Ηγουμενίτσα

Ηγουμενίτσα, η πόλη-αφετηρία της σύγχρονης Εγνατίας οδού

Κτισμένη στον μυχό του ομώνυμου κόλπου, η Ηγουμενίτσα, έδρα σήμερα του ομώνυμου Δήμου και πρωτεύουσα της Π.Ε. Θεσπρωτίας, αποτελεί το μεγαλύτερο οικονομικό και διοικητικό κέντρο της περιοχής. Πρόκειται για μία σχετικά καινούρια πόλη, που ανοικοδομήθηκε μετά την ενσωμάτωση της περιοχής στο Ελληνικό κράτος (1913). Τις τελευταίες δεκαετίες, η πόλη, με πληθυσμό 10.000 περίπου κατοίκους, έχει επεκταθεί προς όλες τις κατευθύνσεις, συμπεριλαμβάνοντας σε ενιαίο οικιστικό σύνολο τα τοπικά διαμερίσματα των Αμπελιών, της Νέας Σελεύκειας, της Εθνικής Αντιστάσεως στα βόρεια, του Λαδοχωρίου στα νότια και του Γραικοχωρίου στα δυτικά. Η προνομιακή γεωγραφική θέση της πόλης, η οποία συνδέεται ακτοπλοϊκά με την Κέρκυρα και τα μεγάλα λιμάνια της Ιταλίας, σε συνδυασμό με τα μεγάλα έργα των τελευταίων δεκαετιών για την επέκταση και τον εκσυγχρονισμό των λιμενικών της εγκαταστάσεων, την καθιστούν σήμερα το δεύτερο σε επιβατική κίνηση λιμάνι της χώρας μετά τον Πειραιά. Η κατασκευή της Εγνατίας οδού, η αφετηρία (ή ο τερματισμός) της οποίας βρίσκεται στα νότια του Λαδοχωρίου, έχει μειώσει σημαντικά τον χρόνο ταξιδιού μεταξύ της Ηγουμενίτσας και των Ιωαννίνων από σχεδόν δύο ώρες σε 40 λεπτά, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην ανάδειξη της πόλης σε έναν από τους σημαντικότερους διαμετακομιστικούς κόμβους της Ηπείρου και σε βασική πύλη εισόδου στη δυτική Ελλάδα.

Ιστορική διαδρομή

Στον κόλπο της Ηγουμενίτσας έχει υποστηριχθεί ότι θα πρέπει να τοποθετηθεί η γνωστή από αρχαίες και βυζαντινές πηγές περιοχή των Συβότων (και όχι στον περισσότερο κλειστό κόλπο της σημερινής ομώνυμης κοινότητας, 24 περίπου χλμ. νότια της Ηγουμενίτσας), όπου το 433 π.Χ., λίγο πριν την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου, έλαβε χώρα η ομώνυμη ναυμαχία ανάμεσα στους Κερκυραίους και τους Κορίνθιους. Ο Θουκυδίδης, ο οποίος περιγράφει παραστατικά τη ναυμαχία, αναφέρεται στα νησάκια και το λιμάνι των Συβότων, το οποίο χαρακτηρίζει ως έρημο (λιμὴν ἐρῆμος). Στον κόλπο της Ηγουμενίτσας τοποθετείται επίσης από τους ερευνητές η Κερκυραϊκή Περαία (αποικία των Κερκυραίων στις απέναντι θεσπρωτικές ακτές), στην οποία κατέφυγαν, σύμφωνα με τον ίδιο ιστορικό, οι ηττημένοι ολιγαρχικοί Κερκυραίοι όταν ηττήθηκαν από τους δημοκρατικούς το 427 π.Χ., κατά τη διάρκεια του καταστρεπτικού Κερκυραϊκού εμφυλίου πολέμου που ξέσπασε στο πλαίσιο του Πελοποννησιακού πολέμου.

Η κατοίκηση στον κόλπο της Ηγουμενίτσας πύκνωσε μετά την κατάκτηση της Ηπείρου από τους Ρωμαίους (167 π.Χ.) και κυρίως από τα τέλη του 2ου αιώνα π.Χ. και εξής, στο πλαίσιο της εκτεταμένης εγκατάστασης στην Ήπειρο Ρωμαίων αποίκων, των λεγόμενων «Συνηπειρωτών». Μία από τις πρωιμότερες αγρεπαύλεις της Θεσπρωτίας αυτής της περιόδου έχει ανασκαφεί στην κορυφή χαμηλού υψώματος στη θέση Τρουμπέ της Νέας Σελεύκειας, στη βόρεια πλευρά του κόλπου της Ηγουμενίτσας.

Σχέδιο πήλινου λυχναριού με την Αθηνά, έμβλημα σήμερα του Δήμου Ηγουμενίτσας, 2ος‐3ος αι. μ.Χ., ΕΦΑ Θεσπρωτίας/ Drawing of a clay lamp depicting Athena, today the emblem of the Municipality of Igoumenitsa, 2nd–3rd c. AD, Ephorate of Antiquities of Thesprotia
Σχέδιο πήλινου λυχναριού με την Αθηνά, έμβλημα σήμερα του Δήμου Ηγουμενίτσας, 2ος‐3ος αι. μ.Χ., ΕΦΑ Θεσπρωτίας/ Drawing of a clay lamp depicting Athena, today the emblem of the Municipality of Igoumenitsa, 2nd–3rd c. AD, Ephorate of Antiquities of Thesprotia
Κατάλοιπα οικίας από ανασκαφή στο Λαδοχώρι, φωτ. ΕΦΑ Θεσπρωτίας/ Remains of a house from excavation at Ladochori, photo: Ephorate of Antiquities of Thesprotia
Κατάλοιπα οικίας από ανασκαφή στο Λαδοχώρι, φωτ. ΕΦΑ Θεσπρωτίας/ Remains of a house from excavation at Ladochori, photo: Ephorate of Antiquities of Thesprotia

