Ιωάννινα
Ιωάννινα, η διαχρονική πόλη στις όχθες της λίμνης Παμβώτιδας
Τα Ιωάννινα, γνωστά και ως Γιάννενα ή Γιάννινα, μία από τις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας και πρωτεύουσα σήμερα της ομώνυμης Π.Ε. και της Περιφέρειας της Ηπείρου, καταλαμβάνει το κέντρο περίπου του ομώνυμου λεκανοπεδίου, στα δυτικά της λίμνης Παμβώτιδας (λίμνης των Ιωαννίνων). Η λίμνη, που αποτελεί σήμερα ένα σημαντικό οικοσύστημα με πλούσια πανίδα και χλωρίδα, υπήρξε διαχρονικά ζωτικής σημασίας για την ευημερία και την οικονομία της πόλης. Γεμάτη με ιστορίες και θρύλους, στα νερά της πνίγηκε η θρυλική κυρά-Φροσύνη και έλαβε χώρα μέχρι και ναυμαχία με μονόξυλα ανάμεσα στους υπερασπιστές της πόλης και τους Αλβανούς που επιτέθηκαν στην πόλη το 1379, ενώ στο Νησί της θανατώθηκε ο Αλή Πασάς, «το λιοντάρι της Ηπείρου». Τα Ιωάννινα, με ιστορική διαδρομή που ξεκινά ήδη από τους αρχαίους χρόνους, γνώρισαν μεγάλη ακμή κατά τη βυζαντινή και κυρίως κατά την οθωμανική περίοδο, όταν αναδείχτηκαν σε διαπολιτισμικό κέντρο με μεγάλη οικονομική και εμπορική ανάπτυξη, σημαντική βιοτεχνική παραγωγή και αξιόλογη εκπαιδευτική και καλλιτεχνική κίνηση, «πρώτα στ’ άρματα, στα γρόσια και στα γράμματα», σύμφωνα με τον προσφιλή λαϊκό στίχο.
Από τα Ιωάννινα, το μεγαλύτερο κέντρο του χερσαίου εμπορίου της περιοχής, διέρχονταν όλες οι οδικές αρτηρίες της Ηπείρου που εξασφάλιζαν την επικοινωνία της πόλης τόσο με τα λιμάνια των ηπειρωτικών παραλίων (Αυλώνα, Σαγιάδα, Πάργα, Πρέβεζα) και τις σημαντικές πόλεις και ορεινούς οικισμούς της περιοχής (Άρτα, Ζαγόρι, Μέτσοβο, Σιράκο, Καλαρρύτες), όσο και με τα μεγάλα εμπορικά κέντρα του υπόλοιπου ελλαδικού χώρου και των Βαλκανίων. Σήμερα, η πόλη εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό συγκοινωνιακό κόμβο της Ηπείρου. Με την ολοκλήρωση της κατασκευής της σύγχρονης Εγνατίας και της Ιόνιας οδού, που διέρχονται από τα νότια της πόλης, έχει ενισχυθεί σημαντικά η διασύνδεση της περιοχής με την υπόλοιπη Ελλάδα.
Ιστορική διαδρομή
Τα ανασκαφικά δεδομένα των τελευταίων δεκαετιών επιβεβαιώνουν την παρουσία ενός ακμαίου οχυρωμένου αρχαίου οικισμού ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ. στη φυσικά οχυρή χερσόνησο της λίμνης, την οποία κατέλαβε τους μετέπειτα αιώνες το Κάστρο των βυζαντινών και οθωμανικών χρόνων. Σποραδικά μάλιστα κινητά ευρήματα, κυρίως όστρακα κεραμικής, μεταθέτουν την πρώτη κατοίκηση της χερσονήσου ήδη κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού/Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (περ. 1600-900 π.Χ.).
Οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως το τμήμα ενός ισχυρού τείχους του τέλους του 4ου αιώνα π.Χ., κτισμένου κατά το ισόδομο σύστημα τοιχοποιίας, κάτω από τα θεμέλια του βυζαντινού τείχους, καθώς επίσης και οικοδομήματα μνημειακής κατασκευής, πιθανότατα δημόσια, οικίες με ενιαίο προσανατολισμό, κτισμένες με επιμελημένη κατασκευή, κατάλοιπα εργαστηρίων κεραμικής και κοροπλαστικής και πλούσια κινητά ευρήματα, που όλα είναι ενδεικτικά ενός ακμαίου οικονομικά παραλίμνιου αστικού κέντρου με διάρκεια ζωής από τον 5ο αιώνα π.Χ. έως τους ρωμαϊκούς χρόνους. Η περιοχή κατά την αρχαιότητα ανήκε στα γεωγραφικά όρια της Μολοσσίας, όπου ζούσε το ελληνόφωνο φύλο των Μολοσσών. Η ίδρυση και λειτουργία της αρχαίας πόλης, η ταύτιση της οποίας παραμένει προβληματική, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο δίκτυο οχυρωμένων πόλεων που είχαν αναπτυχθεί κατά την αρχαιότητα στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων με κοινά χαρακτηριστικά και ανάλογη πορεία, όπως αυτές στο ύψωμα Καστρί, στο Μεγάλο Γαρδίκι και στον λόφο της Καστρίτσας, οι οποίες παραμένουν επίσης αταύτιστες. Κατά μία άποψη, στη θέση του Κάστρου των Ιωαννίνων είναι πιθανό να είναι κτισμένη η πόλη Πασσαρώνα, η πρωτεύουσα της Μολοσσίας.
Η αρχαία πόλη των Ιωαννίνων καταστράφηκε από τους Ρωμαίους το 167 π.Χ., στους μετέπειτα ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους, ωστόσο, φαίνεται ότι ανέκτησε τη σημασία της, με βάση τα ευρήματα που εκτείνονται χρονικά μέχρι και τα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. Τα αρχαιολογικά ευρήματα της μετέπειτα παλαιοχριστιανικής περιόδου είναι μέχρι στιγμής εξαιρετικά περιορισμένα, έτσι ώστε να είναι δυσερμήνευτη η διαδικασία μετάβασης της πόλης των αρχαίων χρόνων στην πόλη-κάστρο, που με την ονομασία πλέον Ιωάννινα αναδείχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα των δυτικών επαρχιών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Η πρώτη γραπτή αναφορά στα Ιωάννινα χρονολογείται στα τέλη του 9ου αιώνα, στα Πρακτικά της Εκκλησιαστικής Συνόδου της Κωνσταντινούπολης του 879, όπου καταγράφεται το όνομα του επισκόπου Ιωαννίνων Ζαχαρία. Η μαρτυρία αυτή, ωστόσο, αμφισβητείται από ορισμένους μελετητές, που θεωρούν ως πιο έγκυρη τη λίγο μεταγενέστερη αναφορά της επισκοπής των Ιωαννίνων σε Τακτικό του 901-907. Η ύπαρξη επισκοπής υποδεικνύει αναμφίβολα την παρουσία στα Ιωάννινα, ήδη από αυτήν την περίοδο, μιας πολυάνθρωπης χριστιανικής κοινότητας. Κατά μία άποψη, τότε οικοδομήθηκε η πρώτη βυζαντινή ακρόπολη στο βόρειο, πιο απόκρημνο τμήμα του Κάστρου, στο πλαίσιο της ανασυγκρότησης των ελλαδικών επαρχιών της αυτοκρατορίας, τις οποίες έπλητταν οι επιδρομές των Βουλγάρων, που στα τέλη του 10ου αιώνα είχαν φτάσει έως τη Νικόπολη.
Οι ιστορικές μαρτυρίες για τα Ιωάννινα πληθαίνουν από τα τέλη του 11ου αιώνα, όταν το 1082 κατέλαβε την πόλη για σύντομο χρονικό διάστημα ο Βοημούνδος, γιος του αρχηγού των Νορμανδών Ροβέρτου Γυισκάρδου. Σύμφωνα με την ιστορική μαρτυρία της Άννας Κομνηνής, οι Νορμανδοί ενίσχυσαν σημαντικά τις προϋπάρχουσες οχυρώσεις του Κάστρου και ανέγειραν μία δεύτερη οχυρή ακρόπολη, κρίνοντας την υπάρχουσα ως ανεπαρκή. Κατά την επικρατούσα άποψη, πρόκειται για την ακρόπολη στο νοτιοανατολικό ύψωμα του Κάστρου, γνωστή ως Ιτς Καλέ, όπου διατηρείται ο λεγόμενος «Πύργος του Βοημούνδου». Κατά τον μετέπειτα 12ο αιώνα, η σημασία της πόλης ως διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο της περιοχής ενισχύθηκε, καθώς αναφέρεται ως έδρα Θέματος.
Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204), ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας, συγγενής της βυζαντινής αυτοκρατορικής οικογένειας, ίδρυσε στην Ήπειρο το ανεξάρτητο κρατίδιο του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Σύμφωνα με τις πηγές, ο Μιχαήλ Α΄ ενίσχυσε την οχύρωση των Ιωαννίνων, τη δεύτερη σε σημασία πόλη του Δεσποτάτου, μετά την πρωτεύουσά του, την Άρτα. Ο ίδιος εγκατέστησε στα Ιωάννινα εξέχουσες βυζαντινές αρχοντικές οικογένειες από την Κωνσταντινούπολη, όπως των Φιλανθρωπηνών και των Στρατηγόπουλων, οι οποίες συγκρότησαν μια ισχυρή τοπική αριστοκρατία και είναι γνωστές σήμερα από τις μονές που ίδρυσαν στο Νησί της λίμνης των Ιωαννίνων. Το 1318, την ηγεμονία του Δεσποτάτου της Ηπείρου ανέλαβε ο ιταλικής καταγωγής, παλατινός κόμης της Κεφαλληνίας και Ζακύνθου Νικόλαος Ορσίνι.
Στα μέσα του 14ου αιώνα (1348), ο Σέρβος ηγεμόνας Συμεών Ούρεσης Παλαιολόγος επέκτεινε την κυριαρχία του σε ολόκληρη την Ήπειρο, ενώ το 1367 τη διοίκηση των Ιωαννίνων ανέλαβε ο Σέρβος ηγεμόνας Θωμάς Πρελιούμποβιτς. Με τον τελευταίο, που σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές ενίσχυσε τα τείχη της πόλης, είναι πιθανό να συνδέεται ο λεγόμενος «Πύργος του Θωμά» στο δυτικό τμήμα του Κάστρου. Ο ίδιος, μαζί με τη σύζυγό του, τη «βυζαντινή δέσποινα» Μαρία Αγγελίνα Δούκαινα Παλαιολογίνα, ανέπτυξε σημαντική χορηγική δραστηριότητα, ενισχύοντας τα μοναστικά καθιδρύματα της περιοχής με πλούσιες δωρεές και αφιερώματα.
Μετά τη δολοφονία του Πρελιούμποβιτς το 1384, επικεφαλής των Ιωαννίνων αναδείχτηκε ο Φλωρεντινής καταγωγής Ιζαού (Esaù) Μπουοντελμόντι. Τον διαδέχτηκε ο ανιψιός του Κάρολος Α΄ Τόκκος, που το 1416 κατάφερε να επεκτείνει την ηγεμονία του σε ολόκληρη την Ήπειρο. Επί του Καρόλου Α΄, τα Ιωάννινα γνώρισαν μεγάλη ακμή και υπήρξαν η «ὀμορφότερη καὶ δυνατὴ ἐξ ὄλες» πόλη, όπως αναφέρεται στο Χρονικό των Τόκκων, την περίφημη έμμετρη διήγηση του 14ου αιώνα.
Tο 1430, τα Ιωάννινα πολιόρκησαν για πολλούς μήνες τα στρατεύματα του Σινάν Πασά, μπεηλέρμπεη (διοικητή) της Ρούμελης. Οι άρχοντες και ο μητροπολίτης της πόλης αποφάσισαν τελικά να παραδοθούν στους Οθωμανούς, εξασφαλίζοντας μια σειρά από προνόμια, τα οποία κατοχυρώθηκαν με τον λεγόμενο «Ορισμό του Σινάν Πασά», το μοναδικό σωζόμενο σήμερα έγγραφο που αφορά στους όρους της παράδοσης μιας πόλης. Τα Ιωάννινα ορίστηκαν έδρα του ομώνυμου σαντζακίου, το οποίο, μετά και την κατάκτηση της Άρτας το 1449, εκτεινόταν στο μεγαλύτερο τμήμα της σημερινής Ηπείρου. Μέχρι και τις αρχές του 17ου αιώνα, οι χριστιανοί παρέμειναν το κύριο πληθυσμιακό στοιχείο της πόλης και εξακολούθησαν να διαμένουν στο Κάστρο, εντός του οποίου οι κατακτητές είχαν συμφωνήσει να μην ανεγείρουν ή να μην μετατρέψουν κάποιον χριστιανικό ναό σε τέμενος. Παράλληλα, η πόλη άρχισε να επεκτείνεται εκτός του Κάστρου και ο πληθυσμός της γνώρισε σημαντική αύξηση. Κατά τον 16ο αιώνα, η πόλη αριθμούσε γύρω στους 7.000 κατοίκους. Σημαντικό πληθυσμιακό στοιχείο της πόλης αποτελούσε η ακμαία ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους εβραϊκή κοινότητα, η οποία, κατά τον 16ο αιώνα, ενισχύθηκε με την εγκατάσταση Σεφαραδιτών Εβραίων από την Ιβηρική χερσόνησο. Ο 16ος αιώνας είναι η περίοδος της μεγάλης ακμής του μοναχισμού στα Ιωάννινα με το Νησί στη λίμνη των Ιωαννίνων να εξελίσσεται σε σπουδαίο μοναστικό κέντρο και την πόλη να αναφέρεται στις πηγές ως «μοναχόπολις» λόγω του μεγάλου αριθμού των μοναχών που διαβιούσαν σε αυτήν. Μέχρι τον 16ο αιώνα, από τους κατακτητές ανεγέρθηκε ένας περιορισμένος μόνο αριθμός μουσουλμανικών κτηρίων, όλων εκτός του Κάστρου: το Χουνκιάρ ή Μπαϊρακλί Τζαμί ή Τζαμί του Παζαριού στο κέντρο της αγοράς, τρία μεστζίτ (τεμένη χωρίς μιναρέ), δύο τεκέδες (δερβίσικα καθιδρύματα) και ένα χαμάμ. Εντός του Κάστρου θεωρείται ότι είχε ανεγερθεί μόνο ένα μεστζίτ, που από ορισμένους ερευνητές ταυτίζεται με το Φετιχιέ Τζαμί, λόγω και της ονομασίας του (τέμενος της κατάληψης). Από τα πρώιμα αυτά μουσουλμανικά μνημεία σώζεται μόνο ένας τοίχος του λεγόμενου «τεκέ του Γαζή Εβρενός» στην πλατεία Μαβίλη. Το Τζαμί της Αγοράς και το ένα από τα τρία μεστζίτ κατεδαφίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1930.
Το 1611 ξέσπασε στα Ιωάννινα το επαναστατικό κίνημα του άγιου Διονυσίου του Φιλοσόφου ή Σκυλοσόφου, επισκόπου Τρίκκης και Σταγών, που καταπνίγηκε αμέσως από τους Οθωμανούς και αποτέλεσε τομή για την ιστορία της πόλης. Τα αντίποινα των Οθωμανών υπήρξαν ιδιαίτερα σκληρά για τους χριστιανούς της πόλης, οι οποίοι εκδιώχθηκαν από το Κάστρο. Έκτοτε ξεκίνησε η «οθωμανοποίηση» του Κάστρου με την ανέγερση μουσουλμανικών τεμενών στη θέση των χριστιανικών ναών. Το πρώτο τζαμί του Κάστρου, του Ασλάν Πασά, οικοδομήθηκε μαζί με άλλα ευαγή ιδρύματα στη θέση της μονής του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στη Βορειοανατολική ακρόπολη του Κάστρου, λίγα μόλις χρόνια μετά την εξέγερση του αγίου Διονυσίου, το 1617/8. Ακολούθησε η ανέγερση και άλλων μουσουλμανικών κτηρίων, τόσο εντός, όσο και εκτός του Κάστρου, μετατρέποντας τα Ιωάννινα σε μια τυπική οθωμανική πόλη.
Ο 17ος αιώνας υπήρξε περίοδος γενικής αναδιοργάνωσης της πόλης, που έκτοτε ακολούθησε ανοδική πορεία και εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά κέντρα της αυτοκρατορίας. Ενδεικτική είναι η περιγραφή της πόλης στα τέλη της δεκαετίας του 1670 από τον Οθωμανό περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπί, ο οποίος αναφέρει πως εντός του Κάστρου διέμεναν μόνο μουσουλμάνοι, χωρισμένοι σε τέσσερις συνοικίες, ενώ στην υπόλοιπη πόλη υπήρχαν 18 μουσουλμανικές συνοικίες, 14 χριστιανικές, τέσσερις εβραϊκές και μία τσιγγάνικη. Ο Τσελεμπί παραδίδει μια εικόνα ευημερίας και μεγάλης εμπορικής κίνησης της πόλης, την οποία εξυπηρετούσαν 1.900 καταστήματα, ενώ περιγράφει τα λαμπρά κτήρια και σπίτια της πόλης, από τα οποία ξεχωρίζει τρία σαράγια, μεγάλα αρχοντόσπιτα Οθωμανών αξιωματούχων. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα Ιωάννινα διέθεταν έναν μεγάλο αριθμό μουσουλμανικών τεμενών, επτά εντός του Κάστρου και 37 έξω από αυτό. Την ίδια περίοδο, ο χριστιανικός πληθυσμός, έχοντας ανακάμψει από τα σκληρά μέτρα των Οθωμανών μετά την εξέγερση του 1611, είχε ενεργό ρόλο στην οικονομική και πνευματική ζωή της πόλης. Με τη δράση σημαντικών λογίων, την έκδοση και κυκλοφορία ελληνικών βιβλίων στα ελληνικά τυπογραφεία της Βενετίας, πολλά από τα οποία είχαν ιδρυθεί από Γιαννιώτες εμπόρους, και την ίδρυση των δύο πρώτων μεγάλων ελληνικών σχολείων της πόλης, επίσης από εμπόρους της Βενετίας, της Επιφανείου Σχολής από τον Επιφάνιο Ηγούμενο (1648) και της Μεγάλης ή Πρώτης Σχολής από τον Εμμανουήλ Γκιούμα (1677), παρατηρείται στα Ιωάννινα μεγάλη πνευματική ακμή, η οποία συνεχίστηκε και τους επόμενους αιώνες και έχει χαρακτηριστεί ως «γιαννιώτικος διαφωτισμός» ή «γιαννιώτικη αναγέννηση».
