Δράμα

Δράμα, μία πόλη θεμελιωμένη επί των υδάτων

Η Δράμα, πρωτεύουσα σήμερα της ομώνυμης Π.Ε., είναι κτισμένη σε θέση που κατοικείται ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους, στους πρόποδες του επιβλητικού Φαλακρού όρους, βορειοανατολικά της μεγάλης και συνεχούς ομώνυμης πεδιάδας, η οποία απλώνεται μεταξύ των ποταμών Αγγίτη και Νέστου. Στην καρδιά της πόλης, τα νερά των πηγών της Αγίας Βαρβάρας σχηματίζουν έναν ξεχωριστό βιότοπο, αρμονικά ενταγμένο στον σύγχρονο πολεοδομικό ιστό. Η πόλη απέκτησε μεγαλύτερη σημασία κυρίως κατά τους βυζαντινούς χρόνους, μετά την παρακμή των Φιλίππων, που μέχρι και τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους αποτελούσαν το κυρίαρχο διοικητικό και πολιτιστικό κέντρο της περιοχής. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, η πόλη γνώρισε σημαντική οικονομική πρόοδο και ευημερία, βασισμένη κυρίως στην καλλιέργεια και το εμπόριο καπνού.

Μιλιοδείκτης Εγνατίας οδού από το Καλαμπάκι, 112 μ.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας / Marble milestone of the Via Egnatia from Kalambaki, 112 AD, Archaeological Museum of Drama
Μιλιοδείκτης Εγνατίας οδού από το Καλαμπάκι, 112 μ.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας / Marble milestone of the Via Egnatia from Kalambaki, 112 AD, Archaeological Museum of Drama

Η Εγνατία οδός, στην πορεία της από τους Φιλίππους προς την Αμφίπολη, διερχόταν νότια της πόλης της Δράμας, διασχίζοντας την ομώνυμη πεδιάδα. Ακολουθώντας τις βόρειες υπώρειες του όρους Παγγαίου, περνούσε στη συνέχεια από την περιοχή της σημερινής κωμόπολης του Καλαμπακίου, 13 περίπου χλμ. νότια της Δράμας. Στο Καλαμπάκι, όπου εντοπίζεται ακμαίος αρχαίος οικισμός, ενταγμένος στη χώρα, στην επικράτεια δηλαδή, των Φιλίππων, βρέθηκε μαρμάρινος μιλιοδείκτης του 112 μ.Χ., που αναφέρεται σε επισκευή της Εγνατίας οδού από το Δυρράχιο μέχρι το Ακόντισμα, από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Τραϊανό (98-117 μ.Χ.). Βρέθηκε επίσης μια αμφίγλυφη στήλη (σταδιοδείκτης) ελληνιστικών χρόνων (τέλη 3ου-αρχές 2ου αιώνα π.Χ.), η οποία φέρει τις αποστάσεις από τις δύο σημαντικές πόλεις της περιοχής, τους Φιλίππους (30 στάδια) και την Αμφίπολη (200 στάδια), επιβεβαιώνοντας έτσι ότι η συνήθεια να αποτυπώνονται σε στήλες οι αποστάσεις του καλά οργανωμένου οδικού σύστημα της περιοχής είχε καθιερωθεί ήδη από την ελληνιστική εποχή. 

Η Εγνατία οδός διέσχιζε τις ελώδεις εκτάσεις της πεδιάδας της Δράμας με τη βοήθεια γεφυρών, όπως της εντυπωσιακής, αλλά κατεστραμμένης σήμερα, εξάτοξης γέφυρας του Κουρόβου, στον Ζυγάκτη, παραπόταμο του Αγγίτη, νότια του σημερινού οικισμού Μαυρολεύκη. Σε απόσταση 1,5 χλμ. βορειοδυτικά της πρώτης γέφυρας, υπήρχε μία ακόμη, μικρότερη, ρωμαϊκή γέφυρα, με δύο τόξα, που σήμερα δεν είναι ορατή, καθώς έχει καλυφθεί από την Επαρχιακή οδό Αμφίπολης-Δράμας. Στην περιοχή της Μαυρολεύκης, ο Ελβετός αρχαιολόγος Paul Collart τοποθετεί τον σταθμό αλλαγής αλόγων (mutatio) της Εγνατίας οδού Ad Duodecimum, ο οποίος, σύμφωνα με το οδοιπορικό του Μπορντώ, μεσολαβούσε ανάμεσα στην Αμφίπολη και τους Φιλίππους -η ονομασία του σταθμού σημαίνει ότι απείχε 12 ρωμαϊκά μίλια από τους Φιλίππους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η λατινική επιτύμβια επιγραφή του 3ου αιώνα μ.Χ., η οποία βρέθηκε στη Μαυρολεύκη και τεκμηριώνει την ύπαρξη ρωμαϊκού πανδοχείου στην περιοχή, πιθανότατα συνδεόμενου με τη διέλευση της Εγνατίας οδού, καθώς αναφέρεται σε έναν δούλο που ζούσε και εργαζόταν σε ένα πανδοχείο (taberna) μέχρι τον πρόωρο θάνατό του, σε ηλικία μόλις 16 ετών.