Στην περιοχή του σημερινού Λαδοχωρίου, τις τελευταίες δεκαετίες ανασκάπτεται ένας ακμαίος οικισμός των ρωμαϊκών και παλαιοχριστιανικών χρόνων, ο οποίος έχει υποστηριχθεί ότι θα πρέπει να ταυτιστεί με τα γνωστά από τις πηγές Σύβοτα. Με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα, ο οικισμός ιδρύθηκε στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ., όταν κατά μήκος των ηπειρώτικων παραλίων αναπτύχθηκε ένας σημαντικός αριθμός οικιστικών εγκαταστάσεων ως αποτέλεσμα των ευνοϊκών συνθηκών που δημιουργήθηκαν στην περιοχή με την επικράτηση της ειρήνης μετά τη νίκη του Οκταβιανού Αυγούστου στη ναυμαχία του Ακτίου το 31 π.Χ. (Pax Romana).

Ο οικισμός του Λαδοχωρίου γνώρισε μεγάλη άνθηση μέχρι και τον 6ο αιώνα, λειτουργώντας πιθανότατα ως επίνειο της Φωτικής. Έκτοτε άρχισε να παρακμάζει, πιθανότατα λόγω της καταστροφής που υπέστη από τις επιδρομές των Οστρογότθων το 551, ο στόλος των οποίων, σύμφωνα με τον ιστορικό Προκόπιο, αποβιβάστηκε στην Κέρκυρα και από εκεί επέδραμε στα νησιά των Συβότων και στις απέναντι ηπειρώτικες ακτές. Στην ακμή του οικισμού, εκτός από την πλούσια πεδινή ενδοχώρα και την προνομιακή θέση του λιμανιού του, σημαντικό ρόλο είχε η χωροθέτησή του, σε εγγύτητα με τον κλάδο της αρχαίας Εγνατίας οδού, ο οποίος οδηγούσε από το Δυρράχιο στη Νικόπολη.

Το αρχοντικό Πιτούλη σε φωτογραφία του 1977, Β. Μαυρίκα, «Αρχοντικό Πιτούλη: Μια “αστική” κατοικία του Μεσοπολέμου στην Ηγουμενίτσα» in Χουλιαράς- Πλιάκου, Thesprotia I: 1st Intern. Conf. on the Archaeology and History of Thesprotia, Ioannina 2019, vol. 2, fig.3
Το αρχοντικό Πιτούλη σε φωτογραφία του 1977, Β. Μαυρίκα, «Αρχοντικό Πιτούλη: Μια “αστική” κατοικία του Μεσοπολέμου στην Ηγουμενίτσα» in Χουλιαράς- Πλιάκου, Thesprotia I: 1st Intern. Conf. on the Archaeology and History of Thesprotia, Ioannina 2019, vol. 2, fig.3

Τα οικοδομικά κατάλοιπα που φέρνουν στο φως οι ανασκαφές στο Λαδοχώρι, κάτω από δύσκολες συνθήκες, καθώς βρίσκονται κάτω από τη στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα και κατακλύζονται από τα νερά της θάλασσας, είναι αποκαλυπτικά για την οργάνωση του αρχαίου οικισμού, που φαίνεται ότι είχε έκταση περίπου 5 εκτάρια και ότι αναπτυσσόταν ελεύθερα, χωρίς κάποιον αυστηρό πολεοδομικό σχεδιασμό. Η πλειονότητα των αποκαλυφθέντων καταλοίπων ανήκουν σε κατοικίες, στις οποίες διαπιστώνονται επάλληλες οικοδομικές φάσεις. Αναπτύσσονται κατά μήκος των μικρών ή μεγαλύτερων πλακοστρωμένων δρόμων του οικισμού και έχουν ορθογώνια ή σπανιότερα τραπεζιόσχημη κάτοψη. Πρόκειται για ευρύχωρα κτήρια που περιλαμβάνουν πολλά δωμάτια, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις οργανώνονται περιμετρικά ενός κεντρικού δωματίου ή αυλής. Όχι σπάνια διαπιστώνεται η παρουσία και δεύτερου ορόφου. Οι τοίχοι τους διατηρούνται σε μικρό σχετικά ύψος και είναι κατασκευασμένοι από απλή αργολιθοδομή με εμβόλιμα κατά τόπους θραύσματα πλίνθων και χώμα ή κονίαμα ως συνδετικό υλικό. Η ανωδομή των κατοικιών δεν αποκλείεται να ήταν κατασκευασμένη από ευτελή υλικά, τα οποία δεν διατηρούνται σήμερα. Οι πολυτελέστερες από τις κατοικίες διέθεταν ψηφιδωτά δάπεδα με γεωμετρικό διάκοσμο, ενώ οι τοίχοι τους ήταν καλυμμένοι με επίχρισμα και χρωματιστό κονίαμα. Σε μία από τις κατοικίες διαπιστώθηκε η παρουσία τρικλινίου.