Η οικονομική ανάπτυξη της πόλης συνεχίστηκε και τον επόμενο αιώνα, με τους εμπόρους, τους βιοτέχνες και τους διάφορους άλλους επαγγελματίες να είναι οργανωμένοι σε συντεχνίες, τα περίφημα εσνάφια (ισνάφια) ή ρουφέτια, που είχαν αποφασιστική επιρροή στα κοινά της πόλης. Υφασματέμποροι (τζαρτζήδες ή τσαρτζήδες), γουναράδες, βυρσοδέψες (ταμπάκοι ή ταμπάκηδες), χρυσοχόοι (χρυσικοί), ράφτες (συρμακέσηδες) και παπουτζήδες, ήταν ορισμένες μόνο από τις μεγαλύτερες και παλαιότερες συντεχνίες της πόλης. Τα γιαννιώτικα βιοτεχνικά προϊόντα έφταναν μέχρι την Κωνσταντινούπολη, τις πόλεις των Βαλκανίων, της Δυτικής Ευρώπης, της Ρωσίας και της Αιγύπτου. Ο Γάλλος πρόξενος στην Άρτα Benoît Garnier (1702-1703) έγραφε χαρακτηριστικά στις αρχές του αιώνα ότι η πόλη των Ιωαννίνων ήταν τόσο μεγάλη όσο και η Μασσαλία.
Στο γύρισμα του 19ου αιώνα, την ιστορία και τη φυσιογνωμία των Ιωαννίνων σφράγισε ο Αλή Πασάς από το Τεπελένι της νότιας Αλβανίας, που παρέμεινε επικεφαλής του πασαλικίου των Ιωαννίνων επί 33 σχεδόν χρόνια (1788-1820/2). Καταφέρνοντας να εξασφαλίσει μεγάλη αυτονομία από την κεντρική εξουσία του σουλτάνου, αναδείχτηκε σε έναν από τους σπουδαιότερους τοπικούς ηγεμόνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επεκτείνοντας σημαντικά την κυριαρχία του όχι μόνο στην υπόλοιπη Ήπειρο και τη νότια Αλβανία, αλλά και σε ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής επικράτειας. Στα χρόνια του Αλή Πασά, τα Ιωάννινα απέκτησαν ευρωπαϊκό ενδιαφέρον με την ίδρυση προξενείων και τη μεγάλη ανάπτυξη του εμπορίου. Η πόλη γνώρισε μεγάλη δημογραφική ανάπτυξη, φτάνοντας σε πληθυσμό τις 20.000 ή κατά άλλους περιηγητές τις 30.000. Ο Αλή Πασάς εφάρμοσε ένα μεγαλεπήβολο οικοδομικό πρόγραμμα, με πλήθος οχυρωματικών έργων σε ολόκληρη την επικράτειά του, προσλαμβάνοντας έναν μεγάλο αριθμό μηχανικών, Ιταλών, Άγγλων, Γάλλων, Γερμανών, «Φράγκων», απροσδιόριστης εθνικότητας, και Ελλήνων. Στα ίδια τα Ιωάννινα προχώρησε στη ριζική ανακατασκευή της οχύρωσης του Κάστρου και οικοδόμησε έναν μεγάλο αριθμό κοσμικών και θρησκευτικών κτηρίων, ανάμεσα στα οποία και τρία παλάτια, ένα στο Ιτς Καλέ, ένα στον λόφο Λιθαρίτσια και ένα εξοχικό παλάτι στο βόρειο τμήμα της πόλης με θέα στη λίμνη. Τον Αύγουστο του 1820, ο Αλή Πασάς ήρθε σε ρήξη με την Υψηλή Πύλη και ξεκίνησε η πολιορκία των Ιωαννίνων από τα σουλτανικά στρατεύματα, που διήρκησε ενάμισι χρόνο, μέχρι τις αρχές του 1822, με καταστροφικές συνέπειες για την πόλη.
Μετά τον θάνατο του Αλή Πασά έγινε προσπάθεια ανασύνταξης της πόλης. Στο πλαίσιο των διοικητικών μεταρρυθμίσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Tanzimat), το 1864, τα Ιωάννινα ορίστηκαν έδρα του νεοϊδρυθέντος ομώνυμου βιλαετίου, που το 1867 περιέλαβε και το γειτονικό πασαλίκι των Τρικάλων, ενώ στην πόλη πραγματοποιήθηκαν μεγάλα εκσυγχρονιστικά έργα. Τον 19ο αιώνα συνεχίστηκε η ίδρυση ελληνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με δωρεές τοπικών ευεργετών, όπως της Καπλάνειας (1805) και της Ζωσιμαίας Σχολής (1828).
Τα Ιωάννινα περιήλθαν στην επικράτεια του Ελληνικού κράτους στις 21 Φεβρουαρίου 1913, όταν οι οθωμανικές δυνάμεις παραδόθηκαν στον ελληνικό στρατό μετά από πολύμηνες μάχες. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922), οι μουσουλμανικές οικογένειες εγκατέλειψαν την πόλη, ενώ εγκαταστάθηκε στα Ιωάννινα, κυρίως στο Κάστρο, ένας μεγάλος αριθμός προσφύγων. Το 1941, τα γερμανικά στρατεύματα βομβάρδισαν την πόλη, προκαλώντας μεγάλες καταστροφές στα τείχη και στα κτήρια του Κάστρου. Σημαντική τομή στην ιστορία της πόλης αποτελεί η εξολόθρευση από τους Γερμανούς του συνόλου σχεδόν του εβραϊκού πληθυσμού της το 1944.
Το κάστρο
Αποτελεί το σημαντικότερο μνημείο της πόλης, στα τείχη και τα μνημεία του οποίου αποτυπώνεται το παλίμψηστο της μακραίωνης ιστορίας της. Κτισμένο κατά τους μεσοβυζαντινούς χρόνους στη βραχώδη χερσόνησο που εισχωρεί στη δυτική όχθη της λίμνης, υπήρξε ο αρχικός οικιστικός πυρήνας της πόλης, χωρίς ποτέ να πάψει να κατοικείται, ακόμη και όταν κατά τους οθωμανικούς χρόνους η πόλη επεκτάθηκε εκτός των τειχών. Ο σημερινός οικισμός εντός του Κάστρου αριθμεί 6.000 περίπου κατοίκους και μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα διατηρούσε σχεδόν αναλλοίωτη τη μορφή που είχε κατά την οθωμανική περίοδο. Σήμερα, μαζί με ένα ευρύτερο τμήμα του ιστορικού κέντρου της πόλης των Ιωαννίνων έχει κηρυχθεί ως παραδοσιακός.
Το Κάστρο, κατά τη μακραίωνη διάρκεια χρήσης του, γνώρισε εκτεταμένες επισκευές και ανακαινίσεις. Η σημερινή του μορφή οφείλεται στο διευρυμένο οικοδομικό πρόγραμμα του Αλή Πασά, το οποίο ολοκληρώθηκε πιθανότατα το 1815, σύμφωνα με τη χρονολογία που αναγράφεται σε μία αποτειχισμένη σήμερα επιγραφή. Έχει κάτοψη ακανόνιστου τραπεζίου και τα επιβλητικά του τείχη, κατασκευασμένα από μεγάλους λαξευτούς λίθους στη βάση και μικρότερους στο επάνω μέρος, με ύψος που φθάνει μέχρι και τα 13,50 μ., περικλείουν μια τεράστια έκταση, ακολουθώντας τις υψομετρικές καμπύλες του εδάφους. Σε ολόκληρη την περίμετρό τους τα τείχη ενισχύονται με ισχυρούς ημικυκλικούς και ορθογώνιους πύργους, ενώ για την καλύτερη άμυνα της νοτιοανατολικής τους πλευράς υψώνεται ένα ισχυρό προτείχισμα. Ιδιαίτερα ενισχυμένη είναι η περισσότερο ευάλωτη δυτική πλευρά των οχυρώσεων, προς την πλευρά της στεριάς, όπου υψώθηκε από τον Αλή Πασά ένα δεύτερο τείχος κατά μήκος της εξωτερικής παρειάς του προϋπάρχοντος.
