Ελληνιστική πόλη Πετρών
Ελληνιστική-ρωμαϊκή πόλη Πετρών Μία ακμάζουσα αρχαία πόλη κοντά στην ομώνυμη λίμνη
Τα κατάλοιπα μιας πυκνοκατοικημένης πόλης που άκμασε κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους έχουν αποκαλυφθεί στον λόφο Γκρατίστα (Γκραντίστα), σε απόσταση περίπου 1,5 χλμ. νοτιοδυτικά από τον σύγχρονο οικισμό των Πετρών (πρώην Πέτερσκο), κοντά στις νοτιοδυτικές όχθες της ομώνυμης λίμνης του Δήμου Αμυνταίου. Η μικρή λίμνη των Πετρών, μαζί με τη γειτονική της, μεγαλύτερη λίμνη Βεγορίτιδα και τις λίμνες Ζάζαρη και Χειμαδίτιδα, σχηματίζει το σύμπλεγμα των λιμνών του Αμυνταίου. Οι τέσσερις λίμνες θεωρούνται υπολείμματα της αρχαίας μεγάλης λίμνης της Εορδαίας και συνδέονται υδρολογικά μεταξύ τους, ενώ είναι ενταγμένες στο ευρωπαϊκό δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura 2000. Η λίμνη των Πετρών, παρά την υποβάθμισή της, κυρίως λόγω της υπερβολικής άντλησης των υδάτων της, συνιστά μαζί με τη Βεγορίτιδα ένα σχεδόν ενιαίο δυναμικό οικοσύστημα, με ιδιαίτερα πλούσια πανίδα και χλωρίδα, όπου διαβιούν πολλά είδη πτηνών. Η ευρύτερη περιοχή παρουσιάζει έντονο αρχαιολογικό ενδιαφέρον, καθώς εντοπίζονται αρχαιότητες που χρονικά ανάγονται από τους προϊστορικούς μέχρι τους μεταβυζαντινούς χρόνους.
Ο απόκρημνος, τραπεζοειδής λόφος, στον οποίο είναι κτισμένη η αρχαία πόλη, οριοθετείται από δύο χειμάρρους. Καθώς είναι δυσδιάκριτος ανάμεσα στους γύρω ημιορεινούς όγκους, εξασφάλιζε στην πόλη την απαραίτητη προστασία, ενώ η θέση του επέτρεπε παράλληλα την εποπτεία και τον έλεγχο του εύφορου κάμπου στα νότια και των λιμνών των Πετρών και της Βεγορίτιδας στα ανατολικά. Η θέση κατά την αρχαιότητα ανήκε στα γεωγραφικά όρια της Εορδαίας, περιοχής ανάμεσα στην Άνω και την Κάτω Μακεδονία, τις δύο μεγάλες γεωμορφολογικές ενότητες της αρχαίας Μακεδονίας. Το πέρασμα στην Άνω από την Κάτω Μακεδονία γινόταν μέσω των στενών του Κλειδίου, γνωστών και ως Κιρλί Δερβέν, τη στενή φυσική δίοδο στα βορειοδυτικά των Πετρών, από την οποία διέρχεται ακόμα και σήμερα ο σύγχρονος δρόμος.
Οι πολυετείς ανασκαφικές έρευνες στην αρχαία πόλη των Πετρών, που έχουν ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1980 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα, δεν έχουν φέρει στο φως επιγραφικά στοιχεία που να επιτρέπουν την ταύτισή της. Η ονομασία της, για την οποία κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις, αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα ζητούμενα της έρευνας. Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, η αρχαία πόλη των Πετρών θα πρέπει να ταυτιστεί με την Κέλλη ή Κέλλιον (Cellae), σταθμό (mansio) της Εγνατίας οδού, ο οποίος, με βάση τα ρωμαϊκά οδοιπορικά, απείχε 14 ρωμαϊκά μίλια από τον σταθμό αλλαγής αλόγων (mutatio) ad Duodecimum και 34 ρωμαϊκά μίλια από την Ηράκλεια Λυγκηστική (Ηράκλεια επί του Λύγκου). Ο πρώτος σταθμός τοποθετείται στα ανατολικά των Πετρών, κοντά στο χωριό Δροσιά, περίπου 18 χλμ. δυτικά της Έδεσσας. Η Ηράκλεια, η οποία, σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, ιδρύθηκε από τον βασιλιά Φίλιππο Β΄ (359-336 π.Χ.) στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., υπήρξε σημαντικός σταθμός της Εγνατίας οδού και εξέχουσα πόλη της Λυγκηστίδας, περιοχής που συνόρευε προς τα βόρεια με την Εορδαία. Η Ηράκλεια Λυγκηστική έχει ταυτιστεί με τα κατάλοιπα της πόλης που έχουν αποκαλυφθεί νότια της Μπίτολα (πρώην Μοναστήρι) στη Βόρεια Μακεδονία.
