Θεσσαλονίκη

Θεσσαλονίκη, «ἡ πρώτη μετὰ τὴν πρώτην»

Η Θεσσαλονίκη, η «νύμφη του Θερμαϊκού», όπως αποκαλείται, κτισμένη στον μυχό του ομώνυμου κόλπου, του μεγαλύτερου του Αιγαίου πελάγους, υπήρξε διαχρονικά ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Μεσογείου. Το εξαιρετικά πλούσιο απόθεμα μνημείων και αρχαιολογικών χώρων, που εντάσσονται στον σύγχρονο πολεοδομικό ιστό της πόλης, αφηγείται την πλούσια και πολυπολιτισμική μακραίωνη ιστορία της. Ιδιαίτερα σημαντικά θεωρούνται τα παλαιοχριστιανικά και βυζαντινά μνημεία της πόλης, που αποτυπώνουν τον κυρίαρχο ρόλο που αυτή διαδραμάτισε στις πολιτικές και πολιτιστικές εξελίξεις του Βυζαντίου, ως η «συμβασιλεύουσα» της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Καλύπτοντας χρονικά μία μεγάλη περίοδο, από τον 4ο έως τον 15ο αιώνα μ.Χ., αντιπροσωπεύουν διαχρονικά τον πολιτισμό και την τέχνη του Βυζαντίου, έτσι ώστε η Θεσσαλονίκη να θεωρείται σήμερα ένα «ανοικτό μουσείο» της βυζαντινής τέχνης. Δεκαπέντε από τα παλαιοχριστιανικά και βυζαντινά μνημεία της πόλης εγγράφηκαν το 1988 στον κατάλογο μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, καθιστώντας τη Θεσσαλονίκη μία από τις λίγες πόλεις με τόσο μεγάλο αριθμό μνημείων ενταγμένων στον κατάλογο του διεθνούς οργανισμού.

Μιλιοδείκτης Γνάιου Εγνάτιου Γαΐου, Α. Μ. Θεσσαλονίκης, φωτ. Ο. Κουράκης / Milestone of Gnaeus Egnatius Gaius, Thessaloniki Archaeological Museum, no.6932, phot. O. Kourakis
Μιλιοδείκτης Γνάιου Εγνάτιου Γαΐου, Α. Μ. Θεσσαλονίκης, φωτ. Ο. Κουράκης / Milestone of Gnaeus Egnatius Gaius, Thessaloniki Μιλιοδείκτης Γνάιου Εγνάτιου Γαΐου, Α. Μ. Θεσσαλονίκης, φωτ. Ο. Κουράκης / Milestone of Gnaeus Egnatius Gaius, Thessaloniki Archaeological Museum, no.6932, phot. O. Kourakis

Η προνομιακή και φυσικά προστατευμένη γεωγραφική θέση της Θεσσαλονίκης υπήρξε αποφασιστικός παράγοντας για την εξέλιξη και ανάδειξή της σε ένα από τα πιο δραστήρια εμπορικά και οικονομικά κέντρα των Βαλκανίων από την ίδρυσή της μέχρι και σήμερα. Πέρα από το λιμάνι της, η Θεσσαλονίκη πάντοτε προσέβλεπε προς την πλούσια ενδοχώρα της. Οι βυζαντινές πηγές επισημαίνουν την αρμονική συνύπαρξη του χερσαίου με το υδάτινο στοιχείο που της εξασφάλιζε την αφθονία των αγαθών της, ενώ αναφέρονται συχνά στις φυσικές αρετές του περιβάλλοντα χώρου της: στο βουνό του Χορτιάτη, που στεφανώνει την πόλη από τη βόρεια πλευρά προφυλάσσοντας την από τους εχθρούς, στις μεγάλες και εύφορες πεδιάδες, που απλώνονται στα ανατολικά και τα δυτικά της και χαρακτηρίζονται ως επίγειοι παράδεισοι με πολλά δέντρα και άφθονα νερά, στις δύο μεγάλες της λίμνες στα ανατολικά, την Κορώνεια και τη Βόλβη, με τα μικρά και τα μεγάλα ψάρια, και στα δύο μεγάλα πλωτά ποτάμια στα δυτικά, τον Αξιό και τον Γαλλικό (Εχέδωρο), που διευκόλυναν το εμπόριο με τη βαλκανική ενδοχώρα.

Από τη Θεσσαλονίκη διέρχονταν δύο κύριες οδικές αρτηρίες, η Εγνατία οδός, η οποία της εξασφάλιζε την επικοινωνία με την Κωνσταντινούπολη στα ανατολικά, και τα λιμάνια της Αδριατικής στα δυτικά, καθώς και μία δεύτερη μεγάλη οδός, η οποία τη συνέδεε προς τα βόρεια, μέσω της κοιλάδας του Αξιού ποταμού, με τις πόλεις της Βαλκανικής και τον Δούναβη. 

Η Εγνατία οδός δεν διερχόταν μέσα από την πόλη, όπως πιστεύεται σήμερα λόγω της κοινής ονομασίας της με τη σύγχρονη μεγάλη λεωφόρο που διατρέχει το κέντρο της πόλης και ονομάστηκε έτσι μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917. Όπως έχει πειστικά υποστηριχθεί από τον αρχαιολόγο Χαράλαμπο Μακαρόνα, η αρχαία οδός ξεκινούσε από τις δύο πύλες του δυτικού τμήματος των τειχών της πόλης. Από τη Ληταία Πύλη ξεκινούσε ο ανατολικός κλάδος της αρχαίας οδού, που με κατεύθυνση προς τα βορειανατολικά διερχόταν κατά μήκος των βορειοδυτικών παρυφών του όρους Χορτιάτη και στη συνέχεια στρεφόταν προς τη λεκάνη των λιμνών Κορώνειας και Βόλβης, ακολουθώντας τη χάραξη της σημερινής Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Καβάλας. Ο δυτικός τομέας της Εγνατίας οδού ξεκινούσε από τη Χρυσή Πύλη και, διασχίζοντας τα μεγάλα ποτάμια του Αξιού και του Γαλλικού, κατευθυνόταν προς την Πέλλα και τις υπόλοιπες πόλεις στα δυτικά της Θεσσαλονίκης.

Με τη Θεσσαλονίκη συνδέονται τέσσερις μιλιοδείκτες της Εγνατίας οδού. Ο πιο σημαντικός από αυτούς βρέθηκε στις επιχώσεις του Γαλλικού ποταμού και αναφέρει το όνομα του ανθύπατου Γναίου Εγνάτιου Γαΐου, στον οποίο η οδική αρτηρία οφείλει το όνομά της (148-120 π.Χ.). Στη δίγλωσση επιγραφή του αναγράφεται η απόσταση των 260 ρωμαϊκών μιλίων ανάμεσα στο Δυρράχιο και στο σημείο που ήταν στημένος ο μιλιοδείκτης, κατά συνέπεια ήταν τοποθετημένος 7 ρωμαϊκά μίλια δυτικά της Θεσσαλονίκης. Κοντά στον Γαλλικό ποταμό βρέθηκε και ο δεύτερος μιλιοδείκτης, που σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου. Οι δύο άλλοι μιλιοδείκτες συνδέονται με τον ανατολικό κλάδο της Εγνατίας οδού, που ένωνε τη Θεσσαλονίκη με την Κωνσταντινούπολη. Ο ένας από αυτούς, που βρέθηκε στα βόρεια της Θεσσαλονίκης, κοντά στον δρόμο που οδηγεί στον Λαγκαδά, σύμφωνα με τις ελληνικές επιγραφές που φέρει, οι οποίες αναφέρονται σε αυτοκράτορες και καίσαρες της Α΄ και Β΄ Τετραρχίας (πριν το 284 έως 305/6 μ.Χ.), ήταν τοποθετημένος σε απόσταση ενός ρωμαϊκού μιλίου από τη Θεσσαλονίκη. Ο δεύτερος, που βρέθηκε στο 6ο χλμ. του δρόμου Θεσσαλονίκης-Σερρών, είναι ένας επιβλητικός κίονας ύψους 2,28 μ. και μέγιστης διαμέτρου 0,43 μ. Η λατινική επιγραφή του αναφέρεται στην απόσταση των 5 ρωμαϊκών μιλίων από τη Θεσσαλονίκη όπου ήταν τοποθετημένος, καθώς και σε επισκευή της Εγνατίας οδού από το Δυρράχιο μέχρι τη Νεάπολη (σημερινή Καβάλα), την οποία ανέλαβε ο αυτοκράτορας Τραϊανός το 112 μ.Χ., επειδή η αρχαία οδός «είχε παραμεληθεί για μεγάλο διάστημα».

Ιστορική διαδρομή

Η Θεσσαλονίκη ιδρύθηκε το 316/5 π.Χ. από τον βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρο (305-297 π.Χ.), ο οποίος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στις εμφύλιες διαμάχες για τη διαδοχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Κάσσανδρος, που κατάφερε να γίνει κυρίαρχος της Πέλλας, παντρεύτηκε στη συνέχεια τη Θεσσαλονίκη, ετεροθαλή αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Προκειμένου να επιτύχει τους πολιτικούς του στόχους, προχώρησε στην ίδρυση δύο νέων ισχυρών αστικών κέντρων, σε ιδιαίτερα πλεονεκτικές θέσεις από οικονομική και στρατιωτική άποψη. Τη μεγαλύτερη από τις δύο πόλεις, την Κασσάνδρεια, στην οποία έδωσε το όνομά του, την έκτισε στον λαιμό της ομώνυμης χερσονήσου της Χαλκιδικής. Τη δεύτερη πόλη, η οποία έμελλε να εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της περιοχής, την τίμησε με το όνομα της συζύγου του. Για την επάνδρωσή της ακολούθησε τη μέθοδο του συνοικισμού, μετέφερε δηλαδή τους κατοίκους 26 πολισμάτων γύρω από τον Θερμαϊκό κόλπο.

Μετά τη συντριπτική νίκη των Ρωμαίων στη μάχη της Πύδνας το 168 π.Χ., η Μακεδονία μετατράπηκε σε ρωμαϊκή επαρχία, αρχικά με τέσσερις διοικητικές περιφέρειες, σε μία από τις οποίες ορίστηκε πρωτεύουσα η Θεσσαλονίκη. Στη συνέχεια (μετά το 148 π.Χ.), αποτέλεσε την πρωτεύουσα ολόκληρης της Επαρχίας της Μακεδονίας (Provincia Macedonia), που τα όριά της ήταν πολύ μεγαλύτερα από το παλαιό μακεδονικό βασίλειο, καθώς προς τα βορειοδυτικά έφθανε έως την Αδριατική και προς τα νότια εκτεινόταν έως το όρος Οίτη της Στερεάς Ελλάδας. Με τη νίκη του Οκταβιανού Αυγούστου στη ναυμαχία του Ακτίου το 31 π.Χ. και την εδραίωση της ρωμαϊκής ειρήνης (Pax Romana), η πόλη γνωρίζει σημαντική οικονομική και πνευματική άνθηση. Αναδείχθηκε στην πιο πολυάνθρωπη πόλη της Μακεδονίας, εξελίχθηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο, ενώ γνώρισε παράλληλα αξιόλογη πολιτιστική ακμή, αποτελώντας τη γενέτειρα σημαντικών ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών και συγκεντρώνοντας εξέχοντες ποιητές, ρήτορες και φιλοσόφους της εποχής. Ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της οδήγησε τον ποιητή Αντίπατρο να την χαρακτηρίσει ως «μήτηρ ἡ πάσης Μακεδονίης» και τον γεωγράφο Στράβωνα ως «μητρόπολιν τῆς νῦν Μακεδονίας».