Το κενό ανάμεσα στα δύο τείχη καλύφθηκε με ένα δίκτυο στοών, στο ανώτερο τμήμα των οποίων διαμορφώθηκε ένας φαρδύς περίδρομος για την κίνηση των στρατιωτών, που ξεπερνάει σε πλάτος τα 12 μ. Το δυτικό σκέλος του τείχους προστατεύεται επιπλέον από τρεις ισχυρούς προμαχώνες, ο μεγαλύτερος εκ των οποίων, στη νοτιοδυτική γωνία, ο λεγόμενος «της Σκάλας», έχει ύψος 12 μ. και στο πάνω μέρος έκταση 235 τ.μ. Ο δεύτερος από τους τρεις προμαχώνες, προστατεύει την εντυπωσιακή κεντρική πύλη του Κάστρου, που ανοίγεται στο μέσο περίπου του δυτικού σκέλους του τείχους. Με πλάτος που φθάνει περίπου τα 40 μ., ο προμαχώνας απολήγει στο βόρειο τμήμα του σε έναν μεταγενέστερο ορθογώνιο πύργο με ρολόι, ο οποίος κατασκευάστηκε το 1896. Την άμυνα της δυτικής πλευράς του τείχους ενίσχυε μία μεγάλη τάφρος, που, καθώς κατακλυζόταν από τα νερά της λίμνης, έδινε στο Κάστρο τη μορφή απόρθητης νησίδας -η τάφρος επιχώθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα και στη θέση της δημιουργήθηκαν οι σημερινές οδοί Καραμανλή και Εθνικής Αντιστάσεως. Το Κάστρο, εκτός από την κεντρική πύλη, που έκλεινε με ξύλινη κινητή γέφυρα πάνω από την τάφρο, διαθέτει τρεις ακόμη μεγάλες πύλες και έξι πυλίδες.
Στο εσωτερικό του Κάστρου περιλαμβάνονται δύο ακροπόλεις, που είναι κτισμένες στα δύο βραχώδη υψώματα που διαμορφώνονται προς την πλευρά της λίμνης, ένα στη βορειοανατολική και ένα στη νοτιοανατολική του πλευρά. Η Βορειοανατολική ακρόπολη, γνωστή και ως Ακρόπολη του Ασλάν Πασά, είναι περισσότερο οχυρή, με περιορισμένο όμως ωφέλιμο χώρο, έκτασης 6 στρεμμάτων. Ταυτίζεται με τον Επάνω Γουλά των βυζαντινών πηγών και θεωρείται ότι υπήρξε η πρώτη ακρόπολη του Κάστρου, που οικοδομήθηκε ήδη από τους μεσοβυζαντινούς χρόνους. Η Νοτιοανατολική ακρόπολη, γνωστή και ως Ιτς Καλέ, που είναι μεγαλύτερων διαστάσεων, καλύπτοντας επιφάνεια 36,40 στρεμμάτων, κτίστηκε πιθανότατα από τους Νορμανδούς το 1082. Από τον Αλή Πασά απέκτησε τη μορφή ενός αυτοτελούς φρουρίου, που προστατεύεται από τέσσερις, διαφορετικής κάτοψης, ισχυρούς προμαχώνες. Ο Αλή Πασάς έκτισε εδώ το περίφημο σεράι του (ανάκτορο), ένα πολυώροφο και πολυτελές κτήριο, που καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1870. Η μορφή του μας είναι γνωστή από περιγραφές και γκραβούρες περιηγητών, ενώ τα κατάλοιπά του έχουν αποκαλυφθεί κατά τη διάρκεια ανασκαφών.
Η οχύρωση του Αλή Πασά ακολουθεί στη μεγαλύτερη έκτασή της τη βυζαντινή χάραξη, διατηρώντας και ενσωματώνοντας σε πολλά σημεία τα ιστάμενα βυζαντινά τείχη, στα οποία αναγνωρίζονται διαφορετικές οικοδομικές φάσεις. Από τους πύργους της βυζαντινής οχύρωσης, ο πιο καλοδιατηρημένος είναι ο εντυπωσιακός κυκλικός πύργος στο Ιτς Καλέ, γνωστός ως «Πύργος του Βοημούνδου», καθώς θεωρείται ότι ανεγέρθηκε από τους Νορμανδούς το 1082. Κοντά στη δυτική πύλη διατηρείται επίσης ο ορθογώνιος «Πύργος του Θωμά», που από ορισμένους ερευνητές, ωστόσο, θεωρείται ότι δεν είναι πύργος, αλλά ότι αποτελεί τμήμα της κεντρικής πύλης της αρχικής οχύρωσης του Κάστρου. Στην πρόσοψη του «πύργου» διατηρείται πλίνθινη επιγραφή με το όνομα Θωμάς, που θεωρείται ότι αναφέρεται στον Σέρβο ηγεμόνα Θωμά Πρελιούμποβιτς (1367-1384) ή, σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, στον τελευταίο Κομνηνοδούκα δεσπότη του Δεσποτάτου της Ηπείρου, Θωμά Α΄ (περ. 1296/8-1318).
Εντός του κάστρου και των δύο ακροπόλεων διατηρείται σήμερα ένας αξιόλογος αριθμός μνημείων, που όλα ανήκουν στην οθωμανική περίοδο. Οι πηγές αναφέρουν ότι στο Κάστρο υπήρχαν 21 εκκλησίες και επτά μοναστήρια, ωστόσο το μοναδικό βυζαντινό μνημείο που έχει έρθει στο φως εντός του κάστρου είναι τα κατάλοιπα ενός λουτρού του α΄ μισού του 13ου αιώνα στην αυλή του 9ου Δημοτικού Σχολείου, κοντά στην είσοδο της Βορειοανατολικής ακρόπολης. Τα μνημεία του Κάστρου, τα περισσότερα εκ των οποίων σήμερα έχουν αναστηλωθεί, στεγάζουν μουσεία ή εξυπηρετούν διάφορες χρήσεις. Η Νοτιοανατολική ακρόπολη λειτουργεί σαν αρχαιολογικός χώρος.
Μνημεία και Μουσεία - Εκθεσιακοί χώροι Κάστρου
Στοές δυτικού σκέλους του τείχους - Φωτογραφική έκθεση
Στις αποκατεστημένες στοές που διαμορφώνονται μέσα στο πάχος του δυτικού σκέλους της οχύρωσης, βόρεια της κεντρικής πύλης, φιλοξενείται φωτογραφική έκθεση με τίτλο «Από τη βυζαντινή καστροπολιτεία στην οθωμανική μεγαλούπολη», που αναφέρεται στην ιστορική εξέλιξη της πόλης και του Κάστρου.
Εβραϊκή Συναγωγή
Από τις εβραϊκές συναγωγές που διέθετε η πόλη, διατηρείται σήμερα σε μικρή απόσταση από την κεντρική πύλη του Κάστρου η μεγάλων διαστάσεων Παλιά Συναγωγή (Καχάλ Καντόσς Γιασσάν), γνωστή και ως Παλιό ή Μέσα Συναγώι. Γνώρισε διάφορες κατασκευαστικές φάσεις, με κυριότερη αυτή του 1829.
Οθωμανικό λουτρό
Οθωμανική Βιβλιοθήκη
Το κομψό κτήριο, με το χαρακτηριστικό κιονοστήρικτο προστώο στην πρόσοψή του, θεωρείται ότι λειτουργούσε ως βιβλιοθήκη, καθώς περιείχε έναν μεγάλο αριθμό χειρογράφων και έντυπων βιβλίων. Καθώς βρίσκεται έξω από την πύλη της Βορειοανατολικής ακρόπολης, είναι πιθανό να εξυπηρετούσε τις εκπαιδευτικές ανάγκες του μεντρεσέ που είναι κτισμένος στο εσωτερικό της.
Σουφαρί Σεράι (Παλάτι των Ιππέων) - Γ.Α.Κ. - Ιστορικό Αρχείο Ηπείρου
Το εντυπωσιακό διώροφο κτήριο, κτισμένο στο βορειοανατολικό τμήμα του Κάστρου, ανεγέρθηκε από τον Αλή Πασά ως κτήριο στρατωνισμού των σωμάτων σωματοφυλακής και ιππικού. Σήμερα φιλοξενεί το Ιστορικό Αρχείο Ηπείρου των Γενικών Αρχείων του Κράτους και τον φορέα «Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ηπείρου», που έχει ως σκοπό τη συγκέντρωση, διάσωση και προβολή υλικού, όπως ιστορικών πινάκων, χαρτών, σημαιών, όπλων, τοπικών ενδυμασιών και φωτογραφικών συλλογών, που αναφέρονται στην ιστορία του ηπειρώτικου χώρου κατά τους νεότερους χρόνους.
