Κάλε Αμύνταιου

Κάλε, ένα μικρό κάστρο στις όχθες της λίμνης των Πετρών

Τα κατάλοιπα του οχυρωματικού περιβόλου Κάλε, δηλαδή του «Κάστρου», όπως ονομάζεται από τους κατοίκους της περιοχής, διατηρούνται μεταξύ των σημερινών οικισμών Πέτρες και Άγιος Παντελεήμονας, στη βόρεια όχθη της λίμνης των Πετρών.

Η θέση που είναι κτισμένο το κάστρο είναι ιδιαίτερα οχυρή και επιτρέπει την εποπτεία του κάμπου της Εορδαίας, που απλώνεται στα νότια των λιμνών Πετρών και Βεγορίτιδας, και εν μέρει της Λυγκηστίδας στα νοτιοδυτικά, της περιοχής που συνόρευε προς τα βόρεια με την Εορδαία. Το κάστρο εποπτεύει επίσης το ορεινό πέρασμα των σημερινών οικισμών Βεύης και Κέλλης στα βορειοανατολικά. Η επιλογή της θέσης του οχυρού έχει συνδεθεί με τον έλεγχο της Εγνατίας οδού, η οποία διερχόταν, σε μικρή απόσταση, νότια των λιμνών Πετρών και Βεγορίτιδας. Αργότερα, η οδός που διαδέχτηκε την Εγνατία οδό κατά τους οθωμανικούς χρόνους (Sol Κol), δεν διερχόταν νότια των δύο λιμνών, αλλά βόρεια, όπως και η σημερινή ασφαλτοστρωμένη οδός.

Ιστορική διαδρομή

Με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα της έρευνας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ταύτιση και τη χρονολόγηση του κάστρου. Η παλαιότερη έρευνα και η τοπική παράδοση το εντάσσουν στο πλαίσιο των οχυρωματικών έργων του Ιουστινιανού Α΄ (527-565), η επιφανειακή, ωστόσο, έρευνα έχει αποδώσει μέχρι στιγμής κυρίως κεραμική της μεσοβυζαντινής περιόδου, μικρή ποσότητα χειροποίητης κεραμικής, ενδεικτικής της περιόδου μεταξύ 7ου και 9ου αιώνα, καθώς επίσης και μεμονωμένα όστρακα του 13ου αιώνα. Ο ναός που υψώνεται στο πλάτωμα της ακρόπολης, το μοναδικό σωζόμενο κτήριο του κάστρου, με βάση τα μορφολογικά και τυπολογικά του χαρακτηριστικά, χρονολογείται στον 9ο ή το νωρίτερο στον 8ο αιώνα. Επομένως, τα αρχαιολογικά δεδομένα συνηγορούν στη χρονολόγηση του κάστρου Κάλε στους μεσοβυζαντινούς χρόνους και την ένταξή του στο πυκνό δίκτυο των οχυρών θέσεων που αναπτύχθηκε κατά τον 9ο-10ο αιώνα στον χώρο της Δυτικής Μακεδονίας, εποχή μιας γενικότερης διοικητικής αναδιοργάνωσης των επαρχιών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αντίστοιχες περιπτώσεις αποτελούν τα πλησιόχωρα κάστρα του Οστρόβου (σημερινή Άρνισσα) και της Σέτινας, 6 χλμ. βορειανατολικά του σημερινού οικισμού Σκοπός της Φλώρινας.