H Θεσσαλονίκη υπήρξε μία από τις πόλεις της Μακεδονίας που επισκέφθηκε ο απόστολος Παύλος δύο φορές, το 49 και το 56/7 μ.Χ., αντίστοιχα. Παρά την εκδίωξη του από τους Θεσσαλονικείς, με το κήρυγμά του έθεσε τα θεμέλια για την ίδρυση μίας από τις πρώτες χριστιανικές κοινότητες στον ελλαδικό χώρο.

Ανδριάντας Οκταβιανού Αυγούστου, Α. Μ. Θεσσαλονίκης / Statue of Octavian Augustus, Thessaloniki Archaeological Museum no. 1065
Ανδριάντας Οκταβιανού Αυγούστου, Α. Μ. Θεσσαλονίκης / Statue of Octavian Augustus, Thessaloniki Archaeological Museum no. 1065
Tourta A., “Thessalonike”, in J. Albani – E. Chalkia (eds.), Heaven and Earth: Cities and Countryside in Byzantine Greece, Αθήνα 2013, fig. 55 (ψηφιακή επεξεργασία ΔΒΜΑ / digital processing DBMA
Tourta A., “Thessalonike”, in J. Albani – E. Chalkia (eds.), Heaven and Earth: Cities and Countryside in Byzantine Greece, Αθήνα 2013, fig. 55 (ψηφιακή επεξεργασία ΔΒΜΑ / digital processing DBMA

Στο μεταίχμιο του 3ου προς τον 4ο αιώνα μ.Χ., η Θεσσαλονίκη ορίστηκε από τον τότε καίσαρα Γαλέριο έδρα του ανατολικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι γραπτές πηγές δεν παρέχουν ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τη μεταφορά της έδρας του Γαλερίου στη Θεσσαλονίκη, σύμφωνα ωστόσο με τους περισσότερους ερευνητές, η πόλη υπήρξε έδρα του για δύο χρονικές περιόδους (από το 298 μ.Χ. μέχρι το 303 μ.Χ. και από το 308 μ.Χ. έως τον θάνατό του, το 311 μ.Χ.). Το 305 μ.Χ., μετά την έκδοση διατάγματος εναντίον των χριστιανών, ο Γαλέριος διέταξε τον αποκεφαλισμό του αγίου Νέστορα και τον λογχισμό του αγίου Δημητρίου, του «φιλοπόλιδος», μυροβλύτη πολιούχου αγίου της πόλης, που, όπως πιστεύεται, για αιώνες την προστάτευε από τις βαρβαρικές απειλές. Ο Γαλέριος, που στο μεταξύ είχε αναδειχθεί αύγουστος (αυτοκράτορας), εξωράισε την πόλη εφαρμόζοντας ένα φιλόδοξο οικοδομικό πρόγραμμα, επεκτείνοντας το ανατολικό όριο της οικιστικής της περιοχής με την ανέγερση ενός πολυτελούς ανακτορικού συγκροτήματος που περιλάμβανε χώρους δημόσιας διοίκησης, παγανιστικά ιερά και αθλητικές εγκαταστάσεις σε μια έκταση 150 στρεμμάτων. Μέρος του Γαλεριανού συγκροτήματος αποτελεί το λεγόμενο τόξο του Γαλερίου, η γνωστή Καμάρα, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μνημεία της πόλης. Το ανάκτορο του Γαλερίου βρισκόταν σε άμεση επαφή με τον φημισμένο ιππόδρομο της πόλης, από τον οποίο διατηρούνται σήμερα ελάχιστα μόνο κατάλοιπα σε υπόγεια πολυκατοικιών. Την εποχή του Γαλερίου οριστικοποιήθηκε η μορφή της περιτειχισμένης πόλης, την οποία διατήρησε η Θεσσαλονίκη έως το τέλος του 19ου αιώνα.

Λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του, κατέφτασε στη Θεσσαλονίκη ο τότε αύγουστος του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Μέγας Κωνσταντίνος, ο οποίος παρέμεινε στην πόλη για δύο χρόνια προετοιμάζοντας τον αγώνα του εναντίον του πολιτικού του αντιπάλου Λικίνιου. Ο διορατικός μετέπειτα μονοκράτορας (324-337 μ.Χ.), γοητευμένος από την ομορφιά της πόλης, φρόντισε να την εφοδιάσει με μια σειρά μεγάλων τεχνικών έργων, με σημαντικότερο την κατασκευή του «σκαπτού λιμένα», ενός μοναδικού τεχνικού επιτεύγματος για την εποχή του.

Το λιμάνι του Κωνσταντίνου, στο οποίο συγκεντρώθηκε στόλος από 200 «τριακόντορες» γαλέρες και 2.000 εμπορικά πλοία, εξυπηρέτησε το εμπόριο της Θεσσαλονίκης μέχρι τον 18ο αιώνα, οπότε άρχισε να επιχώνεται λόγω ανύψωσης της θαλάσσιας στάθμης και στη θέση του διαμορφώθηκε η σημερινή συνοικία Λαδάδικα.

Με τον αυτοκράτορα Μεγάλο Θεοδόσιο (379-395 μ.Χ.), που έκανε την πόλη ορμητήριο στον αγώνα του κατά των Γότθων, ενώ φρόντισε και για την ενίσχυση των τειχών της, έχει συνδεθεί μία από τις πιο δραματικές στιγμές της ιστορίας της πόλης· τον Μάιο πιθανώς του 390 μ.Χ., προκειμένου να καταστείλει την εξέγερση των κατοίκων εναντίον της εγκατεστημένης στην πόλη γοτθικής φρουράς, έδωσε διαταγή να σφαγιαστούν όλοι οι θεατές που παρακολουθούσαν αρματοδρομίες εντός του ιπποδρόμου, με αποτέλεσμα να βρουν τραγικό θάνατο 7.000 κάτοικοι της πόλης ή ακόμη και 15.000 σύμφωνα με άλλες πηγές. Τα έργα που κατασκευάστηκαν στη Θεσσαλονίκη με πρόνοια του Μεγάλου Θεοδοσίου την ανέδειξαν σε «μεγαλούπολιν», η οποία στο εξής, μέχρι την οριστική της κατάληψη από τους Οθωμανούς το 1430, κατείχε τη θέση της επόμενης μετά την Κωνσταντινούπολη πόλης της αυτοκρατορίας («Θεσσαλονίκην μετὰ τὴν μεγάλην παρὰ Ῥωμαίων πρώτην πόλιν»). Η ζωτικότητα και η δυναμική της βυζαντινής Θεσσαλονίκης επιβεβαιώνεται μέσα από την επιτυχή αντιμετώπιση αλλεπάλληλων εχθρικών επιδρομών κατά τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορικής της διαδρομής, των Αβαροσλάβων στον 6ο και 7ο αιώνα, των Σαρακηνών στον 10ο αιώνα, των Βούλγαρων από τα τέλη του 9ου έως τον 11ο αιώνα και των Νορμανδών το 1185.

Το 1204, μετά την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Σταυροφόρους, ιδρύθηκε το Λατινικό βασίλειο της Θεσσαλονίκης και η πόλη παραδόθηκε στον μαρκήσιο Βονιφάτιο Μομφερρατικό, ο οποίος μετέτρεψε τους ναούς του Αγίου Δημητρίου και της Αγίας Σοφίας σε καθολικούς. Ο Λατίνος πιθανότατα επίσκοπος της πόλης Varinus φυγάδευσε τα λείψανα του Αγίου Δημητρίου στην Ιταλία για να εντοπισθούν από τη βυζαντινολόγο Μαρία Θεοχάρη στο αββαείο του San Lorenzo in Campo, και να επανέλθουν στη Θεσσαλονίκη το 1979.

Το 1224, η Θεσσαλονίκη καταλήφθηκε από τον δεσπότη Θεόδωρο Κομνηνό Δούκα (1215-1230) και ορίστηκε πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Τον θρίαμβο της κατάκτησης της πόλης και της επέκτασης του Δεσποτάτου της Ηπείρου ακολούθησε το 1227 η στέψη του Θεόδωρου, πιθανότατα στον μητροπολιτικό ναό της Αγίας Σοφίας, ως «αυτοκράτορα των Ρωμαίων». Το 1246, η Θεσσαλονίκη ενσωματώθηκε στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη (1222-1254) και λίγα χρόνια αργότερα (1261), με την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο, η πόλη περιήλθε και πάλι στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Κατά τα έτη 1342-1349, την πόλη συντάραξε η επανάσταση των Ζηλωτών, όταν οι λαϊκές τάξεις εξεγέρθηκαν εναντίον των ευγενών που υποστήριζαν τον Καντακουζηνό, κατά τη διάρκεια της ρήξης του με τον νόμιμο διάδοχο του θρόνου Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο (Β΄ Βυζαντινός Εμφύλιος πόλεμος). Το 1387, μετά από τετράχρονη πολιορκία, η πόλη κατέστη για πρώτη φορά φόρου υποτελής στους Οθωμανούς. Το 1403 επανήλθε στους Βυζαντινούς, μπροστά, ωστόσο, στη συνεχόμενη οθωμανική απειλή, αναγκάστηκε να παραδοθεί στους Βενετούς, με την υποχρέωση οι τελευταίοι να σεβαστούν κάποιο καθεστώς αυτοδιοίκησης και να αναλάβουν την ενίσχυση της άμυνάς της. Κατά τους παλαιολόγειους χρόνους (1261-1430), η Θεσσαλονίκη γνώρισε μεγάλη πνευματική και καλλιτεχνική ακμή. Στα μνημεία αυτής της εποχής, που ξεχωρίζουν για τη λαμπρή αρχιτεκτονική τους και τις απαράμιλλης τέχνης τοιχογραφίες, μπορεί κανείς να παρακολουθήσει όλες τις εκφράνσεις της λεγόμενης «παλαιολόγειας αναγέννησης», της μεγάλης άνθισης των γραμμάτων και των τεχνών που χαρακτηρίζει την περίοδο που ακολούθησε την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης (1261) από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο. Τόσο η αρχιτεκτονική όσο και η ζωγραφική των παλαιολόγειων μνημείων της Θεσσαλονίκης δημιούργησαν πρότυπα σε έναν ευρύ γεωγραφικό χώρο, από την Ήπειρο έως τη Θράκη και από τη Θεσσαλία έως την παλαιά Σερβία, συμπεριλαμβανομένου του Αγίου Όρους και των γειτονικών βαλκανικών χωρών, έτσι ώστε πολλοί ερευνητές να μιλούν για «Σχολή της Θεσσαλονίκης».

