Κάστρο Χρυσής (Μογλενών)
Μογλενά, μία μικρή βυζαντινή πόλη-κάστρο κοντά στον Αλμωπαίο ποταμό
Το κάστρο των Μογλενών βρίσκεται σε απόσταση 1 χλμ. βορειοδυτικά του χωριού Χρυσή (πρώην Σλάτενα, Σλάτινο ή Ζλάτινα), το οποίο βρίσκεται 18 περίπου χλμ. βόρεια από την Έδεσσα και υπάγεται σήμερα στον Δήμο Αλμωπίας, όπως ονομαζόταν η περιοχή στην αρχαιότητα. Η ονομασία Μογλενά είναι σλαβικής προέλευσης και θεωρείται ότι επικράτησε μετά την κατάληψη της περιοχής από τους Βούλγαρους κατά τον 10ο αιώνα. Το κάστρο είναι κτισμένο σε στρατηγική θέση, στην κορυφή χαμηλού και ομαλού λόφου, απ’ όπου είναι δυνατή η επόπτευση και ο έλεγχος ολόκληρου σχεδόν του δυτικού τμήματος της μικρής εύφορης και κλειστής πεδιάδας της Αλμωπίας, η οποία απομονώνεται στα δυτικά και στα βόρεια από την οροσειρά του Βόρα, στα ανατολικά από το όρος Πάικο και στα νότια από τους μικρότερους ορεινούς σχηματισμούς της περιοχής της Έδεσσας. Τις δύο πλευρές του λόφου στον οποίο είναι κτισμένα τα Μογλενά διαπερνά ο ποταμός Αλμωπαίος, παραπόταμος του Λουδία, που είναι γνωστός και ως Μογλενίτσας ή Μογλενίτικος και στην αρχαιότητα ονομαζόταν Άνω Λουδίας. Ο ποταμός εξασφάλιζε αφενός μεν την προστασία των Μογλενών από τα νότια και τα δυτικά, αφετέρου δε την υδροδότησή τους και την άρδευση των καλλιεργήσιμων χωραφιών της γύρω πεδιάδας.
Η μικρή σχετικά έκταση του κάστρου, που είναι 40 περίπου στρέμματα, το κατατάσσει στην κατηγορία των μέσων, ως προς το μέγεθος, κάστρων που αναπτύχθηκαν κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο με σκοπό την προστασία της βυζαντινής υπαίθρου. Το κάστρο των Μογλενών υπήρξε σημαντικό οχυρό πόλισμα της εποχής και αποτέλεσε διοικητικό και εκκλησιαστικό κέντρο της περιοχής, ως έδρα του ομώνυμου Θέματος και επισκοπής. Στην ευρύτερη περιοχή εντοπίζονται τα κατάλοιπα δύο ακόμη βυζαντινών κάστρων, που μαζί με το κάστρο των Μογλενών, απάρτιζαν ένα ισχυρό οχυρωματικό δίκτυο, που προφύλασσε από εξωτερικούς κινδύνους την περιοχή. Το πρώτο από αυτά, στα βόρεια του σημερινού χωριού Νότια (πρώην Νότι ή Νόντε και Νώτια), ταυτίζεται με το γνωστό από τις γραπτές πηγές κάστρο Ενώτια, ενώ το δεύτερο, βορειανατολικά του χωριού Μαργαρίτα, παραμένει αταύτιστο.
Τα Μογλενά, στα βόρεια της Εγνατίας οδού, η οποία διερχόταν από τη βυζαντινή πόλη-κάστρο των Βοδενών (σημερινή Έδεσσα), εντάσσονται στην κατηγορία των επαρχιακών πόλεων-κάστρων της Μακεδονίας που αναπτύχθηκαν στις διακλαδώσεις του βασικού οδικού δικτύου της περιοχής, όταν αυτό αποκαταστάθηκε από τις αρχές του 11ου αιώνα με την κατάλυση το 1018 του πρώτου βουλγαρικού κράτους από τον Βασίλειο Β΄ Βουλγαροκτόνο (976-1025) και την εδραίωση της βυζαντινής κυριαρχίας στην περιοχή της Μακεδονίας.