Ανάμεσα στα οικοδομικά κατάλοιπα του αρχαίου οικισμού του Λαδοχωρίου περιλαμβάνονται πολυτελείς λουτρικές εγκαταστάσεις, καθώς επίσης και κτήρια που, με βάση τον εντοπισμό δεξαμενών, αγωγών, δαπέδων επενδυμένων με ασβεστοκονίαμα και άλλων στοιχείων, ταυτίζονται με εργαστήρια και καταστήματα. Από τα υπόλοιπα κτήρια του οικισμού, ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα επίμηκες και μεγάλων διαστάσεων οικοδομικό συγκρότημα, το αποκαλυφθέν τμήμα του οποίου, απαρτίζεται από 20 τουλάχιστον χώρους, οι τέσσερις εκ των οποίων, διαθέτουν ψηφιδωτά δάπεδα με γεωμετρικό διάκοσμο του τέλους του 4ου-αρχών 5ου αιώνα. Τα εν λόγω δάπεδα έχουν κατασκευαστεί από ένα τοπικό εργαστήριο ψηφοθετών, το έργο του οποίου αναγνωρίζεται και σε άλλα κτήρια του οικισμού, όπως επίσης σε κτήρια γειτονικών πόλεων, του Όγχησμου ή Αγχιασμού (σημερινών Αγίων Σαράντα) και της Νικόπολης. 

Ο οικισμός του Λαδοχωρίου διέθετε ένα αναπτυγμένο σύστημα αποχέτευσης και υδροδότησης, από το οποίο έχει αποκαλυφθεί ένα πυκνό δίκτυο αγωγών και αρκετά πηγάδια, τα οποία ήταν πιθανότατα κοινόχρηστα. Η ανασκαφή έχει φέρει επίσης στο φως μία μεγάλη λιθόκτιστη τοξοστοιχία με μήκος μεγαλύτερο των 95,00 μ., η οποία αποτελούσε πιθανότατα τμήμα του υδραγωγείου που υδροδοτούσε τον οικισμό. Το λιμάνι του οικισμού διέθετε μεγάλο κτιστό κυματοθραύστη, στον οποίο βρέθηκαν συγκεντρωμένοι 32 κορμοί δέντρων από ερυθρελάτη, με προέλευση από τη Ροδόπη, και σφενδάμι.

Κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, πιθανότατα τον 6ο αιώνα, ανεγέρθηκε μία μεγάλη, πεντάκλιτη πιθανότατα, βασιλική, από την οποία έχει αποκαλυφθεί ένα μικρό τμήμα. Ενδεικτικά της επιμέλειας της κατασκευής της είναι τα ψηφιδωτά δάπεδα, τα οποία διατηρούνται σε αποσπασματική κατάσταση, και τα λιγοστά μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, τα οποία κοσμούνται με αξιόλογο γλυπτό διάκοσμο. Στον περιβάλλοντα χώρο της βασιλικής εντοπίσθηκαν ακτέριστοι κεραμοσκεπείς τάφοι και στα βορειοδυτικά της προσκτίσματα ένας κτισμένος με επιμέλεια κιβωτιόσχημος τάφος.

Με τον αρχαίο οικισμό του Λαδοχωρίου συνδέεται πιθανότατα το εκτεταμένο νεκροταφείο του ύστερου 3ου και πρώιμου 4ου αιώνα, που εντοπίστηκε στην περιοχή της βόρειας εισόδου της Ηγουμενίτσας κατά τις ανασκαφικές εργασίες που προηγήθηκαν της ανέγερσης του Αρχαιολογικού Μουσείου της πόλης. Τάφοι μεμονωμένοι ή σε συστάδες έχουν επίσης ανασκαφεί σε πολλά σημεία εντός του οικισμού του Λαδοχωρίου, ενώ σε μία περίπτωση αναγνωρίζεται η πιθανή χρήση μαυσωλείου (ταφικού θαλάμου), σύμφωνα με τα πρότυπα της ρωμαϊκής ταφικής αρχιτεκτονικής.

Τα κινητά ευρήματα των ανασκαφών, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται πολυάριθμα νομίσματα, μεγάλη ποσότητα αμφορέων και εισηγμένη πολυτελής κεραμική του τύπου terra sigillata, είναι ενδεικτικά της εγχρήματης οικονομίας και της μεγάλης εμπορικής κίνησης του λιμανιού του οικισμού του Λαδοχωρίου. Ένα από τα σημαντικότερα κινητά ευρήματα των ανασκαφών αποτελεί η πήλινη μήτρα με την παράσταση του Καλού Ποιμένα, δημοφιλές κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο σύμβολο του Χριστού με τη μορφή βοσκού που κρατάει στους ώμους του ένα κριάρι.

Πήλινη μήτρα με τον Καλό Ποιμένα από ανασκαφή στο Λαδοχώρι, παλαιοχριστιανικοί χρόνοι, φωτ. ΕΦΑ Θεσπρωτίας/ Clay mould with the Good Shepherd from excavation at Ladochori, Early Christian period, photo: Ephorate of Antiquities of Thesprotia
Πήλινη μήτρα με τον Καλό Ποιμένα από ανασκαφή στο Λαδοχώρι, παλαιοχριστιανικοί χρόνοι, φωτ. ΕΦΑ Θεσπρωτίας/ Clay mould with the Good Shepherd from excavation at Ladochori, Early Christian period, photo: Ephorate of Antiquities of Thesprotia

Την πυκνή κατοίκηση της περιοχής της Ηγουμενίτσας κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους αποκαλύπτουν επιπλέον δύο αγρεπαύλεις (villae rusticae), που ήρθαν στο φως, η μία κατά την κατασκευή της Περιφερειακής οδού της Ηγουμενίτσας, στις παρυφές του οικισμού του Λαδοχωρίου, και η δεύτερη στη θέση Ζάβαλι (Ζαβαλή) Λαδοχωρίου. Ο χώρος γύρω από τις δύο αγρεπαύλεις είχε χρησιμοποιηθεί για ταφές, και στην περίπτωση της δεύτερης για την ανέγερση ενός ταφικού μαυσωλείου.

