Βελβεντό

Βελβεντό, ένας παραδοσιακός οικισμός στην κοιλάδα του Αλιάκμονα

Μία από τις πιο παραδοσιακές κωμοπόλεις της Π.Ε. Κοζάνης, που απέχει από την Κοζάνη περίπου 33 χλμ., είναι το Βελβεντό (Βελβενδός, Βελβεντός ή Βελβενδό), έδρα σήμερα της ομώνυμης Δημοτικής Ενότητας. Κτισμένη σε ένα κατάφυτο περιβάλλον, στους νοτιοδυτικούς πρόποδες των Πιερίων, κοντά στην κοιλάδα του Αλιάκμονα και την τεχνητή λίμνη του Πολυφύτου, σε μικρή απόσταση από την ισχυρή καστροπολιτεία των Σερβίων, αποτελεί έναν από τους πιο δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς της περιοχής. Ο οικισμός, που γνώρισε μεγάλη οικονομική και πνευματική άνθηση κατά τους οθωμανικούς χρόνους, διασώζει σήμερα έναν αξιόλογο αριθμό μεταβυζαντινών κυρίως ναών, ιδιαίτερης καλλιτεχνικής αξίας, που έχουν κηρυχθεί διατηρητέα μνημεία.

Ιστορική διαδρομή

Η επίκαιρη γεωγραφική θέση της ευρύτερης περιοχής του Βελβεντού, σε σημεία ελέγχου των ορεινών οδών προς τη Θεσσαλία, την Άνω και Κάτω Μακεδονία, σε συνδυασμό με την πλούσια και εύφορη γη της κοιλάδας που διασχίζεται από τον Αλιάκμονα, ευνόησε την ανθρώπινη εγκατάσταση και την ανάπτυξη οικισμών ήδη από τους νεολιθικούς χρόνους. Γύρω από το Βελβεντό έχουν εντοπιστεί πλήθος προϊστορικών και αρχαίων θέσεων, όλων των ιστορικών περιόδων. Οι οικισμοί των αρχαϊκών, κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, περίοδο που η περιοχή υπαγόταν στην επικράτεια της Ελίμειας ή Ελιμιώτιδας της ορεινής Άνω Μακεδονίας, εντοπίζονται κατά κύριο λόγο πάνω σε ψηλούς και συχνά οχυρούς λόφους, αλλά και σε εκτεταμένα πλατώματα ή πλαγιές λόφων, μαρτυρώντας οργανωμένο αστικό βίο και εύρωστη οικονομία, χωρίς ωστόσο να είναι δυνατή, με τα μέχρι τώρα δεδομένα, η ταύτιση κάποιας από τις γνωστές από τις πηγές αρχαίες πόλεις της περιοχής, όπως των Φυλακών ή της Βάλλας

αρχείο ΔΒΜΑ, φωτ. Κ. Ξενικάκης/ archive of DBMA, phot. K. Xenikakis
αρχείο ΔΒΜΑ, φωτ. Κ. Ξενικάκης/ archive of DBMA, phot. K. Xenikakis
Από την παλαιοχριστιανική έπαυλη κοντά στον ναό του Αγ. Μηνά / From the Early Christian villa, near the church of St Menas (φωτ. ΕΦΑ Κοζάνης/ phot. Ephorate of Antiquities of Kozani)
Από την παλαιοχριστιανική έπαυλη κοντά στον ναό του Αγ. Μηνά στη θέση Παναγιά/ From the Early Christian villa, near the church of St Menas at Panagia (φωτ. ΕΦΑ Κοζάνης/ phot. Ephorate of Antiquities of Kozani)

Ένας μεγάλος αριθμός αρχαιολογικών θέσεων έχει έλθει επίσης στο φως κατά μήκος των οχθών της τεχνητής λίμνης του Πολυφύτου, τα νερά της οποίας, από το 1974 που κατασκευάστηκε το ομώνυμο φράγμα, έχουν κατακλύσει το σύνολο των αρχαιοτήτων της περιοχής. Επιγραφικές μαρτυρίες αποκαλύπτουν την ύπαρξη στην περιοχή αρχαίων ιερών, όπως του Ερμή Αγοραίου, του Απόλλωνα, της Αρτέμιδος και του Ηρακλή Κυναγίδα. Μεταξύ των σημαντικών αρχαιολογικών θέσεων της περιοχής συγκαταλέγονται η ψηλή τραπεζιόσχημη τούμπα, έκτασης 20 περίπου στρεμμάτων, στη θέση Βασιλάρα Ράχη, με αρχαιότητες της Νεότερης και Τελικής Νεολιθικής περιόδου, καθώς και της Πρώιμης και Ύστερης Εποχής του Χαλκού, όπως επίσης οι αρχαιότητες της ελληνιστικής κυρίως περιόδου που έχουν αποκαλυφθεί στην παραλίμνια θέση της Κάτω Μπράβας. Στην Αρχαιολογική Συλλογή Βελβεντού του Μορφωτικού Ομίλου Βελβεντού περιλαμβάνεται ένας μεγάλος αριθμός κινητών ευρημάτων, αντιπροσωπευτικών του αρχαιολογικού πλούτου της περιοχής.

