Δωδώνη
Δωδώνη, «τὸ ἀρχαιότερον τῶν ἐν Ἕλλησι χρηστηρίων»
Η σύγχρονη Εγνατία οδός, συνεχίζοντας την πορεία της προς τα δυτικά, μετά το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, διέρχεται σε μικρή απόσταση βόρεια-βορειοδυτικά από τις μικρές τοπικές κοινότητες Δραμεσιών, Δωδώνης και Μαντείου της Δημοτικής Ενότητας Δωδώνης, όπου βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος του Ιερού του πατέρα των θεών Δία, με το «αρχαιότερο ελληνικό χρηστήριο» (μαντείο), σύμφωνα με τον ιστορικό Ηρόδοτο, και το μεγάλο θέατρο, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τοπόσημα της Ηπείρου. Το αρχαίο Ιερό της Δωδώνης, στην καρδιά της ενδοχώρας της Ηπείρου, σε απόσταση 20 χλμ. περίπου νοτιοδυτικά των Ιωαννίνων, είναι κτισμένο στις βόρειες παρυφές της κλειστής, στενής Δωδωναίας κοιλάδας, σε χαμηλή λοφοσειρά, υψομέτρου 620-650 μ., των ανατολικών προπόδων του όρους Ολύτσικα (αρχ. Τομάρου), απ’ όπου πηγάζουν οι ποταμοί Λούρος και Αχέροντας.
Εδώ βρισκόταν η επίγεια κατοικία του θεού Δία, ο οποίος, ἒναιε (διέμενε) στις ρίζες της ιερής φηγού ή δρυός (βελανιδιάς), γι’ αυτό και ονομάστηκε Νάιος. Το προφητικό δέντρο αποτέλεσε τον κύριο πυρήνα του Ιερού, καθώς κατείχε κυρίαρχο ρόλο στη μαντική διαδικασία. Γύρω από αυτό ανεγέρθηκαν αργότερα η Ιερά Οικία (ο ναός του Δία) και τα άλλα λατρευτικά οικοδομήματα του Ιερού. Στη Δωδώνη, όπως συνάγεται από τις επιγραφικές μαρτυρίες και τα αρχαιολογικά ευρήματα, λατρεύονταν και άλλοι θεοί του ελληνικού Πανθέου, όπως η Διώνη, η σύζυγος του Δία, που αποκαλείται Ναΐα, «σύνοικος και σύνναος» του Δία, η Θέμιδα, θεά επίσης με μαντικές ικανότητες, που επίσης αποκαλείται Ναΐα, ο Ηρακλής, η Αφροδίτη, ο Απόλλωνας, η Άρτεμη, ο Διόνυσος και οι Νύμφες. Κυρίαρχη θεότητα, ωστόσο, του Ιερού παρέμεινε ο Δίας, ο οποίος λατρεύτηκε με διάφορα επίθετα, όπως Δωδωναίος, Πελασγικός και Φηγονάιος. Στη Δωδώνη τελούνταν, πιθανότατα κάθε τέσσερα χρόνια, τα Νάια, γιορτή προς τιμήν του Ναΐου Διός, που σταδιακά καθιερώθηκαν ως πανελλήνιοι, περιλαμβάνοντας δραματικούς (παραστάσεις τραγωδίας και κωμωδίας) και γυμνικούς (αθλητικούς) αγώνες, ίσως και μουσικούς και ιππικούς, καθώς και αρματοδρομίες.
Η πρώτη αναφορά στο Ιερό παραδίδεται από τον Όμηρο (8ος αι. π.Χ.), η λατρεία, ωστόσο, στον χώρο ανάγεται σε πολύ προγενέστερους χρόνους, με βάση τόσο τα αρχαιολογικά ευρήματα, όσο και το πλήθος των αναφορών των συγγραφέων του αρχαίου κόσμου και τη στενή σύνδεση της Δωδώνης με αρχέγονους μύθους των Ελλήνων, όπως τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, την Αργοναυτική εκστρατεία και τον Τρωικό πόλεμο. Το Ιερό σταδιακά αναδείχτηκε όχι μόνο σε θρησκευτικό, αλλά και σε πολιτικό κέντρο των ηπειρώτικων φύλων, των εθνών, σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, που κατοικούσαν στην Ήπειρο, αποτελώντας την έδρα των ομοσπονδιακών τους κρατών, αρχικά της Απείρου ή Συμμαχίας των Ηπειρωτών και μετέπειτα, του Κοινού των Ηπειρωτών. Η φήμη του μαντείου διαδόθηκε σε ολόκληρο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο προσελκύοντας πιστούς όχι μόνο από την Ήπειρο και τις γειτονικές της περιοχές, αλλά και από απομακρυσμένα μέρη, όπως τις βόρειες ακτές της Αφρικής και τη Σικελία.