Από τα τέλη του 3ου αιώνα, με το τέλος της Pax Romana και τις πρώτες βαρβαρικές επιδρομές των Γότθων στα εδάφη της αυτοκρατορίας (267), παρατηρείται στη Θεσπρωτία έντονη οχυρωματική δραστηριότητα. Σε αυτήν την περίοδο τοποθετείται, σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, η πρώτη φάση του κάστρου της Ηγουμενίτσας, για την προστασία των κατοίκων του οικισμού του Λαδοχωρίου.

Για την κατοίκηση της περιοχής κατά τους βυζαντινούς χρόνους δεν υπάρχουν στοιχεία, με εξαίρεση τα κατάλοιπα ενός κτηριακού συγκροτήματος του 7ου ή 8ου αιώνα, αποτελούμενου από έναν μικρό μονόχωρο ναό, αφιερωμένο πιθανότατα στον άγιο Νικόλαο, και ένα μικρό πρόσκτισμα, στην ακατοίκητη βραχώδη νησίδα Πρασούδι στην είσοδο του κόλπου της Ηγουμενίτσας. Ο οικισμός του Λαδοχωρίου δεν αποκλείεται να μην είχε εγκαταλειφθεί οριστικά τον 6ο αιώνα και ένα τμήμα του να εξακολουθούσε να κατοικείται και κατά τους μεσοβυζαντινούς χρόνους, με βάση την εύρεση ενός χρυσού νομίσματος του Αλέξιου Α΄ Κομνηνού (1081-1118) κατά την ανασκαφή της βασιλικής. Το λιμάνι της Ηγουμενίτσας φαίνεται άλλωστε ότι ήταν σε χρήση κατά τα μέσα του 12ου αιώνα, καθώς σε ναυτικό χάρτη από την Πίζα απαντά για πρώτη φορά το τοπωνύμιο με τη σημερινή του μορφή ως «portum Gomitisso». Μετά τον 13ο αιώνα συναντάται σε χάρτες ως «Gouenica» και «Gomenitsa». Το 1361, περίοδο κατά την οποία η περιοχή της Ηπείρου βρισκόταν υπό την κυριαρχία των Σέρβων, η «Ηγουμενίτζα» μνημονεύεται στο χρυσόβουλο που εξέδωσε ο Σέρβος ηγεμόνας Συμεών Ούρεσης Παλαιολόγος, επικυρώνοντας τις εκτεταμένες κτήσεις του μεγάλου κοντόσταυλου Ιωάννη Τζάφα (Τσάφα) Ορσίνι στην περιοχή των Ρωγών της σημερινής Πρέβεζας.

Περιδέραιο από την ανασκαφή του νεκροταφείου, 2ος-3ος αι. μ.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Ηγουμενίτσας, αρ. ΘΕ 5537, φωτ. ΕΦΑ Θεσπρωτίας/ Necklace from the excavation of the cemetery, 2nd–3rd century AD, Archaeological Museum of Igoumenitsa, no. ΘΕ 5537, photo: Ephorate of Antiquities of Thesprotia
Περιδέραιο από την ανασκαφή του νεκροταφείου, 2ος-3ος αι. μ.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Ηγουμενίτσας, αρ. ΘΕ 5537, φωτ. ΕΦΑ Θεσπρωτίας/ Necklace from the excavation of the cemetery, 2nd–3rd century AD, Archaeological Museum of Igoumenitsa, no. ΘΕ 5537, photo: Ephorate of Antiquities of Thesprotia

Από τον 15ο αιώνα, τα ηπειρώτικα παράλια αποτέλεσαν θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων ανάμεσα στους Βενετούς και τους Οθωμανούς, στην κυριαρχία των οποίων είχε περιέλθει το μεγαλύτερο τμήμα της Ηπείρου μετά την κατάκτηση της Άρτας το 1449. Το λιμάνι της Ηγουμενίτσας, με την ονομασία Porto delle Gomenizze, παρέμεινε υπό τον έλεγχο των Βενετών, μαζί με άλλους εμπορικούς σταθμούς των ηπειρώτικων παραλίων. Σε αυτήν την περίοδο τοποθετείται η ανέγερση του σημερινού κάστρου της πόλης.

Το 1479, μετά τη λήξη του Α΄ Βενετοτουρκικού πολέμου (1463-1479), η περιοχή της Ηγουμενίτσας περιήλθε στην κυριαρχία των Οθωμανών και ενσωματώθηκε στο νέο οθωμανικό σαντζάκι της Αρβανιτιάς. Έκτοτε, το λιμάνι της Ηγουμενίτσας κυριευόταν για μικρά χρονικά διαστήματα και από τους δύο αντιπάλους, έως την οριστική επικράτηση των Οθωμανών μετά τη λήξη του Γ΄ Βενετοτουρκικού πολέμου (1537-1540). 