Ψηφιδωτό από τον Αγ. Δημήτριο/ Church of St Demetrius, wall mosaic (φωτ. ΕΦΑ Πόλης Θεσσαλονίκης/ phot. Eph. of Antiquities of Thessaloniki City)
Ψηφιδωτό από τον Αγ. Δημήτριο/ Church of St Demetrius, wall mosaic (φωτ. ΕΦΑ Πόλης Θεσσαλονίκης/ phot. Eph. of Antiquities of Thessaloniki City)
Η Σαλώμη, τοιχογραφία, ναός Αγ. Αποστόλων/ Salome, fresco, church of the Holy Apostles (αρχείο ΕΦΑ Πόλης Θεσσαλονίκης / Archive of the Ephorate of Antiquities of Thessaloniki City)
Η Σαλώμη, τοιχογραφία, ναός Αγ. Αποστόλων/ Salome, fresco, church of the Holy Apostles (αρχείο ΕΦΑ Πόλης Θεσσαλονίκης / Archive of the Ephorate of Antiquities of Thessaloniki City)

Στις 29 Μαρτίου 1430, η Θεσσαλονίκη έπεσε στα χέρια των στρατευμάτων του σουλτάνου Μουράτ Β΄. Γρήγορα απέκτησε τη φυσιογνωμία ενός σημαντικού κέντρου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την οικοδόμηση μεγάλων δημόσιων και θρησκευτικών κτηρίων και τη μετατροπή των χριστιανικών ναών σε μουσουλμανικά τεμένη. Η Σελανίκ των Οθωμανών ενσωματώθηκε στο εγιαλέτι της Ρούμελης με πρωτεύουσα την Αδριανούπολη και ορίστηκε έδρα του ομώνυμου σαντζακίου. Την οθωμανική κατάκτηση ακολούθησε μια περίοδος οικονομικής δυσπραγίας και δημογραφικής φθοράς του χριστιανικού πληθυσμού της πόλης. Σταδιακά, ωστόσο, η πόλη άρχισε να αναπτύσσεται και πάλι. Στην ενίσχυση του πληθυσμού της και στην οικονομική της ανάπτυξη συνέβαλε αποφασιστικά η εγκατάσταση ενός μεγάλου αριθμού Εβραίων. Υπολογίζεται ότι ως τις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 16ου αιώνα κατέφθασαν στην πόλη 15.000 ισπανόφωνοι Εβραίοι, οι λεγόμενοι Σεφαρδίμ. Σε απογραφή του 1519, η Θεσσαλονίκη εμφανίζει πληθυσμιακές διαστάσεις μεγαλούπολης για τα δεδομένα της εποχής, με 29.000 κατοίκους, από τους οποίους οι μισοί σχεδόν ήταν Εβραίοι. Οι διάφορες εθνότητες που κατοικούσαν στη Θεσσαλονίκη ήταν οργανωμένες σε συνοικίες. Οι μουσουλμάνοι κατοικούσαν κυρίως στην Άνω Πόλη, οι Εβραίοι στο κέντρο, στην περιοχή της αρχαίας αγοράς, ενώ οι Έλληνες ήταν διάσπαρτοι κατά μήκος της σημερινής Εγνατίας οδού και των ανατολικών τειχών της πόλης. 

φωτ. Κ. Ξενικάκης / phot. K. Xenikakis
φωτ. Κ. Ξενικάκης / phot. K. Xenikakis

Την πληθυσμιακή αύξηση της πόλης ανέκοπταν κατά καιρούς φυσικές καταστροφές, όπως η μεγάλη πυρκαγιά του 1620, που αποτέφρωσε το μεγαλύτερο τμήμα της πόλης, οι επιδημίες, όπως αυτή της πανούκλας που αποδεκάτισε τον πληθυσμό στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1620, αλλά και τα εξωτερικά στρατιωτικοπολιτικά αίτια, όπως η εκδίωξη και οι βιαιοπραγίες που ακολούθησαν σε βάρος του χριστιανικού πληθυσμού της πόλης με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Παρόλα αυτά, παρέμενε σταθερά μία από τις μεγαλύτερες πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Τζαμί Χαμζά Μπέη (Αλκαζάρ)/ Hamza Bay Mosque (Alcazar) [αρχείο ΔΒΜΑ, φωτ, Στ. Στουρνάρας / archive of DBMA, phot. St. Stournaras]
Τζαμί Χαμζά Μπέη (Αλκαζάρ)/ Hamza Bay Mosque (Alcazar) [αρχείο ΔΒΜΑ, φωτ, Στ. Στουρνάρας / archive of DBMA, phot. St. Stournaras]

Ιδιαίτερα από τον 18ο αιώνα, αποτέλεσε το σημαντικότερο εμπορικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, διακινώντας το ένα τέταρτο του εξωτερικού εμπορίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο λιμάνι της, εκατοντάδες πλοία μετέφεραν ποικίλα εμπορεύματα και από τις αγορές της ξεκινούσαν καραβάνια με δεκάδες ζώα για τις πόλεις των Βαλκανίων και της κεντρικής Ευρώπης. Στη Βενετική εμπορική παροικία, που ήταν εγκατεστημένη στην πόλη ήδη από τον 16ο αιώνα, ήρθαν να προστεθούν προξενεία της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Ολλανδίας, της Νάπολης, της Ραγούζας, της Δανίας, της Σουηδίας και της Αυστρίας, που διεύρυναν τις συναλλαγές της πόλης με τα μεγάλα εμπορικά κέντρα της Ευρώπης. Την ίδια περίοδο, κοντά στο λιμάνι και την αγορά της πόλης, δημιουργήθηκε η συνοικία του Φραγκομαχαλά, η οποία εξελίχθηκε σε μια πολυπληθή κοινωνία Φραγκολεβαντίνων. Την πρόσκαιρη διαμονή και ανεφοδιασμό των εμπόρων και των ταξιδιωτών εξυπηρετούσε ένας μεγάλος αριθμός χανιών, ενδεικτικών της εμπορικής κίνησης της πόλης. Ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί αναφέρει 16 χάνια στη Θεσσαλονίκη και έναν άγνωστο αριθμό καραβάν-σαραγιών, ενώ σε φορολογικά κατάστιχα του 1906, τα χάνια  της πόλης ανέρχονται σε 87. Η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε αυτήν την περίοδο ένα πολυπολιτισμικό κέντρο με κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα. Στις αγορές της κυκλοφορούσαν «όλες οι φυλές και όλα τα ρούχα σ’ ένα συνονθύλευμα πολύχρωμο, φαντασμαγορικό, οπερέτας και Bαβυλωνίας», όπως σημειώνει εντυπωσιασμένος το 1915 ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης. 

Οι περιηγητές περιγράφουν με θαυμασμό την πόλη που παρουσίαζε από τη θάλασσα μία απαράμιλλη ειδυλλιακή εικόνα, όπως ήταν μεγάλη, αμφιθεατρική, περικλειόμενη από ένα ισχυρό και επιβλητικό τείχος. Εντυπωσιασμένοι αναφέρονται στα μεγάλα και ψηλά της τείχη με τους ογκώδεις πύργους, τις πολυάριθμες εκκλησίες, στεφανωμένες από ψηλούς τρούλους, τα τζαμιά με τους πανύψηλους λευκούς μιναρέδες, τις μικρές και σκιερές πλατείες, το ευρύχωρο λιμάνι, το ζωντανό πλήθος των ναυτικών και των εμπόρων, ακόμη και τα πλούσια μνημεία της, όπως τη Ροτόντα και την Καμάρα.

Η όψη της Θεσσαλονίκης άρχισε να αλλάζει ριζικά από το β΄ μισό του 19ου αιώνα. Τα χερσαία ανατολικά τείχη της και τα θαλάσσια κατεδαφίστηκαν σταδιακά μετά το 1869 με σκοπό να επεκταθεί η πόλη και να «εκμοντερνιστεί», αποποιούμενη τον μεσαιωνικό της χαρακτήρα. Η επέκταση της πόλης, η διάνοιξη μεγάλων οδών, η ανέγερση μεγάλων κοσμικών κτηρίων και η υλοποίηση μεγάλων κατασκευαστικών έργων, όπως του νέου τεχνητού λιμανιού (1903), ανέτρεψαν οριστικά την εικόνα της, ενώ καθοριστικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό της έπαιξε ο σιδηρόδρομος, που το 1888 τη συνέδεσε με τα μεγάλα εμπορικά κέντρα της Ευρώπης.

Σταθμό στην σύγχρονη ιστορία της αποτελεί η μεγάλη πυρκαγιά του 1917, που κατέστρεψε 9.500 κτίσματα στο μεγαλύτερο τμήμα του κέντρου της πόλης, αφήνοντας άστεγους πάνω από 70.000 κατοίκους. Για την πυρίκαυστη ζώνη, ο Γάλλος αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και αρχαιολόγος Έρνεστ Εμπράρ (Ernest Hébrard) εκπόνησε ένα νέο φιλόδοξο πολεοδομικό πρόγραμμα, το οποίο, όμως, τελικά δεν εφαρμόστηκε όπως ήταν στην αρχική του μορφή.

Τέσσερα χρόνια πριν τη μεγάλη πυρκαγιά είχε προηγηθεί η απελευθέρωση της πόλης από τον ελληνικό στρατό, ανήμερα της εορτής του αγίου Δημητρίου (26 Οκτωβρίου 1912). Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1913), η Θεσσαλονίκη, μαζί με άλλες σημαντικές πόλεις της Μακεδονίας, ενσωματώθηκε στο Ελληνικό κράτος. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα τάχθηκε στο πλευρό των δυνάμεων της Αντάντ (Entente‎‎) και η Θεσσαλονίκη μετατράπηκε μεταξύ των ετών 1914 και 1918 σε στρατιωτική βάση της λεγόμενης Στρατιάς της Ανατολής, η οποία αποτελούνταν από πέντε διαφορετικούς εθνικούς στρατούς (Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία, Σερβία και Ρωσία). Η παρουσία της πολυφυλετικής αυτής στρατιάς, που μετέτρεψε την πόλη σε ένα τεράστιο στρατόπεδο, συνέβαλε αποφασιστικά στη θεαματική μεταμόρφωσή της μέσω μιας σειράς έργων υποδομής, όπως την κατασκευή νοσοκομείων και σχολείων, ακόμη και με τη διεξαγωγή αρχαιολογικών ανασκαφών. Σταθμό στη νεότερη ιστορία της πόλης αποτελεί το μεγάλο κύμα των προσφύγων, κυρίως από την Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη, που ακολούθησε την Μικρασιατική Καταστροφή (1922), ανανεώνοντας το ανθρώπινο δυναμικό της πόλης.

