Γιαννιτσά
Γιαννιτσά, μία ακμαία οθωμανική πόλη
Τα Γιαννιτσά, κτισμένα στο βόρειο τμήμα της εύφορης πεδιάδας Θεσσαλονίκης-Γιαννιτσών, αποτελούν σήμερα τη μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη της Π.Ε. Πέλλας. Είναι μία από τις λίγες πόλεις του ελλαδικού χώρου που ιδρύθηκαν από τους Οθωμανούς· η Γενιτζέ-ι Βαρντάρ, δηλαδή η νέα πόλη κοντά στον ποταμό Βαρδάρη (Αξιό), σύμφωνα με την επικρατούσα ετυμολογία, ιδρύθηκε μετά το 1384 από τον Γαζή Εβρενός Μπέη, τον φημισμένο στρατηγό της εποχής του, που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην εδραίωση της οθωμανικής κυριαρχίας στα Βαλκάνια. Ενδεικτικό της φήμης του μεγάλου πολέμαρχου είναι ότι ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί, που επισκέφτηκε τα Γιαννιτσά στα τέλη της δεκαετίας του 1670, αναφέρει πως στις μέρες του διαδιδόταν ότι ο Γαζή Εβρενός είχε καταφέρει να εκπορθήσει συνολικά 760 πόλεις και κάστρα. Το κατακτητικό έργο του Γαζή Εβρενός συνεχίστηκε από τους γιους του, Αλή Μπέη και Ισά Μπέη, αλλά και από τους εγγονούς του, με σημαντικότερο τον Αχμέτ Μπέη, οι οποίοι πολέμησαν και διακρίθηκαν σε διάφορα πολεμικά μέτωπα. Ο σουλτάνος Μουράτ Α΄ (1362-1389), παραχώρησε στον Γαζή Εβρενός, ως ανταμοιβή των υπηρεσιών του, πολλές εκτάσεις, ιδιαίτερα κοντά στον ποταμό Αξιό, για να ιδρύσει μία νέα πόλη. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, για να κτίσει τη Γενιτζέ, ο σουλτάνος του χάρισε τόση έκταση, όση θα μπορούσε να καλύψει μέσα σε μία μέρα τρέχοντας με άλογο.
Η νεοϊδρυθείσα πόλη, που ο Γαζή Εβρενός μετέτρεψε σε βακούφι ορίζοντας τους απογόνους του ως διαχειριστές, εξελίχθηκε γρήγορα σε ένα από τα σημαντικότερα στρατιωτικά, οικονομικά, θρησκευτικά και πολιτιστικά κέντρα της Βαλκανικής χερσονήσου. Ο ενταφιασμός του Γαζή Εβρενός στην πόλη που ο ίδιος ίδρυσε και έζησε, ανέδειξε τη Γενιτζέ σε ιερή πόλη των Οθωμανών. Στον τάφο του ανεγέρθηκε πολυτελές μαυσωλείο (türbe), στο οποίο ενταφιάστηκαν στη συνέχεια οι γιοι και άλλα μέλη της οικογένειάς του. Το μαυσωλείο σταδιακά απέκτησε χαρακτήρα προσκυνήματος.
Στη μεγάλη ανάπτυξη των Γιαννιτσών κατά τους οθωμανικούς χρόνους, σημαντικό ρόλο είχε η διέλευση μέσα από την πόλη τoυ λεγόμενου αριστερού κλάδου (Sol Kol) του δρόμου της οθωμανικής περιόδου, που σε μεγάλο βαθμό ακολουθούσε τη χάραξη της προγενέστερης Εγνατίας οδού. Η σχέση της πόλης με τον οδικό άξονα εξασφάλιζε άμεση επικοινωνία με τα μεγάλα αστικά κέντρα της περιοχής, τη Θεσσαλονίκη στα ανατολικά, τα Βοδενά (σημερινή Έδεσσα), τη Φλώρινα, το Μοναστήρι (σημερινή Μπίτολα), την Αχρίδα, το Ελμπασάν και το Δυρράχιο στα δυτικά. Η Γενιτζέ αναδείχτηκε σε σημαντικό σταθμό του εν λόγω οδικού άξονα, διαθέτοντας όλες τις απαραίτητες υποδομές για την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών, όπως καραβάν σαράι, χάνια, λουτρά και ταχυδρομικό σταθμό αλλαγής αλόγων.
Αναφορικά με τη διέλευση της Εγνατίας οδού από την περιοχή κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους δεν υπάρχουν στοιχεία που να τεκμηριώνουν την ακριβή της πορεία. Από το οδοιπορικό του Μπορντώ είναι γνωστό ότι μεταξύ της Πέλλας και της Έδεσσας υπήρχε ο σταθμός αλλαγής αλόγων (mutatio) Scurrio, ο οποίος, σύμφωνα με μία άποψη, τοποθετείται στη θέση «Κάτω Βούδριστες», στην περιοχή του σύγχρονου οικισμού της Αραβησσού, 12 χλμ. βορειοδυτικά των Γιαννιτσών, στους πρόποδες του Πάικου όρους. Στην εν λόγω θέση έχει ανασκαφεί ένα μεγάλο κτήριο που ήταν σε χρήση από το τέλος του 1ου αιώνα π.Χ. έως τις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. Το εν λόγω κτήριο, που ως προς την κάτοψη θυμίζει αγροικία (villa rustica) της εποχής, θα μπορούσε να εξυπηρετεί τις ανάγκες του σταθμού της αρχαίας οδού.