Στα τέλη του 19ου αιώνα, το λιμάνι της Ηγουμενίτσας δεν ήταν παρά ένα μικρό ψαροχώρι, στο οποίο ξεφορτώνονταν με τα τοπικά καΐκια τα εμπορεύματα που διακινούνταν μέσω Κέρκυρας. Μοναδικά κτήρια του οικισμού αποτελούσαν ένα τελωνείο, ένα υγειονομείο και ένα παντοπωλείο. Το 1910 και λίγο πριν την έναρξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου (1912-1913), η Ηγουμενίτσα ορίστηκε έδρα του νεοϊδρυθέντος σαντζακίου του Ρεσαδιέ, όπως ονομάστηκε προς τιμήν του σουλτάνου Μωάμεθ Ε΄ Ρεσάντ (Mehmed V Reşâd), γνωστό και ως σαντζάκι Ηγουμενίτσας ή σαντζάκι της Τσαμουριάς, όπως ονομαζόταν η περιοχή λόγω της πυκνής κατοίκησης Τσάμηδων (φυλετική ομάδα Αλβανών). Η πολιτική και οικονομική αυτή αναβάθμιση της Ηγουμενίτσας δεν στηριζόταν μόνο στα πλεονεκτήματα της γεωγραφικής της θέσης, αλλά και στην προσπάθεια των οθωμανικών αρχών να υποβιβαστεί η Πρέβεζα, που ήταν το αποκλειστικό επίνειο των Ιωαννίνων, και να αναπτυχθεί μία νέα πόλη-λιμάνι με αμιγώς μουσουλμανικό πληθυσμό, μακριά από τα ελληνοτουρκικά σύνορα. Για την εγκατάσταση των διοικητικών αρχών της πόλης ανεγέρθηκε το 1909 το επιβλητικό κτήριο του Διοικητηρίου, που σήμερα στεγάζει τις υπηρεσίες της Π.Ε. Θεσπρωτίας (Νομαρχιακό Μέγαρο). Η προσπάθεια, ωστόσο, των οθωμανικών αρχών για τη δημιουργία μιας καινούριας μεγάλης πόλης στη θέση της Ηγουμενίτσας δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, καθώς τον Φεβρουάριο του 1913 εισήλθε στην περιοχή ο νικηφόρος ελληνικός στρατός. Λίγα χρόνια αργότερα, σε απογραφή του 1920, η κοινότητα της Ηγουμενίτσας αριθμούσε μόλις 649 κατοίκους με τρεις επιμέρους οικισμούς, την Ηγουμενίτσα, το Λιμάνι και τη μεγαλύτερη σε πληθυσμό Γράβα (σημερινή Βουνοσπηλιά, η οποία έχει συγχωνευθεί με τον γειτονικό συνοικισμό της Νέας Σελεύκειας). Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922), ο πληθυσμός της Ηγουμενίτσας ενισχύθηκε σημαντικά με την εγκατάσταση προσφύγων.

Η Ηγουμενίτσα, το 1936, με την ανάδειξή της σε πρωτεύουσα του νεοϊδρυθέντος νομού Θεσπρωτίας, γνώρισε εκτεταμένη οικοδόμηση, η οποία διακόπηκε με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την καταστροφή της πόλης από τα γερμανικά στρατεύματα. Το 1955 εγκαινιάστηκε η πορθμειακή γραμμή Ηγουμενίτσας-Κέρκυρας, ενώ από τα τέλη της δεκαετίας του 1950, στο πλαίσιο της της οικονομικής ανάκαμψης και ανάπτυξης του τουρισμού της χώρας, εκσυγχρονίστηκαν οι εγκαταστάσεις του λιμανιού της πόλης με την κατασκευή ευρύχωρης αποβάθρας, τελωνείου και οθωμανικού περιπτέρου. Το 1959 ανεγέρθηκε το Μοτέλ Ξενία σε σχέδια του πρωτοπόρου αρχιτέκτονα Άρη Κωνσταντινίδη, που σήμερα στεγάζει σχολές του παραρτήματος του πρώην Τ.Ε.Ι. Ηπείρου, ενώ τη δεκαετία του 1960 το λιμάνι της πόλης συνδέθηκε ακτοπλοϊκά με την Ιταλία.

Κατά τις επόμενες δεκαετίες, η ταχύτατη ανάπτυξη της πόλης και η συνακόλουθη πληθυσμιακή αύξηση, σε συνδυασμό με την απουσία έγκαιρης χωροταξικής και πολεοδομικής πολιτικής είχαν σαν αποτέλεσμα την καταστροφή πολλών από τα προπολεμικά κτήρια της πόλης. Σήμερα, αξιόλογα δείγματα αρχιτεκτονικής, παρά τις κατά καιρούς επεμβάσεις, πέρα από το Νομαρχιακό Μέγαρο, αποτελούν το κτήριο του Δασαρχείου, το μεγαλοπρεπές αρχοντικό Πιτούλη και ορισμένες διάσπαρτες μονοκατοικίες.