Από τον ναό Κοίμησης της Θεοτόκου/ From the church of the Dormition of the Virgin (φωτ. ΕΦΑ Κοζάνης/ phot. Ephorate of Antiquities of Kozani)
Από τον ναό Κοίμησης της Θεοτόκου/ From the church of the Dormition of the Virgin (φωτ. ΕΦΑ Κοζάνης/ phot. Ephorate of Antiquities of Kozani)

Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, η κοιλάδα του Αλιάκμονα ήταν οργανωμένη με ένα εκτεταμένο δίκτυο οχυρωμένων οικισμών, στο οποίο, εκτός από τη βυζαντινή πόλη-κάστρο των Σερβίων, εντάσσεται μια σειρά από κάστρα που παρείχαν προστασία στους κατοίκους της περιοχής σε δύσκολες ιστορικές στιγμές. Ανάμεσα στα βυζαντινά αυτά κάστρα περιλαμβάνεται το Παλαίκαστρο, αρχαίος οχυρωμένος οικισμός, με χρήση και κατά τους βυζαντινούς χρόνους, τα κατάλοιπα του οποίου εντοπίζονται στις δυτικές πλαγιές των Πιερίων, σε μικρή σχετικά απόσταση, ανατολικά του Βελβεντού. Λίγα χιλιόμετρα νότια του Βελβεντού, στην περιοχή της σημερινής κοινότητας Παλαιογράτσανου, υπάρχει ένας ακόμη οχυρωμένος οικισμός με διάρκεια ζωής από τους ελληνιστικούς μέχρι τους βυζαντινούς χρόνους, γνωστός ως Παλαιόκαστρο Γρατσάνου (Παλαιογράτσανο ή Παλαιογράτσιανο).

Οι γνώσεις μας για την ιστορία του ίδιου του Βελβεντού δεν είναι πλήρεις και παρουσιάζουν σημαντικά κενά, κυρίως για την παλαιοχριστιανική και βυζαντινή περίοδο. Στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, εκτός από την έπαυλη που ανασκάφηκε στον περιβάλλοντα χώρο του ναού του Αγίου Μηνά, ανήκουν ορισμένα γλυπτά, εντοιχισμένα σε δεύτερη χρήση σε μνημεία της ευρύτερης περιοχής, καθώς επίσης και ορισμένες θέσεις οικισμών και νεκροταφείων που έχουν εντοπιστεί από την αρχαιολογική έρευνα στην ευρύτερη περιοχή της κοιλάδας του Αλιάκμονα. Ανάλογη είναι η εικόνα που έχουμε για τον οικισμό κατά τους βυζαντινούς χρόνους, περίοδο στην οποία ανήκει μόνο η αρχική φάση του ίδιου μνημείου, του ναού του Αγίου Μηνά (τέλη 12ου-αρχές 13ου αι.).

Ο οικισμός του Βελβεντού φαίνεται ότι συστάθηκε και αναπτύχθηκε οικονομικά μετά την οθωμανική κατάκτηση της περιοχής, στα τέλη του 14ου αιώνα. Η παλαιότερη γραπτή μνεία του ονόματος του οικισμού απαντά στον κώδικα αρ. 201 της Μονής Ζάβορδας (πριν το 1692), καθώς επίσης και σε ενθύμηση σε μηναίο (λειτουργικό βιβλίο) του 1551 από τη μονή Αγίας Τριάδας, η οποία χρονολογείται πριν από το 1695. Ο οικισμός του Βελβεντού παρουσιάζει, όπως προκύπτει από την έρευνα, το ίδιο μοντέλο ανάπτυξης με την Κοζάνη και τη Σιάτιστα, σύμφωνα με το οποίο, ο πληθυσμός του αυξήθηκε με τις μετοικίσεις πληθυσμών γειτονικών ή περισσότερο απομακρυσμένων περιοχών, όπως της Ηπείρου ή της Θεσσαλίας. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, το Βελβεντό υπήρξε μαλικιανές (οικονομικό σύστημα εκμίσθωσης κρατικών φόρων) της μητέρας του σουλτάνου, απολαμβάνοντας ειδικά προνόμια. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι η ίδια παράδοση για την περίπτωση της Κοζάνης, ότι δηλαδή υπήρξε μαλικιανές, αποδείχτηκε από την ιστορική έρευνα ως αναληθής.