Μαυρολεύκη, η κατεστραμμένη σήμερα μεγάλη εξάτοξη γέφυρα του Κουρόβου /Mavrolefki, the now-destroyed large six-arched bridge of Kourovo. Φωτ./photo: P. Collart, Philippes: Ville de Macédoine: Depuis ses origins jusqu’à la fin de l’époque romaine, Paris 1937, vol. 2, table LXXXV:1
Μαυρολεύκη, η κατεστραμμένη σήμερα μεγάλη εξάτοξη γέφυρα του Κουρόβου /Mavrolefki, the now-destroyed large six-arched bridge of Kourovo. Φωτ./photo: P. Collart, Philippes: Ville de Macédoine: Depuis ses origins jusqu’à la fin de l’époque romaine, Paris 1937, vol. 2, table LXXXV:1

Ιστορική διαδρομή

Στη θέση της σύγχρονης πόλης της Δράμας, η παλαιότερη εγκατάσταση χρονολογείται στη Μέση Νεολιθική εποχή (μέσα 6ης χιλιετίας π.Χ.). Πρόκειται για τον νεολιθικό οικισμό του Αρκαδικού, που έχει ανασκαφεί σε μικρή απόσταση από το κέντρο της πόλης, στην περιοχή των εργατικών κατοικιών. Κτισμένος σε χαμηλό υψόμετρο, κοντά σε πηγές νερού, έχει έκταση περίπου 150 στρέμματα και αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους σε έκταση προϊστορικούς οικισμούς των Βαλκανίων, που εξακολούθησε να κατοικείται σποραδικά μέχρι και τους ιστορικούς χρόνους.

Σύμφωνα με φιλολογικές και επιγραφικές μαρτυρίες, η περιοχή της Δράμας, κατά τους αρχαϊκούς και πρώιμους κλασικούς χρόνους (7ος-5ος αι. π.Χ.), κατοικούνταν από Ηδωνούς, ένα θρακικό φύλο που εμφανίστηκε στον ελληνικό κόσμο κατά την εποχή των ομηρικών επών. Από τις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ., με την ίδρυση των ελληνικών αποικιών στη Θάσο και τα θρακομακεδονικά παράλια, άρχισε η διείσδυση του ελληνικού στοιχείου στην ενδοχώρα της Δράμας. Γύρω στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., ο Φίλιππος Β΄ ενέταξε την περιοχή στο βασίλειο της Μακεδονίας. Την περίοδο αυτή και κάτω από την ισχυρή επίδραση των δύο μεγάλων ελληνικών πόλεων της περιοχής, της Αμφίπολης και των Φιλίππων, ενισχύθηκε η αστικοποίηση και ο εξελληνισμός των τοπικών θρακικών φύλων. Με πρωτοβουλίες του Φιλίππου Β΄, του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων τους, πραγματοποιήθηκαν σημαντικά έργα στην περιοχή της Δράμας, που περιελάμβαναν την ανέγερση σε επίκαιρες θέσεις ισχυρών φρουρίων και την οργάνωση του οδικού δικτύου μεταξύ Αμφίπολης και Φιλίππων.

Πήλινο αγγείο νεολιθικών χρόνων από τον Αρκαδικό, Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας / Arkadikos, clay neolithic vase, Archaeological Museum of Drama
Πήλινο αγγείο νεολιθικών χρόνων από τον Αρκαδικό, Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας / Arkadikos, clay neolithic vase, Archaeological Museum of Drama
Περιοχή Αγίου Τρύφωνα, μαρμάρινη προτομή του θεού Διονύσου, 2ος αι. μ.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας / Marble bust of the god Dionysos from the area of St Tryphon, 2nd c. AD, Archaeological Museum of Drama
Περιοχή Αγίου Τρύφωνα, μαρμάρινη προτομή του θεού Διονύσου, 2ος αι. μ.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας / Marble bust of the god Dionysos from the area of St Tryphon, 2nd c. AD, Archaeological Museum of Drama

Μετά την ήττα του τελευταίου Μακεδόνα βασιλιά Περσέα και την υποταγή της Μακεδονίας στους Ρωμαίους (168 π.Χ.), η περιοχή της Δράμας εντάχθηκε στην πρώτη μερίδα με πρωτεύουσα την Αμφίπολη, τη μία από τις τέσσερις διοικητικές περιφέρειες (regiones), στις οποίες είχε διαιρεθεί η Μακεδονία κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους. Σταθμός στην ιστορία της περιοχής υπήρξε η ίδρυση της πόλης των Φιλίππων ως ρωμαϊκής αποικίας, αμέσως μετά την ομώνυμη μάχη (42 π.Χ.). Στην ευρύτερη περιοχή της επικράτειας των Φιλίππων εγκαταστάθηκαν Ρωμαίοι άποικοι, βετεράνοι του ρωμαϊκού στρατού, στους οποίους χορηγήθηκαν γαίες ως ανταμοιβή για τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες. Οι Φίλιπποι, που λίγα χρόνια αργότερα, το 30 π.Χ., επανιδρύθηκαν ως ρωμαϊκή αποικία από τον Οκταβιανό, με νέους αποίκους από την Ιταλία, αναδείχθηκαν σε μεγάλο διοικητικό κέντρο της περιοχής, το οποίο είχε στον έλεγχό του την πεδιάδα της Δράμας και ένα μεγάλο τμήμα της ενδοχώρας.

