Γενισέα
Γενισέα, το διοικητικό, στρατιωτικό και εμπορικό κέντρο των Οθωμανών στην περιοχή της Ξάνθης
Η κωμόπολη της Γενισέας βρίσκεται 12 χλμ. νοτιοανατολικά της πόλης της Ξάνθης, στο μέσο της ομώνυμης πεδιάδας, βορειοδυτικά της μεγάλης λιμνοθάλασσας της Βιστωνίδας. Αποτελεί σήμερα έδρα του Δήμου των Αβδήρων και, όπως οι περισσότεροι οικισμοί της περιοχής, κατοικείται από μικτό πληθυσμό χριστιανών και μουσουλμάνων.
Ιδρύθηκε από τους Οθωμανούς, είτε μετά την κατάληψη της ευρύτερης περιοχής της Ξάνθης (1373/4) είτε, το πιθανότερο, μετά την κατάληψη των Σερρών (1383), με σκοπό να αποτελέσει το νέο διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο των οθωμανικών αρχών, ρόλο που διατήρησε για πολλούς αιώνες μέχρι την καταστροφή της από πυρκαγιά στα 1870. Η επιλογή να ιδρυθεί μία νέα πόλη στην πεδιάδα της Ξάνθης αποτελεί εξαίρεση στη συνήθη πρακτική των Οθωμανών να εγκαθίστανται στις υπάρχουσες πόλεις που κατακτούσαν, τις οποίες μετέτρεπαν σε μουσουλμανικές. Η ίδρυση της Γενισέας ερμηνεύεται με βάση πολιτικο-οικονομικά κριτήρια και υποδεικνύει τη σημασία που θα είχε η πόλη στην οικονομική ζωή της περιοχής.
Την εποπτεία της ίδρυσης της νέας πόλης πιθανόν είχε είτε ο κατακτητής της Θράκης, ο Οθωμανός μπέης Γαζή Εβρενός, είτε ο ίδιος ο σουλτάνος. Η Γενισέα υπήρξε αρχικά αμιγώς μουσουλμανική πόλη, που εποικίστηκε από νομαδικούς πληθυσμούς (Γιουρούκους) από τη Μικρά Ασία. Η πόλη ορίστηκε ως έδρα του ομώνυμου καζά, διοικητικής περιφέρειας που εκτεινόταν σε γενικές γραμμές στις σημερινές Π.Ε. Ξάνθης και Καβάλας και σε ένα τμήμα της νότιας Βουλγαρίας. Εδώ συγκεντρώθηκε η τοπική εξουσία, το ιεροδικείο, οι στρατιωτικές αρχές και οι ισχυροί γαιοκτήμονες της πεδιάδας, ενώ η πόλη εφοδιάστηκε με τα απαραίτητα κοινωφελή ιδρύματα, που χαρακτηρίζουν τις ισλαμικές πόλεις. Στον καζά της Γενισέας, δεύτερη σημαντικότερη πόλη παρέμεινε η Ξάνθη, η οποία κατοικούνταν αποκλειστικά από χριστιανούς, αποτελώντας με τη Γενισέα ένα «δίπολο», το οποίο παρέμεινε ενεργό μέχρι και το β΄ μισό του 19ου αιώνα. Παρόλη, μάλιστα, την ανάδειξη της Γενισέας σε διοικητικό και οικονομικό κέντρο από τους Οθωμανούς, η Ξάνθη παρέμεινε η πολυπληθέστερη πόλη της περιοχής.