Ναός Αγ. Μηνά/ Church of St Menas (αρχείο ΔΒΜΑ, φωτ. Κ. Ξενικάκης/ archive of DBMA, phot. K. Xenikakis)
Ναός Αγ. Μηνά/ Church of St Menas (αρχείο ΔΒΜΑ, φωτ. Κ. Ξενικάκης/ archive of DBMA, phot. K. Xenikakis)

Ιδιαίτερη άνθηση φαίνεται ότι γνώρισε ο οικισμός κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα, όπως επιβεβαιώνει η ανίδρυση ή ανακαίνιση παλαιότερων ναών (ναοί Αγίου Νικολάου, Αγίου Δημητρίου Γρατσιάνης και Προφήτη Ηλία Παλαιογρατσάνης), καθώς επίσης και η παραγγελία ενός αξιόλογου αριθμού ξυλόγλυπτων τέμπλων και φορητών εικόνων, που κατά κύριο λόγο χρονολογούνται στα τέλη του αιώνα. Περίοδο ευημερίας για το Βελβεντό αποτέλεσε επίσης ο 17ος αιώνας, όπως μαρτυρεί ένας σημαντικός αριθμός τοιχογραφιών και φορητών εικόνων που προέρχονται τόσο από τον ίδιο τον οικισμό, όσο και από μνημεία της ευρύτερης περιοχής. Το Βελβεντό διοικητικά εξακολουθούσε να υπάγεται στα Σέρβια μέχρι το 1774, οπότε αποσπάστηκε και έγινε έδρα τοπαρχίας με έπαρχο και δικαστή. Τη χρονιά αυτή, με ιδιαίτερη φροντίδα των αρχόντων του οικισμού και του επισκόπου Σερβίων και Κοζάνης Ιγνάτιου, ιδρύθηκε μετά από άδεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου «Φροντιστήριον των ελληνικών γραμμάτων» (Κοινοτική Σχολή). Στην ίδρυση του ελληνικού σχολείου καθοριστικό ρόλο φαίνεται πως είχε ο όσιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος ανέπτυξε σημαντική δράση στην περιοχή. Ο Γάλλος περιηγητής François Pouqueville, που επισκέφθηκε την περιοχή το 1806, αναφέρεται στα σχολεία που λειτουργούσαν στο Βελβεντό με δαπάνη της ελληνικής κοινότητας, καθώς επίσης και στη βιβλιοθήκη που διέθετε ο οικισμός. Η πόλη εξακολούθησε να ευημερεί και κατά τον 19ο αιώνα, με την παραγωγή και εκμετάλλευση γεωργοκτηνοτροφικών προϊόντων, ιδίως σταφυλιών, ροδάκινων, σιτηρών, λιναριού και λινελαίου, βαμβακιού, καθώς και μεταξιού. Παράλληλα, σημαντικό ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη του Βελβεντού είχε η αξιοποίηση του υδάτινου πλούτου της περιοχής με την ανέγερση και τη λειτουργία ενός μεγάλου αριθμού υδροκίνητων εγκαταστάσεων (νερόμυλων).

 

Μνημεία

Παραδοσιακές κατοικίες

Στον παραδοσιακό οικισμό του Βελβεντού διατηρούνται σήμερα λιγοστές κατοικίες του 18ου-19ου αιώνα, που ακολουθούν τις γενικές αρχές της μακεδονικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Σημαντικό μάρτυρα της οικονομικής ευμάρειας του οικισμού αποτελεί το αρχοντικό Μάρκου Κώστα, που στεγάζει σήμερα το Λαογραφικό Μουσείο του Βελβεντού. Μετά το 1900, στην αρχιτεκτονική των εύπορων κατοίκων του οικισμού εισήχθη η νεοκλασική αρχιτεκτονική, καθώς επίσης ο λεγόμενος «μικτός τύπος», ο οποίος συνδυάζει στοιχεία της νεοκλασικής και παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και αντιπροσωπεύει τη συντριπτική πλειονότητα των παραδοσιακών κτηρίων του Βελβεντού.