Οι χρησμοί δίνονταν με βάση τους ήχους που δημιουργούσε το θρόισμα των φύλλων της ιερής βελανιδιάς, το τιτίβισμα των πουλιών που φώλιαζαν στα κλαδιά της, το κελάρυσμα του νερού της Ναΐας πηγής στις ρίζες της και των ήχων που δημιουργούσε ο αέρας όπως περνούσε από τους χάλκινους λέβητες που ήταν τοποθετημένοι σε τρίποδες γύρω από το ιερό δέντρο. Οι ιερείς και οι ιέρειες του μαντείου, μέσα από αρχέγονες πρακτικές για να βρίσκονται σε άμεση επαφή με τη γη, όπως τη γυμνοποδία, την ανιπτοποδία (δεν έπλεναν τα πόδια τους) και την κατάκλιση (κοιμούνταν στο έδαφος), απαντούσαν σε ερωτήματα των πιστών που αφορούσαν διάφορα θέματα δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα, πολλά από τα οποία απασχολούν τον άνθρωπο σε όλες τις εποχές μέχρι και σήμερα, όπως για παράδειγμα η υγεία, τα οικονομικά και τα επαγγελματικά. Αρχικά, οι ερωτήσεις των πιστών υποβάλλονταν στο μαντείο προφορικά, από τα τέλη ωστόσο του 6ου αιώνα π.Χ. αναγράφονταν σε μικρά μολύβδινα πινάκια, που είναι γνωστά ως χρηστήρια ελάσματα. Οι ανασκαφές έχουν φέρει μέχρι σήμερα στο φως έναν σημαντικό αριθμό (4.126) ελασμάτων, που καλύπτουν ένα ευρύ χρονολογικό φάσμα (τέλη 6ου-μέσα 2ου αι. π.Χ.) και είναι γραμμένα σε ποικίλα αλφάβητα και διαλέκτους, συνιστώντας ένα μοναδικό σύνολο που εμπλουτίζει τις γνώσεις μας για όλες τις πτυχές του αρχαίου ελληνικού κόσμου και έχει από το 2023 ενταχτεί στο Πρόγραμμα της UNESCO «Μνήμη του Κόσμου» (UNESCO Memory of the World Register). Χρηστήρια ελάσματα μαζί με άλλα κινητά ευρήματα από το Ιερό, στα οποία περιλαμβάνονται αφιερώματα των προσκυνητών, κυρίως κοσμήματα, αγαλμάτια και χάλκινα σκεύη, συχνά εξαίρετα δείγματα της αρχαίας χαλκοπλαστικής, εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων.
Ιστορική διαδρομή
Σποραδικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και κατασκευές στον χώρο του Ιερού της Δωδώνης, που κυμαίνονται χρονικά από τις αρχές της δεύτερης χιλιετίας έως την Ύστερη Εποχή του Χαλκού και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (περ. 1300-700 π.Χ.), μαρτυρούν την παρουσία ενός μικρού προϊστορικού οικισμού. Στα εν λόγω κτήρια δεν τεκμηριώνεται κάποιου είδους λατρευτική χρήση, η ύπαρξη ωστόσο προϊστορικής λατρείας στον χώρο του Ιερού συμπεραίνεται έμμεσα, από έναν σημαντικό αριθμό κινητών ευρημάτων της Ύστερης Εποχής του Χαλκού και της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου με έντονα συμβολικό και αναθηματικό χαρακτήρα, όπως ένα σύνολο από μη χρηστικά χάλκινα όπλα, μία ομάδα χειροποίητων πήλινων μικρογραφικών αγγείων και ένα χειροποίητο πήλινο ειδώλιο με αποτροπαϊκά χαρακτηριστικά. Η προέλευση ορισμένων από αυτά τα ευρήματα από τον νότιο ελλαδικό χώρο υποδεικνύει επιπλέον ότι η φήμη του Ιερού ήδη από τα πρώιμα αυτά χρόνια είχε ξεπεράσει τα στενά γεωγραφικά όρια της περιοχής.
Όπως έχει υποστηριχθεί, κατά τους προϊστορικούς χρόνους, στη Δωδώνη λατρευόταν πιθανότατα η Μητέρα Γη ή Μητέρα Θεά, χθόνια θεότητα με την οποία ήταν συνδεδεμένη η δενδρολατρεία και η μαντική. Η λατρεία της Μητέρας Γης είναι πιθανό να αντικαταστάθηκε με τη λατρεία του θεού Δία στα τέλη της 2ης χιλιετίας π.Χ., με την κάθοδο των Θεσπρωτών, ένα από τα κύρια ελληνόφωνα φύλα της Ηπείρου, μαζί με τους Μολοσσούς και τους Χάονες, υπό τον έλεγχο των οποίων παρέμεινε το Ιερό, μέχρι τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ.
Από τον 8ο αιώνα π.Χ., όπως μαρτυρούν τόσο οι γραπτές πηγές, όσο και τα κινητά ευρήματα των ανασκαφών, η φήμη του Ιερού παγιώθηκε σημαντικά και επεκτάθηκε και στον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο, πιθανότατα λόγω και της ανάπτυξης του Ελληνικού αποικισμού και της αύξησης του εμπορικού ενδιαφέροντος των μεγάλων κέντρων της Πελοποννήσου για την Ήπειρο και τα παράλια του Ιονίου Πελάγους και της Αδριατικής Θάλασσας. Στους αρχαϊκούς χρόνους (8ο-6ο αι. π.Χ.) ανήκει ένα αξιόλογο σύνολο χάλκινων ανθρωπόμορφων ή ζωόμορφων ειδωλίων, που ήταν προσηλωμένα στις λαβές ιερών τριποδικών λεβήτων ή άλλων αγγείων. Η προέλευση ενός σημαντικού αριθμού από αυτά από τα μεγάλα καλλιτεχνικά κέντρα της εποχής, όπως της Κορίνθου, του Άργους, της Λακωνίας, της Αττικής, της Μεγάλης Ελλάδας και της Αλεξάνδρειας, αντιπροσωπεύει το εύρος της ακτινοβολίας του Ιερού μεταξύ των αρχαίων ελληνικών πόλεων. Από το β΄ μισό του 6ου αιώνα π.Χ. καθιερώθηκε επίσης η κατάθεση των ερωτημάτων των πιστών προς το μαντείο σε γραπτή μορφή και η χρήση των χρηστήριων ελασμάτων.
