Βέροια
Βέροια, «πόλις τῆς Μακεδονίας μεγάλη καί πολυάνθρωπος»
Η Βέροια, πρωτεύουσα σήμερα της Π.Ε. Ημαθίας, είναι η πρώτη μεγάλη πόλη που συναντά κανείς μετά τη Θεσσαλονίκη ερχόμενος μέσω της σύγχρονης Εγνατίας οδού. Κτισμένη στις ανατολικές υπώρειες του Βερμίου όρους και περιτριγυρισμένη από τις πλαγιές των Πιερίων Ορέων και τον Αλιάκμονα ποταμό, είναι μια πόλη με συνεχή κατοίκηση από τους αρχαίους χρόνους, που επί δυόμισι χιλιετίες διατήρησε αδιάλειπτα τον αστικό της χαρακτήρα και σχεδόν αμετάβλητο το όνομά της.
Η πόλη γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη στα ελληνιστικά και κυρίως στα ρωμαϊκά χρόνια, αποτελώντας για περισσότερο από 400 χρόνια το θρησκευτικό και πολιτικό κέντρο της περιοχής. Την ευημερία της πόλης εξασφάλιζε η μεγάλη σε έκταση χώρα της, η επικράτειά της, και τα εύφορα εδάφη της με τις πλούσιες καλλιέργειες και τα άφθονα νερά, στα οποία αναφέρονται με θαυμασμό τόσο οι αρχαίοι συγγραφείς, όσο και οι περιηγητές του 19ου αιώνα. Πηγή ζωής για την πόλη υπήρξε ο ποταμός Τριπόταμος (Γύφτικος ή Βασιλικός), ο οποίος διατρέχει τη δυτική της πλευρά, αποτελώντας ταυτόχρονα ένα απροσπέλαστο φυσικό όριο, που ενίσχυε την άμυνα της άλλοτε ισχυρής οχύρωσης Η Βέροια παρέμεινε ακμαία και κατά τους βυζαντινούς χρόνους, ενώ κατά τη μακραίωνη οθωμανική περίοδο υπήρξε μία από τις πολυπληθέστερες μακεδονικές πόλεις και σημαντικό διοικητικό και οικονομικό κέντρο της περιοχής.
Σε αντίθεση με τα μνημεία του αρχαίου παρελθόντος της, από τα οποία είναι ορατά σήμερα μόνο ορισμένα τμήματα της αρχαίας οχύρωσης, η Βέροια έχει την τύχη να διασώζει ένα σημαντικό τμήμα από το ιστορικό της κέντρο. Εδώ συνυπάρχουν αρμονικά βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες, μνημεία της οθωμανικής περιόδου, παραδοσιακές κατοικίες και πλούσια αρχοντικά, που μαζί με τις υδροκίνητες εγκαταστάσεις και τα βιομηχανικά κτήρια στις όχθες του Τριπόταμου μαρτυρούν την ιστορική συνέχεια και τις πολλαπλές ταυτότητες της πόλης. Ειδικότερα, ο μεγάλος αριθμός των σωζόμενων εκκλησιών, που της έχει προσδώσει το προσωνύμιο «Μικρή Ιερουσαλήμ», με τον αξιόλογο τοιχογραφικό διάκοσμο στο εσωτερικό τους, σε συνδυασμό με τη μεγάλη συλλογή των φορητών εικόνων που εκτίθενται στο Βυζαντινό Μουσείο της, αντικατοπτρίζει την ισχυρή καλλιτεχνική παράδοση που είχε η πόλη ως περιφερειακό εκκλησιαστικό κέντρο της Μακεδονίας.