Ανεξάρτητα με την ταύτιση της αρχαίας πόλης των Πετρών, αυτό που γίνεται ευρύτερα αποδεκτό από τους ερευνητές είναι ότι η Εγνατία οδός διερχόταν σε κοντινή από αυτήν απόσταση, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ανάπτυξή της κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους. Συγκεκριμένα, έχει υποστηριχθεί ότι η αρχαία οδός περνούσε μέσα από τον κάμπο, σε απόσταση από 1,5 έως 2 χλμ. νοτιοδυτικά της αρχαίας πόλης, όπου στη θέση «ΕΒΓΕ» οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως τμήμα ενός οργανωμένου νεκροταφείου παλαιοχριστιανικών χρόνων, ενώ τυχαία επιφανειακά ευρήματα υποδεικνύουν την ύπαρξη στην ίδια θέση οργανωμένων αρχαίων ιερών. Γενικότερα η περιοχή του Αμυνταίου έχει σημαντικές αρχαιότητες, μία από τις σημαντικότερες είναι η ρωμαϊκή έπαυλη.
Στην ευρύτερη περιοχή των Πετρών έχουν βρεθεί πέντε μιλιοδείκτες που συνδέονται με ανακατασκευές ή επιδιορθώσεις της Εγνατίας οδού. Ο ένας από αυτούς, χαμένος σήμερα, εντοπίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα εντοιχισμένος σε ιδιωτική κατοικία του σημερινού οικισμού των Πετρών. Πιθανότατα έφερε δύο ελληνικές επιγραφές με αναθέσεις στον αυτοκράτορα Αδριανό (117-138 μ.Χ.) και στη Β΄ Τετραρχία (305-306 μ.Χ.). Δύο ακόμη μιλιοδείκτες, σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Φλώρινας, βρέθηκαν σε χωράφι, κοντά στη νότια έξοδο των στενών του Κλειδίου. Φέρουν επίσης επιγραφές στην ελληνική με αναθέσεις στη Β΄ Τετραρχία. Ο τέταρτος μιλιοδείκτης, ομοίως σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Φλώρινας, βρέθηκε στην πεδιάδα μεταξύ Πετρών και Αμυνταίου και φέρει τέσσερις ή πέντε ελληνικές επιγραφές, εκ των οποίων η μία αποτελεί ανάθεση στη Β΄ Τετραρχία -από τις υπόλοιπες επιγραφές του μιλιοδείκτη με βεβαιότητα μπορεί να χρονολογηθεί μόνο η μία μεταξύ του 333 και 335 μ.Χ., ενώ μία δεύτερη επιγραφή τοποθετείται μεταξύ 313 και 333 μ.Χ. Οι αναθέσεις των τεσσάρων μιλιοδεικτών στη Β΄ Τετραρχία έχει υποστηριχθεί ότι αποτελούν έργο του ίδιου λιθοξόου. Σε περίπτωση που η ταύτιση της αρχαίας πόλης των Πετρών με την Κέλλη ευσταθεί, οι τέσσερις μιλιοδείκτες υποδεικνύουν πως αυτή είχε αποκτήσει το καθεστώς πόλεως (civitas) και είχε αναλάβει την ευθύνη για τη συντήρηση της Εγνατίας οδού. Ο ακριβής, ωστόσο, χρόνος που η Κέλλη απέκτησε το status της πόλης δεν είναι γνωστό, καθώς στα ρωμαϊκά οδοιπορικά δεν μνημονεύεται ως civitas, αλλά ως σταθμός (mansio) της Εγνατίας οδού. Τέλος, ένας πέμπτος, χαμένος σήμερα, μιλιοδείκτης, που έφερε ελληνική επιγραφή με ανάθεση επίσης στη Β΄ Τετραρχία (305-306 μ.Χ.), εντοπίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στη Βεγόρα, σε μικρή απόσταση νοτιοανατολικά των Πετρών.