Η ιστορία του Ιερού στους μετέπειτα αιώνες είναι στενά συνδεδεμένη με τα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου. Τον 5ο αιώνα π.Χ. πληθαίνουν οι αναφορές των αρχαίων συγγραφέων για το Ιερό, πιθανότατα λόγω του αυξημένου ενδιαφέροντος των Αθηναίων για την περιοχή. Τα αναθήματα της εποχής αυτής συμπληρώνουν τις μαρτυρίες των αρχαίων συγγραφέων για το Ιερό. Στα τέλη του ίδιου αιώνα, ο έλεγχος του Ιερού πέρασε από τους Θεσπρωτούς στους Μολοσσούς, όταν στην εξουσία βρισκόταν ο βασιλιάς Θαρύπας (423-404 π.Χ.), ο οποίος, έχοντας λάβει την εκπαίδευσή του στην Αθήνα, οργάνωσε το κράτος του με μια σειρά από νομοθετικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις, ορισμένες εκ των οποίων φαίνεται ότι αφορούσαν και το Ιερό της Δωδώνης.
Κατά τον επόμενο αιώνα, οι Μολοσσοί συνέπρατταν εκ περιτροπής με τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες. Στη συνέχεια βρέθηκαν στη σφαίρα επιρροής των Μακεδόνων, όταν ο βασιλιάς Φίλιππος Β΄ (359-336 π.Χ.) νυμφεύτηκε την Ολυμπιάδα, κόρη του βασιλιά των Μολοσσών, Νεοπτολέμου Β΄. Ο Φίλιππος Β΄ ενίσχυσε το κράτος των Μολοσσών και έφερε στον θρόνο τους τον Αλέξανδρο Α΄, αδελφό της Ολυμπιάδας. Μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου Α΄ ακολούθησε για ένα σύντομο διάστημα η βασιλεία της Ολυμπιάδας με την κόρη της Κλεοπάτρα (331-324 π.Χ.), κατά τη διάρκεια της οποίας συγκροτήθηκε η Άπειρος ή Συμμαχία των Ηπειρωτών (Κοινὸν Ἀπειρωτᾶν) (περ. 329/5-233/2 π.Χ.), μια πολιτική οντότητα στην οποία συμμετείχαν τα διάφορα ηπειρώτικα φύλα, με επικεφαλής τον βασιλιά των Μολοσσών.
Τον 4ο αιώνα π.Χ., όταν πλέον το Ιερό της Δωδώνης βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Μολοσσών, ξεκίνησε η ανέγερση των πρώτων οικοδομημάτων του χώρου, ενώ τειχίστηκε με ισχυρό οχυρωματικό περίβολο η ακρόπολη. Στις αρχές του αιώνα οικοδομήθηκε στην περιοχή της ιερής βελανιδιάς ο πρώτος ναός του Δία. Μετά τα μέσα του αιώνα ακολούθησε η ανέγερση του πρώτου ναού της Διώνης και της Αφροδίτης. Είναι ενδιαφέρον ότι μέχρι τότε δεν είχε ανεγερθεί κάποιο μνημειακό οικοδόμημα στον χώρο του Ιερού, παρόλη τη μακραίωνη πανελλήνια φήμη του. Η λατρεία του θεού φαίνεται ότι τελούνταν υπαίθρια, με επίκεντρο την ιερή βελανιδιά, με μόνη πιθανή κατασκευή έναν περίβολο που πλαισίωνε το προφητικό δέντρο και σχηματιζόταν από χάλκινους τριποδικούς λέβητες.
Στη συνέχεια, κατά τον 3ο αιώνα π.Χ., οι βασιλείς των Μολοσσών, έχοντας ισχυροποιήσει τη θέση τους μεταξύ των άλλων ηπειρώτικων φύλων, χρησιμοποίησαν το Ιερό ως μέσο προβολής και προπαγάνδας, εφαρμόζοντας ένα μεγαλόπνοο οικοδομικό πρόγραμμα, το οποίο ξεκίνησε στα χρόνια του δυναμικού βασιλιά Πύρρου (297-272 π.Χ.), του σημαντικότερου εκπροσώπου των Αιακιδών (της ηγεμονικής δυναστείας των Μολοσσών), και ολοκληρώθηκε από τον διάδοχό του Αλέξανδρο Β΄ (272-242 π.Χ.). Την περίοδο αυτή εξωραΐστηκαν οι προϋπάρχοντες ναοί του Ιερού και ανεγέρθηκαν οι δύο καινούριοι ναοί του Ηρακλή και της Θέμιδας. Παράλληλα, στα μέχρι τότε αμιγώς θρησκευτικά κτήρια του Ιερού προστέθηκαν τα πρώτα δημόσια οικοδομήματα μνημειακού χαρακτήρα, το Βουλευτήριο, το Πρυτανείο και το Θέατρο.
Μετά τη δολοφονία της Διηδάμειας, της τελευταίας εκπροσώπου της δυναστείας των Αιακιδών, ακολούθησε η ίδρυση του Κοινού των Ηπειρωτών (233/2-168 π.Χ.), ενός νέου ομοσπονδιακού κράτους των ηπειρώτικων φύλων, το οποίο, πλέον ήταν αβασίλευτο και είχε επικεφαλής έναν στρατηγό που εκλεγόταν από τη συνέλευση, την «εκκλησία», των Ηπειρωτών.
Το 219 π.Χ. εισέβαλαν στην Ήπειρο οι Αιτωλοί, η πιο ισχυρή δύναμη της εποχής αυτής στην Κεντρική Ελλάδα, οι οποίοι πυρπόλησαν το Ιερό της Δωδώνης, καταστρέφοντας συθέμελα σχεδόν το σύνολο των κτηρίων του. Ακολούθησε το επόμενο έτος η εισβολή στον Θέρμο, την έδρα της Αιτωλικής Συμπολιτείας, του Μακεδόνα βασιλιά Φιλίππου Ε΄, με τον οποίο είχαν συμμαχήσει οι Ηπειρώτες. Οι Ηπειρώτες χρησιμοποίησαν τα λάφυρα της εισβολής για την ανοικοδόμηση του Ιερού της Δωδώνης, το οποίο γνώρισε έκτοτε, μέχρι το 167 π.Χ., τη δεύτερη μεγάλη του ακμή. Σε αυτήν την περίοδο, σύμφωνα με τις αρχές της ελληνιστικής αρχιτεκτονικής, έγινε προσπάθεια μνημειακής αναμόρφωσης και διεύρυνσης του Ιερού, μέσω εκτεταμένων επισκευαστικών εργασιών των προϋπάρχοντων κτηρίων, της πλαισίωσής τους από επιβλητικές στοές και του εξωραϊσμού του χώρου με πολυάριθμα αναθήματα και αγάλματα. Την ίδια περίοδο ανεγέρθηκε ο νεότερος ναός της Διώνης και κατασκευάστηκε το Στάδιο.