Μνημεία

Κάστρο Ηγουμενίτσας

Το κάστρο που διατηρείται στο νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης, σε χαμηλό πευκόφυτο λόφο πάνω από το λιμάνι και πίσω από Νομαρχιακό Μέγαρο, χρονολογείται στον 15ο αιώνα. Είναι κτισμένο στη θέση κάστρου του τέλους του 3ου αιώνα, τμήματα του οποίου διακρίνονται στα κατώτερα τμήματα της τοιχοποιίας της νότιας πλευράς. Η αρχική ίδρυση του κάστρου συνδέεται με τον ρωμαϊκό και παλαιοχριστιανικό οικισμό του Λαδοχωρίου, στους κατοίκους του οποίου παρείχε ασφάλεια σε περιόδους κινδύνου. Το κάστρο της Ηγουμενίτσας, κατά τη διάρκεια της μακραίωνης χρήσης του, γνώρισε αλλεπάλληλες επισκευές, συμπληρώσεις και τροποποιήσεις, που είναι εμφανείς στον διαφορετικό τρόπο δόμησης και κατεργασίας του οικοδομικού υλικού. Ως συνδετικό υλικό χρησιμοποιείται ασβεστοκονίαμα, ενώ θραύσματα πλίνθων παρεμβάλλονται άτακτα μεταξύ των αρμών της τοιχοποιίας. Το κάστρο δέχτηκε συστηματικές επισκευές από τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Η σημερινή αποσπασματική κατάσταση διατήρησής του οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην καταστροφή που υπέστη το 1685 από τον στόλο του Μοροζίνι. Το βόρειο, επίσης, τμήμα του κάστρου και το μεγαλύτερο μέρος της ακρόπολης καταστράφηκαν λίγο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, προκειμένου να κατασκευαστεί δεξαμενή για τις ανάγκες υδροδότησης της πόλης.

Το κάστρο έχει τραπεζιόσχημη κάτοψη, εμβαδού περίπου 6.300 τ.μ. Ο οχυρωματικός του περίβολος, συνολικής περιμέτρου 412 μ., σώζεται κατά τμήματα έως το ύψος των 6,00 μ. περίπου και έχει μέσο πάχος 2,00 μ. Στις γωνίες και κατά διαστήματα ενισχύεται με ορθογώνιους πύργους. Η πύλη του κάστρου ανοίγεται στο μέσο περίπου της ανατολικής του πλευράς και προστατεύεται από δύο ορθογώνιους πύργους εκατέρωθεν. Σε ολόκληρη την περίμετρο του τείχους και κυρίως κατά μήκος της καλύτερα διατηρημένης νότιας πλευράς του, διαμορφώνονται τοξωτές κανονιοθυρίδες, με μεγάλες εσοχές (φούσκες), που καλύπτονται με καμάρα. Κάθε κανονιοθυρίδα διαθέτει διαφορετικό προσανατολισμό, έτσι ώστε να καλύπτεται η άμυνα ολόκληρου του κόλπου της Ηγουμενίτσας. Το βορειανατολικό τμήμα του κάστρου έκλεινε με διατείχισμα και λειτουργούσε ως εσωτερική ακρόπολη. Σε χαρακτικά αποτυπώνονται τα κτήρια που υψώνονταν στο εσωτερικό του κάστρου και της ακρόπολης, μεταξύ των οποίων μία εκκλησία και ένα τζαμί. Σήμερα, ωστόσο, με εξαίρεση μία ορθογώνια δεξαμενή στο βορειοδυτικό τμήμα του κάστρου και το ξυλόστεγο κτήριο κοντά στον βόρειο πύργο της οχύρωσης, το οποίο ταυτίζεται πιθανότατα με πυριτιδαποθήκη, δεν διατηρούνται παρά μόνο ελάχιστα κατάλοιπα.

 

Η έπαυλη, ένα τμήμα της οποίας έχει καταπέσει στη θάλασσα, έχει αποκαλυφθεί εντός ενός απαλλοτριωμένου από το Ελληνικό Δημόσιο ελαιώνα, σε απόσταση 3 χλμ. νοτιοδυτικά της Ηγουμενίτσας, παραπλεύρως της Εθνικής οδού Ηγουμενίτσας-Πρέβεζας. Πρόκειται για ορθογώνιο κτήριο, μέγιστων διαστάσεων 29 x 20 μ., το μεγαλύτερο τμήμα του οποίου διατηρείται σε επίπεδο θεμελίωσης. Οι τοίχοι του είναι κατασκευασμένοι με απλή αργολιθοδομή, ενώ στα ψηλότερα σωζόμενα τμήματά τους διαπιστώνεται η τεχνική ενός αμελούς opus quasi reticulatum (τοιχοποιία της ρωμαϊκής περιόδου με κυβόλιθους τοποθετημένους με τρόπο που να σχηματίζουν ένα είδος δικτυωτού, συνδεδεμένους μεταξύ τους με χυτό υλικό). Η θεμελίωση του κτηρίου είναι κατασκευασμένη με την τεχνική της χυτής τοιχοποιίας (opus caementicium).

Η αγρέπαυλη ήταν σε χρήση για ένα μακρόχρονο διάστημα (αρχές 2ου-μέσα 4ου αιώνα), κατά το οποίο δέχτηκε εκτεταμένες επισκευαστικές εργασίες. Αποτελείται από 13 χώρους και ως προς την αρχιτεκτονική της μορφή, αποτελεί τυπικό δείγμα των αγρεπαύλεων της ρωμαϊκής εποχής με έναν ορθογώνιο ημιυπαίθριο χώρο-αυλή στο κεντρικό τμήμα, γύρω από τον οποίο αναπτύσσονται περιμετρικές, διώροφες πιθανότατα, πτέρυγες. Στη βόρεια πτέρυγά της ήταν συγκεντρωμένοι οι χώροι διαμονής των ενοίκων, ορισμένοι εκ των οποίων φαίνεται ότι κοσμούνταν με ψηφιδωτά δάπεδα, όπως υποδεικνύει η ανεύρεση κατά τις ανασκαφές διάσπαρτων ψηφίδων. Ο ένας από τους χώρους της ίδιας πτέρυγας ταυτίζεται πιθανότατα με λουτρό. Στη νότια πτέρυγα, όπου έχουν βρεθεί δύο ληνοί για την παραγωγή κρασιού και αποθηκευτικά αγγεία, στεγάζονταν οι χώροι παραγωγής και αποθήκευσης αγροτικών προϊόντων.