Μνημεία ενταγμένα στον κατάλογο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO

Τείχη

Η Θεσσαλονίκη διέθετε ισχυρή οχύρωση ήδη από την εποχή της ίδρυσής της από τον Κάσσανδρο το 316/5 π.Χ. Στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ., την ελληνιστική οχύρωση διαδέχτηκε εκείνη των ρωμαϊκών χρόνων, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επιδρομές των Γότθων. Τα τείχη που αντικρύζει ο σημερινός επισκέπτης ανεγέρθηκαν στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ., στα χρόνια του αυτοκράτορα Μεγάλου Θεοδοσίου (379-395 μ.Χ.), ενσωματώνοντας τα κατάλοιπα της προγενέστερης ελληνιστικής και ρωμαϊκής οχύρωσης. Στην πορεία των αιώνων που ακολούθησαν, τα τείχη δέχθηκαν επάλληλες επισκευές και ανακατασκευές, που σε πολλές περιπτώσεις επιβεβαιώνονται από επιγραφές που σώζονται σε διάφορα σημεία της οχύρωσης.

Ο οχυρωματικός περίβολος της βυζαντινής Θεσσαλονίκης είναι τραπεζιόσχημος σε κάτοψη και ενισχύεται σε πυκνά διαστήματα με εναλλασσόμενους τριγωνικούς προβόλους και τετράγωνους πύργους. Στα ευάλωτα πεδινά τμήματα, η οχύρωση ενισχυόταν με προτείχισμα (ἔξων τεῖχος ή διατείχισμα). Από την πλευρά της θάλασσας, την πόλη προστάτευε χαμηλό θαλάσσιο τείχος, το οποίο εγκόλπωνε στη νοτιοδυτική του γωνία το λιμάνι του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ιδιαίτερο κατασκευαστικό στοιχείο του θαλάσσιου τείχους αποτελεί η θεμελίωσή του πάνω σε ξύλινους πασσάλους, σφηνωμένους στα αμμώδη εδάφη της ακτής.

Στο βορειοανατολικό τμήμα της οχύρωσης είναι προσαρτημένη η ακρόπολη. Στο ψηλότερο, βορειοανατολικό άκρο της, υψώνεται το Επταπύργιο, ένα μικρό φρούριο πολυγωνικής κάτοψης και έκτασης περίπου 6.000 τ.μ., που είναι γνωστό και ως Γεντί Κουλέ. Παρουσιάζει διαφορετικές κατασκευαστικές φάσεις, που εκτείνονται χρονικά από τους παλαιοχριστιανικούς μέχρι και τους οθωμανικούς χρόνους. Η μαρμάρινη οθωμανική επιγραφή, εντοιχισμένη πάνω από το υπέρθυρο της κεντρικής εισόδου, μαρτυρεί επεμβάσεις και ανακαινίσεις πύργων και τμημάτων του φρουρίου από τον Τσαούς Μπέη, τον πρώτο Οθωμανό διοικητή της πόλης. Το φρούριο έχει συνδεθεί στη συλλογική μνήμη με τη λειτουργία του ως φυλακής της Θεσσαλονίκης για εκατό περίπου χρόνια, από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι το 1989, οπότε οι φυλακές απομακρύνθηκαν από το μνημείο.

Η πόλη διέθετε τέσσερις κύριες πύλες εισόδου, δύο στο δυτικό και δύο στο ανατολικό τμήμα της οχύρωσης, από τις οποίες ξεκινούσαν οι βασικές οδικές αρτηρίες του πολεοδομικού ιστού της πόλης. Από τα δυτικά, η είσοδος στη Θεσσαλονίκη γινόταν από τη μνημειώδη Χρυσή Πύλη (Πύλη του Βαρδάρη ή Πύλη Αξιού), που κατασκευάστηκε αρχικά ως θριαμβικό τόξο για τη νίκη των Οκταβιανού και Μάρκου Αντωνίου στη μάχη των Φιλίππων το 42 π.Χ. Από τη Χρυσή Πύλη ξεκινούσε, με κατεύθυνση Α-Δ, η κύρια βασική οδική αρτηρία της πόλης, ο decumanus maximus των ρωμαϊκών χρόνων, που κατά τους βυζαντινούς χρόνους ονομαζόταν Μέση Οδός ή Λεωφόρος. Η Λεωφόρος απέληγε στα ανατολικά στην Κασσανδρεωτική Πύλη (Πύλη της Καλαμαριάς), κοντά στην οποία αναπτυσσόταν το ανακτορικό συγκρότημα του Γαλερίου (αρχές 4ου αι. μ.Χ.). Μεγάλα τμήματα του decumanus maximus έφερε στο φως η ανασκαφική έρευνα στους σταθμούς Αγίας Σοφίας και Βενιζέλου, κάτω από τη σύγχρονη Εγνατία οδό, στο πλαίσιο κατασκευής του Μετρό Θεσσαλονίκης. Τα ιδιαίτερα εντυπωσιακά ευρήματα της ανασκαφής, που περιλαμβάνουν τα κατάλοιπα των επιμέρους αρχιτεκτονημάτων (κιονοστήρικτες στοές, καταστήματα, κρηναίο/νυμφαίο οικοδόμημα κ.ά.) που πλαισίωναν τη μαρμαροστρωμένη, πλάτους 5,00 μ., κεντρική οδό της πόλης, η οποία ακολουθεί διαχρονικά, μέχρι και σήμερα, τον ίδιο περίπου άξονα, συμπληρώνουν τις γνώσεις μας όχι μόνο για την τοπογραφία της Θεσσαλονίκης, αλλά και γενικότερα για τον πολεοδομικό σχεδιασμό των βυζαντινών πόλεων.

Η δεύτερη κύρια πύλη που ανοιγόταν στα δυτικά τείχη, βορειότερα της Χρυσής Πύλης, ήταν η Ληταία Πύλη. Από αυτήν ξεκινούσε η δεύτερη κύρια οδική αρτηρία της πόλης, η οποία απέληγε στη Νέα Χρυσή Πύλη, που ανοιγόταν στο πάχος του ανατολικού τμήματος της οχύρωσης, σε αντιστοιχία με τη Ληταία Πύλη. Άλλες μικρότερες πύλες (ψευδόθυρες) που ανοίγονταν στα τείχη εξυπηρετούσαν κυρίως στρατιωτικές ανάγκες.

Μετά την κατάκτηση της πόλης το 1430, οι Οθωμανοί ενίσχυσαν την οχύρωσή της, προσαρμόζοντάς τη στις νέες τεχνικές του πολέμου που επέβαλε η ανάπτυξη των πυροβόλων όπλων με τη χρήση της πυρίτιδας από τα μέσα του 15ου αιώνα και εξής. Μεταξύ άλλων, στο νοτιοανατολικό άκρο της οχύρωσης, στη συμβολή του ανατολικού σκέλους των τειχών με το θαλάσσιο τείχος, ανεγέρθηκε το 1535/6, στα χρόνια του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1520-1566), το Φρούριο της Καλαμαριάς, ένας  οχυρός οκταγωνικός περίβολος με πυργίσκους στις γωνίες και πυροβολεία στις πλευρές του. Στο κέντρο του οχυρού περιβόλου ανεγέρθηκε ο γνωστός σήμερα κυκλικός Λευκός Πύργος, που παλαιότερα ήταν γνωστός και με τις ονομασίες Πύργος των Γενιτσάρων και Πύργος του Αίματος (Κανλί Κουλέ), καθώς, σύμφωνα με τον ιστορικό Μιχαήλ Χατζή Ιωάννου (1888), ο οποίος τον αποκαλεί «Βαστίλη της Θεσσαλονίκης», στον εξώστη του έσφαζαν τους θανατοποινίτες, με το αίμα να βάφει τους τοίχους του. Τα κατάλοιπα του γνωστού από παλιές φωτογραφίες και περιγραφές οκταγωνικού περιβόλου αποκαλύφθηκαν σε ανασκαφική διερεύνηση το 2005, κατά τις εργασίες διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου του Λευκού Πύργου.

Ο Λευκός Πύργος υπήρξε, μαζί με τον Πύργο του Τριγωνίου στην Άνω Πόλη, γνωστό ως Τζιντζιρλή-Κουλέ (Πύργος της Αλυσίδας) ή Κουσακλή-Κουλέ (Ζωσμένος Πύργος) και το φρούριο του Βαρδαρίου στο νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης, ένα από τα ισχυρότερα οχυρά που διατηρούνται μέχρι τις μέρες μας και κατασκεύασαν οι Οθωμανοί με σκοπό την ενίσχυση της οχύρωσης.

Η συνολική περίμετρος των τειχών της βυζαντινής πόλης έφθανε τα 8 χλμ. Σήμερα, μετά την κατεδάφισή τους στα τέλη του 19ου αιώνα, διατηρούνται κατά το ήμισυ του μήκους τους, δηλαδή περίπου 4 χλμ., και είναι ορατά σε αρκετά σημεία του κέντρου της Θεσσαλονίκης και κυρίως στην Άνω Πόλη, εξακολουθώντας να συνιστούν ένα αναμφίβολα επιβλητικό σύνολο μέσα στον σύγχρονο αστικό ιστό, καθορίζοντας ευκρινώς τα όρια του ιστορικού κέντρου της πόλης.

Η Ροτόντα, που οφείλει το όνομά της στο κυκλικό της σχήμα, είναι αφιερωμένη σήμερα στον Άγιο Γεώργιο και βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της πόλης, βόρεια της οδού Δημητρίου Γούναρη. Με διάμετρο 24,50 μ. και ύψος 29,80 μ., αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά και ταυτόχρονα παλαιότερα και πιο αινιγματικά μνημεία της πόλης. Καθώς βρίσκεται στον άξονα της πομπικής οδού που συνέδεε την Καμάρα με το υστερορωμαϊκό ανάκτορο του καίσαρα και κατόπιν αυτοκράτορα Γαλερίου (293-305 μ.Χ.), θεωρήθηκε ότι αποτελεί τμήμα του ίδιου εκτεταμένου οικοδομικού προγράμματος. Λόγω του μεγέθους και της αρχιτεκτονικής του μορφής προτάθηκε η λειτουργία του είτε ως ναού αφιερωμένου στον Δία, στους Καβείρους, τους προστάτες θεούς των αυτοκρατόρων της Τετραρχίας, ή στην αυτοκρατορική λατρεία. Ερμηνεύθηκε ακόμη και ως κοσμικό κτήριο που εξυπηρετούσε τις ανάγκες του αυτοκρατορικού συγκροτήματος. Τελευταία, ωστόσο, έχει υποστηριχθεί ότι κτίστηκε με προορισμό να χρησιμεύσει ως μαυσωλείο του αυτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου (306-337 μ.Χ.), ο οποίος προίκισε την πόλη με μια σειρά από αξιόλογα κτήρια και μεγάλα κατασκευαστικά έργα.