Μνημεία και Μουσεία Βορειοανατολικής Ακρόπολης
Συγκρότημα Ασλάν (Αρσλάν) Πασά
Το 1617/8, σύμφωνα με τη σωζόμενη επιγραφή, ανεγέρθηκε από τον Ασλάν (Αρσλάν) Πασά, σαντζακμπέη των Ιωαννίνων, το ομώνυμο τζαμί, που υπήρξε ο πυρήνας ενός μεγάλου κιουλιέ (külliye), οργανωμένου θρησκευτικού-εκπαιδευτικού συγκροτήματος με παράλληλη φιλανθρωπική δράση. Εκτός από το τζαμί, διατηρούνται σήμερα ο μεντρεσές (ιεροδιδασκαλείο) και το κτήριο των μαγειρείων του συγκροτήματος.
Τζαμί Ασλάν Πασά - Δημοτικό Εθνογραφικό Μουσείο Ιωαννίνων
Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα τζαμιά της πόλης, εξαιρετικό δείγμα αρχιτεκτονικής του 17ου αιώνα, κτισμένο στο «ψηλότερο σημείο της πόλης», όπως αναφέρει ο Εβλιγιά Τσελεμπί, ο οποίος ανέβηκε στον μιναρέ του για να ζωγραφίσει από ψηλά την πόλη. Ο ίδιος αναφέρεται στο σωζόμενο μέχρι σήμερα μινμπάρ (κτιστό άμβωνα) του τεμένους, που «μοιάζει σαν να στέκεται στον αέρα». Στο εσωτερικό του μνημείου διατηρείται αξιόλογος γλυπτός και ζωγραφικός διάκοσμος.
Το Δημοτικό Εθνογραφικό Μουσείο, που στεγάζεται στο εσωτερικό του τεμένους, φιλοξενεί, κατά κύριο λόγο, συλλογές με αντιπροσωπευτικά αντικείμενα της χριστιανικής, μουσουλμανικής και εβραϊκής κοινότητας της πόλης.
Τουρμπές Ασλάν Πασά
Πολύ κοντά, στα ανατολικά του τεμένους βρίσκεται ο οκτάπλευρος τουρμπές (θολοσκέπαστος τάφος), που κατά παράδοση ανήκει στον Ασλάν Πασά. Το εσωτερικό του κοσμείται με περίτεχνο ζωγραφικό διάκοσμο. Στον ίδιο χώρο βρίσκονταν και άλλα τέσσερα μαυσωλεία των συζύγων και των παιδιών του Ασλάν Πασά, τα θεμέλια των οποίων έχουν βρεθεί σε ανασκαφές.
Μεντρεσές Ασλάν Πασά
Στα νοτιοδυτικά του τεμένους βρίσκεται ο μεντρεσές (ιεροδιδασκαλείο) του συγκροτήματος, που αποτελεί ένα επίμηκες, μεγάλων διαστάσεων κτήριο με τους επιμέρους χώρους διαμονής και διδασκαλίας των σπουδαστών.
Μνημεία και Μουσεία Νοτιοανατολικής Ακρόπολης (ΙΤΣ ΚΑΛΕ)
Βυζαντινό Μουσείο
Το κτήριο του Μουσείου, στο ανατολικό άνδηρο του Ιτς Καλέ, ανεγέρθηκε το 1958, στη θέση της νότιας πτέρυγας του κατεστραμμένου σεραγιού του Αλή Πασά, για τη βασιλική οικογένεια και είναι γνωστό ως Βασιλικό Περίπτερο ή Παλατάκι. Φιλοξενεί σημαντικά εκθέματα της βυζαντινής περιόδου, που προέρχονται από διάφορες περιοχές ολόκληρης της Ηπείρου. Ως παραρτήματα του Μουσείου λειτουργούν το Φετιχιέ Τζαμί, το λεγόμενο «Θησαυροφυλάκιο» και η αίθουσα «Δημήτρης Κωνστάντιος».
Φετιχιέ (Φετχιέ) Τζαμί
Το «τέμενος της κατάληψης», στη νοτιοανατολική γωνία της ακρόπολης, κοντά στο Βυζαντινό Μουσείο, θεωρείται ένα από τα παλαιότερα τζαμιά της πόλης, ο ακριβής, ωστόσο, χρόνος ανέγερσής του δεν είναι γνωστός. Σύμφωνα με την παράδοση, είναι κτισμένο στη θέση του προϋπάρχοντος βυζαντινού ναού των Ταξιαρχών. Τη σημερινή του μορφή απέκτησε επί Αλή Πασά, ο οποίος το ανακαίνισε ριζικά και το ενσωμάτωσε στο παλάτι του, ως ένα είδος «βασιλικού παρεκκλησιού». Έκτοτε, επικράτησε να ονομάζεται «Τζαμί του Αλή Πασά». Εσωτερικά, ο μεγάλος τρούλος του μνημείου κοσμείται με ζωγραφικές παραστάσεις με φυτικό και γεωμετρικό διάκοσμο και χωρία αραβικών επιγραφών, ενώ το μιχράμπ (κόγχη προσευχής) φέρει διάκοσμο με γύψινες μπαρόκ και ροκοκό συνθέσεις. Στο αναστηλωμένο σήμερα μνημείο φιλοξενείται έκθεση με εποπτικό υλικό αφιερωμένη στον Αλή Πασά και την οθωμανική περίοδο των Ιωαννίνων.
Τάφος Αλή Πασά
Στον άμεσο περίβολο του Φετιχιέ Τζαμιού βρίσκεται ο υπαίθριος τάφος του Αλή Πασά και της οικογένειάς του, που κατασκευάστηκε το 1800 από τον ίδιο, μετά τον θάνατο της συζύγου του Ουμγκιουλσούμ. Εδώ είναι ενταφιασμένο το σώμα του Αλή Πασά, καθώς το κεφάλι του, μετά τον θάνατό του, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Ο τάφος καλύπτεται με εντυπωσιακό σφυρήλατο σιδερένιο κιγκλίδωμα, αντίγραφο του αρχικού που κλάπηκε κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Πυριτιδαποθήκη
Οθωμανικά Μαγειρεία
«Θησαυροφυλάκιο»
Είναι κτισμένο στη βόρεια πλευρά του σεραγιού του Αλή Πασά, του οποίου αποτελούσε τμήμα. Το όνομά του, που έχει διασώσει η προφορική παράδοση, πιθανότατα αντικατοπτρίζει την αρχική χρήση του ως θησαυροφυλάκιο. Το νοτιότερο τμήμα του διαμορφώθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα σε ναό αφιερωμένο στους Αγίους Αναργύρους, το μοναδικό σήμερα χριστιανικό κτίσμα εντός του Κάστρου. Το υπόλοιπο τμήμα του κτηρίου στεγάζει σήμερα τις συλλογές με έργα αργυροχοΐας του αρχιεπισκόπου Αθηνών Σπυρίδωνος (1949-1856), με καταγωγή από το Πωγώνι των Ιωαννίνων, και του συλλέκτη Κωνσταντίνου Ιωαννίδη.
Κτήριο φρουράς (;) - «Αίθουσα Δημήτρης Κωνστάντιος»
Δυτικά του «Θησαυροφυλακίου» βρίσκεται το μεγάλων διαστάσεων, διώροφο κτήριο της οθωμανικής περιόδου, η αρχική χρήση του οποίου δεν είναι γνωστή, πιθανολογείται ωστόσο ότι εξυπηρετούσε τη φρουρά του ανακτόρου του Αλή Πασά. Η σημερινή του ονομασία οφείλεται στον εκλιπόντα αρχαιολόγο Δημήτρη Κωνστάντιο. Το κτήριο έχει μετατραπεί σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο πολλαπλών χρήσεων και φιλοξενεί περιοδικές εκθέσεις και διάφορες άλλες εκδηλώσεις.
Δυτικός Προμαχώνας - Μαγειρεία - Μουσείο Αργυροτεχνίας ΠΙΟΠ
Το αναστηλωμένο πολυδαίδαλο συγκρότημα των στοών του δυτικού προμαχώνα της οχύρωσης του Ιτς Καλέ στεγάζει σήμερα το Μουσείο του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Τράπεζας Πειραιώς, που πραγματεύεται την τέχνη της αργυροχοΐας, η οποία γνώρισε μεγάλη άνθηση στα Ιωάννινα και την Ήπειρο ήδη από τον 16ο αιώνα, ενώ παραμένει ακμαία και δημοφιλής μέχρι σήμερα και έχει εγγραφεί στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας. Τις ανάγκες του Μουσείου εξυπηρετεί επίσης το οθωμανικό κτήριο των μαγειρείων, που εφάπτεται στην εσωτερική παρειά του προμαχώνα, με τα χαρακτηριστικά τοξωτά ανοίγματα στην όψη του και τη μονόριχτη στέγη.