Ιστορική διαδρομή
Τα πρώτα ίχνη κατοίκησης στην ευρύτερη περιοχή της Χρυσής ανάγονται στην Εποχή του Σιδήρου (1100-700 π.Χ.), από το ίδιο, ωστόσο, το κάστρο των Μογλενών τη μόνη ένδειξη μέχρι σήμερα για την ύπαρξη αρχαίας εγκατάστασης αποτελεί ένα σύνολο υστεροκλασικών-ελληνιστικών μελαμβαφών οστράκων, που περισυνελέγησαν από την επίχωση της πύλης του κάστρου. Ανοικτό, επίσης, παραμένει το ερώτημα σχετικά με την κατοίκηση του κάστρου κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, περίοδο στην οποία ανήκουν μόνο τα ίχνη παλαιοχριστιανικής κατασκευής που αποκαλύφθηκαν έξω από το κάστρο σε λαθρανασκαφές που έγιναν το 1980, καθώς και δύο τμήματα από παλαιοχριστιανικά γλυπτά που είχαν χρησιμοποιηθεί ως πλάκες δαπέδου του κοιμητηριακού ναού.
Σχετικά με την ίδρυση του κάστρου των Μογλενών δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία. Η περίοδος ακμής του θεωρείται ότι είναι μεταξύ του 10ου και 13ου αιώνα, ενώ η ανέγερσή του έχει υποστηριχθεί ότι θα πρέπει να τοποθετηθεί στις αρχές του 9ου αιώνα, μετά την ίδρυση του Θέματος Θεσσαλονίκης (τέλη 8ου/αρχές 9ου αι.), την περίοδο των καταστροφικών επιδρομών των Βουλγάρων, όταν το έτος 809/10 ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α΄ (802-811) μετεγκατέστησε στην περιοχή πλήθος βυζαντινών υπηκόων από τη Μικρά Ασία με σκοπό την ενίσχυση της άμυνας εναντίον τους. Στις αρχές του 9ου αιώνα παρατηρούνται επίσης προσπάθειες για ανανέωση της περιοχής εκ μέρους του αυτοκράτορα Λέοντα Ε΄ του Αρμένιου (813-820).
Το κάστρο των Μογλενών αναφέρεται στις βυζαντινές γραπτές πηγές στο πλαίσιο των εκστρατειών του αυτοκράτορα Βασίλειου Β΄ Βουλγαροκτόνου (976-1025) εναντίον του Βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ, υπό τον έλεγχο του οποίου είχε περάσει στη διάρκεια της δεκαετίας 976-986 ολόκληρη η περιοχή της Μακεδονίας δυτικά της Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με τις πηγές, το έτος 1015, ο Βασίλειος Β΄ ανακατάλαβε το κάστρο των Μογλενών από τους Βούλγαρους και στη συνέχεια το κατέστρεψε για να μην αποτελέσει ξανά θύλακα αντίστασής τους. Για να πετύχει τον σκοπό του, ο Βασίλειος φρόντισε να εκτρέψει τη ροή του Αλμωπαίου ποταμού και να σκάψει τα θεμέλια των τειχών, όπου τοποθέτησε ξύλα και εύφλεκτα υλικά και έβαλε φωτιά καταστρέφοντας το κάστρο.
Με την ταραγμένη περίοδο των βουλγαρικών επιδρομών συνδέεται ένας θησαυρός 19 χρυσών νομισμάτων της εποχής των Μακεδόνων βασιλέων, που βρέθηκε το 1935 στην αυλή κατοικίας στο γειτονικό χωριό Χρυσή. Τα 16 νομίσματα του θησαυρού εκδόθηκαν ανάμεσα στα 949-959, στα χρόνια της συμβασιλείας του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου και του γιου του Ρωμανού Β΄, ενώ τα υπόλοιπα τρία κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Νικηφόρου Φωκά (963-969). Ο άγνωστος κάτοχος των θησαυρού θέλησε πιθανότατα να τον αποκρύψει μπροστά στον κίνδυνο της απειλής των Βουλγάρων.