Στην πόλη της Δράμας εντοπίζονται κατάλοιπα οικισμού των αρχαίων και ρωμαϊκών χρόνων, για την ταύτιση του οποίου έχουν προταθεί ονόματα πόλεων γνωστών από φιλολογικές και επιγραφικές μαρτυρίες, όπως η Τρίπολη. Από πολλούς ερευνητές έχει υποστηριχθεί επίσης ότι ο αρχαίος οικισμός της Δράμας θα μπορούσε να ταυτιστεί με τη σημαντική αρχαία θρακική πόλη Δραβησκό (Δραβήσκο), άποψη που ωστόσο δεν γίνεται ευρύτερα αποδεκτή. Από τα ρωμαϊκά οδοιπορικά είναι επίσης γνωστός o σταθμός της Εγνατίας οδού Daravescos, τον οποίο μερίδα ιστορικών τοποθετεί στην περιοχή του σημερινού οικισμού Δραβήσκο των Σερρών, στα ανατολικά του όρους Παγγαίου, νοτιοδυτικά της Δράμας.

Η έκταση και η μορφή του αρχαίου και ρωμαϊκού οικισμού της Δράμας είναι δύσκολο να προσδιοριστεί, λόγω της διαχρονικής κατοίκησης του χώρου και του μεγάλου πάχους των επιχώσεων πάνω στις οποίες έχουν κτιστεί τα κτήρια της σύγχρονης πόλης. Με βάση, ωστόσο, τα μέχρι σήμερα ευρήματα των ανασκαφών, ο πυρήνας του αρχαίου οικισμού θα πρέπει να αναζητηθεί στην περιοχή του ιστορικού κέντρου της πόλης, εντός του βυζαντινού κάστρου. Γλυπτά και επιγραφές μαρτυρούν την ύπαρξη ενός σημαντικού ιερού του θεού Διονύσου, η θέση του οποίου δεν έχει ακόμα εξακριβωθεί. Η λατρεία του Διονύσου στην περιοχή της Δράμας, σε κοντινή απόσταση από το Παγγαίο, το ιερό βουνό του θεού που, σύμφωνα με τον μύθο, ο ίδιος διάλεξε για τα οργιαστικά γλέντια του, είχε μεγάλη απήχηση σε Έλληνες, Θράκες και Ρωμαίους, όπως προκύπτει από τα ονόματα των προσκυνητών που παραδίδονται στις σωζόμενες αναθηματικές επιγραφές.

Στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, η περιοχή της Δράμας εξακολούθησε να υπάγεται διοικητικά και εκκλησιαστικά στους Φιλίππους, που τότε άκμαζαν ως κέντρο χριστιανικής λατρείας και αναδείχθηκαν σε μητρόπολη με πολλές επισκοπές. Σε αυτήν την περίοδο χρονολογείται η πρώτη οικοδομική φάση του κάστρου της πόλης και περιορισμένα κατάλοιπα κτηρίων, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται και τα κατάλοιπα μίας παλαιοχριστιανικής βασιλικής, στη θέση του μεταγενέστερου βυζαντινού ναού της Αγίας Σοφίας.

Το όνομα Δράμα πρωτοεμφανίζεται μεταξύ του β΄ μισού του 10ου και του 12ου αιώνα σε γραπτές πηγές που χαρακτηρίζουν την πόλη της Δράμας ως «πολίχνιον» και «κάστρον», δηλαδή μία μικρή σε έκταση πόλη. Πράγματι, το κάστρο της πόλης περικλείει μια έκταση μόλις 40 περίπου στρεμμάτων, με χωρητικότητα που δεν ξεπερνάει τα 250 σπίτια. Η οικιστική ζώνη της πόλης θα εκτεινόταν και εκτός των τειχών, με βάση τα ανασκαφικά ευρήματα, που έχουν φέρει στο φως κτηριακά λείψανα της βυζαντινής εποχής έξω από το κάστρο. Το μέγεθος της πόλης παρέμεινε σταθερό έως την οθωμανική κατάκτηση. Από τις πηγές είναι γνωστό ότι, μεταξύ 1317 και 1322, τη Δράμα διοικούσε ο προκαθήμενος Λέοντας Καλόγνωμος, τίτλος που αναφέρεται σε διοικητή μιας μικρής πόλης, συνήθως δευτερεύοντα αξιωματούχου, την ίδια εποχή που στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας οι διοικητές ονομάζονταν κεφαλές.