Η νεοϊδρυθείσα πόλη ονομάστηκε Γενιτζέ-Καρασού (Yenice-i Karasu), δηλαδή Νέα Πόλη του Νέστου, έτσι ώστε να διακρίνεται από την πόλη Γενιτζέ-Βαρντάρ (Yenice-i Vardar), δηλαδή τη Νέα Πόλη του Αξιού, τα σημερινά Γιαννιτσά. Στις γραπτές πηγές, η Γενισέα απαντά και ως Yenipazar, δηλαδή Νέα Αγορά, ονομασία που υποδηλώνει ότι σκοπό της ίδρυσης της νέας πόλης αποτέλεσε η ανάγκη να δημιουργηθεί ένα νέο εμπορικό κέντρο, μία αγορά σε κομβική θέση, σε μικρή απόσταση από την Εγνατία οδό και στο κέντρο των οδικών αρτηριών που συνέδεαν την Ξάνθη με τις πόλεις κατά μήκος των θρακικών ακτών. Η Γενισέα, καθώς βρισκόταν σε απόσταση μίας μέρας από την προηγούμενη πόλη (Κομοτηνή) αλλά και την επόμενη (Καβάλα), αποτέλεσε οργανωμένο σταθμό των καραβανιών που διέσχιζαν τη Θράκη μέσω του λεγόμενου Sol Kol («αριστερού βραχίονα»), της κύριας οδικής αρτηρίας που διαδέχτηκε κατά την οθωμανική περίοδο την Εγνατία των ρωμαϊκών και βυζαντινών χρόνων. Η Γενισέα διέθετε όλα τα απαραίτητα κτήρια για την εξυπηρέτηση των εμπόρων και των ταξιδιωτών: μικρά και μεγάλα χάνια, ένα καραβάν-σαράι και ένα λουτρό. Εδώ, παράλληλα, συγκεντρώνονταν τα αγροτικά προϊόντα της εύφορης πεδιάδας, κυρίως ρύζι -το οποίο κατείχε ξεχωριστή θέση στις διατροφικές συνήθειες των Οθωμανών-, δημητριακά και, αργότερα, υψηλής ποιότητας καπνό.
Ιστορική διαδρομή
Στις αρχές του 16ου αιώνα, μαρτυρείται ότι η πόλη είχε 984 κατοίκους, ενώ γύρω στο 1530, 1.200 κατοίκους, όλους μουσουλμάνους. Την εποχή αυτή, στην περιοχή της Γενισέας καταγράφονται από τις πηγές τρία βακούφια, ένα χάσι και διάφορα τιμάρια Οθωμανών αξιωματούχων. Μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας της περιοχής, εκτός από την καλλιέργεια ρυζιού και δημητριακών, κατείχε επίσης η κτηνοτροφία και η παραγωγή αλατιού.
Κατά τον 17ο αιώνα, ο καζάς της Γενισέας χωρίστηκε σε τρεις νέους καζάδες. Έτσι, περιορισμένος πλέον σε έκταση, περιλάμβανε την περιοχή της σημερινής Π.Ε. Ξάνθης (αρχικά ο καζάς εκτεινόταν και στην σημερινή Π.Ε. της Καβάλας και σε ένα τμήμα της Νότιας Βουλγαρίας). Ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί, που επισκέφτηκε την πόλη στα τέλη της δεκαετίας του 1670, αναφέρει ότι διέθετε 400 οικίες και έναν μεγάλο αριθμό δημόσιων και θρησκευτικών κτηρίων. Ο ίδιος αναφέρεται στο σημαντικότερο τέμενος της πόλης, το μολυβδοσκέπαστο τζαμί του Αχμέτ Πασά Εκμεκτσί Ζαντέ Ντεφτερντάρ, βεζίρη του σουλτάνου Αχμέτ Α΄ (1603-1617), το οποίο ανοικοδομήθηκε το 1611/2 και δεν σώζεται σήμερα. Η πόλη διέθετε επιπλέον ένα μολυβδοσκέπαστο λουτρό, έντεκα μικρά και μεγάλα χάνια και ένα μεγάλο, επίσης μολυβδοσκέπαστο, καραβάν-σαράι, κτίσμα και αυτό του Αχμέτ Πασά.
Από τα τέλη του 17ου αιώνα, με την εισαγωγή της καλλιέργειας του καπνού, η εικόνα της Γενισέας μεταβλήθηκε ριζικά. Τον 18ο αιώνα, η πόλη έγινε γνωστή για την παραγωγή αρωματικού καπνού, ο οποίος θεωρούνταν ένας από τους καλύτερους του κόσμου. Για να καλυφθούν οι ανάγκες σε εργατικό δυναμικό, απαραίτητο για την καλλιέργεια και επεξεργασία του καπνού, η πόλη υποδέχτηκε νέους χριστιανικούς πληθυσμούς, οι οποίοι άλλαξαν σημαντικά όχι μόνο τη δημογραφική εικόνα της πόλης, αλλά και την πολεοδομική και αρχιτεκτονική της φυσιογνωμία. Από τα τέλη του 18ου αιώνα, μεγάλο τμήμα του εμπορίου καπνού πέρασε στα χέρια Ελλήνων εμπόρων. Στην πόλη, όπως και στη γειτονική Ξάνθη, εγκαταστάθηκε ένας μεγάλος αριθμός Ηπειρωτών και Μακεδόνων, οι οποίοι εργάστηκαν για την ανοικοδόμηση των κατοικιών των πλούσιων εμπόρων, αλλά και των χαρακτηριστικών καπναποθηκών της πόλης.