Ιστορική διαδρομή
Κατά τους αρχαίους χρόνους, η εικόνα της περιοχής διέφερε σημαντικά από τη σημερινή, καθώς ο Θερμαϊκός κόλπος εισχωρούσε μέχρι την Πέλλα και τους πρόποδες του όρους Πάικου. Αργότερα, με τις προσχώσεις των ποταμών Αλιάκμονα, Αξιού και Εχέδωρου, η θάλασσα υποχώρησε και δημιουργήθηκε η μεγάλη λίμνη των Γιαννιτσών (λίμνη Λουδία), η οποία περιβαλλόταν από εκτεταμένες ελώδεις εκτάσεις και μέχρι την αποξήρανσή της, τον 20ό αιώνα (1928-1936), αποτελούσε το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο του φυσικού αναγλύφου της περιοχής.
Η ευρύτερη περιοχή των Γιαννιτσών κατοικούνταν ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους. Από τις πλέον γνωστές προϊστορικές θέσεις της περιοχής αποτελεί ο οικισμός του Αρχοντικού στις βορειοδυτικές παρυφές της πεδιάδας των Γιαννιτσών. Στην ίδια την πόλη των Γιαννιτσών, η ανασκαφική έρευνα έχει φέρει στο φως δύο προϊστορικές θέσεις («Γιαννιτσά Α» και «Γιαννιτσά Β»), η δεύτερη εκ των οποίων συγκαταλέγεται ανάμεσα στις σημαντικότερες προϊστορικές θέσεις του βορειοελλαδικού χώρου. Έχει αποκαλυφθεί στο νοτιοανατολικό άκρο της πόλης, στην περιοχή της λεγόμενης Παλαιάς Αγοράς, και η κατοίκησή της υπήρξε ιδιαίτερα παρατεταμένη, από την Αρχαιότερη Νεολιθική περίοδο (6500-5800 π.Χ.) έως την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (περ. 2000 π.Χ.).
Κατά τους αρχαίους χρόνους, η περιοχή των Γιαννιτσών βρισκόταν στα γεωγραφικά όρια της Βοττιαίας και ανήκε στη λεγόμενη «Πελλαία χώρα», την επικράτεια της Πέλλας, της πρωτεύουσας από τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. του μακεδονικού βασιλείου. Στην προϊστορική τούμπα-τράπεζα του Αρχοντικού, η κατοίκηση συνεχίστηκε και κατά τους ιστορικούς χρόνους, από την Εποχή του Σιδήρου μέχρι την υστεροβυζαντινή περίοδο, όταν αναπτύχθηκε ένας αξιόλογος αρχαίος οικισμός με εκτεταμένα νεκροταφεία, από τα οποία προέρχονται ιδιαίτερα πλούσια ευρήματα. Μεταξύ άλλων, έχει προταθεί η ταύτιση του οικισμού με τη γνωστή από τις πηγές Τύρισσα. Από τους σημαντικότερους αρχαίους οικισμούς της περιοχής υπήρξε, επίσης, η Κύρρος, η οποία τοποθετείται στη θέση Παλαιόκαστρο, νότια της Αραβησσού. Από την περιοχή των Γιαννιτσών προέρχεται, ακόμη, η γνωστή μαρμάρινη ανδρική κεφαλή που ταυτίζεται με προσωπογραφία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Πέλλας (τέλος 4ου αι. π.Χ.).
Λίγα είναι γνωστά για την ιστορία της περιοχής κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Στη θέση που ο Γαζή Εβρενός ίδρυσε τη Γενιτζέ φαίνεται ότι προϋπήρχε βυζαντινός οικισμός, όπως υποδηλώνεται μέσα από τα ευρήματα των ανασκαφικών ερευνών στη λεγόμενη περιοχή της Παλαιάς Αγοράς, όπου έχουν έρθει στο φως ταφές και κεραμική της υστεροβυζαντινής περιόδου. Την ύπαρξη προγενέστερης βυζαντινής εγκατάστασης υποδηλώνει πιθανότατα και η μαρτυρία του Εβλιγιά Τσελεμπί (τέλη της δεκαετίας 1670), ο οποίος, παρόλο που συχνά οδηγείται σε μυθοπλαστικές περιγραφές, αναφέρει πως στη θέση που ιδρύθηκε η Γενιτζέ Βαρντάρ υπήρχαν δύο κάστρα, τα τείχη των οποίων γκρέμισαν οι Οθωμανοί. Η πόλη παρέμεινε έκτοτε ατείχιστη και πράγματι, κατά τους οθωμανικούς χρόνους, η Γενιτζέ δεν απέκτησε ποτέ κάποιου είδους οχύρωση.