Σε μικρή απόσταση ανατολικά της αγρέπαυλης αποκαλύφθηκε ένα ναόμορφο μαυσωλείο (ταφικός θάλαμος), το οποίο, σύμφωνα με τα πρότυπα της ρωμαϊκής ταφικής αρχιτεκτονικής, είναι ένα ορθογώνιο κτήριο διαστάσεων 10,60 x 7,50 μ., αποτελούμενο από έναν κυρίως θάλαμο και έναν προθάλαμο, ανοικτό στην πρόσοψη. Οι τοίχοι του διατηρούνται σε χαμηλό ύψος και είναι κατασκευασμένοι με την τεχνική opus mixtum (ορθογώνιοι λίθοι που εναλλάσσονται με σειρές πλίνθων), ενώ η θεμελίωσή του με την τεχνική της χυτής τοιχοποιίας (opus caementicium). Η στέγαση του μαυσωλείου, που δεν σώζεται, εικάζεται ότι θα ήταν σε σχήμα καμάρας.

Μία μικρή ορθογώνια κτιστή κατασκευή σε απόσταση 2 μ. από την πρόσοψη του μνημείου ταυτίζεται πιθανότατα με βωμό. Στο εσωτερικό του κυρίως θαλάμου, ο οποίος είχε συληθεί ήδη από την αρχαιότητα, υπήρχαν τρία κτιστά βάθρα για την τοποθέτηση σαρκοφάγων από πεντελικό μάρμαρο, τμήματα των οποίων εκτίθενται στα Αρχαιολογικά Μουσεία των Ιωαννίνων και της Ηγουμενίτσας. Φέρουν εξαιρετικής τέχνης γλυπτό διάκοσμο που αποδίδεται σε αττικό εργαστήριο των αρχών του 2ου-αρχών 3ου αιώνα. Ο χώρος, τόσο στο εσωτερικό, όσο και γύρω από το μαυσωλείο, χρησιμοποιήθηκε για ενταφιασμούς για ένα μακρότατο χρονικό διάστημα (2ο-4ο αι.). Το μαυσωλείο θεωρείται ότι προοριζόταν για τον ιδιοκτήτη της αγρέπαυλης και τα μέλη της οικογένειάς του, που πιθανότατα ήταν ελληνικής καταγωγής, με βάση την ελληνική επιγραφή που διατηρείται σε μία από τις σαρκοφάγους.

Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της έπαυλης και του μαυσωλείου πρόκειται να ενσωματωθούν στις εγκαταστάσεις του λιμανιού της Ηγουμενίτσας ως επισκέψιμος αρχαιολογικό χώρος.

 

φωτ. ΕΦΑ Θεσπρωτίας/ photo: Ephorate of Antiquities of Thesprotia
φωτ. ΕΦΑ Θεσπρωτίας/ photo: Ephorate of Antiquities of Thesprotia

Ο αρχαιολογικός χώρος της Λυγιάς εκτείνεται σε τρεις οχυρωμένους λόφους (Κάστρα Α, Β και Γ ή Λυγιά Α, Β και Γ) στο ανατολικό ήμισυ της ομώνυμης χερσονήσου στο βόρειο τμήμα του κόλπου της Ηγουμενίτσας, σε απόσταση 8 περίπου χλμ. βορειοδυτικά της πόλης της Ηγουμενίτσας. Η θέση είναι καίριας γεωγραφικής σημασίας, καθώς επιτρέπει τον άμεσο έλεγχο τόσο των ακτών, όσο και της παρακείμενης λιμνοθάλασσας που σχημάτιζε το δέλτα του ποταμού Καλαμά. Οι οχυρωματικοί περίβολοι των τριών λόφων είναι κτισμένοι κατά το μεγαλύτερο τμήμα τους σύμφωνα με το ψευδοϊσόδομο σύστημα τοιχοποιίας από τραπεζιόσχημους και σπανιότερα ορθογώνιους, μεγάλου μεγέθους λαξευτούς λίθους. Διαφορές που εντοπίζονται σε επιμέρους τμήματα της τοιχοποιίας οφείλονται σε κατά καιρούς επισκευές και τροποποιήσεις των τριών οχυρώσεων. Τα τείχη ενισχύονται με μεγάλους ορθογώνιους ή ημικυκλικούς πύργους, η διάμετρος των οποίων σε κάποιες περιπτώσεις φτάνει τα 10,00 μ., καθώς επίσης και με θλάσεις (ελαφρές μετατοπίσεις του άξονα του οχυρωματικού περιβόλου). Στο εσωτερικό των τριών οχυρώσεων είναι ορατά εκτεταμένα οικοδομικά κατάλοιπα. Καθώς δεν έχει πραγματοποιηθεί συστηματική ανασκαφική έρευνα, οι γνώσεις μας για την πολεοδομική οργάνωση των τριών οχυρώσεων είναι περιορισμένες.