Στο κέντρο του Βελβεντού βρίσκεται ο επιβλητικός, μεγάλων διαστάσεων ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, που ανεγέρθηκε το 1804 στη θέση παλαιότερου μικρότερου ναού, ο οποίος, με βάση τις αναφορές σε εκκλησιαστικό κώδικα του Αρχείου Κοζάνης, είχε οικοδομηθεί πριν από το 1630. Σύμφωνα μάλιστα με τη σωζόμενη κτητορική επιγραφή, ο νέος ναός έχει τετραπλάσιες διαστάσεις από τον προκάτοχό του. Στα νοτιοδυτικά του ναού βρίσκεται το διατηρητέο παλαιό γυμνάσιο (Αρρεναγωγείο), κτίσμα του 1904, που μαζί με τον ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου συνιστούν ένα μνημειακό ιστορικό σύνολο με κοινό αύλειο χώρο. Στον ίδιο χώρο υψώνεται το πενταόροφο, εξάπλευρο, πυργοειδές κωδωνοστάσιο του ναού, που αποτελεί κατασκευή του 1873.

Ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με πολυγωνική εξωτερικά αψίδα στα ανατολικά, υπερυψωμένο διώροφο γυναικωνίτη και μεταγενέστερης κατασκευής προστώα στη δυτική και νότια πλευρά. Εσωτερικά ο ναός είναι κατάγραφος με τοιχογραφίες, που σύμφωνα με τα δεδομένα των επιγραφών έχουν εκτελεστεί μεταξύ του 1804 και 1812. Τεχνοτροπικά εντάσσονται στο διαδεδομένο αυτή την περίοδο στη Βόρεια και Κεντρική Ελλάδα ρεύμα του νεοελληνικού μπαρόκ, που είναι επηρεασμένο από την τέχνη της Δύσης, η οποία διαδόθηκε στον ελλαδικό χώρο κυρίως μέσω της ευρύτατης κυκλοφορίας των χαρακτικών. Οι τοιχογραφίες που κοσμούν τον νότιο τοίχο εξωτερικά του ναού αποτελούν μεταγενέστερο έργο του τέλους του 19ου αιώνα. Ιδιαίτερα αξιόλογο είναι το εξαιρετικής τέχνης και πλούσια κοσμημένο ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού, στα θωράκια του οποίου αναπτύσσονται σκηνές από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, καθώς επίσης και σκηνές του καθημερινού βίου. Μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων, όπως μορφές του ζωικού βασιλείου (λιοντάρια, τίγρεις, πάνθηρες, φίδια, ελάφια, αετοί κ.ά.) ή μυθολογικές μορφές (γοργόνες) συμπληρώνουν τον διάκοσμο του τέμπλου, που όπως και ο τοιχογραφικός διάκοσμος του ναού, ακολουθεί τις τάσεις του νεοελληνικού μπαρόκ, που επικρατούσε την ίδια περίοδο στην ξυλογλυπτική του ελλαδικού χώρου. Η κατασκευή του τέμπλου ολοκληρώθηκε το 1807, έτος στο οποίο ανήκουν και οι περισσότερες από τις φορητές εικόνες που το κοσμούν. Ανάλογης τέχνης με το τέμπλο είναι και ο άμβωνας, το δεσποτικό (ο θρόνος του δεσπότη), το προσκυνητάρι και το κιβώριο της Αγίας Τράπεζας του ναού. Εντυπωσιακή είναι επίσης η πλούσια κοσμημένη ξύλινη οροφή του ναού, στο κέντρο της οποίας υπάρχει ωοειδής ροζέτα, όπου έχει τοποθετηθεί ύφασμα στο οποίο είναι ζωγραφισμένος ο Χριστός Παντοκράτορας. Τέλος, στον χώρο του διακονικού, που είναι αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη τον Προδρόμο, έχει ενσωματωθεί τμήμα ξυλόγλυπτου επιχρυσωμένου τέμπλου που χρονολογείται στο β΄ μισό του 16ου αιώνα και πιθανότατα ανήκε στον προγενέστερο ναό. Στο τέμπλο του διακονικού είναι ενσωματωμένη η φορητή εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας, μία από τις παλαιότερες του Βελβεντού, καθώς χρονολογείται στα τέλη του 15ου αιώνα.