Κατά τους οθωμανικούς χρόνους η Γενιτζέ ορίστηκε πρωτεύουσα του ομώνυμου καζά που υπαγόταν στο σαντζάκι της Θεσσαλονίκης και αποτέλεσε την έδρα θρησκευτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων. Αμέσως μετά την ίδρυσή της, η πόλη εποικίστηκε από μουσουλμάνους, οι οποίοι αποτελούσαν το κυρίαρχο πληθυσμιακό στοιχείο της πόλης καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου. Ενδεικτική είναι η εικόνα που προκύπτει από τις οθωμανικές πηγές του 16ου και του 17ου αιώνα, σύμφωνα με τις οποίες, η πόλη είχε 17 ή 18 μουσουλμανικές συνοικίες και μία μόνο χριστιανική. Οι δέκα ή οι έντεκα από τις μουσουλμανικές συνοικίες έφεραν τα ονόματα του Γαζή Εβρενός ή των απογόνων του, στοιχείο που καταδεικνύει πόσο μεγάλο ήταν στην πόλη το αποτύπωμα της οικογένειας του ιδρυτή της καθ’ όλη την οθωμανική περίοδο. Τους επόμενους αιώνες, το χριστιανικό στοιχείο της πόλης ενισχύθηκε, οι μουσουλμάνοι, ωστόσο, εξακολούθησαν να αποτελούν τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή της ομάδα. Ενδεικτικά, στα τέλη του 19ου αιώνα, η Γενιτζέ είχε δέκα μουσουλμανικές και τέσσερις χριστιανικές συνοικίες.
Με την ίδρυση της Γενιτζέ, ο Γαζή Εβρενός φρόντισε για την ανέγερση όλων των δημόσιων και θρησκευτικών κτηρίων που ήταν απαραίτητα σε μία οθωμανική πόλη, κτίζοντας μεταξύ άλλων τέμενος, ιμαρέτ, λουτρό και καραβάν-σαράι. Ο ίδιος φρόντισε για την υδροδότηση της πόλης οικοδομώντας λιθόκτιστο υδραγωγείο, που επισκευάστηκε από τον εγγονό του Αχμέτ Μπέη. Ο τελευταίος έπαιξε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ανοικοδόμηση της πόλης, καθώς ανέπτυξε ιδιαίτερα μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα και ανέγειρε τέμενος, ιεροδιδασκαλείο (μεντρεσέ), μονό και διπλό (ανδρικό και γυναικείο) λουτρό, πτωχοκομείο, μπεζεστένι (κλειστή αγορά), χάνι, πολλά καταστήματα και κρήνες. Με κτήρια κοινής ωφελείας προικοδότησαν τα Γενιτσά και οι γιοι του Γαζή Εβρενός. Ο Αλί Μπέης έκτισε ένα σχολείο και ο Ισά Μπέης ένα ιμαρέτ.
Την εικόνα που παρουσίαζε η Γενιτζέ στα τέλη της δεκαετίας του 1670 δίνει παραστατικά ο Εβλιγιά Τσελεμπί. Αναφέρει ότι αυτή συγκροτούνταν από 1.500 κεραμοσκεπή, ευρύχωρα σπίτια που διέθεταν αμπέλια και κήπους και ήταν κτισμένα σε μεγάλη απόσταση το ένα από το άλλο. Η πόλη είχε 17 τζαμιά κτισμένα από επιφανείς αξιωματούχους, με σημαντικότερο το Τζαμί του Ισκεντέρ Μπέη στον χώρο της αγοράς. Διέθετε ακόμη έναν μεντρεσέ (μουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο) και επτά σχολεία βασικής εκπαίδευσης. Υπήρχαν επίσης τεκέδες (μονές δερβίσηδων), τρία ιμαρέτ (πτωχοκομεία), καθώς και τρία δημόσια και 70 ιδιωτικά λουτρά. Τα δύο από τα τρία δημόσια λουτρά διατηρούνται μέχρι σήμερα (Λουτρό Γαζή Εβρενός και Λουτρό Σεΐχη Ιλαχή), ενώ το τρίτο, που, σύμφωνα με τον ίδιο, ανεγέρθηκε από τον Αχμέτ Μπέη στον χώρο της αγοράς, θα μπορούσε να ταυτιστεί με τα κατάλοιπα του λουτρού που έφερε στο φως η ανασκαφική έρευνα κοντά στο Τζαμί του Ισκεντέρ Μπέη. Την υδροδότηση της πόλης εξυπηρετούσαν 22 κρήνες, από τις οποίες η πιο ξεχωριστή ήταν η κρήνη με τέσσερις κρουνούς στον χώρο της αγοράς, στην οποία, σύμφωνα με τον Εβλιγιά Τσελεμπί, το νερό έρρεε «από κάθε κρουνό σαν το μπράτσο ανδρός».