Το 2022, στη θέση «Γραμμάδα-Φούντες», κοντά στον οικισμό των Πετρών, εντοπίστηκε τμήμα της Εγνατίας οδού, συνολικού πλάτους περίπου 7 μ. Αποτελείται από το κύριο τμήμα (3,00 μ.) και την πλευρική επικλινή διαμόρφωση (4,00 μ.), ενώ οριοθετείται στα άκρα από λίθους μπηγμένους κάθετα στο έδαφος. Λιθόστρωτα τμήματα της αρχαίας οδού, πλάτους 3,30 μ., που είναι ορατά μέχρι και σήμερα, έχουν επίσης εντοπιστεί στην ανατολική όχθη της λίμνης Βεγορίτιδας, κοντά στον σημερινό οικισμό Φαράγγι.
Με βάση τα παραπάνω, η πορεία της Εγνατίας οδού στην ευρύτερη περιοχή του λεκανοπεδίου του Αμυνταίου αποκαθίσταται ως εξής: μετά τον σταθμό ad Duodecimum, η αρχαία οδός συνέχιζε την πορεία της προς τα δυτικά, διερχόμενη μέσα από τα στενά της Άρνισσας (Σουτ Μπουρούν), οικισμού στη βορειοανατολική όχθη της λίμνης Βεγορίτιδας, η παλαιότερη ονομασία του οποίου ήταν Όστροβο -απ’ όπου και η ονομασία της λίμνης Βεγορίτιδας ως λίμνη του Οστρόβου. Το Όστροβο εμφανίζεται στις πηγές της μέσης και ύστερης βυζαντινής περιόδου ως ένα από τα ισχυρότερα κάστρα της περιοχής. Στη συνέχεια, η Εγνατία οδός διερχόταν κατά μήκος της ανατολικής όχθης της λίμνης Βεγορίτιδας, η οποία κατά την αρχαιότητα ήταν σημαντικά μικρότερη. Έπειτα, η αρχαία οδός ακολουθούσε νοτιοδυτική πορεία προς τη Βεγόρα για να συνεχίσει την πορεία της νότια από τις λίμνες της Βεγορίτιδας και των Πετρών. Στη Βεγόρα έχουν εντοπιστεί σημαντικές αρχαιότητες και πόλη ρωμαϊκών χρόνων που εκτείνεται σε 100 και πλέον στρέμματα. Στη συνέχεια, η Εγνατία οδός προχωρούσε προς τα στενά του Κλειδίου (Κιρλί Δερβέν), όπου, σύμφωνα με τους ιστορικούς Nicholas Hammond και Μιλτιάδη Χατζόπουλο, υπήρχε ο σταθμός αλλαγής αλόγων (mutatio) Γράνδη (Grande). Από τα στενά του Κλειδίου, η αρχαία οδός συνέχιζε την πορεία της προς την Ηράκλεια Λυγκηστική διερχόμενη μέσα από την πεδιάδα της Φλώρινας. Σημειώνεται πως η διαδρομή της οθωμανικής οδού που διαδέχτηκε την Εγνατία οδό (Sol Kol) δεν περνούσε, όπως η αρχαία Εγνατία οδός, νότια των δύο λιμνών, αλλά βόρεια, όπως και ο σημερινός ασφαλτόδρομος.
Ιστορική διαδρομή
Οι απαρχές της κατοίκησης του λόφου Γκρατίστα τοποθετούνται στην Εποχή του Σιδήρου (περ. 11ος-8ος αι. π.Χ.) με βάση την ανεύρεση της κεραμικής της περιόδου αυτής στις επιχώσεις της ανασκαφής. Η επόμενη φάση κατοίκησης του λόφου ανάγεται στους υστεροκλασικούς χρόνους (β΄ μισό 4ου αι. π.Χ.), όταν η περιοχή της Εορδαίας προσαρτήθηκε το 358 π.Χ. από τον βασιλιά Φίλιππο Β΄ (359-336 π.Χ.) στο μακεδονικό βασίλειο, μετά τη νικηφόρα εκστρατεία του εναντίον των Ιλλυριών. Η πρώτη οργανωμένη μορφή κατοίκησης της πόλης, που έχει εντοπιστεί σε ορισμένα μόνο σημεία του ανασκαμμένου λόφου, θεωρείται το αποτέλεσμα της προσπάθειας του Φιλίππου Β΄ να εξασφαλίσει την προστασία των συνόρων του μακεδονικού βασιλείου και να δημιουργήσει οργανωμένες οικιστικές μονάδες ενοποιώντας/αστικοποιώντας τις τοπικές φυλετικές ομάδες της Εορδαίας που διαβιούσαν μέχρι τότε «κατά κώμας».