Στις δυτικές παρυφές του οικισμού του Βελβεντού, πάνω στον κεντρικό οδικό άξονα, βρίσκεται ο μονόχωρος, ξυλόστεγος ναός του Αγίου Νικολάου, κατά μήκος της δυτικής και νότιας πλευράς του οποίου διαμορφώνεται ξύλινη ημιυπαίθρια στοά με μονόριχτη ξύλινη στέγη (χαγιάτι). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος (κοσμήματα από πλίνθους) της ανατολικής του πλευράς. Η περίοδος ανέγερσης του ναού δεν είναι γνωστή. Με βάση τη σωζόμενη κτητορική επιγραφή, ο ναός ανακαινίστηκε εκ βάθρων και αγιογραφήθηκε το 1588 από τον ζωγράφο Νικόλαο με δαπάνη του τοπικού άρχοντα Γεώργιου Μουτάφη και άλλων κατοίκων του οικισμού. Η ίδια επιγραφή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αναφέρει ένα πλήθος πληροφοριών για την περιοχή, όπως στοιχεία για τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν τη χρονιά εκείνη και οδήγησαν στην καταστροφή της γεωργικής παραγωγής του οικισμού, ακόμα και ένα περιστατικό από την προσωπική ζωή του ζωγράφου, σύμφωνα με το οποίο, ο ίδιος είχε κληθεί να εργαστεί στον ναό της Παναγίας στην Ελασσόνα, ανάθεση που μετέπειτα ανακλήθηκε από τους ιθύνοντες, με αποτέλεσμα να χάσει τα χρήματα που είχε δώσει για να αγοράσει τα απαιτούμενα χρώματα. Εσωτερικά ο ναός είναι κατάγραφος με τοιχογραφίες που περιλαμβάνουν έναν μεγάλο αριθμό σκηνών και πολυάριθμες μορφές αγίων. Τοιχογραφίες καλύπτουν επίσης τις εξωτερικές επιφάνειες του δυτικού και νότιου τοίχου του ναού. Οι πρώτες, οι οποίες περιλαμβάνουν έναν εκτεταμένο κύκλο από τον βίο του αγίου Νικολάου, θεωρείται ότι προηγούνται χρονικά των τοιχογραφιών του εσωτερικού του ναού και, όπως έχει υποστηριχθεί, χρονολογούνται στα μέσα του 16ου αιώνα. Στις τοιχογραφίες του εξωτερικού νότιου τοίχου κυριαρχεί η μνημειακή σύνθεση της Δευτέρας Παρουσίας, που χρονολογείται σε μεταγενέστερη φάση. Στο κατώτερο ανατολικό τμήμα του νότιου τοίχου απεικονίζεται η νεκρή κόρη του κτήτορα, Άννα Μουτάφη, ανάμεσα στον άγιο Νικόλαο και την αγία Πελαγία. Ξεχωριστής σημασίας είναι το αξιόλογης τέχνης επιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού, το οποίο χρονολογείται με επιγραφή το 1591, αποτελώντας το παλαιότερο μέχρι σήμερα γνωστό χρονολογημένο τέμπλο του ελλαδικού χώρου. Σύμφωνα με την επιγραφή αποτελεί δωρεά επίσης του Γεωργίου Μουτάφη και της συζύγου του, Κύρως. Το ίδιο έτος χρονολογούνται και κάποιες από τις σωζόμενες εικόνες του τέμπλου.

Στη θέση Παναγιά, λίγο πριν τη δυτική είσοδο του Βελβεντού, βρίσκεται ο μικρός μονόχωρος ναός του Αγίου Μηνά, που καλύπτεται με δίρριχτη, κεραμοσκεπή στέγη. Όπως και στον ναό του Αγίου Νικολάου, στη δυτική και νότια πλευρά του ναού διαμορφώνεται μία ξύλινη ημιυπαίθρια στοά (χαγιάτι). Στον ναό διαπιστώνονται δύο οικοδομικές φάσεις, στην πρώτη εκ των οποίων ανήκει μόνο η αψίδα και ο ανατολικός τοίχος (τέλη 12ου-αρχές 13ου αι.), ενώ στη δεύτερη, το υπόλοιπο τμήμα του ναού (15ος αι.). Αντίστοιχη με τη διάκριση των οικοδομικών φάσεων του ναού είναι η χρονολόγηση των δύο τοιχογραφικών στρωμάτων που διατηρούνται στο εσωτερικό του, το πρώτο εκ των οποίων εντοπίζεται στον χώρο της αψίδας και χρονολογείται στα τέλη του 12ου-αρχές 13ου αιώνα, ενώ το δεύτερο, που απλώνεται στους υπόλοιπους τοίχους του ναού, ανήκει στον 15ο αιώνα. 