Kάστρο, βόρειο σκέλος οχύρωσης, ΕΦΑ Δράμας / Castle, northern section of the enceinte, Ephorate of Antiquities of Drama
Kάστρο, βόρειο σκέλος οχύρωσης, ΕΦΑ Δράμας / Castle, northern section of the enceinte, Ephorate of Antiquities of Drama
Παραδοσιακές κατοικίες στην πρώην μουσουλμανική συνοικία, Αρχείο Κ. Τρακοσοπούλου-Τζήμου / Traditional houses in the former muslim district, Archive of K. Trakosopoulou-Tzimou
Παραδοσιακές κατοικίες στην πρώην μουσουλμανική συνοικία, Αρχείο Κ. Τρακοσοπούλου-Τζήμου / Traditional houses in the former muslim district, Archive of K. Trakosopoulou-Tzimou

Κατά τους υστεροβυζαντινούς χρόνους, η Δράμα εξακολούθησε να μοιράζεται τις περιπέτειες της υπόλοιπης Μακεδονίας, ιδίως της μεγαλύτερης και σημαντικότερης γειτονικής της πόλης των Σερρών. Το 1204, μετά τη διανομή των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τις δυνάμεις της Δ΄ Σταυροφορίας, περιήλθε στο Λατινικό Βασίλειο της Θεσσαλονίκης. Είκοσι περίπου χρόνια αργότερα καταλήφθηκε από τον δεσπότη της Ηπείρου Θεόδωρο Α΄ Δούκα Άγγελο Κομνηνό. Το 1230 καταλήφθηκε από τους Βούλγαρους και το 1246 από τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Γ΄ Βατάτζη. Γύρω στο 1341, η Δράμα προβιβάστηκε από επισκοπή σε μητρόπολη, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 1344/5, περιήλθε στην κυριαρχία του Σέρβου ηγεμόνα Στέφανου Δουσάν. Το 1371 ανακαταλήφθηκε από τον Μανουήλ Παλαιολόγο, ο οποίος, από τη Θεσσαλονίκη, άσκησε ανεξάρτητη από την Κωνσταντινούπολη πολιτική.

Το 1383 ή 1384, οι Τούρκοι κατέλαβαν την πόλη, εγκαινιάζοντας τη μακραίωνη περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας της, η οποία θα διαρκέσει μέχρι το 1912. Στους οθωμανικούς χρόνους, η μικρή βυζαντινή πόλη-κάστρο μετατράπηκε σταδιακά σε μουσουλμανικό αστικό κέντρο. Οι νέοι μουσουλμανικοί πληθυσμοί εγκαταστάθηκαν στις συνοικίες, που αναπτύσσονταν έξω από τα τείχη της πόλης. Ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί, που επισκέφτηκε τη Δράμα γύρω στα 1670, αναφέρει ότι τα τείχη της ήταν μισογκρεμισμένα, χωρίς επάλξεις, και ότι διέθετε 12 τζαμιά, επτά μεστζίτ και επτά μαχαλάδες, ο μεγαλύτερος από τους οποίους είχε 600 μονώροφα ή διώροφα σπίτια, με κήπους και αμπέλια. Η αγορά της πόλης, που βρισκόταν κατά μήκος των δύο οχθών του χειμάρρου Μοναστηρακίου (Τσάι), τον οποίο έχει καλύψει σήμερα η οδός 19ης Μαΐου, διέθετε γύρω στα 300 μαγαζιά. Ο ορμητικός χείμαρρος χώριζε την πόλη στα δύο, ενώ μια σειρά από γέφυρες εξυπηρετούσε τους κατοίκους της πόλης για να περνάνε από το ένα τμήμα της στο άλλο. Ο ίδιος περιγράφει με γλαφυρότητα και θαυμασμό τις πλούσιες πηγές της Δράμας και στέκεται ιδιαίτερα στην περιγραφή μίας μεγάλης δεξαμενής στο κέντρο της πόλης, που όμοια της σε μέγεθος δεν είχε συναντήσει σε κανένα από τα μέρη που είχε επισκεφθεί.

Σαντιρβάν Τζαμί, φωτογραφικό αρχείο Σάκη Γαλόπουλου / Şadırvan Mosque, Photographic Archive of Sakis Galopoulos
Σαντιρβάν Τζαμί, φωτογραφικό αρχείο Σάκη Γαλόπουλου / Şadırvan Mosque, Photographic Archive of Sakis Galopoulos

Από τον 18ο αιώνα άρχισε η περίοδος της μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης της Δράμας, που βασίστηκε κυρίως στις σημαντικές καλλιέργειες ρυζιού στις ελώδεις εκτάσεις γύρω από την πόλη, καθώς επίσης και στις βιομηχανικές δραστηριότητες που εκμεταλλεύτηκαν την αφθονία των νερών που αναβλύζουν σε αυτήν, όπως κλωστήρια και βαφεία βαμβακιού. Από τα μέσα του 19ου αιώνα άρχισε μια νέα περίοδος ανάπτυξης για τη Δράμα, που στηρίχθηκε στην καλλιέργεια και το εμπόριο καπνού, που εξαγόταν από το λιμάνι της Καβάλας. Οι οθωμανικές αρχές ενίσχυσαν την οικονομική πρόοδο της πόλης με μια σειρά από μεγάλα δημόσια έργα, όπως την ανέγερση δημόσιων κτηρίων, την κατασκευή λιθόστρωτου δρόμου, που οδηγούσε από τη Δράμα στο λιμάνι της Καβάλας, και την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής, που συνέδεε τη Δράμα με την Κωνσταντινούπολη μέσω Θεσσαλονίκης.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού πολέμου, τον Οκτώβριο του 1912, η Δράμα καταλήφθηκε από τους Βούλγαρους και την 1η Ιουλίου 1913 απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό και ενσωματώθηκε στο ελληνικό κράτος (Β΄ Βαλκανικός πόλεμος). Ακολούθησε μία ακόμη επώδυνη κατοχή της πόλης από τους Βούλγαρους κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1916-1918). Το 1923, σε εφαρμογή της Συνθήκης της Λοζάνης, αποχώρησαν οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της πόλης και ήρθαν πρόσφυγες από τη Θράκη, τον Πόντο και τη Μικρά Ασία. Στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Δράμα γνώρισε μία τρίτη βουλγαρική κατοχή (1941-1944), η οποία συνοδεύτηκε από σειρά σκληρών μέτρων εναντίον του ελληνικού στοιχείου και οδήγησε στη σφαγή των κατοίκων της περιοχής (Σεπτέμβριος 1941) και την εξόντωση του εβραϊκού στοιχείου της πόλης.

