας, η οποία είχε τειχιστεί ήδη από τους αρχαίους χρόνους (5ος αι. π.Χ.). Η αρχαία οχύρωση, τμήματα της οποίας είναι μέχρι σήμερα ορατά στη βάση του μεταγενέστερου οχυρωματικού περιβόλου, επεκτάθηκε και γνώρισε μικρότερης ή μεγαλύτερης κλίμακας επισκευές καθ’ όλη τη διάρκεια της παλαιοχριστιανικής και βυζαντινής περιόδου. Στη σημερινή του μορφή, το κάστρο είναι αποτέλεσμα των εκτεταμένων επισκευαστικών εργασιών από τους Οθωμανούς. Αναγνωρίζονται δύο κύριες οικοδομικές φάσεις αυτής της περιόδου, η πρώτη του 1425 και η δεύτερη της τρίτης δεκαετίας του 16ου αιώνα, κατά την οποία το αρχικό κάστρο επεκτάθηκε προς τα βόρεια με την προσθήκη ενός μεγάλου οχυρωματικού περιβόλου σχήματος τραπεζίου.

Το ισχυρό διατείχισμα έκτισε ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος (1282-1328) το 1306/7 προκειμένου να ανακόψει την πορεία των Καταλανών που λυμαίνονταν τη Θράκη και τη Μακεδονία. Ξεκινούσε από τη βόρεια πλευρά των τειχών της πόλης, και μετά από μια διαδρομή περίπου1,5 χλμ., σχήματος ανοικτής αγκύλης, έφτανε στα απέναντι υψώματα, πάνω από την πόλη, όπου σήμερα διατηρούνται τέσσερις μεμονωμένοι πύργοι, ένας κυκλικός και  τρεις τετράπλευροι. Ο περίδρομος του τείχους, πάνω τον οποίο κυκλοφορούσαν οι στρατιώτες, διαμορφωνόταν σε ύψος 4,50 μ. από το έδαφος. Το διατείχισμα, που απέβλεπε και στη φρούρηση ή τον αποκλεισμό της Εγνατίας οδού, ήταν τόσο ισχυρό που ανέκοψε σε αρκετές περιπτώσεις την πορεία εχθρικών στρατευμάτων, αλλά με την κατάκτηση της περιοχής από τους Οθωμανούς περιέπεσε σε αχρηστία. Σήμερα, από το διατείχισμα, εκτός από τους τέσσερις πύργους, σώζονται μόνο ελάχιστα τμήματα.

Στην περιοχή του κάστρου, στη συνοικία της Παναγίας, απλώνεται κτισμένη αμφιθεατρικά η Παλιά πόλη της Καβάλας, με τα πολύχρωμα αρχοντικά με τα σαχνισιά, τα μικρά παραδοσιακά σπίτια με τις γραφικές αυλές, τα λιθόστρωτα δρομάκια, τον ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου (1956), αλλά και τα μνημεία της οθωμανικής περιόδου.

Ο ναός του Αγίου Νικολάου (πρώην τζαμί Ιμπραήμ Πασά) με το Μνημείο του Aποστόλου Παύλου, ΔΒΜΑ, φωτ. Στ. Στουρνάρας / Church of St Nicholas (former Ibrahim Pasha Mosque) with the monument of St Paul the Apostle, DBMA, photo: St. Stournaras
Ο ναός του Αγίου Νικολάου (πρώην τζαμί Ιμπραήμ Πασά) με το Μνημείο του Aποστόλου Παύλου, ΔΒΜΑ, φωτ. Στ. Στουρνάρας / Church of St Nicholas (former Ibrahim Pasha Mosque) with the monument of St Paul the Apostle, DBMA, photo: St. Stournaras

Βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο που περιβάλλεται από τις οδούς Αγίου Νικολάου, Σπετσών, Παύλου Κουντουριώτη και Ύδρας. Πρόκειται για μνημειακής κλίμακας, για τα δεδομένα της πόλης, τέμενος, που ανεγέρθηκε το 1530 από τον Ιμπραήμ Πασά, εντός του οχυρωματικού περίβολου στον οποίο επεκτάθηκε η πόλη την ίδια περίοδο. Μετατράπηκε στον ναό του Αγίου Νικολάου μετά από τις επισκευαστικές εργασίες των ετών 1926-1927. Μπροστά στον ναό βρίσκεται το σύγχρονο μνημείο του Αποστόλου Παύλου, σε ανάμνηση της επίσκεψής του στην πόλη.