Ο ναός, με βάση τα πορίσματα της ανασκαφικής έρευνας που έλαβε χώρα στον αύλειο χώρο του, είναι θεμελιωμένος πάνω στα κατάλοιπα ενός παλαιοχριστιανικού λουτρού, το οποίο εκτείνεται στο γειτονικό του ναού οικόπεδο Καμκούτη, όπου ήλθε στο φως μία πολυτελής παλαιοχριστιανική έπαυλη. Όπως συνάγεται από τα ανασκαφικά δεδομένα, η έπαυλη ήταν σε χρήση από τον 4ο μέχρι τον 6ο αιώνα μ.Χ., στα τέλη του οποίου πιθανώς καταστράφηκε από πυρκαγιά. Ανάμεσα στα δωμάτια της έπαυλης, τα οποία διατάσσονται γύρω από μία μεγάλη τετράγωνη πλακόστρωτη αυλή, περιλαμβάνεται η αίθουσα υποδοχής (τρικλίνιο), η οποία κοσμείται με αξιόλογης τέχνης ψηφιδωτό δάπεδο. Η παρουσία πλούσια κοσμημένων ψηφιδωτών δαπέδων διαπιστώθηκε και σε άλλα δωμάτια της έπαυλης, τα οποία, σε συνδυασμό με τα ίχνη ορθομαρμάρωσης και των τοιχογραφημένων επιφανειών που εντοπίστηκαν στους επιμέρους χώρους της έπαυλης, τεκμηριώνουν την πολυτέλεια της κατασκευής της. Η έπαυλη διέθετε επιπλέον χώρους που σχετίζονται με την αγροτική οικονομία της περιοχής, όπως ληνό με δεξαμενές συγκέντρωσης και ωρίμανσης του μούστου και πιθεώνες, αποθήκες δηλαδή με πιθάρια τοποθετημένα στο έδαφος. Κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο, στα δυτικά του τρικλινίου της έπαυλης κατασκευάστηκε ένας μονόχωρος ναός, ενώ ο χώρος του λουτρού χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο, καθώς η ανασκαφή έφερε στο φως ανάμεσα στους τοίχους του λουτρού μια σειρά από διάσπαρτες, ακτέριστες ταφές.

 

Σε δασώδη πλαγιά των Πιερίων, 8 χλμ. περίπου από το Βελβεντό, στον δρόμο που οδηγεί προς την κοινότητα Καταφύγιο (Καταφύγι), είναι κτισμένη η μονή της Αγίας Τριάδας, η οποία έχει σήμερα ανακαινιστεί και έτσι από την αρχική της μορφή διατηρούνται μόνο κάποια στοιχεία στο καθολικό, μεταξύ των οποίων και τοιχογραφικός διάκοσμος, όπως και στη δυτική πτέρυγα των κελιών. Το καθολικό της μονής ανήκει στον τύπο του μονόχωρου ναού με νάρθηκα και γυναικωνίτη στα δυτικά και χρονολογείται στον 17ο αιώνα. Πριν από το 1695 χρονολογείται επίσης η ενθύμηση σε μηναίο του 1551 της μονής, που μνημονεύει τη μονή και αποτελεί terminus post quem για τη λειτουργία της.