Η εικόνα που προκύπτει από τα οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα είναι ότι η Γενιτζέ είχε έντονα αστικό χαρακτήρα και ένα μεγάλο μέρος των εσόδων των κατοίκων της προερχόταν από εμπορικές δραστηριότητες. Στην αγορά της πόλης, η οποία τοποθετείται στην περιοχή της Παλαιάς Αγοράς, κατά μήκος της σημερινής Εγνατίας οδού (πρώην οδός Μοναστηρίου), συγκεντρώνονταν και μεταπωλούνταν τα αγροτικά προϊόντα της εύφορης γύρω περιοχής. Σύμφωνα με τον Εβλιγιά Τσελεμπί, η αγορά της πόλης διέθετε 740 καταστήματα, μπεζεστένι και παζάρι. Ειδικότερα το μπεζεστένι, η κλειστή δηλαδή αγορά και αποθήκη ειδών πολυτελείας, που ανεγέρθηκε από τον Αχμέτ Μπέη, είναι ενδεικτική της εμπορικής σημασίας που είχε η πόλη, με δεδομένο ότι τέτοιους είδους κτήρια οικοδομούνταν μόνο στις μεγάλες και οικονομικά εύρωστες πόλεις, όπως στη Θεσσαλονίκη, τις Σέρρες και τη Λάρισα. Για την εξυπηρέτηση των εμπόρων και των ταξιδιωτών υπήρχαν εννέα χάνια και ένα μεγάλο καραβάν-σαράι, το οποίο είχε ιδρύσει ο Γαζή Εβρενός. Ο περιηγητής Νικόλαος Σχινάς, που πέρασε από την πόλη στο β΄ μισό του 19ου αιώνα, μνημονεύει 25 ευρύχωρα χάνια.
Στα οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα εμφανίζεται μία ανθούσα τάξη τεχνιτών, που περιλαμβάνει διάφορες ειδικότητες, όπως σαμαράδες, χρυσοχόους, βαφείς και σιδεράδες. Σύμφωνα με τον Γκαμπριέλε Καβάτζα, γραμματέα του Βενετού πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη Λορέντζο Μπερνάντο, που πέρασε από την πόλη το 1591, σημαντικό ρόλο στην οικονομία της πόλης είχε η κατασκευή μανδηλιών, κεντημένων με μετάξι και χρυσό. Ο Εβλιγιά Τσελεμπί αναφέρει πως μεγάλο μέρος των εσόδων των κατοίκων της πόλης προερχόταν από την κατασκευή ξύλινων κουταλιών, πιάτων και ροπάλων, καθώς επίσης και από την κατασκευή καπνοσυρίγγων.
Σημαντική πηγή εσόδων για την πόλη αποτελούσε η καλλιέργεια του καπνού. Ο καπνός της Γενιτζέ ήταν ιδιαίτερα αρωματικός και θεωρούνταν ανώτερης ποιότητας, έτσι ώστε να παρομοιάζεται με μετάξι και να προωθείται από τους εμπόρους της Κωνσταντινούπολης ακόμη και στην αυλή του σουλτάνου. Όπως αναφέρει ο Εβλιγιά Τσελεμπί, ήταν φημισμένος σε ολόκληρη την «Οθωμανική Αυτοκρατορία, την Αραβία και την Περσία». Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με οθωμανικές πηγές, το 1697 καλλιεργούνταν 320 στρέμματα καπνοχώραφων, ενώ 1.144 οικογένειες απασχολούνταν με την καλλιέργεια και το εμπόριο του προϊόντος.
Εκτός από οικονομική ακμή, η Γενιτζέ γνώρισε μεγάλη πολιτιστική άνθηση. Από τον 15ο αιώνα παρατηρείται η παρουσία στην πόλη σπουδαίων λογίων που συνέβαλλαν στην ανάδειξή της σε εξέχον πολιτιστικό κέντρο της εποχής. Από τον Kınalı-Zade, Οθωμανό ιστορικό του 16ου αιώνα, η πόλη χαρακτηρίζεται ως «τόπος συναντήσεως ποιητών και πηγή των πεπαιδευμένων». Από τους εγκατεστημένους στην πόλη λόγιους ξεχωρίζει ο «αγιότατος των αγίων» Σεΐχης Ιλαχί, με καταγωγή από την περιοχή της Κιουτάχειας, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην πόλη και ίδρυσε τεκέ (μονή δερβίσηδων) μετά από πρόσκληση του εγγονού του Γαζή Εβρενός, Αχμέτ Μπέη. Το τέμενος στο οποίο ενταφιάστηκε ο Σεΐχης Ιλαχί ανεγέρθηκε με δαπάνη του Αχμέτ Μπέη και αναδείχτηκε σε σημαντικό τόπο προσκυνήματος.
Κατά τους νεότερους χρόνους, η πόλη δεν γνώρισε την εκβιομηχάνιση που σημειώθηκε στα γειτονικά αστικά κέντρα, την Έδεσσα, τη Βέροια και τη Νάουσα. Η ευρύτερη περιοχή των Γιαννιτσών βρέθηκε στο επίκεντρο των μεγάλων εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων των αρχών του 20ού αιώνα. Η βαλτώδης λίμνη των Γιαννιτσών αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα πεδία των σφοδρών ελληνοβουλγαρικών συγκρούσεων κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908). Αργότερα, κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού πολέμου (1912-1913), στα Γιαννιτσά έλαβε χώρα η αποφασιστικής σημασίας ομώνυμη μάχη ανάμεσα στους Έλληνες και τους Τούρκους, η οποία είχε διάρκεια δύο ημέρες (19-20 Οκτωβρίου 1912) και έληξε με τη νίκη του ελληνικού στρατού. Κατά τη διάρκεια της μάχης ξέσπασε πυρκαγιά που είχε ως συνέπεια να καταστραφεί ένα σημαντικό τμήμα της πόλης, ιδιαίτερα οι συνοικίες κοντά στη σημερινή οδό Θεσσαλονίκης-Έδεσσας. Η περιοχή των Γιαννιτσών ενσωματώθηκε στο Ελληνικό κράτος με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1913). Η πληθυσμιακή σύνθεση της πόλης μεταβλήθηκε σε μεγάλο βαθμό με την αποχώρηση από την πόλη των μουσουλμάνων κατοίκων της και την εγκατάσταση ενός μεγάλου αριθμού χριστιανών προσφύγων, το πρώτο ρεύμα των οποίων καταγράφηκε ήδη κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, αλλά υπήρξε ακόμη μεγαλύτερο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922) και την υπογραφή της Συνθήκης της Λοζάνης (1923). Η πόλη μετονομάστηκε σε Γιαννιτσά το 1926.