Το Τζαμί Χαλίλ Μπέη ανεγέρθηκε γύρω στο 1900 σε κεντρικό σημείο της χερσονήσου της Παναγίας, στη θέση προγενέστερου τεμένους, πιθανότατα του 16ου αιώνα, από το οποίο διατηρείται σήμερα μόνο η βάση του μιναρέ. Την ίδια περίοδο ανεγέρθηκε βόρεια του τεμένους ένας μεντρεσές (ιεροδιδασκαλείο), αποτελούμενος από οκτώ δωμάτια. Την περίοδο 1930-1940, στο τζαμί στεγαζόταν η φιλαρμονική της πόλης και έτσι έχει αποκτήσει την επωνυμία «Τζαμί της Μουσικής» («Παλιά Μουσική»). Στο πλαίσιο των εργασιών αποκατάστασης του τεμένους αποκαλύφθηκαν τα κατάλοιπα μίας τρίκλιτης παλαιοχριστιανικής βασιλικής, γύρω από την οποία αναπτύχθηκε κατά τους υστεροβυζαντινούς χρόνους (13ος-15ος αι.) ένα πυκνό νεκροταφείο.

Πρόκειται για ένα μνημειακών διαστάσεων κοινωφελές μουσουλμανικό θρησκευτικό και εκπαιδευτικό συγκρότημα, έκτασης 4.160 τ.μ., στη δυτική πλευρά της χερσονήσου της Παναγίας, που περιλάμβανε μεταξύ άλλων δύο μεντρεσέδες, δύο ευκτήριους οίκους (dershane-mescit), ένα μεχτέπ και ένα πτωχοκομείο. Ανεγέρθηκε με τον θεσμό των βακουφιών από τον Καβαλιώτη Μοχάμεντ Άλι Πασά, βαλή της Αιγύπτου και ιδρυτή της τελευταίας αιγυπτιακής δυναστείας (1805-1848), μεταξύ των ετών 1813 και 1821, αν και οι εργασίες με διάφορες συμπληρώσεις συνεχίστηκαν μέχρι και το 1864. Το ιμαρέτ μισθώθηκε το 2001 από την αιγυπτιακή κυβέρνηση σε ιδιώτη και, αφού αποκαταστάθηκε, λειτουργεί από το 2004 ως ξενοδοχείο που συμπεριλαμβάνει το Ερευνητικό Κέντρο MOHA (MOHA Research Center).

Βρίσκεται στη μεγάλη πλατεία που φέρει το όνομα του Μοχάμεντ Άλι Πασά στη χερσόνησο της Παναγίας. Ανεγέρθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα και είναι ιδιαίτερα μεγάλων διαστάσεων, με επιφάνεια κάλυψης 330 τ.μ. Θεωρείται ένα από τα πιο αξιόλογα παραδείγματα οθωμανικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. Σήμερα, όπως και το ιμαρέτ, ανήκει στην αιγυπτιακή κυβέρνηση και τελεί υπό τη διαχείριση του Ερευνητικού Κέντρου MOHA (MOHA Research Center). Η οικία του Μοχάμεντ Άλι λειτουργεί ως μουσείο και μεταφέρει τον επισκέπτη στην Καβάλα του 18ου αιώνα, όπου ο μετέπειτα κυβερνήτης της Αιγύπτου γεννήθηκε και έζησε μέχρι την ηλικία των 30 χρόνων.