Η μακραίωνη ανάπτυξη της Βέροιας οφείλεται πρωτίστως στη δεσπόζουσα θέση της στο οδικό δίκτυο της Μακεδονίας, την οποία μαρτυρούν τόσο τα ρωμαϊκά οδοιπορικά που μνημονεύουν την πόλη, όσο και οι οκτώ μιλιοδείκτες, που φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό της Μουσείο και ήταν άλλοτε στημένοι κατά μήκος των οδικών αρτηριών που διέρχονταν από αυτήν. Ειδικότερα, η Βέροια συνδεόταν με την Εγνατία οδό μέσω δύο οδικών αρτηριών. Η μία, με κατεύθυνση βορειοανατολική, διέσχιζε τη μακεδονική πεδιάδα νοτίως της λίμνης Λουδίας, την αποξηραμένη σήμερα λίμνη των Γιαννιτσών, και διασταυρωνόταν με την Εγνατία οδό είτε στο ύψος της Πέλλας είτε της Αλλάντης, αρχαίας πόλης που τοποθετείται στη (Νέα) Χαλκηδόνα της Π.Ε. Θεσσαλονίκης. Η δεύτερη οδική αρτηρία είχε βορειοδυτική κατεύθυνση και οδηγούσε στο δυτικότερο τμήμα της Εγνατίας οδού, στο ύψος της Έδεσσας, ακολουθώντας τις παρυφές του Βερμίου, μέσω της Μίεζας.
Ιστορική διαδρομή
Η παλαιότερη ιστορική μνεία της Βέροιας απαντάται σε απόσπασμα του Θουκυδίδη, που, αν και αμφιλεγόμενο από την έρευνα, περιγράφει την αποτυχημένη προσπάθεια πολιορκίας της πόλης από τους Αθηναίους το 432 π.Χ., στο πλαίσιο του Πελοποννησιακού πολέμου. Η μετεξέλιξή, ωστόσο, της Βέροιας από απλό οικισμό σε οργανωμένο αστικό κέντρο φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκε επί της βασιλείας του Φιλίππου Β΄ (359-336 π.Χ.). Από την εποχή αυτή, στην οποία ανήκουν κυρίως σημαντικά ταφικά ευρήματα, εμφανίζονται νέες μνείες της πόλης σε φιλολογικές και επιγραφικές μαρτυρίες. Παράλληλα, σε μαρμάρινη αναθηματική στήλη του β΄ μισού του 4ου αιώνα π.Χ., αφιερωμένη στον Ηρακλή Κυναγίδα, αναφέρεται για πρώτη φορά η Βέροια με το νομικό καθεστώς της πόλεως.
Στα ελληνιστικά χρόνια, η Βέροια, αναδείχτηκε στη δεύτερη μετά την Πέλλα σημαντικότερη πόλη της Μακεδονίας, κυρίως λόγω της μέριμνας που επέδειξε για αυτήν η μακρόβια δυναστεία των Αντιγονιδών, ο ιδρυτής της οποίας, Αντίγονος ο Μονόφθαλμος (306-301 π.Χ.), καταγόταν από αυτήν. Οι πλούσιες φιλολογικές και επιγραφικές μαρτυρίες, σε συνδυασμό με τα αρχαιολογικά ευρήματα, ανασυνθέτουν την εικόνα ενός πλήρως αναπτυγμένου αστικού κέντρου που προστατευόταν από ισχυρά τείχη και διέθετε σημαντικά κοσμικά οικοδομήματα (αγορά, γυμνάσιο, στάδιο και θέατρο) και πολυάριθμα ιερά. Η πληθώρα και ποικιλία των κτερισμάτων που συνοδεύουν τους νεκρούς των ελληνιστικών νεκροταφείων και οι δαπανηροί λαξευτοί θαλαμωτοί τάφοι μαρτυρούν όχι μόνο την παρουσία μιας εξέχουσας κοινωνικής τάξης, αλλά και τη σημαντική δημογραφική αύξηση του πληθυσμού της Βέροιας. Στην ίδια κατεύθυνση οδηγούν και οι τέσσερις μέχρι σήμερα αποκαλυφθέντες κτιστοί μακεδονικοί τάφοι, που είναι αντιπροσωπευτικοί για τη διάδοση στην πόλη του χαρακτηριστικού στον χώρο της Μακεδονίας μεγαλοπρεπούς τύπου ταφικής αρχιτεκτονικής. Στους όψιμους ελληνιστικούς χρόνους, η πόλη είχε να επιδείξει σημαντική καλλιτεχνική παραγωγή με τη δράση τοπικών εργαστηρίων κεραμικής και κοροπλαστικής, η λειτουργία των οποίων συνεχίστηκε και στα χρόνια που ακολούθησαν τη ρωμαϊκή κατάκτηση.