Μνημεία
Μαυσωλείο Γαζή Εβρενός (συμβολή των οδών Στράντζης, Καραολή-Δημητρίου και Ταβουλάρη)
Σε κεντρικό σημείο των Γιαννιτσών βρίσκεται το μαυσωλείο του ιδρυτή της πόλης, ο οποίος, σύμφωνα με τη σωζόμενη μαρμάρινη επιτύμβια επιγραφή, βρήκε τον θάνατο το 1417. Το κτήριο, που σήμερα έχει κάτοψη σχήματος Τ, είναι το αποτέλεσμα διαδοχικών οικοδομικών επεμβάσεων στον αρχικό πυρήνα των αρχών του 15ου αιώνα. Αρχικά, το κτίσμα είχε τη μορφή ενός μονόχωρου τετράγωνου οικοδομήματος που καλυπτόταν με μολυβδοσκέπαστο τρούλο, κάτω από τον οποίο βρισκόταν ο τάφος του Γαζή Εβρενός. Στη συνέχεια, με τον ενταφιασμό σε αυτό και άλλων επιφανών μελών της οικογένειας του Γαζή Εβρενός, το μαυσωλείο επεκτάθηκε και έλαβε χαρακτηριστικά προσκυνήματος. Παράλληλα, με την προσθήκη μιχράμπ και άλλων χώρων, το μαυσωλείο λειτούργησε και ως τέμενος. Κατά τον 19ο ή στις αρχές του 20ού αιώνα, οι περιμετρικοί τοίχοι του μαυσωλείου διακοσμήθηκαν με τοιχογραφίες, από τις οποίες σώθηκε μόνο ένα μικρό μέρος, στο κατώτερο τμήμα των τοίχων, που μιμείται ορθομαρμάρωση. Στο ανώτερο τμήμα των τοίχων απεικονίζονταν τοπία, πιθανότατα των Γιαννιτσών, που ένα μέρος τους είναι γνωστό σήμερα μέσα από φωτογραφίες των αρχών του 20ού αιώνα. Το 1885-1886, το μαυσωλείο δέχτηκε εκτεταμένες επεμβάσεις, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 1908-1910, αναμορφώθηκε ριζικά, αποκτώντας τη μορφή που αντικρίζει ο σημερινός επισκέπτης. Μετά το 1912, το μαυσωλείο μετατράπηκε σε εκκοκκιστήριο βάμβακος, σήμερα, ωστόσο, έχει αποκατασταθεί και λειτουργεί ως επισκέψιμο μνημείο που φιλοξενεί κατά διαστήματα περιοδικές εκθέσεις.
Λουτρό Γαζή Εβρενός (οδός Στράντζης 14)
Το λουτρό, γνωστό σήμερα και ως «Λουτρά Καϊάφα», από το όνομα του ιδιοκτήτη του μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, διατηρείται σε κοντινή απόσταση, νοτιοανατολικά του μαυσωλείου του Γαζή Εβρενός, ανάμεσα στις οδούς Στράντζης και Καραολή και Δημητρίου. Είναι κτισμένο σύμφωνα με το πλινθοπερίκλειστο σύστημα δόμησης και αποτελεί ένα από τα πρωιμότερα οθωμανικά λουτρά του ελλαδικού χώρου, καθώς χρονολογείται στα τέλη του 14ου αιώνα. Πρόκειται για διπλό λουτρό, με ξεχωριστούς δηλαδή χώρους για τους άνδρες και τις γυναίκες. Σύμφωνα με τον Εβλιγιά Τσελεμπί, το λουτρό του Γαζή Εβρενός ήταν το πιο αξιέπαινο της πόλης «για την ατμόσφαιρά του, το κτήριο του, τους υπηρέτες του και τα χαλιά του».