Το πιο χαρακτηριστικό μνημείο της Καβάλας αποτελεί τμήμα του μεγάλου υδραγωγείου, μήκους 6 χλμ. περίπου, που μετέφερε μέχρι και τον Μεσοπόλεμο νερό στην πόλη. Η κατασκευή του ανάγεται στους υστερορωμαϊκούς χρόνους, η μακρόχρονη, ωστόσο, χρήση του επέβαλε μέσα στους αιώνες εκτεταμένες επισκευαστικές εργασίες, με μεγαλύτερες εκείνες της τρίτης δεκαετίας του 16ου αιώνα, από τον Ιμπραήμ Πασά, και των αρχών του 19ου αιώνα. Το σωζόμενο τμήμα του υδραγωγείου εντός της πόλης, μια διπλή τοξωτή κατασκευή μέγιστου ύψους 25 μ., στηρίζεται σε 18 πεσσούς και έχει μήκος 280 μ.

Μέχρι λίγο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, τις λατρευτικές ανάγκες του εγκατεστημένου εντός του κάστρου χριστιανικού πληθυσμού της πόλης εξυπηρετούσε η τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική της Κοίμησης της Θεοτόκου, που είχε ανεγερθεί το 1821 στη θέση προϋπάρχοντος ναού των μεταβυζαντινών χρόνων. Ο ναός αυτός κατεδαφίστηκε το 1958 και στη θέση του οικοδομήθηκε ο σημερινός ομώνυμος ναός. Αμέσως μετά τη σύσταση της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας Καβάλας (1864), ανεγέρθηκε ο μεγαλοπρεπής μητροπολιτικός ναός του Τιμίου Προδρόμου στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με μικρό τρούλο (1865-1867). Με τη σταδιακή πληθυσμιακή και οικονομική άνθηση της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας της πόλης, ανεγέρθηκαν δύο ακόμη ναοί εκτός των τειχών, ο Άγιος Αθανάσιος (1886-1888), στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με καμπαναριό σε απόσταση (οδός Αγίου Αθανασίου 138), και ο ναός του Αποστόλου Παύλου, έργο του διάσημου Κωνσταντινουπολίτη αρχιτέκτονα Περικλή Φωτιάδη, που κατασκευάστηκε την περίοδο μεταξύ 1905 και 1926 και ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με μεγάλο τρούλο και δύο εντυπωσιακά ψηλά καμπαναριά (οδός Ομονοίας 116.

Οι πρώτοι ρωμαιοκαθολικοί ιερείς εγκαταστάθηκαν στην πόλη το 1887 μετά από άδεια των οθωμανικών αρχών. Στη συνέχεια ίδρυσαν τη Μονή Λαζαριστών του Αγίου Βικεντίου του Παύλου της Καθολικής Εκκλησίας Καβάλας, που μέχρι σήμερα εξυπηρετεί τους καθολικούς της Καβάλας και των γύρω περιοχών.

Οι Αρμένιοι κατέφτασαν στην Καβάλα στα τέλη του 19ου αιώνα και στη συνέχεια μετά τη Γενοκτονία του 1915 και τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922). Για τις ανάγκες της ακμαίας πληθυσμιακά και οικονομικά αρμενικής κοινότητας της πόλης ιδρύθηκε αρμενικό σχολείο (1923), καθώς και ο ναός του Τιμίου Σταυρού (1932), ο οποίος λειτουργεί μέχρι και σήμερα.