Η επόμενη οικοδομική φάση, με επιμελώς κατασκευασμένα κτίσματα, οργανωμένα σε νησίδες, τοποθετείται στον πρώιμο 3ο αιώνα π.Χ., ίσως στα χρόνια του Αντιγόνου Γονατά (277-274 και 272-239 π.Χ.). Ακολουθεί μία εκτεταμένη οικοδομική φάση στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ., πιθανότατα στα χρόνια του Φιλίππου Ε΄ (221-179 π.Χ.), οπότε η πόλη απέκτησε την οργανωμένη μορφή με την οποία έχει αποκαλυφθεί σήμερα. Κατά την οικοδομική αυτή φάση, που εκτείνεται σε όλον τον ανασκαμμένο χώρο, καταργήθηκαν οι δρόμοι της προηγούμενης και αναδιοργανώθηκαν οι πολεοδομικές νησίδες της πόλης.
Έκτοτε η πόλη των Πετρών γνώρισε μεγάλη ακμή, η οποία συνεχίστηκε και κατά τους πρώιμους ρωμαϊκούς χρόνους. Το 168 π.Χ., μετά την ήττα του βασιλιά Περσέα στη Μάχη της Πύδνας, η Μακεδονία κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους και διαιρέθηκε σε τέσσερις μεγάλες διοικητικές περιφέρειες, τις λεγόμενες μερίδες (regiones). Η περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας συμπεριλήφθηκε στην τέταρτη, μεγαλύτερη μερίδα με πρωτεύουσα την Πελαγονία. Το 148 π.Χ. καταργήθηκαν οι μερίδες και ιδρύθηκε η ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας (Provincia Macedonia). Στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας δόθηκαν ιδιαίτερα προνόμια και ελευθερίες, λόγω της φιλορωμαϊκής στάσης των κατοίκων της. Το νέο καθεστώς που διαμορφώθηκε διευκόλυνε την επικοινωνία και τις πολιτιστικές επαφές της περιοχής με την υπόλοιπη Μακεδονία.
Η περίοδος ακμής της πόλης των Πετρών συμπίπτει με τη διέλευση της Εγνατίας οδού. Η αρχαία οδός φαίνεται ότι δημιούργησε ευνοϊκές προϋποθέσεις για εμπορικές συναλλαγές των Πετρών τόσο με τις άλλες πόλεις της Μακεδονίας, όσο και με πιο μακρινές περιοχές. Η κεραμική που εντοπίστηκε μαρτυρεί στενή σχέση με την Πέλλα, την πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους. Παράλληλα, η παρουσία νομισμάτων από τη Ρώμη, την Ιλλυρία, τη Θεσσαλία και αυτόνομων εκδόσεων των πόλεων του μακεδονικού βασιλείου, κυρίως της Θεσσαλονίκης, της Πέλλας και της Αμφίπολης, καθώς επίσης και η εύρεση αμφορέων από τη Ρόδο, τη Θάσο και την Ιταλία, μαρτυρούν το ευρύ φάσμα τόσο των εμπορικών, όσο και των πολιτιστικών της συναλλαγών. Παράλληλα, εκτός από την ανάπτυξη του εμπορίου, την περίοδο αυτή η αγροτική οικονομία του οικισμού των Πετρών μετατράπηκε σε αγροτοβιοτεχνική. Από τον 2ο αιώνα π.Χ. αναπτύχθηκαν στην πόλη ακμαία εργαστήρια κεραμικής, κοροπλαστικής, γλυπτικής και μεταλλοτεχνίας, τα οποία υποδεικνύουν την οικονομική της ευμάρεια και το υψηλό επίπεδο διαβίωσης των κατοίκων της. Η αρχαία πόλη των Πετρών διέθετε αξιόλογους κεραμείς, τα ονόματα δύο εκ των οποίων, του Επίκουρου και του Ασκληπιόδωρου, μας είναι γνωστά μέσα από τις υπογραφές των έργων τους. Από τα προϊόντα των τοπικών εργαστηρίων ιδιαίτερα αξιόλογοι είναι δύο ανάγλυφοι κρατήρες, ένας με παραστάσεις διονυσιακού θιάσου (τέλος 2ου-αρχές 1ου αι. π.Χ.) και ένας με σκηνές από την Οδύσσεια (λίγο πριν τα μέσα του 1ου αι. π.Χ.).