Μικρό συνοικιακό τέμενος (mescit) (πάροδος της οδού Στράντζης)
Σε πάροδο της οδού Στράντζης βρίσκεται το διώροφο, σχεδόν τετράγωνης κάτοψης κτήριο, πλευράς περίπου 8 μ., που καλύπτεται με τρούλο εδραζόμενο σε οκταγωνικό τύμπανο. Το κτήριο είναι κτισμένο σύμφωνα με το πλινθοπερίκλειστο σύστημα δόμησης, που οδηγεί σε μία χρονολόγηση στο β΄ μισό του 15ου αιώνα. Η πρόσβαση από το ισόγειο στο επάνω πάτωμα γινόταν εξωτερικά, με ξύλινη σκάλα, η οποία σήμερα δεν σώζεται. Εσωτερικά στον όροφο ανοίγεται ημικυκλικής κάτοψης κόγχη (μιχράμπ). Κατά τη διάρκεια των εργασιών αποκατάστασης του μνημείου (2010-2011) διαπιστώθηκε ότι στο ισόγειο της βόρειας και της νότιας όψης διαμορφώνονται δύο μεγάλα τοξωτά ανοίγματα, που σχηματίζουν μία ανοικτή στοά, από την οποία διέρχεται ένας λιθόστρωτος δρόμος. Το κτήριο είχε παλαιότερα ταυτιστεί με μαυσωλείο (türbe) του Αχμέτ Μπέη Εβρενόσογλου, εγγονού του Γαζή Εβρενός, με βάση ωστόσο τα νεότερα δεδομένα της έρευνας προτείνεται η ταύτισή του είτε με μεχτέπ, σχολείο δηλαδή βασικής εκπαίδευσης, είτε με μεστζίτ (mescit), μικρό δηλαδή συνοικιακό τέμενος. Η λειτουργία του ως μικρού τεμένους, ενσωματωμένου σε ένα μεγαλύτερο συγκρότημα κτηρίων, φαίνεται και η περισσότερο πιθανή.
Τζαμί Αχμέτ Μπέη ή Σεΐχη Ιλαχή (πρώην στρατόπεδο Καψάλη, Εθνική οδός Έδεσσας – Θεσσαλονίκης)
Βρίσκεται στο δυτικό άκρο των Γιαννιτσών, σε χαμηλό λόφο, εντός του εγκαταλειμμένου σήμερα στρατοπέδου Καψάλη. Το τζαμί ανεγέρθηκε στο β΄ μισό του 15ου αιώνα από τον Αχμέτ Μπέη, εγγονό του Γαζή Εβρενός, ο οποίος και ενταφιάστηκε πιθανότατα εντός του τεμένους. Εκτός από τον τάφο του Αχμέτ Μπέη, στο τέμενος βρισκόταν επίσης ο τάφος του σημαντικού άγιου και λόγιου Σεΐχη Ιλαχή, καθώς και άλλων σημαντικών προσωπικοτήτων της πόλης, με αποτέλεσμα το τέμενος να θεωρείται «μέγας τόπος προσκυνήματος». Ο κυρίως χώρος προσευχής του τεμένους έχει σχεδόν τετράγωνη κάτοψη, εξωτερικής πλευράς 9,30 μ., και καλύπτεται από τρούλο διαμέτρου 7 μ. περίπου, που εδράζεται σε οκταγωνικό τύμπανο. Με βάση την περιγραφή του Εβλιγιά Τσελεμπί, ο τρούλος καλυπτόταν αρχικά με φύλλα μολύβδου. Σε επαφή με τη βορειοδυτική πλευρά του τεμένους διατηρείται σε αποσπασματική κατάσταση προστώο ορθογωνικής κάτοψης, το οποίο στεγαζόταν με δύο θόλους. Από τον μιναρέ του τεμένους, σωζόμενου ύψους περίπου 15 μ., διατηρείται η βάση, ο κορμός και τμήμα του εξώστη.
Λουτρό Σεΐχη Ιλαχή (πρώην στρατόπεδο Καψάλη, Εθνική οδός Έδεσσας – Θεσσαλονίκης)
Σε απόσταση 350 μ. περίπου νοτιοανατολικά του Τζαμιού του Αχμέτ Μπέη, εντός επίσης του εγκαταλειμμένου σήμερα στρατοπέδου Καψάλη, βρίσκεται το λουτρό που πήρε το όνομα του Σεΐχη Ιλαχή λόγω της γειτνίασής του με το τέμενος, όπου βρισκόταν ο τάφος του. Όπως και το εν λόγω τέμενος, το λουτρό θεωρείται ότι ανεγέρθηκε από τον Αχμέτ Μπέη, στα τέλη του 15ου αιώνα ή στο διάστημα 1481-1512. Πρόκειται για μονό λουτρό, από το οποίο, λόγω της προχωρημένης φθοράς, διατηρούνται σήμερα πλήρεις μόνο ο χλιαρός και ο θερμός χώρος. Το λουτρό περιγράφει ο Εβλιγιά Τσελεμπί, ο οποίος εξαίρει τις ιαματικές του ιδιότητες.