Τα Μογλενά απαντούν για πρώτη φορά ως έδρα επισκοπής, υπαγόμενης στην αρχιεπισκοπή της Αχρίδος, σε σιγίλλιο του αυτοκράτορα Βασίλειου Β΄ Βουλγαροκτόνου του 1019. Ο αυτοκράτορας, ο οποίος προχώρησε το 1019 στην ίδρυση της αυτοκέφαλης αρχιεπισκοπής της Βουλγαρίας, αμέσως μετά την κατάλυση του κράτους του Σαμουήλ, εξέδωσε τρία σιγίλλια μεταξύ των ετών 1019 και 1025 προκειμένου να καθορίσει τα όρια και τη δικαιοδοσία της. Το πρωτότυπο των τριών σιγιλλίων δεν σώζεται, αλλά το κείμενό τους παραδίδεται εμβόλιμο σε χρυσόβουλλο λόγο του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου, που χρονολογείται το έτος 1272 ή 1273. Στο ένα από τα τρία σιγίλλια αναφέρεται επίσης ότι πριν από την κατάλυση του βουλγαρικού κράτους από τον Βασίλειο Β΄, όταν στον θρόνο της Βουλγαρίας βρισκόταν ο τσάρος Πέτρος (927-968), περίοδο κατά την οποία είχε αναγνωρισθεί η ανεξαρτησία της βουλγαρικής εκκλησίας, η έδρα του αρχιεπισκόπου της Βουλγαρίας είχε μεταφερθεί διαδοχικά από τη Δρίστρα (Δορύστολον), στην Τριαδίτσα (Σόφια), από εκεί για ένα σύντομο διάστημα στα Βοδενά (Έδεσσα), κατόπιν στα Μογλενά, για να καταλήξει στη συνέχεια στην Αχρίδα. Η παραπάνω, ωστόσο, πληροφορία για τη μεταφορά της έδρας του Βούλγαρου αρχιεπισκόπου στα Βοδενά και στα Μογλενά είναι επισφαλής, καθώς η γνησιότητα των τριών σιγιλλίων του Βασίλειου Β΄ έχει αμφισβητηθεί από την έρευνα.
Το κάστρο των Μογλενών εμφανίζεται ξανά στις γραπτές πηγές στο πλαίσιο των αγώνων του αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού (1081-1118) εναντίον των Νορμανδών, οι οποίοι, υπό την ηγεσία του Ροβέρτου Γυισκάρδου, αφού κατέκτησαν περί τα μέσα του 11ου αιώνα το μεγαλύτερο μέρος της Νότιας Ιταλίας και της Βόρειας Σικελίας, εκστράτευσαν το 1081 εναντίον της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή, τα Μογλενά κατέλαβε το 1082 ο Βοημούνδος, γιος του Ροβέρτου Γυισκάρδου, που είχε τεθεί επικεφαλής της εκστρατείας των Νορμανδών στη Βαλκανική. Ο Βοημούνδος, πριν συνεχίσει την πορεία του προς τον Αξιό ποταμό, ανοικοδόμησε το «καστέλλιον» των Μογλενών και εγκατέστησε ισχυρή φρουρά υπό την ηγεσία κάποιου με το όνομα Σαρακηνός. Έναν χρόνο αργότερα (1083), ο βυζαντινός αξιωματούχος Γρηγόριος Πακουριανός ανακατέλαβε τα Μογλενά, αποκαθιστώντας τη βυζαντινή κυριαρχία στην περιοχή. Ο Γρηγόριος, ακολουθώντας το παλαιότερο παράδειγμα του Βασίλειου Β΄, κατέστρεψε συθέμελα τα τείχη των Μογλενών.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1086, επί αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού, η περιοχή αναβαθμίστηκε και οργανώθηκε για πρώτη φορά το Θέμα των Μογλενών. Από τον ιστορικό Ιωάννη Ζωναρά πληροφορούμαστε ότι στην περιοχή εγκαταστάθηκαν το 1122 Πατζινάκες (Πετσενέγοι), νομαδικός λαός της κεντρικής Ασίας, που είχε εγκατασταθεί στην περιοχή του Δούναβη. Από έγγραφα της μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους, η οποία διέθετε κτήματα στην ευρύτερη περιοχή των Μογλενών, διαπιστώνεται ότι και σε άλλες περιπτώσεις η πολιτική διοίκηση της αυτοκρατορίας εγκατέστησε στα Μογλενά εχθρικές φυλές, όπως Κομάνους και Βλάχους. Από τα έγγραφα της αγιορείτικης μονής προκύπτει ότι στην ευρύτερη περιοχή των Μογλενών υπήρχαν μεταξύ άλλων καλλιεργήσιμα χωράφια, αμπέλια, λιβάδια, μαντριά, παραγωγικά ζώα, διάφορες κατοικίες, μικρά υπαίθρια κτίσματα (κατούνες) και ένας μύλος.