Παλαιότερα, ο αρχαιολογικός χώρος της Λυγιάς είχε ταυτιστεί με την Τορώνη, αποικία των Κερκυραίων στις απέναντι θεσπρωτικές ακτές, και η αρχική οικοδομική φάση των τριών φρουρίων είχε χρονολογηθεί πριν τον Κερκυραϊκό εμφύλιο πόλεμο (427-425 π.Χ.), όταν, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, κατέφυγαν εκεί οι ηττημένοι της ολιγαρχικής παράταξης. Σύμφωνα, ωστόσο, με τα νεότερα δεδομένα της έρευνας, η αρχική οικοδομική φάση των τριών οχυρώσεων θα πρέπει να μετατεθεί μετά τις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. Ο αρχαίος οικισμός της Λυγιάς εξακολούθησε να επιβιώνει μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση (167 π.Χ.), μέχρι την οριστική του εγκατάλειψη κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες.

Στην κορυφή ενός χαμηλού λόφου, στο μέσο του κάμπου Ραγίου-Κεστρίνης, σε μικρή απόσταση από τον αρχαιολογικό χώρο της Λυγιάς, βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος του Πύργου Ραγίου, που οφείλει την ονομασία του στον επιβλητικό οθωμανικό πύργο που δεσπόζει στον χώρο. Οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως κινητά ευρήματα που κυμαίνονται χρονικά από τους προϊστορικούς μέχρι τους χρόνους της οθωμανικής κυριαρχίας, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική κατοίκηση της θέσης.

Το μικρό κάστρο, έκτασης 3 μόλις στρεμμάτων, περιβάλλεται από ισχυρό τείχος, κτισμένο σύμφωνα με το ισόδομο σύστημα, το οποίο διατηρείται σε ιδιαίτερα καλή κατάσταση, ξεπερνώντας κατά τόπους το ύψος των 4,00 μ. Την αμυντική του ικανότητα ενισχύουν ορθογώνιοι πύργοι και θλάσεις. Η ανέγερση του κάστρου, με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα της έρευνας, τοποθετείται στον 5ο αιώνα π.Χ. και συνδέεται με τη δραστηριότητα των Κερκυραίων στις απέναντι θεσπρωτικές ακτές. Το πολυγωνικό σύστημα τοιχοποιίας, που παρατηρείται σε ένα μικρό τμήμα της δυτικής πλευρά του τείχους, θεωρείται ότι οφείλεται σε ανακατασκευή των ύστερων κλασικών ή ελληνιστικών χρόνων. Το κάστρο είχε καθαρά στρατιωτικό χαρακτήρα, όπως επιβεβαιώνεται και από την απουσία κτισμάτων στο εσωτερικό του, που να υποδεικνύουν μόνιμη κατοίκηση. Στο κέντρο, περίπου, του οχυρωμένου χώρου υπάρχει μία εντυπωσιακού μεγέθους δεξαμενή για τη συγκέντρωση των ομβρίων υδάτων, εξολοκλήρου λαξευμένη στον βράχο, με διάμετρο 13 μ. και βάθος πάνω από 5 μ.

Ο χώρος κατοικήθηκε πιο συστηματικά κατά την οθωμανική περίοδο, στην οποία ανήκει η πλειονότητα των κτηριακών καταλοίπων από ξερολιθιά που διατηρούνται εντός της οχύρωσης. Ο επιβλητικός οθωμανικός πύργος του κάστρου ανεγέρθηκε επάνω στον βόρειο πύργο της αρχαίας οχύρωσης στα μέσα του 19ου αιώνα από τον Χατζή Γράβα, αγά της Ηγουμενίτσας. Ανήκει στον ευρύτατα διαδεδομένο στον ελλαδικό και βαλκανικό χώρο αρχιτεκτονικό τύπο της κούλιας (οχυρής κατοικίας) και χρησίμευε ως παρατηρητήριο και ως ενδιαίτημα της τοπικής στρατιωτικής φρουράς. Έχει κάτοψη σχήματος Γ και διαθέτει τρεις ορόφους. Για αμυντικούς λόγους, στο ισόγειο του πύργου δεν υπάρχουν θύρες ή άλλα ανοίγματα, ενώ η μοναδική είσοδος βρίσκεται στον πρώτο όροφο και προστατεύεται με καταχύστρα. Η πρόσβασή της εξασφαλιζόταν μέσω κλίμακας ή ξύλινης κινητής γέφυρας. Για τους ίδιους λόγους, στους επάνω ορόφους ανοίγονται τυφεκιοθυρίδες και μικρά μόνο τετράγωνα ή τοξωτά παράθυρα.

Ο αρχαιολογικός χώρος του Πύργου Ραγίου έχει σήμερα αναδειχθεί, ενώ ο αποκατεστημένος πύργος έχει διαμορφωθεί σε εκθεσιακό χώρο.

 

Μουσεία

Αρχαιολογικό Μουσείο Ηγουμενίτσας (οδός 28ης Οκτωβρίου 2)

Περισσότερα από 1.600 εκθέματα και πλούσιο συνοδευτικό εποπτικό υλικό αφηγούνται στο κοινό τους σημαντικότερους σταθμούς του αρχαιολογικού παρελθόντος της Θεσπρωτίας, με έμφαση κυρίως στην ελληνιστική εποχή, μία περίοδο μεγάλης άνθησης για την περιοχή.

Το μουσείο, το οποίο ιδρύθηκε από το ζεύγος Ηλία και Ελευθερίας Κώτσιου στη μνήμη της κόρης τους Ρένας, διαθέτει μια πλούσια συλλογή από παραδοσιακές φορεσιές, υφαντά, έργα λαϊκής κεντητικής και πολλά αντικείμενα της καθημερινής ζωής από την Ηγουμενίτσα και την ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Θεσπρωτίας