Η ακμή της πόλης των Πετρών διακόπηκε στα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ., όταν καταστράφηκε πιθανώς από πυρκαγιά, στα χρόνια του ρωμαϊκού εμφυλίου πολέμου μεταξύ Καίσαρα και Πομπήιου (48 π.Χ.), περίοδο κατά την οποία πολλές από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και συγκρούσεις των δύο αντίπαλων στρατευμάτων, με επικεφαλής τους στρατηγούς Δομίτιο και Σκιπίωνα, διεξήχθησαν στα εδάφη της Δυτικής Μακεδονίας. Οι απώλειες από τις πολεμικές συγκρούσεις επέφεραν πληθυσμιακή συρρίκνωση και τη σταδιακή οικονομική παρακμή της Άνω Μακεδονίας, η οποία, σύμφωνα με τον Έλληνα γεωγράφο Στράβωνα, είχε ερημωθεί και κατοικούνταν πλέον «κατά κώμας». Το παχύ στρώμα καύσης που κάλυψε τα κτήρια της πόλης των Πετρών έχει χρονολογηθεί ακριβώς με έναν θησαυρό 125 δηναρίων, τα οποία κυμαίνονται χρονικά από το 105 π.Χ., τα πιο πρώιμα, έως το 42 π.Χ., τα υστερότερα.
Μετά τα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ., η ζωή στην πόλη των Πετρών εγκαταλείφθηκε. Περιορισμένα μόνο ίχνη κατοίκησης που ανήκουν στον 1ο αιώνα μ.Χ. εντοπίζονται στον χώρο της ακρόπολης, ενώ σποραδικά κινητά ευρήματα μαρτυρούν ανθρώπινη παρουσία στον ίδιο χώρο μέχρι και τον 6ο αιώνα μ.Χ.
Ο εντοπισμός καταλοίπων ενός λουτρού και ενός νεκροταφείου των ρωμαϊκών χρόνων στον σύγχρονο οικισμό των Πετρών, υποδεικνύει πιθανότατα τη μετακίνηση της πόλης εκεί κατά αυτήν την περίοδο.
Τα πλούσια ευρήματα από τον οικισμό των Πετρών εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Φλώρινας και φωτίζουν διάφορες πτυχές της καθημερινής ζωής και των επαγγελματικών ενασχολήσεων των κατοίκων της αρχαίας πόλης. Τα σιδερένια γεωργικά εργαλεία, αλλά και οι μεγάλες ποσότητες ρητίνης που χρησιμοποιούνταν για τη στεγάνωση των αγγείων αποθήκευσης του κρασιού, αλλά και πιθανότατα για να δώσουν την ιδιάζουσα γεύση του ρετσινώματος στο κρασί, μαρτυρούν την αναπτυγμένη γεωργία και αμπελοκαλλιέργεια. Οι απανθρακωμένοι σπόροι δημητριακών και οσπρίων βεβαιώνουν τις σχετικές καλλιέργειες και διαφωτίζουν τις διατροφικές συνήθειες των κατοίκων του οικισμού.
Ο αρχαιολογικός χώρος των Πετρών έχει σήμερα αναδειχθεί και είναι επισκέψιμος για το κοινό.