Το 167 π.Χ., μετά την ήττα του Περσέα, του τελευταίου βασιλιά της Μακεδονίας, από τους Ρωμαίους (168 π.Χ.), όσα ηπειρώτικα φύλα είχαν συμμαχήσει μαζί του τιμωρήθηκαν παραδειγματικά με απόφαση της Ρωμαϊκής Συγκλήτου. Το Ιερό της Δωδώνης δεν εξαιρέθηκε της καταστροφής. Λίγα χρόνια αργότερα, το 88 π.Χ., υπέστη νέα καταστροφή από τους Θράκες μισθοφόρους του βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη Στ΄ Ευπάτορος. Πιθανότατα λόγω αυτών των καταστροφών, ο γεωγράφος Στράβωνας αναφέρει ότι το Ιερό στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. είχε σχεδόν ερημωθεί.
Μετά τη νίκη του Οκταβιανού Αυγούστου το 31 π.Χ. στη ναυμαχία του Ακτίου και την ίδρυση της Νικόπολης, κοντά στη σημερινή Πρέβεζα, πραγματοποιήθηκαν διάφορες επισκευές σε επιμέρους κτήρια του Ιερού. Την ίδια περίοδο επαναλειτούργησε ο θεσμός των Ναΐων και λειτούργησε νομισματοκοπείο, σε ορισμένες από τις χάλκινες εκδόσεις του οποίου περιλαμβάνεται η κεφαλή του Δωδωναίου Διός στην εμπρόσθια όψη. Τα κινητά ευρήματα των ανασκαφών, αν και περιορισμένα σε αριθμό, υποδεικνύουν ότι το Ιερό εξακολούθησε να αποτελεί τόπο προσκυνήματος και κατά τους επόμενους αιώνες. Τον 4ο αιώνα μ.Χ., το άγαλμα του Δωδωναίου Διός μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, είτε από τον Μέγα Κωνσταντίνο είτε από τον Μέγα Θεοδόσιο. Την ίδια περίοδο, το 362 μ.Χ., ο αυτοκράτορας Ιουλιανός, ο οποίος είχε δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ήπειρο και τη Νικόπολη, ζήτησε χρησμό από το μαντείο της Δωδώνης, πριν από την εκστρατεία του εναντίον των Περσών.
Το οριστικό τέλος του Ιερού και του μαντείου της Δωδώνης τοποθετείται από τους ερευνητές το 391 μ.Χ., όταν με διάταγμα του Μεγάλου Θεοδοσίου απαγορεύτηκαν οι μαντείες και τα ειδωλολατρικά ιερά και ένας ιερόσυλος Ιλλυριός έκοψε και ξερίζωσε τη μαντική δρυ. Η άποψη ότι το μαντείο καταστράφηκε το 397 από τους Βησιγότθους δεν γίνεται ευρύτερα αποδεκτή από τους ερευνητές.
Κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, μετά την παύση της λειτουργίας του μαντείου, η Δωδώνη επιβίωσε με το νομικό καθεστώς της πόλεως. Στον Συνέκδημο του Ιεροκλέους (πριν το 535 μ.Χ.) μνημονεύεται μεταξύ των έντεκα πόλεων της Epirus Vetus (Παλαιάς Ηπείρου), της μίας από τις δύο μεγάλες επαρχίες στις οποίες διαιρέθηκε η Ήπειρος επί Διοκλητιανού, με έδρα τη Νικόπολη. Από τον 5ο τουλάχιστον αιώνα μ.Χ. και εξής υπήρξε έδρα επισκοπής, με πρώτη αναφορά σε επίσκοπο της πόλης στα πρακτικά της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου της Εφέσου (431 μ.Χ.). Η αρχαιολογική έρευνα έχει φέρει στο φως σποραδικά οικοδομικά κατάλοιπα των παλαιοχριστιανικών χρόνων, με σημαντικότερο αναμφίβολα μία μεγάλων διαστάσεων βασιλική στην περιοχή της Ιεράς Οικίας. Την περίοδο αυτή, ο οικισμός φαίνεται ότι είχε αναπτύξει κάποια βιοτεχνική δραστηριότητα, καθώς στον χώρο του Πρυτανείου αποκαλύφθηκε κεραμικός κλίβανος και στον χώρο του Βουλευτηρίου κατάλοιπα εργαστηρίου που επεξεργαζόταν πορφύρα, την πολύτιμη χρωστική ύλη για τη βαφή πολυτελών υφασμάτων. Σε μικρή απόσταση, περίπου 2,5 χλμ., από τον αρχαιολογικό χώρο της Δωδώνης, στη θέση Αγία Τριάδα της ορεινής κοινότητας Δραμεσιών, έχει ανασκαφεί ένα μικρό λουτρό του 4ου-5ου αιώνα μ.Χ., που είναι πιθανό ότι αποτελούσε τμήμα μιας ιδιωτικής κατοικίας ή ενός σταθμού που ήταν εγκατεστημένος στη φυσική διάβαση που ένωνε τη Δωδώνη με τη Θεσπρωτία. Η αποκάλυψη τοίχων γύρω από το λουτρό δεν αποκλείει επίσης την πιθανότατα για την παρουσία ενός παλαιοχριστιανικού οικισμού.