Κατά τον 12ο αιώνα, περί το 1134, στον επισκοπικό θρόνο των Μογλενών ανήλθε ο όσιος Ιλαρίωνας. Ένα από το μεγαλύτερα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει στην περιοχή δικαιοδοσίας του ήταν οι Βογόμιλοι, αίρεση που είχε εμφανιστεί στα μέσα του 10ου αιώνα στη Βουλγαρία. Ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α΄ Κομνηνός (1143-1180) τον προέτρεψε να διώξει από την επισκοπή του τους Βογομίλους, εάν δεν συνετίζονταν. Ο Ιλαρίωνας, που πέθανε το 1164, ενταφιάστηκε στα Μογλενά και από τον τάφο του άρχισε να πηγάζει θαυματουργό μύρο. Το 1206, τα Μογλενά κατέλαβε ο Βούλγαρος ηγεμόνας Ιωαννίτζης (Σκυλογιάννης), ο οποίος μετέφερε το λείψανο του οσίου Ιλαρίωνα στο Τίρνοβο (σημερινό Βελίκο Τάρνοβο) της Βουλγαρίας, που, ως νέα πρωτεύουσα του βουλγαρικού κράτους, έπρεπε να καθαγιαστεί με τα λείψανα διαφόρων αγίων.
Το 1246, την περιοχή των Μογλενών κατέλαβε ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης (1222-1254), ο οποίος εκστράτευσε εναντίον του Δεσποτάτου της Ηπείρου, που είχε επεκτείνει τις κτήσεις του στον χώρο της Μακεδονίας και το 1244 είχε καταλάβει τη Θεσσαλονίκη. Το 1261, τα Μογλενά ενσωματώθηκαν μαζί τις υπόλοιπες περιοχές της Μακεδονίας στην παλινορθωμένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Η περιοχή των Μογλενών κυριεύθηκε από τους Οθωμανούς στα τέλη του 14ου αιώνα -τα γειτονικά Βοδενά περιήλθαν στην κυριαρχία των Οθωμανών το 1385 ή το 1389. Το κάστρο περιήλθε σε παρακμή και σταδιακά εγκαταλείφθηκε, ενώ η κατοίκηση φαίνεται ότι μεταφέρθηκε σε νέες θέσεις, διάσπαρτες στη γύρω πεδιάδα. Κατά τους οθωμανικούς χρόνους, η επισκοπή Μογλενών μεταφέρθηκε στο ορεινό χωριό Νότια, λόγω του εξισλαμισμού των κατοίκων της πεδινής περιοχής. Το 1759, ο μητροπολίτης Ιωάννης προέτρεψε τους πιστούς να εξισλαμισθούν για να αποφύγουν τον κίνδυνο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του κλίματος που επικρατούσε την εποχή αυτή αποτελεί το παράδειγμα της αγίας Χρυσής, που βασανίστηκε από τις τουρκικές αρχές και πέθανε μαρτυρικά το 1795. Η αγία καταγόταν από το χωριό Σλάτενα, που μετονομάστηκε σε Χρυσή το 1926 προς τιμήν της αγίας. Η περιοχή, που ενσωματώθηκε στο Ελληνικό κράτος το 1912, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) ελεγχόταν από τους Σέρβους και η γραμμή άμυνας του συμμαχικού στρατού ήταν πολύ κοντά στο κάστρο. Το 1922, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, εγκαταστάθηκαν στη Χρυσή χριστιανοί πρόσφυγες, που χρησιμοποίησαν αρκετό οικοδομικό υλικό από το κάστρο για το κτίσιμο των σπιτιών τους.