Μνημεία

Ελληνιστικός τάφος (οδός Τροίας)
Mακεδονικός τάφος οδού Τροίας, περιδέραιο, Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας / Necklace from the Macedonian tomb, Troias st., Archaeological Museum of Drama
Mακεδονικός τάφος οδού Τροίας, περιδέραιο, Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας / Necklace from the Macedonian tomb, Troias st., Archaeological Museum of Drama

Στο κέντρο της πόλης, η ανασκαφική έρευνα έφερε στο φως έναν «μακεδονικού» τύπου τάφο, που μαρτυρεί τον ρόλο που θα είχε ο αρχαίος οικισμός της Δράμας στο βασίλειο της Μακεδονίας και την παρουσία σε αυτόν ισχυρών οικογενειών ή τοπικών αρχόντων. Το πρώτο κατά χώραν ελληνιστικό μνημείο της πόλης χρησιμοποιήθηκε από τον 3ο μέχρι τον 2ο αιώνα π.Χ., πιθανόν και αργότερα. Αποτελείται από κτιστό δρόμο,  μήκους 4.00 μ., προθάλαμο και κυρίως νεκρικό θάλαμο, ενώ κοσμείται με αξιόλογες τοιχογραφίες. Σήμερα ο τάφος είναι επισκέψιμος κατόπιν συνεννόησης με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Δράμας.

Η ανέγερση του κάστρου της Δράμας τοποθετείται στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, ανάμεσα στα μέσα του 3ου και στα τέλη του 6ου αιώνα. Κάλυπτε άλλοτε μια έκταση 40 στρεμμάτων περίπου, είχε κάτοψη τραπεζίου και κατά διαστήματα ενισχυόταν με τετράγωνους πύργους. Διέθετε δύο πύλες, μία στην ανατολική και μία στη δυτική πλευρά των τειχών. Ο τρίτος πύργος στα βόρεια της ανατολικής πύλης είχε χρησιμοποιηθεί κατά τους οθωμανικούς χρόνους ως Πύργος Ρολογιού αποτελώντας ένα από τα πιο σημαντικά αξιοθέατα της πόλης, μέχρι την κατεδάφισή του το 1945. Σε καλύτερη κατάσταση διατηρείται σήμερα το ανατολικό και βόρειο σκέλος του οχυρωματικού του περιβόλου, στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Η συγκριτική μελέτη της τοιχοποιίας των τειχών του αναγνωρίζει μία κύρια επισκευαστική φάση κατά τη διάρκεια του 11ου αιώνα. Από τις γραπτές πηγές είναι γνωστό επίσης ότι, το 1206, ο Βονιφάτιος Μομφερατικός, βασιλιάς του Λατινικού Βασιλείου της Θεσσαλονίκης, στην οποία περιήλθε η Δράμα μετά το 1204, επισκεύασε τα τείχη της πόλης για να την προστατέψει από τις επιδρομές των Βουλγάρων.

Ο σημαντικότατος για την πόλη και γενικότερα τη βυζαντινή αρχιτεκτονική ναός στον τύπο του τρουλαίου ναού με περίστωο, μεταβατικού τύπου, διατηρείται στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Κτισμένος άλλοτε εντός του κάστρου της πόλης, στο βορειοανατολικό του τμήμα, χρονολογείται (στη σημερινή του μορφή) στον 10ο αιώνα, ενώ έχουν εντοπιστεί και παλαιότερες οικοδομικές φάσεις. Την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας μετατράπηκε σε τζαμί, μέχρι το 1913, οπότε και επαναλειτούργησε ως χριστιανικός ναός. Κάτω από τα θεμέλια του ναού, κατά τις πρόσφατες αναστηλωτικές εργασίες, εντοπίστηκαν τα κατάλοιπα παλαιοχριστιανικής βασιλικής.