Ο ιστορικός Προκόπιος αναφέρει ότι η Δωδώνη λεηλατήθηκε το 551 μ.Χ. από τους Οστρογότθους που επέδραμαν στην Κέρκυρα και την Ήπειρο, πληροφορία που ωστόσο αμφισβητείται από την έρευνα, καθώς οι επιδρομές των Οστρογότθων φαίνεται ότι δεν είχαν επεκταθεί στην ενδοχώρα της Ηπείρου και ότι είχαν περιοριστεί μόνο στα παράλια της. Η οριστική καταστροφή της παλαιοχριστιανικής πόλης τοποθετείται πιθανότατα στην περίοδο των επιδρομών και της εγκατάστασης των Σλάβων (τέλη 6ου-αρχές 7ου αι.), όταν η περιοχή μετονομάστηκε σε Τσαρακοβίτσα ή Τσαρκοβίστα, που αποτελεί ανάμνηση του αρχαίου μαντείου, καθώς σημαίνει «πόλη των ιερών». Είναι ενδιαφέρον ότι η Δωδώνη απαντά σποραδικά και σε μεταγενέστερες βυζαντινές πηγές, που ωστόσο ερμηνεύονται ως αναχρονιστικές φιλολογικές αναφορές, καθώς μέχρι σήμερα δεν έχουν εντοπιστεί ευρήματα της βυζαντινής εποχής στον χώρο του Ιερού, με εξαίρεση μία ομάδα από πέντε χάλκινα βραχιόλια, εκ των οποίων το ένα τουλάχιστον παρουσιάζει ομοιότητες με παραδείγματα των μέσων βυζαντινών χρόνων.
Μνημεία - Αρχαιότητες
Το Ιερό, πλήρως εναρμονισμένο με την ομορφιά του γύρω τοπίου, είναι διαταγμένο σε τρία διαφορετικά επίπεδα, καθώς αναπτύσσεται στους πρόποδες χαμηλής λοφοσειράς. Στην κορυφή του λόφου είναι κτισμένη η ακρόπολη, ενώ σε ένα δεύτερο, χαμηλότερο επίπεδο, στους πρόποδες του λόφου χωροθετούνται τα λατρευτικά και δημόσια οικοδομήματα, τα οποία περιβάλλονται από έναν μνημειακό περίβολο. Στο ανατολικό τμήμα της έκτασης, εντός του περιβόλου, όπου βρισκόταν η ιερή βελανιδιά, είναι κτισμένη η Ιερά Οικία (ο ναός του Δία), η οποία κατέχει την πλέον εξέχουσα και κεντρική θέση και πλαισιώνεται από τα υπόλοιπα λατρευτικά οικοδομήματα του Ιερού. Στο δυτικό τμήμα της έκτασης εντός του περιβόλου είναι κτισμένα τα μνημειακά δημόσια οικοδομήματα του Ιερού, το Βουλευτήριο και το Πρυτανείο, οι έδρες των τοπικών αρχόντων. Σε ένα τρίτο, ακόμη χαμηλότερο επίπεδο, διαμορφώνεται μία ελεύθερη πλατεία, όπου βρίσκεται και η κεντρική είσοδος του Ιερού, στο νοτιοανατολικό άκρο του περιβόλου. Εκτός του περιβόλου, στα δυτικά του Πρυτανείου και του Βουλευτηρίου, βρίσκονται το Θέατρο και το Στάδιο, η ανέγερση των οποίων συνδέεται με τη διεξαγωγή των Ναΐων.
Ακρόπολη
Καταλαμβάνει έκταση 3,4 εκταρίων και περιβάλλεται από ισοδομικό τείχος του 4ου αιώνα π.Χ., περιμέτρου περίπου 750 μ. Κατά διαστήματα ενισχύεται με ισχυρούς ορθογώνιους πύργους, ιδιαίτερα στη δυτική και βόρεια πλευρά, που ήταν περισσότερο ευάλωτες. Από τις πύλες της ακρόπολης, η νοτιοδυτική μεγάλη πύλη επικοινωνούσε με το Ιερό, ενώ η ανατολική οδηγούσε προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων. Καθώς η έκταση της ακρόπολης αντιστοιχεί σε πληθυσμό 1.000 περίπου μόνο κατοίκων, φαίνεται ότι χρησίμευε περισσότερο σαν καταφύγιο των κατοίκων του οικισμού σε περιόδους κινδύνου, αλλά και ως μόνιμη κατοικία των αρχών του Ιερού. Ο αριθμός των κατοίκων του οικισμού, που θα ήταν μεγαλύτερος, έχει υποστηριχθεί ότι αναπτυσσόταν πιθανότατα στη γύρω περιοχή, ιδίως στη βουνοσειρά ανατολικά του Ιερού, όπου έχουν έρθει στο φως λείψανα αρχαίου κτηρίου.
Ιερά Οικία (ναός του Δία)
Ο αρχικός ναός του Δία ανεγέρθηκε μόλις στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. και είχε τη μορφή ενός απλού μικρού ναού με σηκό και πρόναο, που εξυπηρετούσε τη λατρεία του θεού και παράλληλα στέγαζε τα πολυτιμότερα αφιερώματα του Ιερού. Έκτοτε γνώρισε διάφορες επισκευές και επεκτάσεις. Μία από τις κυριότερες αποτελεί η προσθήκη στα τέλη του ίδιου αιώνα γύρω από τον ναό και την ιερή βελανιδιά ενός ευρύχωρου περιβόλου κτισμένου κατά το ισόδομο σύστημα. Στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ., επί βασιλιά Πύρρου, ο αρχικός περίβολος αντικαταστάθηκε με έναν νέο, περισσότερο ευρύχωρο, που διέθετε ιωνικές στοές στη βόρεια, δυτική και νότια πλευρά. Η ανατολική πλευρά, όπου υψωνόταν η μαντική δρυς, παρέμεινε ελεύθερη. Στα τέλη του ίδιου αιώνα, μετά την καταστροφή του αρχικού ναού από τους Αιτωλούς (219 π.Χ.), στη θέση του ανεγέρθηκε ένας νέος μεγαλύτερος ναός με τέσσερις ιωνικούς κίονες στην πρόσοψη. Παράλληλα, ανακατασκευάστηκε ο περίβολος του ναού και στην είσοδό του κατασκευάστηκε ένα μνημειακό ιωνικό πρόπυλο.