Μνημεία Αρχαιότητες
Οικιστική οργάνωση
Η πόλη των Πετρών προστατευόταν με ισχυρό πώρινο τείχος, από το οποίο έχει έρθει στο φως ένα μικρό μόνο τμήμα, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του καλύπτεται από καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Η έκταση που περικλείει το τείχος είναι περίπου 20 εκτάρια, πρόκειται επομένως για μία μικρή σχετικά πόλη, με πληθυσμό που θα κυμαινόταν γύρω στους 5.000 κατοίκους. Τα νεκροταφεία της πόλης, τα οποία δεν έχουν ακόμη ανασκαφεί, με βάση κάποια μεμονωμένα ευρήματα, πιθανότατα αναπτύσσονταν έξω από το τείχος, στα νότια και στα ανατολικά της πόλης. Οι μέχρι σήμερα ανασκαφικές έρευνες έχουν αναπτυχθεί σε τρεις τομείς της αρχαίας πόλης: α) στη λεγόμενη «Ακρόπολη», στο ανώτατο υψίπεδο του λόφου, β) στη λεγόμενη «Συνοικία της Κρήνης», στα νοτιοανατολικά του λόφου, και γ) στο λεγόμενο «Νότιο Πλάτωμα», στα νότια του λόφου.
Το πολεοδομικό σύστημα της πόλης είναι ελεύθερο, προσαρμοσμένο στις κλίσεις του λόφου, που είναι ιδιαίτερα απότομες, με εξαίρεση την Ακρόπολη, όπου το έδαφος είναι επίπεδο. Οι πυκνά δομημένες οικοδομικές νησίδες είναι ακανόνιστων διαστάσεων και το μέγεθος τους ποικίλλει, ανάλογα με τις θέσεις που καταλαμβάνουν στα άνδηρα του λόφου. Σε κάθε οικοδομική νησίδα, τα σπίτια οργανώνονται κατά ομάδες των τριών ή των τεσσάρων, το ένα σε επαφή με το άλλο. Η πρόσβαση στα οικοδομικά συγκροτήματα επιτυγχανόταν μέσω μεγάλων δρόμων, παράλληλων προς τις φυσικές καμπύλες του λόφου. Μικρότεροι απότομοι στενωποί, πλάτους από 0,80 έως 1,50 μ., παρείχαν τη δυνατότητα για τη μετακίνηση ανάμεσα στις οικοδομικές νησίδες, εξασφαλίζοντας παράλληλα τον καλύτερο φωτισμό, εξαερισμό και την απορροή των ομβρίων υδάτων από τις στέγες των σπιτιών. Τόσο οι μεγάλοι, όσο και οι μικρότεροι δρόμοι, συνδυάζονται με ένα καλά οργανωμένο σύστημα κτιστών αγωγών παροχής νερού και ανοικτών αγωγών αποχέτευσης. Σε διάφορες θέσεις της πόλης, σε κομβικά σημεία, υπήρχαν κρήνες.
«Συνοικία της Κρήνης»
Πρόκειται για μία καλά οργανωμένη συνοικία, στο μέσο περίπου του λόφου, με ανατολικό προσανατολισμό και θέα προς τη λίμνη και τα πεδινά. Εδώ ανασκάφηκαν τέσσερις οικοδομικές νησίδες με πλούσιες κατοικίες και σημαντικά δημόσια και θρησκευτικά κτήρια της πόλης. Τη συνοικία διέσχιζε ένας κεντρικός δρόμος, πλάτους 3,00 μ., ο οποίος εξυπηρετούσε και την κυκλοφορία τροχήλατων οχημάτων. Είναι στρωμένος με χώμα ανακατεμένο με μικρά κομμάτια κεραμιδιών και οστράκων, ενώ σε πολλά σημεία του είναι στρωμένος με λεπτό χαλίκι. Κάτω από το οδόστρωμα υπήρχε πήλινος υδρευτικός αγωγός που κατέληγε σε μνημειακή κρήνη, η οποία διέθετε επιπλέον μία δεξαμενή για τη συλλογή νερού.
Στα νότια της συνοικίας αποκαλύφθηκε ένα μεγάλο δημόσιο κτήριο, το οποίο με βάση μία ενεπίγραφη στήλη ταυτίζεται με ιερό του Δία. Διασώθηκε μέχρι ύψος 2,00 μ. και αποτελείται από μία σχεδόν τετράγωνη αίθουσα, γύρω από την οποία διατάσσονται πέντε μικρότερες. Στο κέντρο της τετράγωνης αίθουσας δεσπόζει ένας βωμός/εστία. Το ιερό διέθετε δύο εισόδους, μία δευτερεύουσα στα δυτικά, και μία κύρια στα νότια, η οποία διαμορφωνόταν με μνημειακή λίθινη ράμπα.