Κτισμένος πολύ κοντά στην ανατολική πύλη του τείχους, την «Πύλη της Νεαπόλεως», η οποία οδηγούσε στη Νεάπολη (σημερινή Καβάλα), ο μικρών διαστάσεων μονόχωρος ναός αποτελούσε ταφικό παρεκκλήσι των αρχών του 14ου αιώνα. Στο εσωτερικό του διασώζει αποσπασματικά τοιχογραφίες αξιόλογης τέχνης, των μέσων του 14ου αιώνα. Μεταξύ των ετών 1861 και 1892 δέχτηκε εκτεταμένες επεμβάσεις, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνεται και η αντικατάσταση της αρχικής καμάρας με ξύλινη δικλινή στέγη. Ιδιαίτερα αξιόλογης τέχνης θεωρείται το μαρμάρινο τέμπλο του ναού.

Ναός Εισοδίων της Θεοτόκου, ΕΦΑ Δράμας / Church of the Presentation of the Virgin, Ephorate of Antiquities of Drama
Ναός Εισοδίων της Θεοτόκου, ΕΦΑ Δράμας / Church of the Presentation of the Virgin, Ephorate of Antiquities of Drama

Ο ναός βρίσκεται δίπλα στη σημερινή Μητρόπολη. Ανεγέρθηκε το 1833, στη θέση παλαιότερου ναού, και ήταν o παλαιός μητροπολιτικός ναός της Δράμας. Στενά δεμένος με την ιστορία της πόλης, σώζεται σήμερα μόνο κατά το ήμισυ. Αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα τρίκλιτης βασιλικής με κεραμοσκεπή στέγη και πεντάπλευρη κόγχη. Στο εσωτερικό του ναού διατηρείται εξαιρετικής τέχνης ξυλόγλυπτο τέμπλο, και άλλα ξυλόγλυπτα των μέσων του 19ου αιώνα, ενώ φυλάσσονται αξιόλογες εικόνες του β΄ μισού του 19ου αιώνα και άλλα εκκλησιαστικά σκεύη.

Πρόκειται για το παλαιότερο από τα μουσουλμανικά τεμένη που διέθετε η πόλη, γι’ αυτό και είναι γνωστό ως Εσκί Τζαμί (αρχαίο τζαμί). Αναφέρεται λόγω της θέσης του και ως Τσαρσί Τζαμί (τζαμί της αγοράς). Ανεγέρθηκε με δαπάνη του σουλτάνου Βαγιαζήτ Β΄ (1481-1512), αν όχι νωρίτερα, και σήμερα έχει μετατραπεί στον ναό του Αγίου Νικολάου.

Ο ναός της Αγίας Τριάδας (πρώην Κουρσούμ Τζαμί), φωτ. Βασίλης Μεσσής / Church of the Holy Trinity (former Kursum Mosque), photo: Vasilis Messis
Ο ναός της Αγίας Τριάδας (πρώην Κουρσούμ Τζαμί), φωτ. Βασίλης Μεσσής / Church of the Holy Trinity (former Kursum Mosque), photo: Vasilis Messis

Στο βορειότερο τμήμα της πόλης βρίσκεται ο ναός της Αγίας Τριάδας, ο οποίος κτίστηκε ως οθωμανικό τέμενος, το λεγόμενο Κουρσούμ Τζαμί, στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό πιθανότατα το 1925, ενώ κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960 δέχτηκε σημαντικότατες μετατροπές, οι οποίες αλλοίωσαν την αρχική του μορφή. Η αρχιτεκτονική του αρχικού τέμενος παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με το Εσκί Τζαμί, το οποίο υπήρξε πιθανότατα το αρχιτεκτονικό του πρότυπο.

Σύμφωνα με τη σωζόμενη κτητορική επιγραφή πάνω από τη θύρα εισόδου, το τζαμί, που παλαιότερα ήταν γνωστό και ως Κουρσουνλού Τζαμί, ανακαινίστηκε το 1806 από τον Μεχμέτ Χαλίλ Αγά, πατέρα του Δράμαλη Πασά. Στη θέση του προϋπήρχε τέμενος, πιθανότατα του β΄ μισού του 15ου αιώνα, οπότε τοποθετείται η κατασκευή του μιναρέ, από τον οποίο διατηρείται το κατώτερο τμήμα. Μετά τους καταστροφικούς σεισμούς που έπληξαν την περιοχή της Δράμας το 1829 το τζαμί ανακαινίστηκε εκ νέου σε μεγάλη έκταση. Το αποκαταστημένο σήμερα τέμενος στέγαζε από το 1929 έως το 1981 την ιστορική τοπική εφημερίδα «ΘΑΡΡΟΣ». Κατά τις εργασίες ανακαίνισης του τζαμιού τον 19ο αιώνα, η εξωτερική βόρεια του πλευρά διακοσμήθηκε με τοιχογραφίες, που μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν την παράσταση μιας φανταστικής πολιτείας, για την οποία ο ζωγράφος είχε ως εικονογραφικό πρότυπο την ίδια την πόλη της Δράμας. Η παράσταση αποτελεί την πιο παλιά μαρτυρία για την όψη της πόλης κατά την οθωμανική περίοδο. Το κτήριο έχει αγοραστεί από την εταιρεία Raycap, από την οποία έχει αποκατασταθεί υποδειγματικά, λειτουργώντας σήμερα ως εκθεσιακός χώρος.