Τζαμί Ισκεντέρ Μπέη (συμβολή των οδών Ελευθερίου Βενιζέλου 11 και Αριστείδου)
Βρίσκεται στο νότιο όριο του πολεοδομικού ιστού των Γιαννιτσών, όπου τοποθετείται η παλιά οθωμανική αγορά της πόλης. Πρόκειται για ένα μεγάλων διαστάσεων τέμενος, εμβαδού 710 τ.μ., που αποτελεί το κορυφαίο οθωμανικό μνημείο της πόλης των Γιαννιτσών. Λόγω του μεγέθους και της αρχιτεκτονικής του μορφής κατατάσσεται μεταξύ των σημαντικότερων τρουλαίων τεμενών των Βαλκανίων. Από τον Εβλιγιά Τσελεμπί περιγράφεται ως «το πιο στολισμένο, εξαίσιο και με μεγαλύτερο αριθμό πιστών». Έχει κάτοψη σχήματος Τ και αποτελείται από μία κύρια τετράγωνη ευρύχωρη αίθουσα προσευχής, καλυπτόμενη με μεγάλο τρούλο. Στη βόρεια της πλευρά εφάπτεται ένας ευρύς τριμερής εγκάρσιος χώρος, που στεγάζεται στο κέντρο με τρούλο και στα πλάγια με τεταρτοσφαίρια. Στη δυτική πλευρά του τεμένους υψωνόταν άλλοτε ο μιναρές, από τον οποίο σώζεται μόνο η βάση. Το τέμενος διατηρείται σήμερα σε κακή κατάσταση, οι τρούλοι του έχουν καταπέσει, ενώ η αρχική του μορφή έχει αλλοιωθεί σημαντικά λόγω της μεγάλης κλίμακας προσθηκών που δέχτηκε το κτήριο κατά τη μετατροπή του σε εκκοκκιστήριο βάμβακος (Εκκοκκιστήριο Δίνα) κατά τη δεκαετία του 1950. Το τέμενος θεωρείται ότι ανεγέρθηκε από τον ίδιο τον Γαζή Εβρενός στα τέλη του 14ου αιώνα. Στον Ισκεντέρ Μπέη, δισέγγονο του Γαζή Εβρενός, στον οποίο και οφείλεται η ονομασία του μνημείου, αποδίδεται η εκτεταμένη ανακαίνισή του, περίπου το 1510.
Πύργος Ρολογιού (οδός Στράντζης 5-7)
Διατηρείται βόρεια του μαυσωλείου του Γαζή Εβρενός και θεωρείται ο παλαιότερος σωζόμενος πύργος ρολογιού στον ελλαδικό χώρο, καθώς, σύμφωνα με τη σωζόμενη κτητορική επιγραφή, ανεγέρθηκε το 1753-1754 από τον μακρινό απόγονο του Γαζή Εβρενός, Εμίρ Σερίφ Αχμέτ Εβρενόσογλου. Πολυώροφοι πύργοι, που κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα διέθεταν και μηχανισμούς ρολογιών που έδειχναν τις ώρες, είχαν ανεγερθεί στις περισσότερες πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο αποκατεστημένος σήμερα πύργος των Γιαννιτσών έχει τετράγωνη κάτοψη, με θύρα στη νότια πλευρά. Η βάση του είναι λίθινη, εξωτερικών διαστάσεων 6,00 x 6,00 μ. και ύψους σχεδόν 5 μ. Πάνω της εδράζεται ο εξολοκλήρου πλινθόκτιστος κορμός του πύργου, ύψους 15 μ., που είναι επιχρισμένος εξωτερικά με κονίαμα. Εσωτερικά, ξύλινη σκάλα συνδέει τους πέντε ορόφους και οδηγεί στην στέγη του μνημείου, όπου υψώνεται ξύλινος πυργίσκος. Στον πυργίσκο ήταν αναρτημένη άλλοτε καμπάνα που χτυπούσε τις ώρες της ημέρας, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις λειτουργούσε και για την υπενθύμιση των ημερήσιων προσευχών των μουσουλμάνων.
Κοιμητηριακός ναός Αγίας Παρασκευής (πρώην τζαμί) (οδός Αγίας Παρασκευής 14)
Στο νοτιοανατολικό τμήμα της πόλης διατηρείται σήμερα το οκταγωνικό τζαμί, που μετατράπηκε το 1948 σε ναό της Αγίας Παρασκευής από τον αρχιμανδρίτη και μακεδονομάχο Νίκανδρο Παπαϊωάννου. Η ανέγερσή του τοποθετείται στον 15ο αιώνα, ενώ υπάρχει η άποψη ότι λειτούργησε ως μαυσωλείο, πιθανόν κάποιου απόγονου του Γαζή Εβρενός. Οι κάτοικοι της περιοχής αναφέρουν ότι το τέμενος ανήκε σε τεκέ (μονή δερβίσηδων) και ότι στη θέση του σημερινού κωδωνοστασίου υπήρχε άλλοτε μιναρές.
Μιναρές (οδός Λεωνίδα)
Διατηρείται στην ανατολική πλευρά της πόλης, στον ακάλυπτο χώρο μιας οικοδομής και είναι σήμερα συμφυής με κατάστημα που στεγάζει συνεργείο αυτοκινήτων. Στηρίζεται σε τετραγωνική βάση, ύψους 3 μ., και το κυλινδρικό του σώμα, διαμέτρου 1,80 μ., διατηρείται σε ύψος 11,60 μ. Η μετάβαση από τη βάση στο κυλινδρικό σώμα του μιναρέ γίνεται με την παρεμβολή ζώνης περσικών τριγώνων, διακοσμητικό στοιχείο που απαντά και σε άλλα μνημεία των Γιαννιτσών (μιναρέδες τζαμιών Αχμέτ Μπέη και Ισκεντέρ Μπέη). Ο μιναρές, και κατά συνέπεια το τέμενος στο οποίο ανήκε, έχει χρονολογηθεί στο β΄ μισό του 15ου αιώνα.