Μνημεία της πόλης των Ιωαννίνων
Εκτός του Κάστρου, απέναντι από την κεντρική πύλη, απλώνεται το ιστορικό κέντρο της πόλης, όπου βρισκόταν ο χώρος της αγοράς (εμπορίον, Παζάρι), μίας από τις μεγαλύτερες και πλουσιότερες των Βαλκανίων, με κεντρικό άξονα την οδό Ανεξαρτησίας. Μία δεύτερη αγορά υπήρχε στη μεσημβρινή είσοδο της πόλης από την Άρτα και την Πρέβεζα, στη συνοικία Κανλί-Τσιεσμέ, όπου σήμερα διατηρείται το Τζαμί της Καλούτσιανης. Την εικόνα του ιστορικού κέντρου συνθέτουν σήμερα μικροί πεζόδρομοι, ιστορικά διατηρητέα κτήρια, παλιά λαϊκά σπίτια, εμπορικές στοές, όπως οι Στοές Λούλη και Λιάμπεη, χάνια και πλήθος από μικρά καταστήματα. Δραματικά ιστορικά γεγονότα, όπως η πολιορκία της πόλης από τα σουλτανικά στρατεύματα το 1820-1822, και μεγάλες καταστροφές, όπως η πυρκαγιά που κατέκαψε την πόλη το 1869, σε συνδυασμό με τη σύγχρονη ανοικοδόμηση, έχουν οδηγήσει σήμερα στην απώλεια ενός σημαντικού αριθμού από τα πολυάριθμα κτήρια των τριών κοινοτήτων της πόλης, της χριστιανικής, της μουσουλμανικής και της εβραϊκής.
Εκκλησίες
Στις άλλοτε χριστιανικές συνοικίες της πόλης, που αναπτύσσονταν εκτός του Κάστρου, οικοδομήθηκαν κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, μέσα σε διάστημα 40 περίπου χρόνων, έξι εκκλησίες στη θέση προϋπάρχοντων μικρότερων διαστάσεων ναών ή καθολικών μοναστηριών: ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Αθανασίου (1831-1832), ο Άγιος Νικόλαος της Αγοράς (1837-1842), η Κοίμηση της Θεοτόκου στη θέση της Μονής Περιβλέπτου (1838-1839), η Κοίμηση της Θεοτόκου στη θέση της Μονής Αρχιμανδρειού ή Αρχιμανδρίτου ή Κυράς Χιμαντριώτισσας (1852-1864), η Αγία Μαρίνα (1852) και η Αγία Αικατερίνη (1872-1875), μετόχι μέχρι σήμερα της ομώνυμης Μονής του Σινά. Ο ναός του Αγίου Νικολάου «Κοπάνων», που είναι συνδεδεμένος με τοπικούς θρύλους και δραματικά ιστορικά γεγονότα της πόλης, ανεγέρθηκε το 1843, επίσης στη θέση προγενέστερου ναού, στην περιοχή της Λιμνοπούλας, κοντά στις βόρειες όχθες της λίμνης, όπου οι γυναίκες συνήθιζαν να πλένουν τα ρούχα τους κτυπώντας τα με κόπανο. Οι μεγάλες διαστάσεις των επτά εκκλησιών, η ανοικοδόμησή τους μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα και η χαρακτηριστική επιμελημένη τοιχοποιία τους από λαξευτούς ασβεστόλιθους, είναι ενδεικτικά της οικονομικής και κοινωνικής επιφάνειας των Ηπειρωτών ευεργετών που συνέδραμαν στην αποπεράτωσή τους.
Οι εκκλησίες του 19ου αιώνα στα Ιωάννινα ακολουθούν τον ευρύτατα διαδεδομένο αυτήν την περίοδο τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης ή καμαροσκέπαστης βασιλικής. Σε ορισμένες περιπτώσεις διαθέτουν υπερυψωμένο γυναικωνίτη στη δυτική τους πλευρά ή άλλα προσκτίσματα, όπως ανοικτές στοές (χαγιάτια). Τα επιβλητικά τους καμπαναριά αποτελούν κατά κανόνα προσθήκες του 20ού αιώνα. Το εσωτερικό τους κοσμείται με τοιχογραφίες, που έχουν εκτελεστεί από επώνυμους ζωγράφους από τα Γιάννενα ή άλλες περιοχές της Ηπείρου. Τα τέμπλα τους, όπως και οι άμβωνες και οι επισκοπικοί θρόνοι, είναι κατά κύριο λόγο ξυλόγλυπτα και έχουν εκτελεστεί από τους φημισμένους και περιζήτητους ξυλογλύπτες (ταλιαδόρους ή ταγιαδόρους) της Ηπείρου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ναοί των Ιωαννίνων διαθέτουν πλούσια κοσμημένα ταβάνια και άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία, που προδίδουν επιδράσεις από την κοσμική αρχιτεκτονική. Στις εκκλησίες των Ιωαννίνων φυλάσσονται αξιόλογης τέχνης φορητές εικόνες και άλλα πολύτιμα εκκλησιαστικά σκεύη.
Οίκος Αγίου Γεωργίου του Νεομάρτυρα των Ιωαννίνων
Το σπίτι του πολιούχου αγίου της πόλης, που απαγχονίστηκε από τους Οθωμανούς το 1838, βρίσκεται κοντά στη βόρεια όχθη της λίμνης. Αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της λαϊκής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα και σήμερα λειτουργεί ως παρεκκλήσιο του μητροπολιτικού ναού του Αγίου Αθανασίου.
Προμαχώνας Λιθαρίτσια
Οικοδομήθηκε από τον Αλή Πασά γύρω στο 1800 ως τμήμα ενός ευρύτερου δικτύου ισχυρών οχυρωματικών κατασκευών για την ενίσχυση της άμυνας του Κάστρου, σε απόσταση 550 μ. περίπου νοτιοδυτικά από αυτό, στον ομώνυμο χαμηλό και απόκρημνο βραχώδη λόφο που σήμερα καταλαμβάνεται από το Αρχαιολογικό Μουσείο, τα κεντρικά καταστήματα των Τραπεζών Ελλάδας και Εθνικής, το κτήριο της 8ης Μεραρχίας και το Πνευματικό Κέντρο Ιωαννιτών. Πρόκειται για έναν ογκώδη πολύπλευρο ισχυρό προμαχώνα που διαρθρώνεται σε πολλά επίπεδα, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους με ράμπες και κλίμακες. Από την οχύρωση του λόφου έχει διασωθεί σήμερα ένα μικρό μόνο τμήμα, κυρίως της νοτιοανατολικής πλευράς, που μετά την αποκατάστασή του φιλοξενεί το αναψυκτήριο. Ο Αλή Πασάς, μετά την ολοκλήρωση του σεραγιού του στο Κάστρο, έκτισε μεταξύ του 1807 και 1808 στην κορυφή του λόφου Λιθαρίτσια ένα δεύτερο μεγάλων διαστάσεων «κομψότατο παλάτιον». Κάτω από τον λόφο έκτισαν τα παλάτια τους οι δύο γιοι του Αλή Πασά, ο Μουχτάρ Πασάς και ο Βελή Πασάς. Από τα τρία παλάτια, που είναι γνωστά μέσα από περιγραφές και γκραβούρες περιηγητών, διατηρούνται σήμερα μόνο τρία από τα κτήρια του συγκροτήματος του Βελή Πασά.
Συγκρότημα Βελή Πασά - Μουσείο Εθνικής Αντίστασης Ιωαννίνων
Στη νότια πλευρά του λόφου των Λιθαριτσίων βρίσκεται το τζαμί του Βελή Πασά, γνωστό και ως Τσιεκούρ Τζαμί, από την ονομασία της παρακείμενης συνοικίας. Έχει ανεγερθεί στη θέση προϋπάρχοντος τεμένους, που ταυτίζεται με το γνωστό από τις πηγές Μπαλή Κετχουντά ή Μπαλιγιέ Τζαμί. Στο συγκρότημα ανήκει το παρακείμενο ισόγειο κτήριο του μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείου), που στεγάζει σήμερα το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης, το οποίο φιλοξενεί υλικό σχετικό με την ενεργή συμμετοχή της πόλης στον αγώνα εναντίον της Γερμανικής κατοχής. Σε κοντινή απόσταση βρίσκεται το μεγάλων διαστάσεων ισόγειο κτήριο με τη σύνθετη εσωτερική διάρθρωση, το οποίο λειτουργούσε ως μαγειρείο του συγκροτήματος.
Τζαμί της Καλούτσιανης
Είναι γνωστό και ως Κανλί Τσεσμέ Τζαμί, Τζαμί Μεχμέτ Πασά ή Αχμέτ Πασά Τζαμί ή Καλού Τζαμί και βρίσκεται στην κεντρική πλατεία της ομώνυμης συνοικίας. Σύμφωνα με επιγραφή, ανεγέρθηκε το 1740 από τον Χατζή Μεχμέτ Πασά, βαλή (διοικητή) των Ιωαννίνων, στη θέση προγενέστερου μεστζίτ (μικρού τεμένους χωρίς μιναρέ). Η ονομασία Κανλί Τσεσμέ, που σημαίνει «βρύση του αίματος», συνδέεται πιθανότατα με την αιματηρή κατάληξη για τον χριστιανικό πληθυσμό της πόλης του επαναστατικού κινήματος του αγίου Διονύσιου το 1611. Στο εσωτερικό του τεμένους διατηρείται το πλούσια κοσμημένο μιχράμπ (κόγχη προσευχής), το ξυλόγλυπτο μινμπάρ (κτιστός άμβωνας) και το πατάρι (dikka) με τα περίτεχνα ξύλινα κιγκλιδώματα. Ο τρούλος εσωτερικά φέρει ζωγραφικό διάκοσμο με αραβουργήματα.