Βασικό σταθμό της οικοδομικής ιστορίας της Ροτόντας αποτελεί η μετατροπή της σε χριστιανικό ναό, πιθανότατα αφιερωμένο στους Ασωμάτους ή Αρχαγγέλους, όπως πασιφανώς δηλώνει η προσθήκη μεγάλου Ιερού Βήματος στο ανατολικό τμήμα του αρχικού κτηρίου, η οποία, βάσει διαφορετικών απόψεων, τοποθετείται χρονολογικά μεταξύ του τέλους του 4ου και το α΄ μισό του 6ου αιώνα.

Στο εσωτερικό του μνημείου εντυπωσιάζουν τα εξαιρετικής τέχνης επιτοίχια ψηφιδωτά, που κατά κοινή παραδοχή αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της παλαιοχριστιανικής τέχνης, τα οποία διατηρούν έντονη την επίδραση της ελληνορωμαϊκής παράδοσης.

Στην Άνω Πόλη, σε πάροδο της οδού Τιμοθέου, βρίσκεται ο ναός που είναι αφιερωμένος σήμερα στον όσιο Δαβίδ της Θεσσαλονίκης και αποτελούσε άλλοτε καθολικό μονής αφιερωμένο στον Σωτήρα Χριστό τον Λατόμο, επωνυμία που οφείλεται στα λατομεία πέτρας που υπήρχαν στην περιοχή. Ο ναός, από τον οποίο σήμερα διατηρείται μόνο το ανατολικό του τμήμα, κτίστηκε στα τέλη του 5ου-αρχές 6ου αιώνα μ.Χ. στον τύπο του εγγεγραμμένου σε τετράγωνο σταυρού με κόγχη στα ανατολικά. Την ίδια περίοδο χρονολογείται η ψηφιδωτή παράσταση της Θεοφάνειας (θριαμβικής εμφάνισης του Χριστού) στην αψίδα του Ιερού Βήματος, η οποία αποτελεί ένα από τα λίγα ψηφιδωτά το οποίο περιγράφεται από μεταγενέστερο βυζαντινό συγγραφέα, συγκεκριμένα τον Ιγνάτιο, ηγούμενο της μονής Ακαπνίου της Θεσσαλονίκης (11ος ή 12ος αι.). Σύμφωνα με τη Διήγηση του Ιγνατίου, το ψηφιδωτό είχε καλυφθεί πιθανότατα τους χρόνους της Εικονομαχίας με δέρμα βοδιού και κονίαμα και αποκαλύφθηκε με θαυματουργό τρόπο στα χρόνια του αυτοκράτορα Λέοντος του Αρμενίου (813-820). Σημαντικές, επίσης, είναι οι τοιχογραφίες του τέλους του 12ου αιώνα που κοσμούν το εσωτερικό του ναού.

Επί της ομώνυμης οδού, βόρεια της Ρωμαϊκής Αγοράς, βρίσκεται ο ναός του πολιούχου αγίου της πόλης, που ανεγέρθηκε στα μέσα του 5ου αιώνα μ.Χ. από τον ανώτερο αξιωματούχο, έπαρχο του Ιλλυρικού, Λεόντιο, στη θέση όπου κατά παράδοση φυλακίστηκε και μαρτύρησε ο άγιος. Ανήκει στον τύπο της πεντάκλιτης βασιλικής με τρίκλιτο εγκάρσιο κλίτος στα ανατολικά και η σημερινή αναδομημένη μορφή του είναι το αποτέλεσμα εκτεταμένων εργασιών αναστήλωσης που άρχισαν το 1918 και ολοκληρώθηκαν το 1948, μετά τη σχεδόν ολοσχερή καταστροφή του στην πυρκαγιά του 1917. Ιδιαίτερης σημασίας είναι ο σωζόμενος γλυπτός διάκοσμος του μνημείου και η επιτοίχια ψηφιδωτή του διακόσμηση που απαρτίζεται από μεμονωμένους αναθηματικούς πίνακες, προσφορές απλών πολιτών ή αξιωματούχων της πόλης (5ος-9ος αι. μ.Χ.). Στο νότιο πτερύγιο του εγκάρσιου κλίτους του ναού είναι προσαρτημένο το παρεκκλήσιο του Αγίου Ευθυμίου, που έχει τη μορφή μικρής τρίκλιτης βασιλικής και κοσμείται με αξιόλογες τοιχογραφίες του 1302/3, που αντιπροσωπεύουν την παλαιολόγεια ζωγραφική των αρχών του 14ου αιώνα στη Θεσσαλονίκη.

Κάτω από το εγκάρσιο κλίτος του ναού βρίσκεται η Κρύπτη, όπου κατά παράδοση μαρτύρησε ο άγιος και κατά τους βυζαντινούς χρόνους συνδέθηκε με τη μυροβλυσία του αγίου, απ’ όπου οι πιστοί αντλούσαν μύρο. Η Κρύπτη λειτουργεί σήμερα ως χώρος μουσειακής έκθεσης, με αρχαιολογικά αντικείμενα που αντιπροσωπεύουν τις διάφορες φάσεις της ιστορίας και λειτουργίας του ναού.

Ο ναός του Αγίου Δημητρίου αναδείχθηκε γρήγορα σε μεγάλο προσκυνηματικό κέντρο της χριστιανοσύνης. Η μυροβλυσία του λειψάνου του θαυματουργού αγίου προσέλκυε πλήθη πιστών που έπασχαν από διάφορα νοσήματα και έρχονταν να προμηθευτούν το αγίασμα-μύρο του αγίου αναζητώντας τη μεσιτεία του για τη θεραπεία τους. Παράλληλα, ο άγιος Δημήτριος αναδείχθηκε ως ο «φιλόπολις» και «φιλόπατρις» πολιούχος άγιος της πόλης, που την προστάτευε από κάθε είδους κινδύνους, είτε εσωτερικούς, όπως η διχόνοια που διασάλευε κατά καιρούς την ευταξία της, είτε εξωτερικούς, όπως επιδρομές και πολιορκίες βαρβαρικών φύλων, ακόμη και από λιμούς και επιδημίες.

Η λατρεία του αγίου Δημητρίου γνώρισε ιδιαίτερη λαμπρότητα στη Θεσσαλονίκη. Τα Δημήτρια, εορτές με τις οποίες τιμούσε η πόλη κάθε Οκτώβριο τον πολιούχο της άγιο, διαρκούσαν πολλές ημέρες και περιλάμβαναν μια μεγάλη ετήσια εμποροπανήγυρη, που διοργανωνόταν στην πεδιάδα έξω από τα δυτικά τείχη της πόλης. Για τα δεδομένα της εποχής, η εμποροπανήγυρις αυτή είχε «διεθνή» χαρακτήρα, καθώς σε αυτή συμμετείχαν έμποροι και μεταπράτες από όλα τα μέρη του τότε γνωστού κόσμου, ακόμη και από χώρες «πέραν των Άλπεων και της χώρας των Κελτών», σύμφωνα με την περιγραφή του Τιμαρίωνα που επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη πιθανότατα στο α΄ μισό του 12ου αιώνα. Στην τεράστια αυτή υπαίθρια αγορά μπορούσε κανείς να βρει κάθε είδους εμπορεύματα: νήματα, υφάσματα, είδη οικιακού εξοπλισμού, διάφορα σκεύη και έπιπλα, ακόμη και ζωντανά ζώα, όπως βοοειδή, πρόβατα και χοίρους. Τα Δημήτρια αναβίωσαν το 1966 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα ως πολιτιστικό φεστιβάλ, που περιλαμβάνει θεατρικές, μουσικές και χορευτικές εκδηλώσεις, εκθέσεις τέχνης και ποικίλες άλλες δράσεις.

Στο κέντρο της πόλης, επί της οδού Αγίας Σοφίας, βρίσκεται ο «μέγας ναὸς» της Θεοτόκου Αχειροποιήτου, ο οποίος αποτελεί το πλέον αντιπροσωπευτικό δείγμα του αρχιτεκτονικού τύπου της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με νάρθηκα και υπερώα, που γνώρισε ευρεία διάδοση με διάφορες παραλλαγές στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική της παλαιοχριστιανικής περιόδου. Ανεγέρθηκε την τελευταία δεκαετία του 5ου ή την πρώτη δεκαετία του 6ου αιώνα μ.Χ., την περίοδο της βασιλείας του Αναστασίου Α΄ (491-518 μ.Χ.), και κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης, πλέον των δεκαπέντε αιώνων, ιστορίας του δέχτηκε πολυάριθμες επισκευαστικές επεμβάσεις. Ιδιαίτερα αξιόλογος είναι ο γλυπτός διάκοσμος του μνημείου, από τον οποίο ξεχωρίζουν τα κιονόκρανα των κιονοστοιχιών του ισογείου, για τα οποία έχει υποστηριχθεί ότι κατασκευάστηκαν από το ίδιο εργαστήριο γλυπτικής της Κωνσταντινούπολης που φιλοτέχνησε τα κιονόκρανα της βασιλικής Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη. Στο εσωτερικό του μνημείου διατηρείται εξαιρετικής ποιότητας επιτοίχιος ψηφιδωτός διάκοσμος, για τη χρονολόγηση του οποίου τελευταία έχει υποστηριχθεί ότι ανήκει σε δύο διαφορετικές φάσεις: τα ψηφιδωτά του ισογείου είναι σύγχρονα με την ίδρυση της βασιλικής, ενώ αυτά των υπερώων φιλοτεχνήθηκαν μετά την πρώτη δομική αποκατάσταση της βασιλικής στα μέσα του 7ου αιώνα μ.Χ.

Νότια της Εγνατίας οδού, επί της οδού Αγίας Σοφίας, βρίσκεται ναός που είναι αφιερωμένος στη Σοφία και στον Λόγο του Θεού, ένα από τα σημαντικότερα εκκλησιαστικά μνημεία της Θεσσαλονίκης, καθώς υπήρξε ο μητροπολιτικός ναός της πόλης από την ίδρυσή του μέχρι τη μετατροπή του σε μουσουλμανικό τέμενος το 1523/4. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη είναι κτισμένος τον 7ο ή 8ο αιώνα μ.Χ., στη θέση μίας μεγάλης πεντάκλιτης βασιλικής του 4ου ή 5ου αιώνα μ.Χ. Ο ναός, που επιβάλλεται με το μέγεθός του, αποτελεί τυπικό δείγμα μεταβατικού σταυροειδούς ναού με τρούλο και περίστωο, κατά μίμηση της Αγία Σοφίας της Κωνσταντινούπολης. Στο εσωτερικό του διατηρείται αξιόλογος επιτοίχιος ψηφιδωτός διάκοσμος, για τη χρονολόγηση του οποίου έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις. Αναγνωρίζονται τρεις διαφορετικές φάσεις, στην πρώτη από τις οποίες ανήκει ο διάκοσμος του Ιερού Βήματος, ένα από τα πιο σημαντικά και ακριβώς χρονολογημένα σύνολα ζωγραφικής της Εικονομαχικής περιόδου, καθώς σύμφωνα με τις σωζόμενες επιγραφές φιλοτεχνήθηκε στα χρόνια που ο Κωνσταντίνος Στ΄ ήταν συναυτοκράτορας με τη μητέρα του Ειρήνη (780-788). Στο τεταρτοσφαίριο της αψίδας, η παράσταση της ένθρονης Βρεφοκρατούσας έχει χρονολογηθεί από τον 9ο έως τον 12ο αιώνα, ενώ η παράσταση της Ανάληψης στον τρούλο θεωρείται ότι αποτελεί κορυφαίο δείγμα της τέχνης της λεγόμενης Αναγέννησης των Μακεδόνων (β΄ μισό 9ου-α΄ μισό 10ου αι.).