Οθωμανικό Ιπποφορβείο
Το λεγόμενο «Ιπποφορβείο», ένα επίμηκες, ορθογώνιο, λιθόκτιστο κτήριο σταβλισμού αλόγων, διατηρείται σε ημιερειπιώδη κατάσταση στην ανατολική είσοδο της πόλης, νότια της Εγνατίας οδού (πρώην οδός Μοναστηρίου). Το κτήριο θεωρείται ότι αποτελούσε τον κεντρικό ταχυδρομικό σταθμό αλλαγής αλόγων της πόλης (menzilhane), που εξυπηρετούσε το κρατικό ταχυδρομείο (ulak). Οι ταχυδρόμοι του κρατικού ταχυδρομείου μετέφεραν με ασφάλεια από την Κωνσταντινούπολη προς τις επαρχίες τις αυτοκρατορικές διαταγές και άλλα επίσημα στρατιωτικά ή οικονομικά έγγραφα. Στους ταχυδρομικούς σταθμούς, οι ταχυδρόμοι άφηναν τα άλογα τους μετά από ένα ταξίδι έξι ωρών, περίπου κάθε 50-60 χλμ., και ξεκουράζονταν πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους. Επικεφαλής κάθε ταχυδρομικού σταθμού ήταν ο menzilçi, ο οποίος οριζόταν από την Πύλη και λάμβανε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό με την υποχρέωση να συντηρεί ένα συγκεκριμένο αριθμό αλόγων στη διάθεση των ταχυδρόμων. Το ιπποφορβείο των Γιαννιτσών, το μοναδικό σωζόμενο στον ελλαδικό χώρο, χρονολογείται στο β΄ μισό του 18ου αιώνα. Το εμβαδόν του είναι περίπου 200 τ.μ. και υπολογίζεται ότι είχε τη δυνατότητα να φιλοξενήσει 16 ταχυδρομικά άλογα.
Απέναντι από το Ιπποφορβείο, η ανασκαφική έρευνα έχει φέρει στο φως τα κατάλοιπα ενός επιμήκους κτηρίου με πεσσοστοιχίες, το οποίο θα μπορούσε να αποτελεί τον χώρο σταβλισμού ζώων ενός από τα μεγάλα χάνια που διέθετε η πόλη ή ακόμη του περίφημου καραβάν-σαραγιού των Γιαννιτσών. Το αποκαλυφθέν εμβαδόν του κτηρίου είναι 248 τ.μ. και με βάση την κεραμική χρονολογείται στα τέλη του 15ου-16ο αιώνα. Στον ίδιο χώρο βρέθηκαν ασβεστόλακκοι κατεργασίας δερμάτων και υπολείμματα δερμάτων που συνδέονται με εργαστήρια βυρσοδεψείων, που είναι γνωστό ότι υπήρχαν στον χώρο της παλαιάς αγοράς της πόλης.
Καταστήματα - αποθήκες Παλαιάς Αγοράς
Δυτικότερα του Ιπποφορβείου, βόρεια της Εγνατίας οδού (πρώην οδός Μοναστηρίου), διατηρούνται, σε μικρή απόσταση μεταξύ τους, δύο κτήρια με τοξωτές προσόψεις που λειτούργησαν ως καταστήματα και αποθήκες και χρονολογούνται στα τέλη του 18ου με αρχές του 19ου αιώνα. Το πρώτο έχει αποκατασταθεί και βρίσκεται επί της Εγνατίας οδού, ενώ το δεύτερο επί της οδού Ισαύρων.
Οικία Εμίν Μπέη (πεζόδρομος Ελευθερίου Βενιζέλου)
Βρίσκεται στο κέντρο περίπου του πεζόδρομου της Ελευθερίου Βενιζέλου, που αποτελεί το επίκεντρο της κοινωνικής και εμπορικής ζωής της πόλης. Πρόκειται για ένα νεοκλασικό κτήριο των αρχών του 20ού αιώνα, που μέχρι τη μάχη των Γιαννιτσών (1912) στέγαζε στο ισόγειο το Οθωμανικό διοικητήριο της πόλης και στον όροφο την κατοικία του Εμίν Μπέη, απογόνου του Γαζή Εβρενός και τελευταίου οθωμανού διοικητή της πόλης. Σήμερα στεγάζει το Πολυκέντρο της πόλης.
Ναός Κοίμησης της Θεοτόκου (οδός Μητροπόλεως)
Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της πόλης, στη συνοικία που κατά τους οθωμανικούς χρόνους ονομαζόταν Βαρός. Χρησίμευσε ως μητροπολιτικός ναός κατά το διάστημα που ο μητροπολίτης Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας παρέμενε στα Γιαννιτσά. Πρόκειται για την πρώτη χριστιανική εκκλησία της πόλης, η οποία ανεγέρθηκε στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής το 1860 με ειδικό φιρμάνι (διάταγμα) του 1858, που εξέδωσε ο σουλτάνος Αμπντούλ Μετζίτ Α΄ (1839-1861) μετά από αίτημα των χριστιανών κατοίκων της πόλης. Είναι αξιοσημείωτο ότι μέχρι τότε, παρά τον μεγάλο αριθμό χριστιανών της πόλης, δεν υπήρχε χριστιανικός ναός.
Μουσείο
Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο (οδός Πλαστήρα 35)
Ιδρύθηκε το 1997 με πρωτοβουλία της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Γιαννιτσών «Ο Φίλιππος» και μέσα από μία πλούσια συλλογή παρουσιάζει την ιστορία της πόλης και πτυχές της παραδοσιακής ζωής των κατοίκων της.