Το 1829, δύο καταστρεπτικοί σεισμοί, με επίκεντρο την περιοχή της Δράμας, είχαν ανυπολόγιστες συνέπειες για τη Γενισέα και τη γειτονική πόλη της Ξάνθης. Το 1870, μία μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε τη Γενισέα και ένα μικρό μόνο μέρος της πόλης διασώθηκε από τις φλόγες. Δύο χρόνια αργότερα (1872), η εικόνα της κατεστραμμένης πόλης έδωσε την αφορμή να οριστεί ως έδρα του καζά η Ξάνθη. Οι Οθωμανοί αξιωματούχοι και οι διοικητικές αρχές μεταφέρθηκαν στην Ξάνθη, η οποία σταδιακά αναδείχθηκε στο νέο κύριο διοικητικό και οικονομικό κέντρο της περιοχής. Το 1891, η διέλευση του σιδηροδρόμου από την Ξάνθη έθεσε τη Γενισέα οριστικά στο περιθώριο. Παράλληλα, μαζί με την Ξάνθη, αναπτύχθηκε και η Καβάλα ως κέντρο επεξεργασίας και εμπορίου καπνού, η οποία διέθετε επιπλέον ένα αξιόλογο εμπορικό λιμάνι.
Τον Οκτώβριο του 1919, η Γενισέα ενσωματώθηκε, μαζί με την Ξάνθη, στο Ελληνικό κράτος. Το 1922, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, εγκαταστάθηκαν στην πόλη πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη και τον Πόντο, οι οποίοι μετέβαλλαν σημαντικά τη δημογραφική εικόνα της πόλης. Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, τα παλιά τσιφλίκια της περιοχής διανεμήθηκαν σε ακτήμονες πρόσφυγες, με ευεργετικά αποτελέσματα για την αγροτική παραγωγή. Οι δύο βουλγαρικές κατοχές (1912-1919, 1941-1944), που επιφύλαξαν σκληρή μεταχείριση στον ελληνικό πληθυσμό της πόλης, δεν άλλαξαν την πολεοδομική φυσιογνωμία της, αν και σε μία προσπάθεια εκσυγχρονισμού, οι Βούλγαροι προχώρησαν στην κατεδάφιση ορισμένων κτηρίων της πόλης, όπως του οθωμανικού λουτρού.
ΜΝΗΜΕΙΑ-ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ
Οι σεισμοί του 1829 και η μεγάλη πυρκαγιά του 1870 είχαν καταστροφικές συνέπειες για την πόλη. Σήμερα, ωστόσο, διατηρείται ένας ικανός αριθμός θρησκευτικών και κοσμικών κτηρίων, που συμβάλλουν σημαντικά στην κατανόηση της ιστορίας και της πολεοδομικής οργάνωσης της πόλης.