Βρίσκεται στον ερειπωμένο σήμερα οικισμό της Γρατσάνης, στα νοτιοδυτικά του Βελβεντού. Ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής και στη δυτική του πλευρά διαθέτει ευρύχωρο υπόστεγο χώρο (χαγιάτι). Το υπόστεγο της νότιας πλευράς αποτελεί προσθήκη του 20ού αιώνα για την προστασία των τοιχογραφιών του εξωτερικού τοίχου της πλευράς αυτής. Αρχιτεκτονικά μέλη και γλυπτά που βρέθηκαν στον χώρο υποδεικνύουν ότι ο ναός κτίστηκε σε παλαιοχριστιανική θέση. Η κατασκευή του χρονολογείται στο τέλος του 14ου ή στις αρχές του 15ου αιώνα, εποχή στην οποία τοποθετούνται επίσης οι σε μεγάλο βαθμό φθαρμένες παραστάσεις στον νότιο εξωτερικό τοίχο του ναού. Ο εξωτερικός δυτικός τοίχος του ναού κοσμείται με τη μνημειακή σύνθεση της Δευτέρας Παρουσίας, έργο αξιόλογου καλλιτέχνη, που χρονολογείται στο β΄ μισό του 16ου αιώνα. Το σύνολο σχεδόν των τοιχογραφιών στο εσωτερικό του μνημείου έχουν ασβεστωθεί, με αποτέλεσμα να διακρίνονται σήμερα ορισμένα μόνο τμήματα στον χώρο του Ιερού Βήματος, που χρονολογούνται περίπου το 1630. Ξεχωρίζει επίσης το ξυλόγλυπτο επιχρυσωμένο τέμπλο του ναού, το οποίο απαρτίζεται από κομμάτια που ανήκουν πιθανότατα σε δύο τέμπλα διαφορετικών εποχών, το αρχαιότερο εκ των οποίων τοποθετείται στον 14ο ή 15ο αιώνα και το νεότερο στα τέλη του 16ου αιώνα. Από το τέμπλο του ναού προέρχεται επίσης η φορητή εικόνα των Ταξιαρχών που, βάσει επιγραφής, έχει φιλοτεχνηθεί το 1595, και η φορητή εικόνα της Φιλοξενίας του Αβραάμ, που αποδίδεται στον ίδιο ζωγράφο.

Ο μικρός μονόχωρος ξυλόστεγος ναός, που λειτουργούσε ως κοιμητηριακός, δίπλα στο νεκροταφείο του σημερινού μικρού οικισμού, είναι κατάγραφος με τοιχογραφίες που έχουν εκτελεστεί από έναν αξιόλογο τοπικό ζωγράφο και, σύμφωνα με τη σωζόμενη κτητορική επιγραφή, χρονολογούνται το 1549.

Η γεωμορφολογία της περιοχής του Βελβεντού, με την έντονη παρουσία του υδάτινου στοιχείου, ευνόησε την ανάπτυξη υδροκίνητων εγκαταστάσεων. Ειδικότερα, μεγάλη συγκέντρωση του υδάτινου στοιχείου της περιοχής παρατηρείται στο ρέμα Ξερόλακκα (ή Ξηρόλακκα ή Θολόλακκα) και κυρίως στο ρέμα της Λάφιστας (ή Λαύστας), τα νερά του οποίου πηγάζουν από το χωριό Καταφύγι στα Πιέρια όρη και μέσω του κατάφυτου και με πλούσια βλάστηση φαραγγιού του Σκεπασμένου, γνωστού για τους καταρράκτες του, 2,5 χλμ. περίπου βορειοανατολικά του Βελβεντού, εκβάλλονται στην τεχνητή λίμνη Πολύφυτου. Κατά μήκος των δύο ρεμάτων λειτουργούσαν 21 και 14 νερόμυλοι αντίστοιχα, ενώ ο αριθμός των νερόμυλων στην ευρύτερη περιοχή θεωρείται ότι ξεπερνούσε τους 40. Από αυτούς, ο αποκατεστημένος σήμερα νερόμυλος Νικολάου Μπαλού, που βρίσκεται εκτός των ορίων του οικισμού, διασώζει τον μηχανισμό λειτουργίας του και χρησιμοποιείται από το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Βελβεντού ως μουσείο για εκπαιδευτικές δραστηριότητες.

 

Μουσείο

Λαογραφικό Μουσείο Βελβεντού (αρχοντικό Κώστα)
αρχείο ΔΒΜΑ, φωτ. Κ. Ξενικάκης/ archive of DBMA, phot. K. Xenikakis
αρχείο ΔΒΜΑ, φωτ. Κ. Ξενικάκης/ archive of DBMA, phot. K. Xenikakis

Στεγάζεται στο ανακαινισμένο αρχοντικό Μάρκου Κώστα και φιλοξενεί εκθέματα σχετικά με τον παραδοσιακό τρόπο ζωής, τα παραδοσιακά επαγγέλματα και τις τοπικές ενδυμασίες των κατοίκων της περιοχής.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Κοζάνης