Βρίσκεται επί της Εγνατίας οδού και, σύμφωνα με επιγραφή, κτίστηκε το 1028 από τον ανώτερο αξιωματούχο Χριστόφορο και την οικογένειά του. Ο τάφος του «πρωτοσπαθάριου και κατεπάνω Λογουβαρδίας» Χριστόφορου βρίσκεται σε αρκοσόλιο που ανοίγεται στο πάχος του βόρειου τοίχου του ναού. Το μνημείο ανήκει στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο ναού και είναι χαρακτηριστικός για τις ραδινές του αναλογίες και την τοιχοποιία του, στην οποία έχει χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά πλινθοδομή. Στο εσωτερικό του κοσμείται με τοιχογραφίες, που αν και διατηρούνται αποσπασματικά, αποτελούν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον σύνολο που είναι σύγχρονο με την ίδρυση του ναού.

Αρχείο ΕΦΑ Πόλης Θεσσαλονίκης / Archive of the Ephorate of Antiquities of Thessaloniki City
Αρχείο ΕΦΑ Πόλης Θεσσαλονίκης / Archive of the Ephorate of Antiquities of Thessaloniki City

Είναι κτισμένος στη συμβολή των οδών Αρριανού και Ιασωνίδου, σε μικρή απόσταση από την αψίδα του Γαλερίου και τη Ροτόντα. Η σημερινή του επωνυμία δεν είναι η αρχική, καθώς ταυτίζεται είτε με το καθολικό της μονής της Θεοτόκου Περιβλέπτου, γνωστής και ως Μονή του κυρ Ισαάκ, από τον ιδρυτή της μητροπολίτη Ιάκωβο (1295-1314), είτε με το καθολικό της μονής του Χριστού Παντοδυνάμου, που, σύμφωνα με τις γραπτές πηγές, ίδρυσε μετά τα μέσα του 13ου αιώνα ο Θεόδωρος Κεραμέας, έκπτωτος αρχιεπίσκοπος Αχρίδας. Ανήκει στον τύπο του σύνθετου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο και περίστωο, το οποίο καταλήγει στα ανατολικά σε δύο παρεκκλήσια. Από τον τοιχογραφικό διάκοσμο του μνημείου, που χρονολογείται στις αρχές του 14ου αιώνα, διατηρούνται ελάχιστα δείγματα στην πρόθεση και το διακονικό.

Κτισμένος σε μικρή απόσταση από τα δυτικά τείχη, σήμερα στην αρχή της οδού Ολύμπου, αποτελούσε άλλοτε καθολικό μονής που πιθανότατα ήταν αφιερωμένη στην Παναγία. Η σημερινή του ονομασία οφείλεται στη λαϊκή δοξασία περί κάλυψής του με 12 τρούλλους. Κτήτορας του ναού, με βάση επιγραφικά δεδομένα, είναι ο πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης Νίφωνας (1310-1314) και ο μαθητής του, ηγούμενος της μονής, Παύλος. Ο ναός ανήκει στον τύπο του σύνθετου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με περίστωο και πέρα από τον κεντρικό τρούλο, στεγάζεται με τέσσερις ακόμη τρουλίσκους στις γωνίες. Διακρίνεται για τις εξαιρετικά αρμονικές του αναλογίες και τις πλούσια κοσμημένες εξωτερικές όψεις του με αψιδώματα, κόγχες, πλίνθινους ημικιονίσκους και κεραμοπλαστικά κοσμήματα, που ξεχωρίζουν για τον πλούτο της θεματολογίας τους και την άψογη ποιότητα εκτέλεσής τους. Ο ναός δεν αποτελεί μόνο κομψοτέχνημα της αρχιτεκτονικής, αλλά και ένα αριστούργημα της παλαιολόγειας ζωγραφικής, καθώς στο εσωτερικό του διασώζει υψηλής ποιότητας ψηφιδωτά και τοιχογραφίες.

Κτισμένος τη δεύτερη δεκαετία του 14ου αιώνα κοντά στα ανατολικά τείχη, σήμερα μεταξύ των οδών Ηροδότου και Αποστόλου Παύλου στην Άνω Πόλη, αποτελούσε άλλοτε καθολικό μονής. Ανήκε αρχικά στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής, σήμερα, ωστόσο, έχει τη μορφή μίας μονόχωρης ξυλόστεγης αίθουσας, που περιβάλλεται από τις τρεις πλευρές με περίστωο, το οποίο απολήγει στα ανατολικά σε δύο συμμετρικά παρεκκλήσια. Στο εσωτερικό του διατηρείται εξαιρετικής ποιότητας τοιχογραφικός διάκοσμος, ένα από τα πληρέστερα διατηρούμενα ζωγραφικά σύνολα στη Θεσσαλονίκη, αντιπροσωπευτικό δείγμα της παλαιολόγειας τέχνης των αρχών του 14ου αιώνα. Η ανέγερση και τοιχογράφηση του ναού έχει συνδεθεί με τον Σέρβο κράλη Μιλούτιν (1282-1321), ο οποίος είναι γνωστό από γραπτές πηγές ότι προχώρησε στην ίδρυση ναών στη Θεσσαλονίκη.  

Αρχείο ΕΦΑ Πόλης Θεσσαλονίκης / Archive of the Ephorate of Antiquities of Thessaloniki City
Αρχείο ΕΦΑ Πόλης Θεσσαλονίκης / Archive of the Ephorate of Antiquities of Thessaloniki City

Πάνω από την οδό Ολυμπιάδος, στις παρυφές της Άνω Πόλης, βρίσκεται ο ναός της Αγίας Αικατερίνης, η επωνυμία του οποίου δεν είναι η αρχική, καθώς αποτελούσε άλλοτε καθολικό μονής, που ταυτίζεται είτε με τη μονή του Χριστού Παντοδύναμου, είτε με τη μονή Φιλοκάλλη. Τελευταία, ο ναός της Αγίας Αικατερίνης έχει συσχετιστεί με το ιαματικό προσκύνημα του οσίου Νικοδήμου. Χρονολογείται στα τέλη του 13ου-αρχές 14ου αιώνα και ανήκει στον ίδιο τύπο με τον ναό των Αγίων Αποστόλων. Οι κομψές του αναλογίες και η πλούσια διάρθρωση των όψεων του τον καθιστούν εξαίρετο δείγμα της παλαιολόγειας αρχιτεκτονικής. Ο τοιχογραφικός του διάκοσμος, ο οποίος διατηρείται αποσπασματικά, ακολουθεί τη ζωγραφική παράδοση των αρχών του 14ου αιώνα.

Η σταυροπηγιακή μονή, δηλαδή εξαρτώμενη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, βρίσκεται επί της οδού Ακροπόλεως, ακριβώς έξω από τα τείχη της βυζαντινής ακρόπολης, στην Άνω Πόλη. Αποτελεί το μοναδικό βυζαντινό μοναστήρι της πόλης που λειτουργεί μέχρι σήμερα. Η μονή, αφιερωμένη αρχικά στον Χριστό Παντοκράτορα και σήμερα στη Μεταμόρφωση, ιδρύθηκε μεταξύ των ετών 1351-1371 από τον μοναχό και μετέπειτα μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Δωρόθεο Βλατή, ο οποίος υπήρξε μαθητής του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, της μεγάλης πνευματικής μορφής της Θεσσαλονίκης. Από το αρχικό συγκρότημα σώζεται μόνο το καθολικό, που ανήκει σε μια σπάνια παραλλαγή του σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού, στην οποία ο τρούλος δεν στηρίζεται σε κίονες, αλλά στους τοίχους τους Ιερού Βήματος και σε πεσσούς. Ο πυρήνας του ναού περιβάλλεται με στοά που απολήγει ανατολικά σε δύο παρεκκλήσια. Ο τοιχογραφικός διάκοσμος στο εσωτερικό του μνημείου τοποθετείται μεταξύ των ετών 1360-1380.

Στη συμβολή των οδών Εγνατίας και Παλαιών Πατρών Γερμανού βρίσκεται ο μικρός ναός του Σωτήρος, που ανήκει στον τύπο του τετράκογχου εγγεγραμμένου σε ορθογώνια κάτοψη ναού με ψηλό τρούλο. Στο εσωτερικό του διατηρείται αξιόλογος τοιχογραφικός διάκοσμος, που θεωρείται σύγχρονος με την ανέγερση του ναού και χρονολογείται στα μέσα του 14ου αιώνα. Πρόσφατη μελέτη των τοιχογραφιών περιόρισε το χρονικό όριο της εκτέλεσής τους στην πενταετία 1345-1350. Ο ναός είχε κοιμητηριακή χρήση με βάση τις ταφές που αποκαλύφθηκαν σε ανασκαφική έρευνα στον περίβολο και στο εσωτερικό του, ενώ είναι πιθανό να αποτελούσε καθολικό μονής, η οποία ήταν αφιερωμένη στη Θεοτόκο.

Ο επιβλητικός σε μέγεθος ναός δεσπόζει επί της οδού Ολυμπιάδος, στη συμβολή της με την οδό Προφήτη Ηλία. Μέχρι πρόσφατα ταυτιζόταν λανθασμένα με το καθολικό της Νέας Μονής, που ίδρυσε μεταξύ των ετών 1360-1370 ο Μακάριος Χούμνος, σημαντική πνευματική μορφή της Θεσσαλονίκης. Τελευταία προτείνεται η ταύτισή του με το καθολικό της μονής Ακαπνίου ή της μονής των Αγίων Αναργύρων. Ο αρχιτεκτονικός τύπος του ναού ακολουθεί τον λεγόμενο αθωνικό ή αγιορείτικο τύπο (τετρακιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με τις πλάγιες κεραίες του σταυρού να απολήγουν σε χορούς), που επιχωριάζει στο Άγιον Όρος και χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για καθολικά μονών. Το μνημείο διακρίνεται για την πλούσια διαμόρφωση των εξωτερικών του όψεων, σύμφωνα με τις αρχές της παλαιολόγειας αρχιτεκτονικής στη Θεσσαλονίκη. Από τον τοιχογραφικό του διάκοσμο διατηρείται σήμερα μόνο η παράσταση της Βρεφοκτονίας, αντιπροσωπευτική για την τελευταία φάση της παλαιολόγειας τέχνης (1360-1380).