Άλλοι αρχαίοι ναοί
Αμέσως ανατολικά της Ιεράς οικίας, ανεγέρθηκε στο β΄ μισό του 4ου αιώνα π.Χ. ένας σχεδόν τετράγωνης κάτοψης ναός με σηκό, πρόναο και τέσσερις ιωνικούς κίονες στην πρόσοψη, που ήταν αφιερωμένος στη θεά Διώνη. Στο βάθος του σηκού διατηρούνται λείψανα του βάθρου του λατρευτικού αγάλματος της θεάς, το λεγόμενο «έδος», που κοσμούσαν κάθε χρόνο με πλούσια δώρα οι Αθηναίοι. Ο ναός αυτός καταστράφηκε από τους Αιτωλούς το 219 π.Χ. και αντικαταστάθηκε στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. από έναν άλλο, μικρότερο ναό, λίγο νοτιότερα του αρχικού, με τον οποίο μοιράζεται τον ίδιο αρχιτεκτονικό τύπο. Στα ανατολικά της Ιεράς Οικίας βρίσκεται επίσης ο δεύτερος μεγαλύτερος ναός του Ιερού, που αποδίδεται στον Ηρακλή και αποτελείται από πρόναο και σηκό με τέσσερις ή έξι δωρικούς κίονες στην πρόσοψη. Χρονολογείται στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ.
Στα δυτικά της Ιεράς οικίας είναι κτισμένος ο ναός που αποδίδεται στη Θέμιδα, η οποία γνώρισε ιδιαίτερη λατρεία στο Ιερό. Ο ναός διέθετε πρόναο και σηκό με τέσσερις ιωνικούς κίονες στην πρόσοψη και χρονολογείται στον 3ο αιώνα π.Χ. Κοντά στον ναό της Θέμιδας βρίσκεται ο μικρός ναός που αποδίδεται στην Αφροδίτη και διαφέρει από τους υπόλοιπους ναούς του Ιερού, καθώς είναι δίστυλος εν παραστάσι, με δύο δωρικούς κίονες στην πρόσοψη, αντί για τέσσερις ή έξι κίονες που έχουν οι υπόλοιποι. Ο σηκός του ναού κτίστηκε πιθανότατα στο β΄ μισό του 4ου αιώνα π.Χ. και ο πρόναος στις αρχές του επόμενου αιώνα.
Βουλευτήριο
Το εντυπωσιακών διαστάσεων κτήριο, όπου συνεδρίαζαν οι εκπρόσωποι των ηπειρώτικων φύλων της Συμμαχίας και του Κοινού των Ηπειρωτών προκειμένου να λάβουν αποφάσεις και να θεσπίσουν νόμους και ψηφίσματα, κατασκευάστηκε στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ., στο πλαίσιο του φιλόδοξου οικοδομικού προγράμματος του βασιλιά Πύρρου. Αποτελείται από μία μεγάλη ορθογώνια αίθουσα, διαστάσεων 43,60 x 32,50 μ., με πρόσοψη στα νότια, μπροστά από την οποία διαμορφώνεται μία ισομήκης δωρική στοά. Καθώς το κτήριο είναι κτισμένο στη νότια πλαγιά του βραχώδους λόφου, το εσωτερικό του διαιρείται σε δύο ανισόπεδα και ανισομεγέθη τμήματα: ένα μικρότερο, χαμηλότερο και επίπεδο στα νότια, όπου υπήρχε βωμός αφιερωμένος στον Δία Νάιο, τη Διώνη και τον Δία Βουλέα, και έναν δεύτερο μεγαλύτερο κεκλιμένο στα βόρεια, όπου διατάσσονταν βαθμιδωτά τα έδρανα που προορίζονταν για τους βουλευτές. Στο κεντρικό του τμήμα το κτήριο έφερε εσωτερικά δύο σειρές από τρεις ιωνικούς κίονες, σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Οι τοίχοι της αίθουσας ενισχύονταν είτε εσωτερικά είτε εξωτερικά με αντηρίδες και μέχρι το ύψος των 4 μ. ήταν κτισμένοι με λαξευτές λιθοπλίνθους κατά το ισόδομο σύστημα και από εκεί και πάνω με μεγάλες πήλινες πλίνθους, ένας μεγάλος αριθμός από τις οποίες έχει έρθει στο φως κατά τις ανασκαφές.
Μέχρι σήμερα, καθώς μάλιστα δεν έχει ολοκληρωθεί η ανασκαφική διερεύνηση του κτηρίου, παραμένει δυσχερής η συναγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για επιμέρους κατασκευαστικά ζητήματα, όπως του τρόπου της στέγασής του ή της διάταξης και του αριθμού των εδωλίων.
Το Βουλευτήριο, μετά την καταστροφή του Ιερού από τους Ρωμαίους (167 π.Χ.), επισκευάστηκε, στεγάζοντας το αποδυναμωμένο πλέον Κοινό των Ηπειρωτών, που τελούσε υπό ρωμαϊκό έλεγχο. Ο ακριβής χρόνος της εγκατάλειψης του κτηρίου δεν είναι γνωστός. Κατά τους υστερορωμαϊκούς χρόνους, ο χώρος του Βουλευτηρίου χρησιμοποιήθηκε για ταφές και τη λειτουργία ενός εργαστηρίου πορφύρας.