Με την κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Ρωμαίους (168 π.Χ.), η Βέροια εντάχθηκε στη διοικητική περιφέρεια της Τρίτης Μερίδας της Μακεδονίας με πρωτεύουσα την Πέλλα. Κατά τους ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους (31 π.Χ.-330 μ.Χ.) και την εδραίωση της λεγόμενης «ρωμαϊκής ειρήνης» (Pax Romana), εισήλθε σε μια νέα περίοδο ακμής, την οποία σηματοδότησε η ανάδειξή της σε έδρα του Κοινού των Μακεδόνων. Έτσι, αναβαθμίστηκε σε τελετουργικό, θρησκευτικό και πολιτικό κέντρο της Μακεδονίας, κατέχοντας το δικαίωμα να ιδρύσει ναό της αυτοκρατορικής λατρείας και να προΐσταται των επίσημων θρησκευτικών τελετουργιών προς τιμήν του αυτοκράτορα, που περιελάμβαναν κάθε είδους θεάματα, όπως μονομαχικούς αγώνες και θηριομαχίες. Ανταγωνιζόμενη σε αίγλη τη Θεσσαλονίκη, την έδρα του διοικητή της ευρύτερης ρωμαϊκής επαρχίας της Μακεδονίας (Provincia Macedonia), η Βέροια γνώρισε μεγάλη πληθυσμιακή αύξηση με την εγκατάσταση Ρωμαίων επήλυδων και απέκτησε έντονα κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, ο οποίος αποτυπώνεται στη διάδοση και την ίδρυση ιερών ξένων θρησκειών. Την ακμαία πνευματική και καλλιτεχνική της ζωή εκφράζει ο μεγάλος αριθμός ρητόρων, ηθοποιών, μουσικών και πάσης φύσεως καλλιτεχνών που ήταν εγκατεστημένοι στην πόλη και η ανάπτυξη των τεχνών με τη λειτουργία τοπικών εργαστηρίων κεραμικής, κοροπλαστικής και γλυπτικής. Ιδιαίτερη υπήρξε η άνθηση της γλυπτικής, με την παραγωγή έργων που υπερέχουν σε ποιότητα ακόμη και από τα αντίστοιχα της Θεσσαλονίκης, και με τη δράση τοπικών εργαστηρίων και γλυπτών που διακρίθηκαν και σε άλλες πόλεις, πέρα από τη Βέροια. Λόγω της αύξησης των κατοίκων της, η πόλη επεκτάθηκε σημαντικά γύρω από τον ελληνιστικό της πυρήνα, με ένα καλά οργανωμένο πολεοδομικό σχέδιο, σύμφωνα με το ιπποδάμειο σύστημα. Οι μεγάλες οδικές αρτηρίες, το καλά οργανωμένο σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης, ο μεγάλος αριθμός δημόσιων κτηρίων -συχνά πολυτελών και κοσμημένων με περίτεχνα μωσαϊκά δάπεδα-, που έχουν φέρει στο φως οι ανασκαφές, είναι ενδεικτικά της οικονομικής ευμάρειας της πόλης αυτήν την περίοδο.
Σημαντικό σταθμό στην ιστορία της Βέροιας αποτέλεσαν οι μεγάλες επιδρομές των Γότθων και των Ερούλων (254 και 268 μ.Χ., αντίστοιχα), οι οποίες οδήγησαν στη ριζική παρακμή των ιερών, αλλά και όλων των θεσμών της πόλης. Η ταραχώδης αυτή περίοδος αποτυπώθηκε στην οχύρωση της πόλης, όπου διαπιστώνεται η εσπευσμένη επισκευή των τειχών με τη χρήση οικοδομικού υλικού από προγενέστερα οικοδομήματα και επιτύμβια μνημεία.
Κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους εδραιώθηκε σταδιακά στην πόλη η νέα χριστιανική θρησκεία (η οποία είχε ήδη θεμελιωθεί από τον ίδιο τον απόστολο Παύλο, που την επισκέφτηκε δύο φορές στα μέσα του 1ου αι.), οδηγώντας στη δημιουργία της πρώτης χριστιανικής Εκκλησίας της πόλης, στην οποία προσχώρησαν Εβραίοι και Έλληνες κάτοικοί της, μεταξύ των οποίων και ο τοπικός άγιος Σωσίπατρος και ο Ονήσιμος ο Φιλήμονος, πρώτος επίσκοπος της πόλης (61-106). Η επισκοπή της Βέροιας μαρτυρείται στη συνέχεια κατά το α΄ μισό του 4ου αιώνα, ενώ μεταγενέστερες πηγές και επιγραφικές μαρτυρίες παραδίδουν ονόματα του εκκλησιαστικού κλήρου της πόλης. Η Βέροια εξακολούθησε να αποτελεί κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους σημαντικό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο, όπου ήταν εγκατεστημένοι ανώτεροι διοικητικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι. Την ακμή της μαρτυρούν τα κατάλοιπα των μεγάλων κατοικιών, των επιβλητικών κοσμικών κτηρίων και των πέντε παλαιοχριστιανικών βασιλικών που έχουν φέρει στο φως οι ανασκαφές, διακοσμημένων συχνά με αξιόλογο γλυπτό διάκοσμο, πολυτελή ψηφιδωτά δάπεδα και μαρμαροθετήματα. Η ανέγερση του παλαιότερου εκκλησιαστικού κτηρίου της πόλης, του βαπτιστηρίου στον αρχαιολογικό χώρο του Αγίου Παταπίου, ανάγεται στα τέλη του 4ου αιώνα. Από τα εκτεταμένα παλαιοχριστιανικά νεκροταφεία της πόλης ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι καμαροσκεπείς κτιστοί τάφοι, που στο εσωτερικό τους φέρουν τοιχογραφικό διάκοσμο, κυρίως ανθρώπινες μορφές και σταυρούς, που πλαισιώνονται με επιγραφές.
Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, η έκταση της Βέροιας, που είχε πλέον τη χαρακτηριστική μορφή μιας πόλης-κάστρου της εποχής, περιορίστηκε στα νότια ψηλότερα σημεία της πόλης, καθώς εγκαταλείφθηκαν οι κατοικημένες άλλοτε βόρειες πεδινές εκτάσεις της, εκατέρωθεν της σημερινής οδού Βενιζέλου. Η Βέροια, ήδη από τις αρχές του 10ου αιώνα αναδείχθηκε, μαζί με τις Σέρρες, σε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της βυζαντινής Μακεδονίας, ακολουθώντας σε γενικές γραμμές τις ιστορικές τύχες της Θεσσαλονίκης. Στα τέλη του αιώνα, όπως και πολλές άλλες μακεδονικές πόλεις, καταλήφθηκε από τον Βούλγαρο τσάρο Σαμουήλ (997-1014), ενώ το 1001 ανακαταλήφθηκε από τον Βασίλειο Β΄ Βουλγαροκτόνο (976-1025). Ο τελευταίος επισκεύασε και ενίσχυσε τα τείχη της, ενώ υπήγαγε την επισκοπή της, μαζί με εκείνες άλλων μακεδονικών πόλεων, στην αρχιεπισκοπή της Αχρίδας, αν και για κάποια τουλάχιστον διαστήματα στη συνέχεια, οι επίσκοποι της Βέροιας φαίνεται ότι εξακολουθούσαν να τελούν υπό τη δικαιοδοσία της Μητρόπολης της Θεσσαλονίκης. Παράλληλα, σύμφωνα με τους περισσότερους ερευνητές, στις αρχές του 11ου αιώνα, η Βέροια αναδείχθηκε σε έδρα Θέματος με εκτεταμένα γεωγραφικά όρια, που όριζαν στα ανατολικά ο ποταμός Αξιός, στα βόρεια οι νότιες πλαγιές του Πάικου, στα δυτικά το όρος Βέρμιο και στα νότια οι βόρειες περιοχές της Πιερίας.