Ως προς την ταύτιση του κάστρου, αυτό είναι πιθανό να συνδέεται με το γνωστό από τις βυζαντινές πηγές του 11ου αιώνα τοπωνύμιο Πετερισκό ή Πετερίσκο, λόγω της γειτνίασής του με τον σημερινό οικισμό Πέτρες, που από τον 15ο αιώνα μέχρι το 1926 ονομαζόταν Πέτερσκο. Ο τελευταίος οικισμός μαρτυρείται στα οθωμανικά κατάστιχα από το 1481, σύμφωνα με τα οποία, αριθμούσε περίπου 350-400 κατοίκους. Το τοπωνύμιο Πετερισκό εμφανίζεται για πρώτη φορά στον ιστορικό Ιωάννη Σκυλίτζη, στο πλαίσιο της εξιστόρησης της στρατιωτικής πολιτικής του αυτοκράτορα Βασίλειου Β΄ Βουλγαροκτόνου (976-1025) εναντίον των Βουλγάρων. Σύμφωνα με τον Σκυλίτζη, στο Πετερισκό φονεύθηκε ο Γαβριήλ Ραδομίρος, γιος του τσάρου Σαμουήλ, το 1015, λίγο πριν δηλαδή την κατάλυση του βουλγαρικού κράτους στη Μακεδονία από τον Βασίλειο Β΄ και την επανένταξη του στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία (1018). Στο Στρατηγικόν του Κεκαυμένου, κείμενο του 11ου αιώνα, αναφέρεται ότι στα χρόνια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ιʹ Δούκα (1059-1067), πιθανότατα το 1066, συναντήθηκε στο Πετερίσκο ο Λαρισαίος Νικουλιτζάς με τον βυζαντινό αξιωματούχο, τον κατεπάνω Βουλγαρίας, Ανδρόνικο Φιλοκάλη. Οι δύο ιστορικές μαρτυρίες υπογραμμίζουν τη συνεχή λειτουργία του κάστρου κατά τη διάρκεια του 11ου αιώνα και τη μεγάλη στρατιωτική του σημασία στο πλαίσιο της επαρχιακής αμυντικής πολιτικής του Βυζαντίου.

Αργότερα, στις βυζαντινές πηγές του 13ου και του 14ου αιώνα, εμφανίζεται το τοπωνύμιο με τη μορφή Πέτρα, αφήνοντας ανοικτό το ερώτημα, εάν θα πρέπει να ταυτιστεί με το τοπωνύμιο Πετερισκό/Πετερίσκο των πηγών του 11ου αιώνα. Σύμφωνα με τους ιστορικούς Γεώργιο Παχυμέρη και Γεώργιο Ακροπολίτη, το κάστρο Πέτρα περιλαμβανόταν μεταξύ των κάστρων της Δυτικής Μακεδονίας που κατέλαβε η Αυτοκρατορία της Νίκαιας, αποσπώντας τα το 1259 από το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Αργότερα, στα μέσα του 14ου αιώνα, το κάστρο Πέτρα μνημονεύεται μεταξύ των κάστρων της Μακεδονίας που περιήλθαν στην επικράτεια του αυτοκράτορα Ιωάννη Καντακουζηνού (1341-1354), για πρώτη φορά το 1342 και έπειτα, για δεύτερη φορά, το 1350.

Η ζωή στο κάστρο Κάλε φαίνεται ότι σταδιακά εγκαταλείφθηκε μετά την κατάκτηση της Δυτικής Μακεδονίας από τους Οθωμανούς στα τέλη του 14ου αιώνα, όταν εξαλείφθηκε η ανάγκη εγκατάστασης των πληθυσμών εντός ισχυρά προστατευμένων κάστρων. Καθώς δεν υπάρχουν στοιχεία καταστροφής, οι κάτοικοι του οχυρωμένου οικισμού πιθανότατα μετεγκαταστάθηκαν σταδιακά στο πλησιόχωρο χωριό των σημερινών Πετρών. Η μετοικεσία είναι πιθανό να έγινε με κριτήριο την ευκολότερη διαβίωση κοντά στο πεδινό τμήμα της περιοχής και την αξιοποίηση της λίμνης.

αρχείο ΕΦΑ Φλώρινας / archive Ephorate of Antiquities of Florina
αρχείο ΕΦΑ Φλώρινας / archive Ephorate of Antiquities of Florina

Μνημεία

Κάστρο

Ο οχυρωματικός περίβολος, μήκους 1.415 μ., έχει σχήμα ακανόνιστου τριγώνου, που περικλείει έκταση 50 περίπου στρεμμάτων. Ένα εγκάρσιο διατείχισμα, μήκους 144 μ., διαιρεί το κάστρο σε δύο μέρη: στην ακρόπολη, που αναπτύσσεται στην κορυφή του λόφου, και στο υπόλοιπο τμήμα του κάστρου, που αναπτύσσεται κατά μήκος της νότιας πλευράς του λόφου, προς την πλευρά της λίμνης. Η κατασκευή του διατειχίσματος είχε ως σκοπό την ενίσχυση της άμυνας του οικισμού, αλλά ίσως είχε και λειτουργία αναλήμματος, λόγω της απότομης κατωφέρειας που παρουσιάζει το ανάγλυφο του εδάφους. Οι δύο κάθετοι βραχίονες του τείχους φτάνουν έως τη λίμνη εξασφαλίζοντας τον προσπορισμό του κάστρου με νερό, περικλείοντας ταυτόχρονα έναν σπηλαιώδη χώρο στη βορειοανατολική όχθη της λίμνης, γνωστό στους ντόπιους ως «Καταβόθρες», όπου διατηρούνται τα ερείπια νερόμυλου.