Ρολόι
Αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά αξιοθέατα της πόλης και βρίσκεται στην Κεντρική Πλατεία, επί της οδού Αβέρωφ. Συνδυάζει στοιχεία της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής με χαρακτηριστικά του ανατολίτικου ρυθμού. Κτίστηκε το 1905 με πρωτοβουλία του Οσμάν Πασά του Κούρδου, βαλή και γενικού διοικητή Ηπείρου και Νοτίου Αλβανίας, σε σχέδια και επίβλεψη του Γιαννιώτη αρχιτέκτονα Περικλή Μελίρρυτου με σκοπό να γιορταστεί το ιωβηλαίο του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Xαν. Αρχικά είχε κτιστεί στο κέντρο της επονομαζόμενης Κάτω Πλατείας, λίγο βορειότερα από τη σημερινή, αλλά μεταφέρθηκε στη σημερινή του θέση το 1925 με επίβλεψη του ίδιου αρχιτέκτονα, λόγω των ζημιών που υπέστη το 1918 από πυροβόλο κατά τον εορτασμό της νίκης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Δημόσια κτήρια
Στα Ιωάννινα διατηρείται σήμερα ένας αξιόλογος αριθμός κτηρίων του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, που κατά κύριο λόγο είναι επηρεασμένα από τα ρεύματα του νεοκλασικισμού ή του εκλεκτικισμού. Το κτήριο που στεγάζει σήμερα την 8η Μεραρχία, επί της οδού Αβέρωφ, στον λόφο Λιθαρίτσια, είναι ένα από τα πρωιμότερα της πόλης (1877-1879). Το «Κονάκι», όπως αποκαλούνταν παλαιότερα, ανεγέρθηκε στη θέση όπου βρισκόταν το ανάκτορο του Μουχτάρ, γιου του Αλή Πασά, από τον Ρασίμ Πασά για να στεγάσει το στρατηγείο της πόλης.
Πολλά από τα γνωστότερα κτήρια της πόλης, όπως η Παπαζόγλειος Υφαντική Σχολή (1898), η παλιά Ζωσιμαία Σχολή (1901), η Ζωσιμαία Βιβλιοθήκη (πρώην Δημοτικά Λουτρά) (αρχές 20ού αι.), το κεντρικό Ταχυδρομείο (πρώην Οθωμανικό Παρθεναγωγείο ή Μέση Αστική Σχολή Θηλέων) (1905), το Καπλάνειο Μέγαρο (1926) και πιθανότατα το θέατρο Ολύμπια, κατασκευάστηκαν σε σχέδια του Γιαννιώτη αρχιτέκτονα Περικλή Μελίρρυτου (1870-1937), που σφράγισε με το έργο του την αρχιτεκτονική της πόλης. Μεταξύ των σημαντικότερων κτηρίων της πόλης συγκαταλέγονται ακόμη η Εμπορική Σχολή (δεκαετία 1870), το Δημοτικό Μαιευτήριο (1894), το Οικοτροφείο Θηλέων (τέλη 19ου αι.) και το Ορφανοτροφείο Γεωργίου Σταύρου (τέλη 19ου αι.).
Αρχοντικά και παραδοσιακές κατοικίες
Οι παραδοσιακές κατοικίες στην πόλη των Ιωαννίνων διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: τα λαϊκά σπίτια, που βρίσκονται κυρίως εντός του Κάστρου και σε διάσπαρτες συνοικίες έξω από αυτό, τα λεγόμενα νοικοκυρόσπιτα, σπίτια επιμελέστερης κατασκευής, που είναι κτισμένα εκτός του Κάστρου, και τα αρχοντικά, επίσης εκτός του Κάστρου, όπου υπήρχε ο απαιτούμενος οικοδομήσιμος χώρος για την ανέγερσή τους, καθώς πρόκειται για ευμεγέθη κτήρια, με μεγάλες περίκλειστες αυλές. Τα αρχοντικά των Ιωαννίνων, ακολουθούν με μικρές παραλλαγές τον τύπο των αρχοντικών σπιτιών της Ηπειρωτικής Ελλάδας και διαθέτουν εσωτερικά γύψινα τζάκια και πλούσιο ξυλόγλυπτο και ζωγραφικό διάκοσμο.
Ένα από τα ωραιότερα αρχοντικά είναι της οικογένειας του Χουσεΐν Μπέη, επί της οδού Πινδάρου, κοντά στο γήπεδο ποδοσφαίρου της πόλης, που είναι γνωστό και ως «Σπίτι του Δεσπότη», καθώς για ένα διάστημα αποτέλεσε την έδρα του μητροπολίτη της πόλης. Μαζί με την οικία του Πασά Καλού, τη μοναδική εντός του Κάστρου, που πήρε το όνομά της από τον Μεχμέτ Β΄, τον επονομαζόμενο και «Καλό Πασά», βαλή των Ιωαννίνων (1762-1775), είναι από τα λίγα κοσμικά κτήρια της πόλης που διασώθηκαν από τη συστηματική πυρπόλησή της από τα οθωμανικά στρατεύματα το 1820-1822. Τα αρχοντικά Πυρσινέλλα (περ. 1830), Μίσιου (1844) και Βαρζέλη (1850) είναι επίσης χαρακτηριστικά δείγματα της γιαννιώτικης κοσμικής αρχιτεκτονικής του α΄ μισού του 19ου αιώνα. Εξαιρετικό αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν ακόμη οι αστικές κατοικίες του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, όπως οι οικίες Πυρσινέλλα (σημ. Δημοτική Πινακοθήκη), Λαζαρίδη, Σπέγγου, Τζαβέλλα και Τρούγκου-Σακελλίωνος.
Χάνια
Στα Ιωάννινα διατηρείται σήμερα ένας αξιόλογος αριθμός από τα πολυάριθμα χάνια που ήταν συγκεντρωμένα άλλοτε κυρίως στην περιοχή της αγοράς. Ένα από τα καλύτερα διατηρημένα είναι το γνωστό ως «Χάνι των Ιωαννίνων», «Χάνι Θανόπουλου» ή «Χάνι Λάμπρου», από τα ονόματα των εκάστοτε ιδιοκτητών του, επί της οδού Κάνιγγος. Το διώροφο κτήριο ανεγέρθηκε τη δεκαετία του 1870, μετά την αναμόρφωση της περιοχής που ακολούθησε την καταστρεπτική πυρκαγιά του 1869. Στο ισόγειό του διέθετε καταστήματα στραμμένα προς τον δρόμο, εστιατόριο, αποθήκες, στάβλους και αχυρώνες, ενώ στον όροφο υπήρχε σειρά δωματίων για τη διαμονή των πελατών.
Σπήλαιο Περάματος
Το Σπήλαιο στο προάστειο Πέραμα, στη βόρεια όχθη της λίμνης, 4 μόλις χλμ. έξω από τα Ιωάννινα, αποτελεί ένα εντυπωσιακό δημιούργημα της φύσης και δημοφιλές τουριστικό αξιοθέατο της περιοχής.
Μουσεία - Ιδρύματα της πόλης των Ιωαννίνων
Αρχαιολογικό Μουσείο (πλατεία 25ης Μαρτίου 6)
Κτισμένο από τον σπουδαίο αρχιτέκτονα της δεκαετίας του 1960 Άρη Κωνσταντινίδη στο κέντρο της πόλης, στον λόφο Λιθαρίτσια, φιλοξενεί πλούσια εκθέματα από όλα τα γεωγραφικά διαμερίσματα της Ηπείρου.
Λαογραφικό Μουσείο «Κώστας Φρόντζος» (οδός Μιχαήλ Αγγέλου 42)
Στεγάζεται σε αρχοντικό του 19ου αιώνα και δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών (Ε.Η.Μ.) και του θυγατρικού της Ιδρύματος Μελετών Ιονίου και Αδριατικού Χώρου (Ι.Μ.Ι.Α.Χ.). Το όνομά του οφείλεται στον συλλέκτη και εμπνευστή του μουσείου Κώστα Φρόντζο. Τα εκθέματα του μουσείου αποτελούν αξιόλογα τεκμήρια του ηπειρώτικου λαϊκού πολιτισμού.