Πρυτανείο και Δυτική Στοά
Στα νότια του Βουλευτηρίου και στην ίδια με αυτό εποχή κατασκευάστηκε το Πρυτανείο, ένα από τα ελάχιστα πρυτανεία της αρχαιότητας που διασώζουν πλήρη κάτοψη. Πυρήνα του συγκροτήματος αποτελεί ένα ορθογώνιο κτήριο με πρόσοψη στα ανατολικά, το οποίο ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό τύπο της αρχαίας ελληνικής κατοικίας και διαιρείται σε δύο αίθουσες, μία τετράγωνη στα δυτικά και μία ορθογώνια στα ανατολικά με υπαίθρια περίστυλη αυλή. Στο κέντρο της τετράγωνης αίθουσας έκαιγε το ἂσβεστον πῦρ, η ιερή εστία. Το εσωτερικό της περιέτρεχε διπλός αναβαθμός εν είδει εξέδρας, που εξυπηρετούσε την καλύτερη θέαση της ιερής εστίας και των τελετουργιών που λάμβαναν χώρα στην αίθουσα. Σε μία δεύτερη οικοδομική φάση, στα χρόνια του Κοινού των Ηπειρωτών (233/2-168 π.Χ.), το Πρυτανείο απέκτησε μνημειακές διαστάσεις 34 x 34 μ. περίπου, με την προσθήκη βόρεια και νότια του αρχικού κτηρίου δύο πτερύγων που χρησίμευαν ως καταγώγιο (δημόσιος ξενώνας) για τη φιλοξενία των εκπροσώπων των ηπειρώτικων φύλων και των επίσημων προσκεκλημένων. Σε μία από τις δύο πτέρυγες, τα κινητά ευρήματα, όπως πήλινα σφραγίσματα και πέταλα νομισμάτων, υποδεικνύουν τη λειτουργία αρχείου και νομισματοκοπείου. Τη μνημειακότητα του κτηρίου επέτεινε η ιωνική στοά που κατασκευάστηκε την ίδια περίοδο κατά μήκος της ανατολικής του πρόσοψης. Το εκτεταμένο οικοδομικό πρόγραμμα εξωραϊσμού του Ιερού, μετά την καταστροφή από τους Αιτωλούς, περιλάμβανε την κατασκευή μίας μεγάλης επιμήκους στοάς στο δυτικό τμήμα του Ιερού (Δυτική Στοά), με την οποία συνενώθηκε η ανατολική στοά της πρόσοψης του Πρυτανείου. Έτσι η Στοά απέκτησε κάτοψη σχήματος Γ με δύο σκέλη, το νότιο, μήκους 77,25 μ., με διπλή κιονοστοιχία και το βόρειο (δηλαδή η ανατολική πρόσοψη του Πρυτανείου), μήκους 20,40 μ., με απλή κιονοστοιχία. Η εξωτερική κιονοστοιχία της Στοάς είχε συνολικά 34 κίονες δωρικού ρυθμού και η εσωτερική, στο νότιο τμήμα της Στοάς, 14 πιθανότατα ιωνικούς κίονες. Μπροστά από τη Στοά βρέθηκαν κατά τις ανασκαφές 32 βάθρα αναθηματικών μνημείων.
Μετά την καταστροφή του Ιερού από τους Ρωμαίους (167 π.Χ.), στο Πρυτανείο πραγματοποιήθηκαν διάφορες επισκευαστικές εργασίες με κυριότερη την προσθήκη λίθινων εδωλίων στην αίθουσα με την εστία. Μετά την παύση της λειτουργίας του Ιερού (τέλη 4ου αι. μ.Χ.), τον χώρο κατέλαβαν πρόχειρες κατοικίες.
Αρχαίο θέατρο
Το θέατρο, στη νοτιοδυτική πλαγιά του βραχώδους λόφου, κατασκευασμένο αποκλειστικά από δύο είδη τοπικού ασβεστόλιθου, είναι ένα από τα μεγαλύτερα της αρχαιότητας, με τρία διαζώματα και χωρητικότητα περίπου 17.000 θεατών. Η ανέγερσή του τοποθετείται στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ., στο πλαίσιο του φιλόδοξου οικοδομικού προγράμματος του βασιλιά Πύρρου. Το κοίλο του θεάτρου, είναι μεγάλων διαστάσεων, διαμέτρου 135 μ., και καθώς υπερβαίνει το πλάτος της φυσικής κοιλότητας του βράχου, τα ακραία τμήματά του εδράζονται σε τεράστιες τεχνητές επιχώσεις και συγκρατούνται από μεγάλους αναλημματικούς τοίχους, οι οποίοι είναι κτισμένοι με ιδιαίτερη επιμέλεια, κατά το ισόδομο σύστημα. Οι αναλημματικοί τοίχοι στα νότια του κοίλου ενισχύονται με τέσσερις ισχυρούς ορθογώνιους πύργους, από δύο σε κάθε πλευρά, εκατέρωθεν της ορχήστρας. Δέκα ακτινωτές κλίμακες χωρίζουν τα δύο πρώτα διαζώματα του κοίλου σε εννέα κερκίδες. Στο επιθέατρο, το ανώτερο διάζωμα του θεάτρου, οι κλίμακες είναι 19 και το διαιρούν σε 18 κερκίδες. Στο κατώτερο διάζωμα υπήρχαν καθίσματα για επίσημα και τιμώμενα πρόσωπα (προεδρία). Η ορχήστρα, με τη βάση του βωμού του Διονύσου (θυμέλη) στο κέντρο, έχει σχήμα ελλιπούς κύκλου, διαμέτρου 18,70 μ.