Κτίστηκε πιθανώς από τον διοικητή της Δράμας Χιβζή Πασά γύρω στα 1870-1880, στη θέση παλαιότερου τεμένους, ίσως του 15ου ή του 16ου αιώνα, το οποίο κατέρρευσε εξαιτίας των καταστροφικών σεισμών που έπληξαν τη Δράμα το 1829. Ο αρχιτέκτονας του τεμένους, θορυβημένος από τις καταστροφές του σεισμού που ήταν ακόμα έντονες στη μνήμη των κατοίκων, τοποθέτησε στις τοξοστοιχίες του κτηρίου δύο σειρές ελκυστήρες -η δεύτερη σειρά από τους οποίους, τοποθετημένη ψηλότερα από την πρώτη, δεν είναι απαραίτητη, διότι στη θέση αυτή παραλαμβάνει ασήμαντο μέγεθος ελκτικών δυνάμεων.

Αεροφωτογραφία της πόλης με το πάρκο της Αγίας Βαρβάρας, Αρχείο Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας / Aerial photograph of the city and the park of Agia Varvara, Archive of the Drama International Short Film Festival
Αεροφωτογραφία της πόλης με το πάρκο της Αγίας Βαρβάρας, Αρχείο Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας / Aerial photograph of the city and the park of Agia Varvara, Archive of the Drama International Short Film Festival

Στην καρδιά της πόλης βρίσκεται το καταπράσινο πάρκο της Αγίας Βαρβάρας με τα άφθονα νερά, ένα από τα πιο σημαντικά αξιοθέατα της πόλης. Κοντά στις λεγόμενες Πηγές της Αγίας Βαρβάρας, εκτός του κάστρου της βυζαντινής πόλης, έχουν έρθει στο φως τα κατάλοιπα ενός μεσοβυζαντινού λουτρού (11ος-12ος αι.).

Ο Υδρόμυλος Ζώνκε (Νουχ Μπέη και Παρμαξίζ Χασάν). ΔΒΜΑ, φωτ. Στ. Στουρνάρας / The Zonke Watermill (Nuh Bey and Parmaksiz Hasan). DBMA, photo: St. Stournaras
Ο Υδρόμυλος Ζώνκε (Νουχ Μπέη και Παρμαξίζ Χασάν). ΔΒΜΑ, φωτ. Στ. Στουρνάρας / The Zonke Watermill (Nuh Bey and Parmaksiz Hasan). DBMA, photo: St. Stournaras

Η αξιοποίηση των πλούσιων πηγών νερού στην περιοχή της Αγίας Βαρβάρας οδήγησε στην ανέγερση ενός σημαντικού αριθμού υδρόμυλων, που άλεθαν όλα τα είδη των δημητριακών και μερικοί από αυτούς διέθεταν και μυλόπετρα για την άλεση σησαμιού για την παραγωγή σαμόλαδου. Το 1886 καταγράφονται δέκα υδρόμυλοι για την άλεση του εγχώριου σίτου. Σήμερα, στο νότιο όριο των πηγών της Αγίας Βαρβάρας διατηρούνται τέσσερις νερόμυλοι-αλευρόμυλοι (Ζώνκε, Δημητρόπουλου, Παντούλη, «του Καστρινού» ή «Αγίας Βαρβάρας») και ένας νερόμυλος (Λεωνίδα Τζάλλα). Νοτιότερα, στη θέση Τσάι Τσιφλίκ διατηρείται ένας ακόμη αλευρόμυλος του παλαιού βιομηχανικού οίκου «Αντωνίου Ζιώγα & Σία».

Σήμερα στη Δράμα διατηρούνται 12 καπναποθήκες, που αντανακλούν την οικονομική πρόοδο που επέφερε στην περιοχή η καλλιέργεια και το εμπόριο του καπνού. Πέντε από αυτές βρίσκονται στην περιοχή της Αγίας Βαρβάρας και έχουν κηρυχθεί ιστορικά διατηρητέα μνημεία. Εδώ διατηρείται η διώροφη καπναποθήκη του Έλληνα εμπόρου Ιωάννη Αναστασιάδη, η παλαιότερη της Δράμας, που ανεγέρθηκε, σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, το 1875. Στη βόρεια της πλευρά είναι ενσωματωμένη η κατοικία της οικογένειας, ένα πλούσιο αρχοντικό, γνωστό ως «Μαρμάρινο Σπίτι», με πολυτελή διακόσμηση, που απηχεί την κοινωνική επιφάνεια της οικογένειας και αντιπροσωπεύει την αστική αρχιτεκτονική στα τέλη του 19ου αιώνα. Το Μαρμάρινο Σπίτι σήμερα λειτουργεί ως πολυχώρος πολιτισμού και στεγάζει το Μουσείο Φωτογραφίας και Φωτογραφικών Μηχανών. Στην περιοχή της Αγίας Βαρβάρας βρίσκεται επίσης η εντυπωσιακή τετραώροφη καπναποθήκη, αρχικά ιδιοκτησίας Χέρμαν Σπίρερ (Ηermann Spierer) και μετέπειτα της Αυστροελληνικής Εταιρείας Καπνού. Σήμερα έχει μετατραπεί σε πολυτελές ξενοδοχείο.