Μετά τον θάνατο του Βασίλειου Β΄, κατά τη διάρκεια του 11ου και του 12ου αιώνα, η Βέροια δέχθηκε αρκετές επιδρομές από ξένους εισβολείς που επιχείρησαν να εισχωρήσουν στα εδάφη της Μακεδονίας, όπως των Βουλγάρων (1040-1041), αλλά και των Νορμανδών (1082, 1185). Τους δύο αυτούς αιώνες, παρά τους ξένους επιδρομείς, η πόλη γνώρισε οικονομική και πολιτιστική άνθηση. Στη Βέροια ήταν εγκατεστημένο ανώτεροι εκκλησιαστικοί και κοσμικοί αξιωματούχοι, οι οποίοι διατηρούσαν στενές επαφές με τις εκκλησιαστικές και πολιτικές αρχές της Θεσσαλονίκης και της Κωνσταντινούπολης. Λαμπρό δείγμα καλλιτεχνικής παραγωγής αυτής της περιόδου αποτελεί η Παλιά Μητρόπολη (μεσοβυζαντινή φάση). Οι ανασκαφές έχουν φέρει επίσης στο φως τμήματα από τα βυζαντινά νεκροταφεία της πόλης, η χρήση των οποίων επεκτείνεται και στους επόμενους αιώνες, ενώ από τα κοσμικά κτήρια του πολεοδομικού της ιστού ιδιαίτερα σημαντική είναι η αποκάλυψη των εγκαταστάσεων ενός τοπικού εργαστηρίου, πιθανότατα κεραμικής (12ος-15ος αι.).
Μετά την Δ΄ Σταυροφορία (1204), η Βέροια αποτέλεσε αρχικά τμήμα των κτήσεων του Λατινικού βασιλείου της Θεσσαλονίκης. Το 1215/6 κατακτήθηκε από τον ηγεμόνα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, Θεόδωρο Κομνηνό Δούκα, ο οποίος παρέμεινε στην πόλη μέχρι το 1224, όταν κατέλαβε από τους Φράγκους τη Θεσσαλονίκη, όπου και στέφθηκε αυτοκράτορας. Ο ίδιος, λόγω της σημασίας της Βέροιας, επέδειξε ιδιαίτερη φροντίδα για τη διοίκηση της πόλης, ενώ προέβη στην επισκευή της οχύρωσής της. Την ίδια περίοδο αξιοσημείωτη είναι η καλλιτεχνική παραγωγή της πόλης, όπως υποδεικνύουν οι εξαιρετικής ποιότητας τοιχογραφίες της Παλιάς Μητρόπολης.
Το 1246 η Βέροια καταλήφθηκε από τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη, ο οποίος ανέθεσε τη διοίκησή της, μαζί με εκείνη της Θεσσαλονίκης, στον μέγα δομέστικο Ανδρόνικο Παλαιολόγο. Ο διάδοχός του Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης Βατάτζης διόρισε επικεφαλής στις δυτικές επαρχίες της αυτοκρατορίας τον σημαντικό ιστορικό Γεώργιο Ακροπολίτη, ο οποίος συνάντησε μάλιστα το 1256 στη Βέροια τους απεσταλμένους του πάπα Αλεξάνδρου Δ΄, με σκοπό να συζητήσουν σχετικά με την Ένωση της Ανατολικής με τη Δυτική Εκκλησία. Το 1261, με την κατάλυση της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης από τις δυνάμεις της Νίκαιας, η Βέροια ενσωματώθηκε οριστικά στην αποκατεστημένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Η περίοδος βασιλείας του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1261-1282) και του διαδόχου του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (1282-1328) υπήρξε στο μεγαλύτερο μέρος της ιδιαίτερα ειρηνική για την πόλη. Την περίοδο αυτή ανεγέρθηκε ή ανακαινίστηκε και τοιχογραφήθηκε ένας αξιόλογος αριθμός μνημείων, με σημαντικότερο τον ναό της Αναστάσεως του Χριστού. Η υψηλή καλλιτεχνική παραγωγή της περιόδου συνδέεται με την προαγωγή της επισκοπής της πόλης αρχικά σε αρχιεπισκοπή (πριν το 1274) και κατόπιν σε μητρόπολη (α΄ εικοσαετία του 14ου αι.), καθώς επίσης και με τη δράση σημαντικών προσωπικοτήτων της εποχής, όπως του καταγόμενου από τη Βέροια πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης Νίφωνα Α΄ (1310-1314), του ηγουμένου Ιγνάτιου Καλόθετου και του σημαντικού ζωγράφου Γεωργίου Καλλιέργη.