Η μορφή του σκηνικού οικοδομήματος οφείλεται στις εκτεταμένες οικοδομικές εργασίες που έλαβαν χώρα κατά τη δεύτερη οικοδομική φάση του θεάτρου, μετά την καταστροφή του Ιερού από τους Αιτωλούς (219 π.Χ.). Στο αρχικό κτήριο της σκηνής, που είχε ορθογώνια κάτοψη και ήταν κτισμένο κατά το ισόδομο σύστημα, προστέθηκε τότε ένα λιθόκτιστο προσκήνιο προς την πλευρά της ορχήστρας, με 18 ιωνικούς ημικιόνες στην πρόσοψη. Στα νότια της σκηνής υπήρχε μία ισομήκης αίθουσα ανοικτή προς την Ιερά οδό, η οποία διέρχεται νότια του θεάτρου. Κατά τη δεύτερη οικοδομική φάση, η αίθουσα απέκτησε τη μορφή στοάς με τη συμπλήρωση της πρόσοψής της με κιονοστοιχία από οκτάπλευρους στύλους με δωρικά κιονόκρανα. Ανάμεσα στις εργασίες της ίδιας περιόδου, ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η κατασκευή των μνημειακών πρόπυλων στις δύο παρόδους του θεάτρου με διπλές εισόδους και ιωνικούς επίσης ημικίονες.
Το θέατρο γνώρισε και άλλες οικοδομικές φάσεις. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, μετά τον 2ο τουλάχιστον αιώνα μ.Χ., λειτούργησε ως χώρος θηριομαχιών και υπέστη εκτεταμένες τροποποιήσεις, μεταξύ των οποίων την κατάργηση του σκηνικού οικοδομήματος και τη μετατροπή της ορχήστρας σε κονίστρα (αρένα).
Μετά από πολυετείς αναστηλωτικές εργασίες, οι οποίες συνεχίζονται έως τις μέρες μας, ένα μεγάλο τμήμα του αρχαίου θεάτρου έχει σήμερα αποκατασταθεί και φιλοξενεί παραστάσεις και άλλες εκδηλώσεις του Φεστιβάλ Δωδώνης.
Στάδιο
Βρίσκεται αμέσως νοτιοδυτικά του θεάτρου και αναπτύσσεται με κατεύθυνση Α-Δ. Η κατασκευή του τοποθετείται στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. και εντάσσεται στο πλαίσιο των εκτεταμένων οικοδομικών εργασιών που έλαβαν χώρα μετά την καταστροφή του Ιερού από τους Αιτωλούς (219 π.Χ.). Από το στάδιο έχει ανασκαφεί μόνο το ανατολικό τμήμα και έτσι από τις διαστάσεις του είναι γνωστό μόνο το πλάτος της κονίστρας, που είναι 26,30 μ. Το δάπεδο του στίβου είναι κατασκευασμένο από πατημένο χώμα. Το ανατολικό τουλάχιστον τμήμα της βόρειας και νότιας πλευράς του σταδίου διέθετε 21-22 σειρές λίθινων εδωλίων για τους θεατές, τα οποία εδράζονται σε εξολοκλήρου τεχνητά επικλινή πρανή από χώμα, που συγκρατούνται από ισχυρούς αναλημματικούς τοίχους. Η κεντρική είσοδος του σταδίου, απ’ όπου ξεκινάει η Ιερά οδός, βρίσκεται στο ανατολικό πέρας του, όπου σχηματίζεται σφενδόνη. Η είσοδος, από την οποία διατηρείται κατά χώραν ο κεντρικός πεσσός, ήταν πιθανότατα διαμορφωμένη με δίθυρη τοξωτή πύλη.
Παλαιοχριστιανική βασιλική
Με διαστάσεις 41,00 x 19,00 μ., είναι κτισμένη στον χώρο των προϋπάρχοντων λατρευτικών οικοδομημάτων του Ιερού και ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με μεγάλη ημικυκλική αψίδα στα ανατολικά και νάρθηκα στα δυτικά. Όπως και σε άλλες περιπτώσεις στην παλαιοχριστιανική ναοδομία της Ηπείρου, η βασιλική διαθέτει εγκάρσιο κλίτος, το οποίο εξέχει ελαφρά των πλάγιων τοίχων της, δίνοντας το σχήμα Τ στην κάτοψη. Στο δυτικό της τμήμα, σε επαφή με τον βόρειο τοίχο της, διαμορφώνεται ένα ορθογώνιο πρόσκτισμα αποτελούμενο από δύο χώρους, το οποίο πιθανότατα είχε κοιμητηριακή χρήση και στέγαζε τον τάφο κάποιου επιφανούς προσώπου. Η βασιλική ανεγέρθηκε στα τέλη του 5ου-αρχές 6ου αιώνα μ.Χ., ενώ πιθανότατα κατά τα μέσα του 6ου αιώνα μ.Χ. γνώρισε μία δεύτερη οικοδομική φάση, κατά την οποία επεκτάθηκε στα ανατολικά, με την αντικατάσταση του εγκάρσιου κλίτους και της αρχικής αψίδας από ένα ευρύχωρο τριμερές Ιερό Βήμα με προεξέχουσες ημικυκλικές κόγχες, τόσο στην ανατολική, όσο και στις δύο πλάγιες πλευρές.
Γεφύρι στο ρέμα Μέγας Λάκκος, Δραμεσιοί
Βρίσκεται στο ύψος της κοινότητας Δραμεσιών, βόρεια της σύγχρονης Εγνατίας οδού, από την οποία και είναι ορατό σήμερα. Το λιθόκτιστο γεφύρι αποτελείται από ένα μεγάλο τόξο με άνοιγμα 5 μ. και γεφυρώνει τον Σμολίτσα, παραπόταμο του Καλαμά (αρχ. Θύαμι). Κτίστηκε το 1933 με μέριμνα του τότε υπουργού Νότη Μπότσαρη και αποτελεί εξαίρετο δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής.