Το συγκρότημα του Ινστιτούτου Καπνού (1929-1935), σε μικρή απόσταση από τη Δράμα, το οποίο διαδραμάτισε για πολλές δεκαετίες σημαντικό ρόλο στην οικονομική ζωή της πόλης, αποτελεί ένα πρωτοποριακό έργο του μοντέρνου κινήματος του Μεσοπολέμου, περιλαμβάνοντας οικοδομήματα διαφόρων τύπων και λειτουργιών.

Το ιστορικό κέντρο της πόλης κοσμούν δημόσια κτήρια που αντιπροσωπεύουν τον αστικό τρόπο ζωής του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, όπως το κινηματοθέατρο Ολύμπια (Μέγας ή Ελλάς), το καφενείο Ελευθερία, και τα ξενοδοχεία που αντικατέστησαν τα παλιά πανδοχεία-χάνια, κυρίως κατά μήκος της οδού Βενιζέλου. Από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της πόλης ιδιαίτερα αξιόλογα είναι τα επιβλητικά κτήρια των Εκπαιδευτηρίων της Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητος Δράμας (1907-1909) και του Γυμνασίου Αρρένων (1927-1928). Στην ίδια περίοδο ανήκουν ορισμένες από τις μεγαλοπρεπείς αστικές κατοικίες της πόλης, όπως το αρχοντικό στην πλατεία Ταξιαρχίας και εκείνο της οδού Περδίκκα 10.

Ένα από τα σημαντικότερα αρχοντικά της πόλης αποτελούσε και το κονάκι του Ταχήρ Ομέρ-βέη, πρωτότοκου γιου του Μαχμούτ-πασά Δράμαλη, αντιπροσωπευτικό παράδειγμα «αστικού πύργου» του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, το οποίο σωζόταν μέχρι το 1958.

Στα βορειανατολικά της Δράμας δεσπόζει ο δασωμένος λόφος του Κορυλόβου, που αποτελεί τόπο αναψυχής και άσκησης με εντυπωσιακή θέα σε ολόκληρη την πεδιάδα. Κοντά στην κορυφή του λόφου, στη θέση Κεραίες, η ανασκαφή έφερε στο φως τα κατάλοιπα μίας βυζαντινής μονής, που, σύμφωνα με επιγραφή, ανακαινίστηκε το 1194, επί βασιλείας του Ισαάκιου Β΄ Αγγέλου.

Μουσεία

Αρχαιολογικό Μουσείο (οδός Κώστα Βάρναλη)

Το στεγασμένο σε τρεις αίθουσες μουσείο έχει διαχρονικό χαρακτήρα και καλύπτει χρονικά την ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή της Δράμας από τη Μέση Παλαιολιθική εποχή (50000 π.Χ.) έως τους νεότερους χρόνους.

Φιλοξενείται σε ένα πενταώροφο κτήριο και περιλαμβάνει αξιόλογα έργα τέχνης και λατρευτικά αντικείμενα, που στην πλειονότητά τους αποτελούν κειμήλια που έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας και του Πόντου.

Το Μουσείο λειτουργεί με φροντίδα της Αστικής μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Κύκλωψ», στο ανακαινισμένο σήμερα Μαρμάρινο Σπίτι Πάρκο της Αγίας Βαρβάρας. Ο επισκέπτης, πέρα από το ίδιο το κτήριο, που αποτελεί εξαίρετο δείγμα αστικής αρχιτεκτονικής, μπορεί να θαυμάσει τις φωτογραφίες που φωτίζουν την ιστορική διαδρομή της Δράμας και των κατοίκων της, καθώς επίσης και μοναδικά εκθέματα σχετικά με την εξέλιξη της τέχνης της φωτογραφίας.

Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Δράμας (σημ. Μουσείο Τρένων Δράμας), φωτ. Δήμος Δράμας / Drama Railway Station (Train Museum), photo: Municipality of Drama
Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Δράμας (σημ. Μουσείο Τρένων Δράμας), φωτ. Δήμος Δράμας / Drama Railway Station (Train Museum), photo: Municipality of Drama

Βρίσκεται στην περιοχή του Σιδηροδρομικού Σταθμού Δράμας, ο οποίος εγκαινιάστηκε το 1895 και αποτελεί ένα από τα πιο αξιόλογα κτήρια της πόλης. Παρουσιάζει την εξέλιξη του σιδηροδρόμου στον βορειοελλαδικό χώρο και λειτουργεί με φροντίδα του Συλλόγου «Ήφαιστος» και των Φίλων Σιδηροδρόμου Δράμας.

Το Μουσείο στεγάζει την πλούσια λαογραφική συλλογή του Λυκείου Ελληνίδων Δράμας.

Στεγάζεται σε ένα παλιό καπνεργοστάσιο της ΒΙ.ΠΕ. Δράμας και λειτουργεί με φροντίδα του Συλλόγου Φίλων Τεχνολογικού Μουσείου. Παρουσιάζει την εξέλιξη της τεχνολογίας στην περιοχή της Δράμας, ενώ το σημαντικότερο του έκθεμα αποτελεί μία πλήρης βιομηχανική μονάδα επεξεργασίας καπνού.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Δράμας