φωτ. Κ. Ξενικάκης / Phot. K. Xenikakis
φωτ. Κ. Ξενικάκης / Phot. K. Xenikakis

Στις παρυφές της Άνω Πόλης, επί της οδού Θεοτοκοπούλου, είναι κτισμένο το μοναδικό δημόσιο βυζαντινό λουτρό που σώζεται σήμερα στη Θεσσαλονίκη, από τα πολλά που διέθετε άλλοτε η πόλη. Χρονολογείται πιθανότατα στο β΄ μισό του 12ου ή στις αρχές του 13ου αιώνα.

Άλλα Μνημεία - Αρχαιότητες της Θεσσαλονίκης

Αψίδα Γαλερίου (Καμάρα)

Η θριαμβική αψίδα επί της Εγνατίας οδού, που ανεγέρθηκε μεταξύ των ετών 299-303 μ.Χ. από τον καίσαρα και μετέπειτα αυτοκράτορα Γαλέριο πάνω στον άξονα του Γαλεριανού ανακτορικού συγκροτήματος, αποτελεί σήμερα σημείο αναφοράς για την πόλη. Πρόκειται για το σωζόμενο τμήμα ενός οκτάπυλου, που είχε υψωθεί στη συμβολή δύο σημαντικών αξόνων της πόλης, του decumanus maximus, που διέσχιζε την πόλη κατά τον άξονα Α-Δ, και μίας κάθετης οδού κατά τον άξονα Β-Ν (cardo),  που συμπίπτει με τη σημερινή οδό Γούναρη. Αρχικά υπήρχαν δύο ακόμη πεσσοί, που μαζί με τους υπάρχοντες, δημιουργούσαν έναν τετράγωνο διαμπερή χώρο με θολωτή κάλυψη. Οι περισσότερες ανάγλυφες παραστάσεις του τόξου σχετίζονται με τη νικηφόρα εκστρατεία του Γαλερίου εναντίον των Περσών.

Τα κατάλοιπα του επιβλητικού συγκροτήματος που ανέγειρε ο καίσαρας και μετέπειτα αυτοκράτορας Γαλέριος (αρχές 4ου αι. μ.Χ.), διατηρούνται στην πλατεία Ναυαρίνου, στο ανατολικό τμήμα της πόλης.

φωτ. Κ. Ξενικάκης / phot. K. Xenikakis

Η καλύτερα διατηρημένη φάση του συγκροτήματος στην καρδιά της πόλης, που αποτελούσε για τρεις αιώνες το διοικητικό κέντρο της, χρονολογείται γύρω στο β΄ μισό του 2ου-αρχές 3ου αιώνα μ.Χ., στα χρόνια των Σεβήρων. Καταλαμβάνει μια έκταση τεσσάρων πολεοδομικών νησίδων και οργανώνεται σε σχήμα Π γύρω από μια πλακοστρωμένη πλατεία. Από τις τρεις της πλευρές, καλύτερα γνωστές είναι η ανατολική με το αναστηλωμένο σήμερα Ωδείο και η νότια με την κρυπτή στοά (cryptoporticus) και τα καταστήματα. Από τη δυτική πλευρά διατηρούνται ελάχιστα λείψανα.

Η Άνω Πόλη, που το 1979 χαρακτηρίστηκε ως διατηρητέος παραδοσιακός οικισμός, ξεκινάει ουσιαστικά πάνω από την οδό Αγίου Δημητρίου, αποτελώντας το ανώτερο τμήμα της εντός των τειχών πόλης. Καθώς δεν επλήγη από την πυρκαγιά του 1917, έχει ακολουθήσει διαφορετική πορεία πολεοδομικής ανάπτυξης από την υπόλοιπη πόλη. Εδώ μοιάζει να έχει σταματήσει ο χρόνος, με τις μικρές μονοκατοικίες με τις χαρακτηριστικές προεξοχές στον όροφο (σαχνισιά), αλλά και τα όμορφα αρχοντικά, τις αυλές γεμάτες λουλούδια, και τα στενά καλντερίμια.

Μία ξεχωριστή ενότητα κτηρίων της πόλης αποτελεί η ομάδα των εκκλησιών που κτίστηκε στα χρόνια της κυριαρχίας των Οθωμανών, όπως της Νέας Παναγίας, του Αγίου Αντωνίου, του Αγίου Αθανασίου και του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά. Από αυτές, ο ναός του Αγίου Μηνά στη διασταύρωση των οδών Ιώνος Δραγούμη και Βασιλέως Ηρακλείου, στην καρδιά του σύγχρονου εμπορικού κέντρου της πόλης, οφείλει τη σημερινή του μορφή στις τελευταίες εργασίες ανακατασκευής του το 1852. Ο αρχικός πυρήνας του ναού, ωστόσο, ανάγεται στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, όπως μαρτυρούν μεταξύ άλλων τα περίτεχνα αρχιτεκτονικά γλυπτά με μορφές ζώων και πτηνών, που προέρχονται από τον ναό και φυλάσσονται σήμερα στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού. 

Γνωστό ως «Αλκαζάρ», από το όνομα του κινηματογράφου που λειτουργούσε σε αυτό για ένα διάστημα, βρίσκεται στη συμβολή των οδών Εγνατίας και Βενιζέλου, στο κεντρικότερο διαχρονικά σταυροδρόμι της πόλης. Αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα της οθωμανικής αρχιτεκτονικής στον ελλαδικό χώρο, το μεγαλύτερο και μοναδικό στον βαλκανικό χώρο τζαμί με περίστυλη αυλή, με εξαίρεση τα σουλτανικά καθιδρύματα στην Αδριανούπολη και την Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με επιγραφή, ανεγέρθηκε το 1467/8 αρχικά ως μεστζίτ, συνοικιακό δηλαδή τέμενος χωρίς μιναρέ, από τη Χαφσέ Χατούν, κόρη του στρατιωτικού αξιωματούχου Χαμζά Μπέη. Στη συνέχεια γνώρισε και άλλες επισκευές και επεκτάσεις, με σημαντικότερη τη μετατροπή του, το πιθανότερο στα μέσα του 16ου αιώνα, σε τζαμί με την προσθήκη περιστώου και μιναρέ.

Σώζεται πάνω από την οδό Κασσάνδρου στην Άνω Πόλη, βορειοανατολικά της βασιλικής του Αγίου Δημητρίου και ανεγέρθηκε το 1484 από τον μεγάλο βεζίρη Ισχάκ Πασά, ο οποίος αποσύρθηκε στη Θεσσαλονίκη εκτελώντας χρέη βαλή. Στον χώρο του τεμένους λειτουργούσε ιμαρέτ (πτωχοκομείο) και μεντρεσές (μουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο).

Το Γενί Τζαμί, επί της οδού Αρχαιολογικού Μουσείου, κτίστηκε μεταξύ των ετών 1900-1902, στα χρόνια του σουλτάνου Αμπντουλχαμίτ Β΄ (1876-1909), σε σχέδια του Ιταλού αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι (Vitaliano Poselli), ο οποίος είναι υπεύθυνος και για άλλα κτήρια της πόλης, όπως το Διοικητήριο, το κτήριο της παλιάς Φιλοσοφικής Σχολής και τη βίλλα Αλλατίνι. Τη δαπάνη για την ανέγερση του τεμένους ανέλαβαν οι εξισλαμισθέντες Εβραίοι κάτοικοι της πόλης, οι επονομαζόμενοι ντονμέδες. Το διώροφο κτήριο, που ακολουθεί το αρχιτεκτονικό ρεύμα του εκλεκτισμού, είναι γνωστό ως Παλαιό Αρχαιολογικό Μουσείο, καθώς από το 1925 στεγάστηκε εδώ το Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης, μέχρι τη μετεγκατάστασή του το 1962 στο σημερινό κτήριο του Μουσείου. Σήμερα χρησιμοποιείται για τη διοργάνωση εκθέσεων από τον Δήμο Θεσσαλονίκης.

Αρχείο ΔΒΜΑ, φωτ, Στ. Στουρνάρας / Archive of DBMA, phot. St. Stournaras

Βρίσκεται εντός του πρώην Στρατοπέδου Παύλου Μελά, νυν Μητροπολιτικό Πάρκο του ομώνυμου δήμου. Αποτελεί το τελευταίο τέμενος που κτίστηκε στην περιοχή της Θεσσαλονίκης μεταξύ των ετών 1903-1904 από τον Χασάν Φεχμί Πασά, διοικητή του βιλαετίου της Θεσσαλονίκης, ο οποίος το αφιέρωσε στη σύζυγό του Φεριντέ Χανούμ.

Διατηρείται επί της οδού Βενιζέλου, νότια της Εγνατίας, και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα οθωμανικά μνημεία της πόλης, το οποίο βρισκόταν στην καρδιά της αγοράς της. Το κτήριο, που στέγαζε καταστήματα υφασμάτων και άλλων πολύτιμων και ευπαθών εμπορευμάτων, αναφέρεται για πρώτη φορά σε φορολογικό κατάστιχο του 1472/3, έτος που λαμβάνεται ως terminus ante quem για τη χρονολόγηση του μνημείου, το οποίο, κατά την επικρατέστερη άποψη θεωρείται ότι ανεγέρθηκε από τον σουλτάνο Μεχμέτ Β΄ μεταξύ των ετών 1455-1459. Το κτήριο, που προκάλεσε ζάλη από την ευωδία των «αρωματωδών» του στον Εβλιγιά Τσελεμπί, όταν το επισκέφτηκε στα τέλη της δεκαετίας του 17ου αιώνα, είναι ένα από τα ελάχιστα οθωμανικά μνημεία της πόλης που διατήρησε την αρχική του χρήση.

Από τον μεγάλο αριθμό λουτρών της οθωμανικής περιόδου που υπήρχαν στην πόλη, σήμερα το Μπέη Χαμάμ, απέναντι από την Παναγία των Χαλκέων, στη διασταύρωση των οδών Μητροπολίτου Γενναδίου, Εγνατίας και Αριστοτέλους, είναι το πρώτο που κτίστηκε στη Θεσσαλονίκη, το πιθανότερο το 1444 από τον σουλτάνο Μουράτ Β΄ (1421-1451) λίγο μετά την κατάκτηση της πόλης. Πρόκειται για το μεγαλύτερο διπλό λουτρό στην Ελλάδα, με ξεχωριστά δηλαδή ανδρικά και γυναικεία διαμερίσματα. Βρισκόταν σε λειτουργία μέχρι το 1968 («Λουτρά Παράδεισος») και σήμερα χρησιμοποιείται περιστασιακά ως χώρος πολιτιστικών δραστηριοτήτων, ενώ παράλληλα είναι επισκέψιμο ως μουσειακός χώρος.