Τζαμί Μουσταφά Πασά
Το μοναδικό, σήμερα, σε λειτουργία τέμενος της πόλης, σύμφωνα με τη μαρμάρινη επιγραφή πάνω από την κύρια είσοδο, ανεγέρθηκε το 1674-1675 από τον Μουσταφά Πασά, ανώτερο αξιωματούχο και γαμπρό του σουλτάνου Μεχμέτ Δ΄ (1648-1687). Ωστόσο, το τέμενος φαίνεται ότι προϋπήρχε του 1674-1675 και ότι ο Μουσταφά Πασάς προέβη μόνο σε επισκευαστικές εργασίες. Πρόκειται για ένα τετράγωνο κτήριο διαστάσεων 12,50 x 12,50 μ., που στεγάζεται σήμερα με κεραμοσκεπή, η οποία έχει αντικαταστήσει τον αρχικό τρούλο που κάλυπτε το μνημείο. Το τέμενος διέθετε άλλοτε προστώο με πέντε τρούλους και έξι κίονες, το οποίο σήμερα έχει αντικατασταθεί με ξύλινη στοά. Στις άκρες της νοτιοδυτικής και βορειοδυτικής του πλευράς διατηρούνται οι βάσεις δύο μιναρέδων, καθιστώντας το μνημείο το μοναδικό τέμενος στον ελλαδικό χώρο που διέθετε παραπάνω από έναν μιναρέ, όπως τα μεγάλα τεμένη της Μικράς Ασίας. Από λευκό και γκρι μάρμαρο είναι κατασκευασμένος ο εντυπωσιακός πυλώνας εισόδου του τεμένους, που φέρει ανάγλυφο φυτικό διάκοσμο, καθώς επίσης και το μιχράμπ, το οποίο διαμορφώνεται στο μέσο του τοίχου που είναι στραμμένος προς τη Μέκκα (κίμπλε). Στο τέμενος φυλάσσεται η κτητορική επιγραφή από το καραβάν σαράι που υπήρχε άλλοτε στη Γενισέα. Στον περιβάλλοντα χώρο του τεμένους σώζονται σημαντικές επιτύμβιες στήλες του 19ου αιώνα.
Κασαμπά ή Τσαρσί Τζαμί
Το τέμενος, που σήμερα δεν είναι σε λειτουργία, βρίσκεται στα νότια του Τζαμιού Μουσταφά Πασά, από το οποίο είναι μεγαλύτερο σε διαστάσεις. Σύμφωνα με επιγραφή, οικοδομήθηκε το 1873 σε θέση προγενέστερου τεμένους, μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 1870. Ενσωματώνει βασικά χαρακτηριστικά της τοπικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και ξεχωρίζει για τον εντυπωσιακό ψηλό μιναρέ του, κατασκευασμένο από λαξευτούς λίθους.
Μπεκτασικοί τεκέδες και υπαίθριοι τάφοι
Μέσα σε ιδιόκτητους χώρους βρίσκονται σήμερα δύο από τους τεκέδες του δερβισικού τάγματος των Μπεκτασήδων που διέθετε άλλοτε η πόλη, οι τεκέδες Κιρκλάρ και Αλή Μπαμπά. Στη Γενισέα διατηρούνται, επίσης, υπαίθριοι μπεκτασικοί τάφοι, τους οποίους επισκέπτονται οι πιστοί επικαλούμενοι τη θαυματουργή χάρη των ενταφιασμένων σε αυτούς αγίων προσώπων.
Ναός Υπαπαντής του Χριστού
Ανήκει στον καθιερωμένο στα χρόνια της όψιμης οθωμανικής περιόδου τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής. Σύμφωνα με τη σωζόμενη κτητορική επιγραφή, ανεγέρθηκε στις 15 Μαρτίου 1835. Ως χορηγός του ναού θεωρείται ο πλούσιος γαιοκτήμονας και καπνέμπορας της Ξάνθης, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, Κυριάκος Ναλμπάντογλου. Ο ναός παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τον ναό του Αγίου Γεωργίου στην Ξάνθη, που ανεγέρθηκε την ίδια χρονιά, προφανώς από το ίδιο οικοδομικό συνεργείο. Στον ναό της Υπαπαντής διατηρούνται αξιόλογες φορητές εικόνες, οι περισσότερες από τις οποίες χρονολογούνται λίγο πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα.
Ανοικτό παραμένει το ερώτημα σχετικά με το αν ο ναός της Υπαπαντής αποτελεί τον πρώτο χριστιανικό ναό που οικοδομήθηκε στην πόλη της Γενισέας. Δεν αποκλείεται, στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν οι χριστιανοί κάτοικοι της πόλης απέκτησαν οικονομική και κοινωνική δύναμη, να πέτυχαν την έκδοση φιρμανιού για την ανέγερση ναού, ο οποίος καταστράφηκε με τον σεισμό του 1829. Την προσπάθεια των χριστιανών κατοίκων της πόλης για την ανέγερση ναού αντανακλά η τοπική προφορική παράδοση, σύμφωνα με την οποία, ο Χατζή Εμίν Αγάς, ισχυρός κτηματίας της περιοχής, την επέτρεψε μετά από προτροπή της μητέρας του, η οποία έβλεπε επίμονα στον ύπνο της όνειρα με την Παναγία, που της ζητούσε την ίδρυση χριστιανικού ναού. Ο ίδιος υπήρξε μεγάλος ευεργέτης της Ξάνθης, στην οποία ανέγειρε τον Πύργο του Ρολογιού.