Ανατολικά του ιερού αποκαλύφθηκε μία μεγάλη κυκλική κατασκευή και μύλοι για επεξεργασία δημητριακών, καθώς επίσης ένας μεγάλος υπόγειος πιθεώνας με δεκαεπτά μεγάλα πιθάρια. Το μέγεθος και ο αριθμός των πιθαριών, οι διαστάσεις του χώρου στον οποίο ήταν αποθηκευμένα και η γειτνίασή του με το ιερό του Διός, οδηγούν στην ταύτισή του με δημόσια αποθήκη.
Ανάμεσα στο ιερό του Δία, τη δημόσια κρήνη και τη δημόσια αποθήκη διαμορφώνεται υπαίθριος χώρος-πλατεία που λειτουργούσε ως εμπορικό κέντρο/αγορά της πόλης, με εμπορικά καταστήματα κατά μήκος της κεντρικής οδού.
Ιδιωτικές κατοικίες
Οι ιδιωτικές κατοικίες της πόλης έχουν συνήθως εμβαδό 180-200 τ.μ., μοιρασμένο σε δύο ορόφους. Τα ισόγεια των σπιτιών είναι κτισμένα με λασπόκτιστη αργολιθοδομή μέχρι ύψος 1,00 μ. περίπου και από εκεί και πάνω η δόμηση συνεχιζόταν με ωμόπλινθους. Τα δάπεδα των ισογείων είναι συνήθως χωμάτινα και σπανιότερα είναι κατασκευασμένα από κονίαμα ή από μεγάλα βότσαλα κολυμπητά σε κονίαμα. Στους ορόφους επιλέγονταν για στατικούς λόγους ελαφρύτερα υλικά, όπως ξύλα, άχυρο και λάσπη.
Στα ισόγεια των σπιτιών διαμορφώνονται οι βοηθητικοί χώροι του σπιτιού, τα εργαστήρια κατασκευής διαφόρων ειδών και οι αποθήκες που διέθεταν πιθάρια διάφορων μεγεθών για τη φύλαξη καρπών. Σε ορισμένα από τα ισόγεια των κατοικιών εντοπίστηκαν φούρνοι/εστίες για την προετοιμασία του φαγητού, ενώ συχνή είναι η ανεύρεση κτιστών μύλων για την άλεση δημητριακών. Σε αρκετές περιπτώσεις διαπιστώθηκε επίσης η χρήση των ισόγειων των κατοικιών για σταβλισμό ζώων.
Στον όροφο υπήρχαν συνήθως δύο δωμάτια καθημερινής διαβίωσης, ένας γυναικωνίτης και ένας ανδρώνας. Στα στρώματα της ανασκαφής που αντιστοιχούν στους ανδρώνες, τις περισσότερες φορές αποκαλύπτονται σκύφοι, κρατήρες, αμφορείς και άλλα συμποσιακά αγγεία. Στα στρώματα που αντιστοιχούν στη θέση του γυναικωνίτη ανευρίσκονται συνήθως πήλινες αγνύθες από τους αργαλειούς για την κατασκευή των απαραίτητων υφασμάτων για την ένδυση της οικογένειας. Στο ίδιο δωμάτιο θα πρέπει να υπήρχε και χώρος λατρείας, καθώς συχνά έρχονται στο φως ειδώλια, κυρίως γυναικείων θεοτήτων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ιδιωτικές κατοικίες που έχουν έρθει στο φως στη συνοικία του Νότιου Πλατώματος, που είτε έχουν στενές προσόψεις, προσαρμοσμένες εγκάρσια στην πλαγιά του λόφου, είτε έχουν προσόψεις πλατιές, σε σχήμα Γ. Λόγω της υψομετρικής διαφοράς του εδάφους, σε αρκετές περιπτώσεις, οι κατοικίες είναι διώροφες από τη μία πλευρά και από την άλλη ισόγειες. Στον ισόγειο χώρο που είχε απευθείας πρόσβαση από τον δρόμο βρισκόταν ο ανδρώνας του σπιτιού, που συχνά ήταν διακοσμημένος με εξαιρετικής ποιότητας χρωματιστά κονιάματα, τα οποία μιμούνται διάφορα είδη μαρμάρων. Το είδος αυτής της διακόσμησης, γνωστό ως α΄ πομπηιανό ρυθμό, υπάρχει και στα σπίτια της μακεδονικής πρωτεύουσας, της Πέλλας. Στο μπροστινό τμήμα το ορόφου των σπιτιών του νότιου πλατώματος διαμορφωνόταν ο γυναικωνίτης, ο οποίος ήταν προσβάσιμος εξωτερικά με λίθινη σκάλα και διέθετε έναν ημιυπαίθριο χώρο για καλύτερο φωτισμό, αερισμό και αύληση. Αυτός ο τύπος σπιτιού μοιάζει με το γνωστό σκεπαστό μπαλκόνι (χαγιάτι) των διώροφων σπιτιών της μακεδονικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, επιβεβαιώνοντας την επικράτηση του μορφολογικού αυτού στοιχείου επί αιώνες, λόγω προφανώς των κλιματολογικών και μορφολογικών ιδιαιτεροτήτων του βορειοελλαδικού χώρου.