Στην Καβάλα υπάρχει σήμερα ένας αξιόλογος αριθμός διατηρητέων δημόσιων κτηρίων και κατοικιών του τέλους του 19ου-αρχών 20ού αιώνα, εποχή μεγάλης οικονομικής ακμής της πόλης, με μια εξέχουσα αστική τάξη που διατηρούσε στενές επαφές με την Ευρώπη και για τη διασκέδασή της διέθετε τένις κλαμπ, αίθουσες κινηματογράφου, κέντρα διασκέδασης, εστιατόρια και ζαχαροπλαστεία. Στον λιθόστρωτο δρόμο της οδού Κύπρου, μήκους μόλις 350 μ., απαντούν ορισμένα από τα πιο εμβληματικά κτήρια της πόλης: το μέγαρο του βαρόνου Αδόλφου Ζολνάι Βιξ (Wix), ανώτατου στελέχους των επιχειρήσεων Herzog (1906), το μέγαρο του Ούγγρου καπνέμπορου Πιέρ Έρτζοχ (Herzog) (τέλη δεκαετίας 1890), που σήμερα στεγάζει το δημαρχείο της πόλης, το κτήριο της Λέσχης Ελληνικής Κοινότητος Καβάλας (1909-1910) και το μέγαρο του καπνέμπορου Δημήτριου Τόκου (1879), που στεγάζει την Εφορεία Αρχαιοτήτων Καβάλας-Θάσου. Σε κεντρικό σημείο της πόλης (οδός Κωνσταντινίδου Ποιητού), δεσπόζει το παλιό οθωμανικό σχολείο (σημ. 1ο Γυμνάσιο Καβάλας, πρώην Γυμνάσιο Αρρένων), ένα από τα πιο εντυπωσιακά κτήρια της πόλης, που κτίστηκε το 1909-1910.

Η Καβάλα αριθμεί σήμερα περισσότερες από 50 σωζόμενες καπναποθήκες, που αποτελούν μάρτυρες της μεγάλης οικονομικής άνθισης που γνώρισε η πόλη από τα μέσα του 19ου αιώνα και εξής λόγω της καλλιέργειας και του εμπορίου του καπνού. Αξιόλογο παράδειγμα αποτελεί η Δημοτική Καπναποθήκη με τη χαρακτηριστική νεοκλασική πρόσοψη στην πλατεία 28ης Οκτωβρίου (Καπνεργάτη). Στις αρχές του 20ού αιώνα στέγαζε την εταιρεία του ντονμέ (εξισλαμισμένου Εβραίου) καπνεμπόρου Kiazim Emin, ενώ σήμερα λειτουργεί ως χώρος πολιτισμού και πρόκειται να φιλοξενήσει τις εικαστικές και λαογραφικές συλλογές του Δήμου Καβάλας.

Μουσεία

Αρχαιολογικό Μουσείο (οδός Ερυθρού Σταυρού 17)

Λειτουργεί από το 1964 ως κεντρικό μουσείο της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μακεδονίας, φιλοξενώντας ευρήματα που κυμαίνονται χρονικά από τη Νεολιθική μέχρι και τη ρωμαϊκή περίοδο. Σε μία από τις μόνιμες εκθέσεις του μουσείου παρουσιάζεται επίσης η διαχρονική ιστορία της πόλης της Καβάλας.

Στεγάζεται προσωρινά στο ισόγειο του κτηρίου του Εθνικού Οργανισμού Καπνού. Μέσα από μία πλούσια συλλογή παρουσιάζει την ιστορία της καλλιέργειας, της επεξεργασίας και του εμπορίου καπνού στην πόλη της Καβάλας και της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης. Σήμερα η καλλιέργεια του καπνού έχει ενταχθεί στον Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Το μουσείο αναδεικνύει τη ναυτική ιστορία και παράδοση της Καβάλας με εκθέματα όπως ναυτικά και ναυτιλιακά όργανα, ομοιώματα παραδοσιακών σκαφών, βιβλία, θαλασσογραφίες και φωτογραφίες.

Το μουσείο συγκεντρώνει πολύτιμα κειμήλια των Μικρασιατών προσφύγων, όπως εικόνες και είδη λατρείας, κεντήματα, είδη καθημερινής χρήσης, βιβλία, έγγραφα και φωτογραφίες.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Καβάλας