Το τείχος έχει πάχος 1,70 μ. και είναι κτισμένο αποκλειστικά με λίθους, χωρίς τη χρήση πλίνθων, με ασβεστοκονίαμα ως συνδετικό υλικό. Στο μεγαλύτερο τμήμα του σώζεται σε ύψος περίπου 1 μ., ενώ στα χαμηλότερα τμήματα του λόφου διατηρείται μόνο με τη μορφή του αποτυπώματός του στον φυσικό βράχο. Εξαίρεση αποτελεί η νοτιοανατολική πλευρά του κάστρου, όπου το τείχος διατηρείται σε μεγαλύτερο ύψος που φθάνει τα 2,60 μ.

Με βάση τις μέχρι σήμερα έρευνες, δεν εντοπίστηκαν ίχνη πύργων, εκτός από μία πιθανή περίπτωση στον χώρο της ακρόπολης, στα βορειανατολικά του ναού. Σε όλη την επιφάνεια του κάστρου είναι εμφανής η παρουσία λιθοσωρών, η πυκνή και άτακτη διασπορά των οποίων, σε συνδυασμό με την ποικιλία των μεγεθών τους, υποδεικνύει ότι ανήκουν σε ερειπιώνες μικρών κατοικιών ενός πυκνοδομημένου ιστού, που ακολουθεί τις κλίσεις του εδάφους και διαθέτει ενδιάμεσα μονοπάτια κυκλοφορίας.

Ο ναός, που διατηρείται αποσπασματικά στο πλάτωμα της ακρόπολης, έχει διαστάσεις 13,50 x 16,00 μ. και ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής, χωρίς νάρθηκα, με μία ημικυκλική κόγχη στα ανατολικά. Η στέγη του ναού έχει καταρρεύσει, ενώ ο καλύτερα διατηρημένος δυτικός τοίχος του φθάνει σε ύψος έως τα 4,75 μ. Τα τρία κλίτη του ναού διαιρούνταν μεταξύ τους με πεσσοστοιχία ή με πεσσότοιχους. Το πάχος των τοίχων, που κυμαίνεται από 0,68-0,75 μ. και φτάνει τα 0,90 μ. στην κόγχη του Ιερού Βήματος, υποδεικνύει πιθανότατα ότι ο ναός ήταν ξυλόστεγος, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί η υπόθεση ότι ήταν καμαροσκέπαστος.

Η τοιχοποιία του ναού συνίσταται αποκλειστικά από λίθους, χωρίς την παρεμβολή πλίνθων, με ισχυρό ασβεστοκονίαμα ως συνδετικό υλικό. Σε μία προσπάθεια μίμησης του μεικτού συστήματος δόμησης εναλλάσσονται πλατιές ζώνες ημιλαξευμένων λίθων με στενές ζώνες μονής σειράς πλακαρών λίθων, εν είδει πλίνθων (ντουζένια). Επιπλέον, κατά τόπους γίνεται απόπειρα εφαρμογής περίκλειστου συστήματος τοιχοποιίας με την παρεμβολή μικρών λίθων στο πάχος των κατακόρυφων αρμών των μεγαλύτερων ημιλαξευμένων λίθων.

Η κάπως τετραγωνισμένη κάτοψη του ναού, η ευρεία και μοναδική αψίδα του Ιερού Βήματος, σε συνδυασμό με τις έντονα προεξέχουσες παραστάδες στον ανατολικό και δυτικό τοίχο, αποτελούν στοιχεία αρχαϊκότητας, που συνηγορούν στη χρονολόγηση του κτίσματος στον 9ο ή το νωρίτερο στον 8ο αιώνα.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Φλώρινας