Ορισμένες από τις οικίες της Συνοικίας της Κρήνης διαθέτουν στο μπροστινό τους τμήμα εσωτερική πλακόστρωτη αυλή, ενώ σε λίγες περιπτώσεις κατοικιών παρατηρείται η οργάνωση των επιμέρους δωματίων γύρω από έναν κεντρικό υπαίθριο χώρο, στον κλασικό τύπο των αρχαιοελληνικών σπιτιών.
Ρωμαϊκή έπαυλη, Αμύνταιο
Στο ιδιαίτερα εύφορο λεκανοπέδιο του Αμυνταίου, όπου κυριαρχεί το υδάτινο στοιχείο με την παρουσία των τεσσάρων λιμνών (Βεγορίτιδας, Πετρών, Ζάζαρης και Χειμαδίτιδας), αναπτύχθηκε ένα πυκνό δίκτυο χερσαίων, παρόχθιων και λιμναίων εγκαταστάσεων, οι οποίοι καλύπτουν ένα χρονικό εύρος οκτώ τουλάχιστον χιλιετιών. Οι πρωιμότεροι από αυτούς ανάγονται στην Αρχαιότερη Νεολιθική εποχή.
Σε μικρή απόσταση από την πόλη του Αμυνταίου, η ανασκαφική έρευνα έφερε στο φως μια ασυνήθιστα μεγάλη αστική ρωμαϊκή έπαυλη του 2ου αιώνα μ.Χ αποτελούμενη από 96 χώρους, μεταξύ των οποίων λουτρά, οικιακό ιερό του Διός και πολυτελείς χώρους διαβίωσης. Οι τελευταίοι διακοσμούνται με τοιχογραφίες, γλυπτά και εξαιρετικής τέχνης ψηφιδωτά δάπεδα, τα οποία καλύπτουν συνολικά μία έκταση περίπου 360 τ.μ. και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, θέματα όπως η Αρπαγή της Ευρώπης, ο Απόλλωνας επάνω σε γρύπα και Νηρηίδες με ιππόκαμπους.
Ναός Αγίου Νικολάου, Βεύη
Η Βεύη (πρώην Μπάνιτσα), στα δυτικά της λίμνης των Πετρών, αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους και σημαντικότερους οικισμούς της Π.Ε. Φλώρινας, ο οποίος γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη κατά τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου λόγω της ιδιαίτερα οχυρής του θέσης και της εγγύτητας του με την Εγνατία οδό και με τον οδικό άξονα που οδηγούσε από τη Θεσσαλονίκη στο Μοναστήρι. Ο κοιμητηριακός σήμερα ναός του Αγίου Νικολάου, ένας από τους σημαντικότερους της ευρύτερης περιοχής, περιβάλλεται από νεκροταφείο, στο οποίο διατηρούνται ιδιαίτερης μορφολογίας λίθινοι σταυροί του 19ου αιώνα. Πρόκειται για ένα μικρών διαστάσεων κτίσμα, στον τύπο της μονόχωρης ξυλόστεγης βασιλικής, που ανεγέρθηκε ως καθολικό μονής το έτος 1460. Το εσωτερικό του είναι κατάγραφο με ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες του ίδιου έτους, που παρουσιάζουν στενή εικονογραφική και τεχνοτροπική συγγένεια με την καλλιτεχνική παραγωγή της Καστοριάς.