Μνημεία
Οχύρωση
Από τον οχυρωματικό περίβολο του κάστρου των Μογλενών είναι ορατά μόνο το ανατολικό και το νότιο σκέλος, καθώς το βόρειο και το δυτικό καλύπτονται από επιχώσεις και πυκνή βλάστηση.
Το καλύτερα διατηρημένο τμήμα του κάστρου αποτελεί το τείχος της ανατολικής πλευράς, που σώζεται σε μήκος 180 μ. και έχει μέγιστο σωζόμενο ύψος 6-7 μ. Στο νότιο τμήμα του διακρίνεται η θέση μίας πύλης, η οποία προστατεύεται από έναν ισχυρό κυκλικό πύργο. Η ανατολική πλευρά του τείχους προστατεύεται επιπλέον από έναν τετράγωνο και έναν ελλειψοειδή πύργο.
Το τείχος της νότιας πλευράς, μήκους 200 μ., διατηρείται αποσπασματικά και σε ορισμένα μόνο σημεία φθάνει σε ύψος τα 2-3 μ. Η πορεία του, ωστόσο, παρακολουθείται για μήκος 200 μ., μέχρι τη νοτιοδυτική γωνία, όπου κάμπτεται προς Β. Έχει πάχος 2,30 μ. και προστατεύεται από ισχυρούς τετράγωνους και ελλειψοειδείς πύργους τοποθετημένους σε διαστήματα 30-40 μ.
Μέχρι σήμερα έχουν αποκαλυφθεί 10 συμφυείς πύργοι του τείχους, που όλοι τους, εκτός από τον κυκλικό, ήταν ανοιχτοί στην οπίσθια πλευρά τους, έχουν πάχος σχεδόν ίδιο με αυτό του τείχους και οι διαστάσεις τους είναι περίπου 4,00 x 5,00 μ.
Στην τοιχοποιία της οχύρωσης αναγνωρίζονται δύο διαφορετικοί τρόποι δόμησης. Σύμφωνα με τον πρώτο, που εντοπίζεται στην τοιχοποιία του νότιου σκέλους του τείχους και σε ορισμένα τμήματα του ανατολικού σκέλους, τα τείχη είναι κτισμένα σχεδόν αποκλειστικά από αδρά λαξευμένους λίθους με ελάχιστη παρεμβολή πλίνθων σε τυχαίες θέσεις.