Βόρεια του ναού του Αγίου Δημητρίου, στη συμβολή των οδών Κασσάνδρου και Αγίου Νικολάου, διατηρείται το επίσης διπλό Γενί Χαμάμ, που κτίστηκε στα τέλη του 16ου αιώνα από τον Χουσρέβ Κετχουντά, ιδιοκτήτη ενός θρησκευτικού ιδρύματος στη Θεσσαλονίκη και πιθανώς κεχαγιά (διαχειριστή) του μεγάλου βεζίρη Σοκολού Μεχμέτ Πασά. Είναι γνωστό και ως Αίγλη, λόγω της χρήσης του ως κινηματογράφου έως το 1978.

Διπλό, επίσης, είναι το Λουτρό Παζάρ Χαμάμ (Λουτρό της Αγοράς), που βρίσκεται στην περιοχή της κεντρικής αγοράς Μοδιάνο (Στοά Μοδιάνο), στη διασταύρωση των οδών Βασιλέως Ηρακλείου και Κομνηνών. Καθώς είναι κτισμένο στην άλλοτε εβραϊκή συνοικία της πόλης, είναι γνωστό και ως Γιαχουντί Χαμάμ (Λουτρό των Εβραίων). Είναι επίσης γνωστό ως Λουλουδάδικα, λόγω των ανθοπωλείων επί της Βασιλέως Ηρακλείου που ήταν εγκατεστημένα κατά μήκος της βόρειας, κύριας όψης του μνημείου. Η ανέγερσή του τοποθετείται στα τέλη του 15ου-αρχές 16ου αιώνα και σύμφωνα με αναφορές του 19ου και 20ού αιώνα ιδρύθηκε από έναν αξιωματικό της Πύλης, τον Χαλίλ Αγά, υπεύθυνο του σουλτανικού χαρεμιού. Το Πασά Χαμάμ, κοντά στα δυτικά τείχη της πόλης, στη συμβολή των οδών Πηνειού, Κάλβου και Παναγιώτη Καρατζά, είναι γνωστό και ως Λουτρά Φοίνιξ ή Λουτρό των Αγίων Αποστόλων, λόγω της γειτνίασής του με τον ομώνυμο βυζαντινό ναό. Ανεγέρθηκε από τον Τζεζεριζαντέ Κοτζά Κασίμ Πασά, βεζίρη των σουλτάνων Βαγιαζίτ Β΄ (1481-1512) και Σελίμ Α΄ (1512-1520). Αρχικά λειτουργούσε ως γυναικείο λουτρό και σε κάποια φάση, με την προσθήκη των απαραίτητων χώρων, μετατράπηκε σε διπλό λουτρό.

Στην αρχιτεκτονική της Θεσσαλονίκης του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα συνυπάρχουν όλα τα αρχιτεκτονικά ρεύματα της εποχής, μεταξύ των οποίων ο νεοκλασικισμός, ο εκλεκτικισμός και ο νέο-οθωμανικός ρυθμός. Όπως και στην Κωνσταντινούπολη, στο πλαίσιο εξευρωπαϊσμού της πόλης κλήθηκαν Ευρωπαίοι αρχιτέκτονες, που εισήγαγαν δυτικά αρχιτεκτονικά ρεύματα.

Ένας αξιόλογος αριθμός επαύλεων, που αποτυπώνουν την οικονομική ευμάρεια της πόλης αυτήν την περίοδο και αντιπροσωπεύουν τις σύγχρονες τάσεις της αρχιτεκτονικής, ανεγέρθηκε στη συνοικία Χαμιδιέ, τη λεγόμενη «των Πύργων» ή «των Εξοχών», που αναπτύχθηκε κατά μήκος της σημερινής λεωφόρου Βασιλίσσης Όλγας. Από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα της κοσμικής αρχιτεκτονικής της περιόδου στην περιοχή είναι οι επαύλεις του Χαφίζ Μπέη (Σχολή Τυφλών, 1879), του Αχμέτ Καπαντζή (πριν το 1898), των Γιουσούφ και Αχμέτ Καπαντζή (1905), του μεράρχου Σεϊφουλάχ Πασά (1905) και η λεγόμενη Casa Bianca ή Villa Fernadez (1911-1913), ενώ στην Άνω πόλη ξεχωρίζει το κονάκι (κατοικία) του Χιφζή Εφένδη (1897-1905).

Στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, η όψη της Θεσσαλονίκης άλλαξε με την ανέγερση μιας σειράς επιβλητικών δημόσιων κτηρίων. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι το Τελωνείο, το οποίο ανεγέρθηκε στο πλαίσιο της προσπάθειας των οθωμανικών αρχών να εκσυγχρονίσουν την πόλη. Το 1896 ανέθεσαν στη γαλλική εταιρεία «Société Anonyme Ottomane de Construction du Port du Salonique» την κατασκευή του νέου λιμανιού της πόλης. Το λιμάνι τέθηκε σε λειτουργία το 1903 και το Τελωνείο κατασκευάστηκε μεταξύ 1910 και 1912 από τον Ιταλικής καταγωγής μηχανικό από τη Θεσσαλονίκη, Ελί Μοδιάνο. Σήμερα, μέρος του ισογείου του μεγάλου επιμήκους κτηρίου φιλοξενεί τον επιβατικό σταθμό του λιμανιού, ενώ οι υπόλοιποι χώροι του χρησιμοποιούνται ως αποθηκευτικοί. Άλλο σημαντικό κτήριο αυτής της περιόδου είναι το Διοικητήριο, το οποίο κτίστηκε το 1891 από τον διάσημο Ιταλό αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι (Vitaliano Poselli) και σήμερα αποτελεί έδρα του Υπουργείου Μακεδονίας-Θράκης. Τα περισσότερα από τα μεγάλα δημόσια κτήρια που κατασκεύασε η τουρκική κυβέρνηση είναι επηρεασμένα από την αρχιτεκτονική του νεοκλασικισμού.

Η βιομηχανική ανάπτυξη της πόλης από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και εξής είχε ως αποτέλεσμα την κατασκευή ενός σημαντικού αριθμού βιομηχανικών συγκροτημάτων, όπως αλευρόμυλων, ζυθοποιείων, νηματουργείων κ.ά. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει ο αλευρόμυλος Αλλατίνι επί της λεωφόρου Γεωργίου Παπανδρέου, ο οποίος κατασκευάστηκε σε σχέδια του Ιταλού αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι (1900) και συγκαταλεγόταν ανάμεσα στους μεγαλύτερους της νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Μουσεία

Αρχαιολογικό Μουσείο (οδός Μανόλη Ανδρόνικου 6)

Αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα μουσεία της χώρας και το κεντρικό μουσείο της Βόρειας Ελλάδας με τις μόνιμες εκθέσεις των συλλογών του να περιλαμβάνουν μοναδικά αριστουργήματα της αρχαίας ελληνικής τέχνης, που χρονολογούνται από την προϊστορική εποχή έως την ύστερη αρχαιότητα.

Στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού μπορεί κανείς να ταξιδέψει στον κόσμο του Βυζαντίου μέσω 46.000 και πλέον αντικειμένων και έργων τέχνης, που χρονολογούνται από τον 2ο αιώνα μ.Χ. έως και τον 20ό αιώνα και προέρχονται κυρίως από τη Θεσσαλονίκη, αλλά και την υπόλοιπη Μακεδονία.

Παρουσιάζει με συνοπτικό τρόπο διάφορες όψεις της ιστορίας της πόλης της Θεσσαλονίκης από την εποχή της ίδρυσής της, το 316/5 π.Χ., μέχρι τις μέρες μας.

Λευκός Πύργος
Λευκός Πύργος

Αναδεικνύει τις κυριότερες φάσεις της ιστορίας της Μακεδονίας κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα.

Στεγάζεται σε ένα από τα σπάνια κτήρια εβραϊκής ιδιοκτησίας που σώθηκαν από την πυρκαγιά του 1917, στο κέντρο της πόλης, και παρουσιάζει την ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της πόλης.

Παρουσιάζει τα σύγχρονα έργα ενός σημαντικού αριθμού συλλογών και έχει ως αρμοδιότητα την προαγωγή της σύγχρονης τέχνης και τη μελέτη των διάφορων ρευμάτων της στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Από την ίδρυσή του το 1972, με τη δωρεά του Νέστορα και της Αλίκης Τέλλογλου, αποτελεί έναν χώρο ποικίλων πολιτιστικών δρωμένων, με την κύρια συλλογή του να περιλαμβάνει έργα τέχνης σπουδαίων Ελλήνων και Ευρωπαίων καλλιτεχνών του 19ου-20ού αιώνα.

Στεγάζεται στην Casa Bianca, γνωστή και ως Villa Fernadez, καθώς ανήκε στον Dino Joseph Fernandez Diaz, μεγαλέμπορο και τραπεζίτη, Ιταλό υπήκοο και επίλεκτο μέλος της εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Στις συλλογές της περιλαμβάνει μία αξιόλογη συλλογή έργων καλλιτεχνών από το 1898 έως σήμερα.

Στεγάζεται σε έπαυλη των αρχών του 20ού αιώνα, γνωστή ως «Έπαυλη Μοδιάνο», από τον αρχικό ιδιοκτήτη της Ισραηλίτη τραπεζίτη Γιακό Μοδιάνο, ή «Παλαιό Κυβερνείο», από τη χρήση της ως επίσημη κατοικία του Διοικητή Βορείου Ελλάδος κατά τον Μεσοπόλεμο. Μέσα από μία πλούσια συλλογή παρουσιάζει τον πολιτισμό των τελευταίων αιώνων στον βορειοελλαδικό χώρο.

Αποτελεί τμήμα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και παρουσιάζει την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, από τα πρώτα βήματά του, στις αρχές του 20ού αιώνα, μέχρι τη σύγχρονη ελληνική παραγωγή.

Εδώ γεννήθηκε το 1881 ο ιδρυτής της σύγχρονης Τουρκικής Δημοκρατίας Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Το κτήριο δωρήθηκε από την Ελλάδα στην Τουρκία το 1937 και τον Νοέμβριο του 1953 άνοιξε τις πόρτες του ως Μουσείο.

Το μουσείο αναδεικνύει μέσα από τα εκθέματά του την ιστορία του αθλητισμού και των Ολυμπιακών Αγώνων.

Διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα σε αξία και περιεχόμενο φωτογραφικά αρχεία και στοχεύει στη διάδοση της τέχνης και της τεχνικής της φωτογραφίας. Προτεραιότητα του είναι η επαφή του κοινού με την πολιτιστική κληρονομιά και την ιστορική μνήμη μέσα από τον φωτογραφικό φακό.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Θεσσαλονίκης