Ιστορικό Μουσείο Ιωαννίνων Χ. Νικολάου (οδός Νεοπτολέμου 9)
Βρίσκεται απέναντι από την κεντρική πύλη του Κάστρου. Στους δύο ορόφους του διατηρητέου αρχοντικού του 1900 φιλοξενείται ένας σημαντικός αριθμός εκθεμάτων, που αναδεικνύουν διάφορες πτυχές της καθημερινής ζωής των κατοίκων των Ιωαννίνων και του ευρύτερου ελλαδικού χώρου κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο.
Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων (συμβολή των οδών 28ης Οκτωβρίου και Κοραή)
Στεγάζεται στην οικία Πυρσινέλλα, χαρακτηριστική εκλεκτικιστική αρχοντική κατοικία του τέλους του 19ου αιώνα, και φιλοξενεί έργα μεγάλων Ελλήνων καλλιτεχνών του 19ου και 20ού αιώνα.
Πινακοθήκη της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών (οδός Παρασκευοπούλου 4)
Στη Συλλογή της Πινακοθήκης περιλαμβάνεται ένας σημαντικός αριθμός έργων ορισμένων από τους σπουδαιότερους Έλληνες ζωγράφους, καθώς επίσης και σπάνια χαρακτικά και χάρτες ηπειρώτικου ενδιαφέροντος.
Ζωσιμαία Δημόσια Κεντρική Ιστορική Βιβλιοθήκη Ιωαννίνων (συμβολή των οδών Μάρκου Μπότσαρη και Ελευθερίου Βενιζέλου)
Στεγάζεται σε διώροφο κτήριο του αρχιτέκτονα Περικλή Μελίρρυτου, στο κέντρο της πόλης. Η ιστορική Βιβλιοθήκη δημιουργήθηκε το 1828 με την ίδρυση από την οικογένεια των Ζωσιμάδων του Δημόσιου Γενικού Ελληνικού Σχολείου (μετέπειτα Ζωσιμαίας Σχολής). Στη Βιβλιοθήκη της Σχολής συγκεντρώθηκαν όλα τα διασωθέντα βιβλία από τις προϋπάρχουσες Σχολές Καπλανείου και Μπαλαναίας, αλλά και τα βιβλία που εκδίδονταν ή αγοράζονταν με δαπάνη της οικογένειας. Σήμερα διαθέτει μια πλουσιότατη συλλογή, στην οποία περιλαμβάνονται και χειρόγραφα του 12ου-19ου αιώνα.
Μουσεία Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστήμιου στεγάζονται το Λαογραφικό Μουσείο, η Βιβλιοθήκη και Μουσείο Μαρίας και Σπύρου Μαλαφούρη (Eρνάνη), με πλούσια συλλογή βιβλίων, χειρογράφων, πινάκων ζωγραφικής και χαρακτικών, το Μουσείο Εκμαγείων, με αντίγραφα αντιπροσωπευτικών έργων της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής, και το Μουσείο Τυπογραφίας και Τεχνολογίας Γραφικών Τεχνών, με εκθέματα που χρονολογούνται από τον 18ο έως τα μέσα του 20ού αιώνα και παρουσιάζουν την τυπογραφική ιστορία της χώρας. Στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου στεγάζεται το Μουσείο Ιστορίας της Ιατρικής, με αντικείμενα που παρουσιάζουν την εξέλιξη της ιατρικής από την αρχαιότητα έως τον 20ό αιώνα.
Νησί Ιωαννίνων: Μονές και Μουσεία
Το μικρό Νησί βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της λίμνης Παμβώτιδας, το δεύτερο κατοικημένο νησί σε λίμνη της χώρας, μαζί με τη νησίδα του Αγίου Αχιλλείου στις Πρέσπες. Ο μικρός γραφικός οικισμός στη βορειανατολική του πλευρά, που έχει χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, δημιουργήθηκε πιθανότατα τον 16ο αιώνα. Στο κέντρο του βρίσκεται ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, που ανεγέρθηκε μετά το 1822 και αποτελεί τυπικό δείγμα τρίκλιτης βασιλικής της όψιμης οθωμανικής περιόδου. Στους βυζαντινούς χρόνους ανάγεται η ίδρυση στο Νησί δύο μονών, του Αγίου Νικολάου Φιλανθρωπηνών ή του Σπανού και του Αγίου Νικολάου Στρατηγόπουλου ή Ντίλιου, αφιερωμένων στον προστάτη άγιο των ναυτιλλομένων, ιδιαίτερα τιμώμενο μεταξύ των ψαράδων στη λίμνη των Ιωαννίνων. Οι δύο μονές, κτισμένες στη δυτική πλευρά του Νησιού από τις βυζαντινές αρχοντικές οικογένειες των Φιλανθρωπηνών και των Στρατηγόπουλων αντίστοιχα, που κατέφυγαν στα Ιωάννινα μετά το 1204, αποτέλεσαν την αφετηρία για την εγκαθίδρυση στο Νησί του μοναχισμού, ο οποίος γνώρισε τη μεγαλύτερη του ακμή κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα.
Την περίοδο αυτή ανακαινίστηκαν και τοιχογραφήθηκαν από σπουδαίους ζωγράφους οι δύο υφιστάμενες μονές του νησιού, ενώ ιδρύθηκαν η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου από τους αδελφούς ιερομόναχους Νεκτάριο και Θεοφάνη της αρχοντικής οικογένειας των Αψαράδων (1506/7) και η Μονή της Παναγίας Ελεούσας (πρώην Μονή Αγίου Νικολάου των Ανέμων ή των Γκιουμάτων ή των Μεθοδάτων) (β΄ μισό 16ου αι.). Η ακμή της μοναστικής κοινότητας συνεχίστηκε και τους επόμενους αιώνες με την ίδρυση τριών ακόμη μονών, του Αγίου Παντελεήμονα, της Μεταμόρφωσης και του Προφήτη Ηλία.
Οι επτά συνολικά μονές του Νησιού λειτούργησαν ως τόπος άσκησης, αλλά και ως πνευματικά κέντρα με ιδιαίτερο κύρος για την περιοχή, ενισχυόμενες οικονομικά από τις πλούσιες δωρεές των απόδημων Γιαννιωτών, στους οποίους οφείλονται και οι προσωνυμίες τους (Σπανού, Ντίλιου, Γκιούμα, Μεθοδάτων). Παράλληλα υπήρξαν γόνιμα κέντρα για την ανάπτυξη της μνημειακής ζωγραφικής των μεταβυζαντινών χρόνων. Οι εξαιρετικής ποιότητας τοιχογραφίες της Μονής Φιλανθρωπηνών έχουν εκτελεστεί σε τρεις φάσεις (1531/2, 1542 και 1560) και αποτελούν κορυφαία δείγματα της ζωγραφικής της λεγόμενης Σχολής της Βορειοδυτικής Ελλάδας ή Ηπειρώτικης Σχολής, του καλλιτεχνικού ρεύματος που ξεκίνησε κατά τον 16ο αιώνα αρχικά από την Ήπειρο και στη συνέχεια επεκτάθηκε στον δυτικό και κεντρικό ελλαδικό χώρο. Στον τεράστιας έκτασης τοιχογραφικό διάκοσμο του μνημείου, που περιλαμβάνει πάνω από 170 ολόσωμες μορφές αγίων και πάνω από 750 επιμέρους σκηνές, βρίσκονται αποκρυσταλλωμένες οι τάσεις της Σχολής, η οποία παλαιότερα είχε επικρατήσει να ονομάζεται και Σχολή των Θηβών, λόγω της καταγωγής από τη Θήβα των σπουδαιότερων εκπροσώπων της, του Φράγκου Κατελάνου και των αδελφών Φράγκου και Γεώργιου Κονταρή. Το έργο των κορυφαίων Θηβαίων ζωγράφων αναγνωρίζεται μάλιστα στο δεύτερο και στο τρίτο στρώμα της Μονής Φιλανθρωπηνών, του 1542 και 1560 αντίστοιχα. Στους αδελφούς Κονταρή αποδίδεται επίσης το πρώτο στρώμα τοιχογραφιών του καθολικού της Μονής της Παναγίας Ελεούσας. Εξαίρετα δείγματα της τέχνης της ίδιας Σχολής αποτελούν οι τοιχογραφίες της Μονής Ντίλιου (1542-1543), που έχουν εκτελεστεί από ένα αξιόλογο εργαστήριο ζωγράφων, τα ονόματα των οποίων δεν είναι ωστόσο γνωστά.
Οι επτά μονές υπέστησαν σημαντικές καταστροφές κατά τα πολεμικά γεγονότα του 1820-1822, όταν κατέφυγε στο Νησί ο Αλή Πασάς, όπου και θανατώθηκε στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα. Εδώ στεγάζεται σήμερα το Μουσείο Αλή Πασά και Επαναστατικής Περιόδου, όπου φιλοξενείται η σπουδαία συλλογή της οικογένειας Φώτη Ραπακούση, με μοναδικά ιστορικά κειμήλια. Σήμερα είναι σε λειτουργία μόνο η Μονή της Παναγίας Ελεούσας, ενώ οι υπόλοιπες μονές αποτελούν μετόχια της.