Ο δεύτερος τρόπος δόμησης εντοπίζεται σε μεγάλο τμήμα του τείχους της ανατολικής πλευράς, όπου η τοιχοποιία συνίσταται από αδρά λαξευμένους λίθους, στους οριζόντιους αρμούς των οποίων παρεμβάλλεται μία σειρά πλίνθων, ενώ στους κάθετους αρμούς τρεις ή τέσσερις επάλληλες σειρές πλίνθων. Στην τοιχοποιία του στρογγυλού πύργου που προστατεύει την πύλη του κάστρου διακρίνεται μία μεγαλύτερη διακοσμητική διάθεση, με την παρεμβολή μίας οριζόντιας ζώνης από τρεις σειρές πλίνθων, στην οποία εφαρμόζεται η τεχνική της υποχωρημένης πλίνθου, ανάμεσα δηλαδή στις τρεις σειρές των πλίνθων παρεμβάλλονται δύο σειρές λεπτότερων πλίνθων και κεράμων. Πάνω από την πλίνθινη ζώνη έχει τοποθετηθεί κεραμοπλαστικός σταυρός. Το ανώτερο τμήμα του τετράγωνου πύργου της ανατολικής πλευράς του τείχους διακοσμείται επίσης με κεραμοπλαστικό κόσμημα σε ακτινωτή μορφή. Η μορφή της τοιχοποιίας και των κεραμοπλαστικών κοσμημάτων του δεύτερου τρόπου δόμησης οδηγούν σε μία χρονολόγηση στα μέσα του 13ου αιώνα, συνδέοντας την οικοδομική αυτή φάση του κάστρου με την κατάληψη των Μογλενών το 1246 από τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Γ΄ Βατάτζη.
Επισκοπικός ναός
Στο εσωτερικό του κάστρου ήρθαν στο φως τα κατάλοιπα μίας μεγάλης τρίκλιτης βασιλικής με νάρθηκα, διαστάσεων 21,00 x 13,50 μ., που έχει χρονολογηθεί ανάμεσα στον 10ο και τον 12ο αιώνα. Τα κλίτη της βασιλικής χωρίζονται μεταξύ τους με πεσσότοιχους. Στην κόγχη του Ιερού Βήματος εντοπίστηκαν ίχνη από σύνθρονο. Ο ναός διέθετε ψηφιδωτό δάπεδο, το οποίο αποκαλύφθηκε αποσπασματικά στην κόγχη της πρόθεσης. Τεμάχια ψηφιδωτού εντοπίστηκαν, επίσης, μεταξύ των πεσσότοιχων. Στο κεντρικό κλίτος βρέθηκαν κατά χώραν πλάκες από μάρμαρο και γκρίζα πέτρα, ενώ μπροστά από τον χώρο του Ιερού Βήματος ήρθαν επιπλέον στο φως θραύσματα μαρμαροθετημάτων (opus sectile). Ο ναός ήταν άλλοτε διακοσμημένος με τοιχογραφίες, από τις οποίες διατηρούνται ελάχιστα λείψανα στις κόγχες της πρόθεσης και του Ιερού Βήματος, ενώ σπαράγματα τοιχογραφιών περισυλλέχθηκαν απ’ όλον τον χώρο του ναού. Από τα γλυπτά του ναού βρέθηκαν πολύ αποσπασματικά θραύσματα, που ωστόσο μαρτυρούν πλούσιο γλυπτό διάκοσμο του 11ου-12ου αιώνα. Οι μεγάλες διαστάσεις της βασιλικής, ο πλούσιος της διάκοσμος και η παρουσία του σύνθρονου έχουν οδηγήσει στην ταύτισή της με τον επισκοπικό ναό των Μογλενών.
Κοιμητηριακός ναός
Στη νότια πλευρά του λόφου, έξω από τα τείχη, ανασκάφηκε ναός στον τύπο του ελεύθερου σταυρού, διαστάσεων 9,50 x 8,40 μ., που έχει χρονολογηθεί στους μεσοβυζαντινούς χρόνους (9ος-10ος αι.). Ο ναός διέθετε τοιχογραφικό διάκοσμο, ίχνη του οποίου διατηρούνται στο βόρειο σκέλος του σταυρού. Στο κεντρικό τμήμα του δαπέδου του ναού έχουν χρησιμοποιηθεί δύο παλαιοχριστιανικά γλυπτά, ένας κιονίσκος και ένα θωράκιο. Τόσο στο εσωτερικό, όσο και εξωτερικά του ναού, ήρθαν στο φως συνολικά 53 ταφές, που μαρτυρούν τη λειτουργία του ως κοιμητηριακού. Το πιο αξιόλογο εύρημα του νεκροταφείου είναι ένας σταυρός-λειψανοθήκη, που χρονολογείται στον 8ο-9ο αιώνα.