Χάνι
Το μοναδικό από τα χάνια, που διέθετε άλλοτε η Γενισέα, διατηρείται σήμερα απέναντι από το Τζαμί Μουσταφά Πασά. Πρόκειται για ένα επίμηκες κτήριο, πιθανότατα του τέλους του 19ου αιώνα, το οποίο έχει σήμερα επιμεριστεί σε κατοικίες.
Παραδοσιακές κατοικίες
Ανάμεσα στις κατοικίες του οικισμού στέκουν σήμερα λιγοστά σπίτια που ανάγονται στον 19ο αιώνα, ή μεμονωμένες λαϊκές προσφυγικές κατοικίες με επιδράσεις από την αρχιτεκτονική της Μικράς Ασίας. Οι κατοικίες του 19ου αιώνα είναι διώροφες, με ισόδομη τοιχοποιία από λαξευτές πέτρες της Μάνδρας.
Καπναποθήκες
Σήμερα διατηρούνται στη Γενισέα περίπου είκοσι καπναποθήκες, οι περισσότερες εκ των οποίων χρονολογούνται στο διάστημα των δεκαετιών 1830-1860, την εποχή της μεγάλης ζήτησης του περιβόητου τότε αρωματικού καπνού της περιοχής, πριν ακόμη κτιστούν οι καπναποθήκες της Ξάνθης. Όλες βρίσκονται στον κεντρικό πυρήνα του οικισμού, στα νότια των δύο τζαμιών. Διαφέρουν από τις εντυπωσιακού μεγέθους καπναποθήκες των μεγάλων καπνικών κέντρων της Θράκης και της Μακεδονίας (Ξάνθης, Καβάλας, Δράμας κ.ά.), που ανεγέρθηκαν στην περίοδο 1860-1910 (τη «χρυσή εποχή» του καπνού), καθώς πρόκειται συνήθως για μικρών σχετικά διαστάσεων μονώροφα και μονόχωρα κτίσματα, που καλύπτονται με ξύλινη στέγη. Διακρίνονται για την επιμελημένη τους ισόδομη τοιχοποιία από τοπικές, λαξευτές, ροδίζουσες πέτρες, που λατομούνται στην περιοχή της Μάνδρας, μικρό χωριό στα δυτικά των Αβδήρων. Διαθέτουν μεγάλες πόρτες και μεγάλα παράθυρα, απαραίτητα για τον αερισμό και τον ηλιασμό του καπνού, τα πλαίσια των οποίων είναι κατασκευασμένα από μεγάλους λαξευτούς λίθους, που συναρμόζονται με ακρίβεια και τονίζουν τα ανοίγματα των κτηρίων. Τις επιμελημένες όψεις των καπνοθηκών της Γενισέας διακοσμούν συχνά περίτεχνα λιθανάγλυφα. Ξεχωρίζει το συγκρότημα των καπναποθηκών της οικογένειας Κόντη, στο κέντρο του οικισμού, που, σύμφωνα με λίθινη εντοιχισμένη επιγραφή, ενεγέρθηκε το 1872. Σήμερα, έχει αποκατασταθεί και λειτουργεί ως Πολιτιστικό Κέντρο.
Μουσεία
Μουσείο Λαογραφικών Ενδυμασιών των Βαλκανικών Χωρών (Επαρχιακή οδός Βαφέικων-Αβδήρων 177)
Σε μία από τις παλιές καπναποθήκες του οικισμού, απέναντι από εκείνες της οικογένειας Κόντη, στεγάζεται το ενδυματολογικού περιεχομένου μουσείο, με τοπικές φορεσιές από τη Θράκη και την ευρύτερη περιοχή της Βαλκανικής χερσονήσου, στον χώρο του οποίου φιλοξενούνται και ποικίλες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