Η ιστορία της πόλης κατά τον 14ο αιώνα χαρακτηρίζεται από συνεχείς εμφύλιες και πολεμικές συγκρούσεις. Το 1346, η πόλη καταλήφθηκε από τον ισχυρό Σέρβο ηγεμόνα Στέφανο Δουσάν, ο οποίος έδειξε ιδιαίτερη φροντίδα για την ενίσχυση της οχύρωσής της κτίζοντας δύο ακροπόλεις και ένα ισχυρό εγκάρσιο τείχος, με αποτέλεσμα η πόλη να διαιρεθεί σε δύο μεγάλα τμήματα. Το 1350, η Βέροια ανακαταλήφθηκε από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνό, αλλά πολύ γρήγορα επανήλθε στην κυριαρχία των Σέρβων, στους οποίους παρέμεινε για ένα διάστημα κατά τη δεκαετία 1350-1360, το οποίο όμως δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Στη συνέχεια, η Βέροια επανήλθε για λίγα χρόνια στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Η καλλιτεχνική παραγωγή της πόλης στο διάστημα που ακολούθησε το τέλος της βασιλείας του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (1328) και καθ’ όλη τη διάρκεια του ταραχώδους 14ου αιώνα παρέμεινε ακμαία, όπως υποδεικνύει ένας αξιόλογος αριθμός φορητών εικόνων και τοιχογραφικών συνόλων της περιόδου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των ναών του Αγίου Βλασίου και του Αγίου Σάββα της Κυριώτισσας, που ακολουθούν τις κυρίαρχες τάσεις των μεγάλων καλλιτεχνικών κέντρων της εποχής, όπως της Καστοριάς, της Αχρίδας και κυρίως της Θεσσαλονίκης. Ο 14ος αιώνας είναι η κατεξοχήν περίοδος ακμής της Βέροιας, η οποία σφραγίστηκε με την παρουσία εξεχουσών προσωπικοτήτων, όπως του βυζαντινού αξιωματούχου και λόγιου Δημήτριου Κυδώνη, του κληρικού και λόγιου Γρηγόριου Ακίνδυνου, πολέμιου του Ησυχασμού, αλλά και του σημαντικότερου εκπροσώπου του ίδιου πνευματικού κινήματος, του αγίου Γρηγόριου Παλαμά, ο οποίος ασκήτευσε για σύντομο χρονικό διάστημα στη Σκήτη της Βέροιας, στην περιοχή της ιστορικής μονής του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, μερικά χιλιόμετρα νότια της πόλης.
Η πόλη κατακτήθηκε για πρώτη φορά από τους Οθωμανούς το 1387, αν όχι νωρίτερα (το 1373/4). Ακολούθησε μια ταραχώδης περίοδος μέχρι την οριστική άλωσή της επί σουλτάνου Μουράτ Β΄, πιθανότατα το 1433. Στην ονομασία της προστέθηκε το επίθετο kara, δηλαδή μαύρος (Καραφέργιε/Ḳarąferyę, «Μαύρη Βέροια»), για το οποίο έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις, όπως ότι προέρχεται από τα σκούρα δάση που την περιέβαλαν. Στα πρώτα χρόνια της κατάκτησής της (15ος-αρχές 16ου αι.), η Βέροια αποτέλεσε έδρα του ομώνυμου σαντζακίου και μετέπειτα έδρα του ομώνυμου καζά, υπαγόμενου στο σαντζάκι της Θεσσαλονίκης. Ο καζάς της Βέροιας ήταν πυκνοκατοικημένος και διέθετε έναν μεγάλο αριθμό χωριών -γύρω στο 1543 καταγράφονται 188 οικισμοί-, ορισμένα εκ των οποίων ήταν βακουφικά και τα φορολογικά τους εισοδήματα προορίζονταν για τη συντήρηση ιδρυμάτων. Στις αρχές του 16ου αιώνα, η Βέροια αναφέρεται ως ζιαμέτι, ενώ την ίδια περίοδο στην ευρύτερη περιοχή υπήρχαν χάσια του σουλτάνου και άλλων ανώτερων αξιωματούχων της οθωμανικής διοίκησης. Το 1686, η πόλη αποτελούσε, μαζί με τα γύρω χωριά, χάσι πιθανότατα της Γκεβχερχάν Σουλτάν, κόρης του σουλτάνου Ιμπραήμ Α΄ (1640-1647).
Καθώς η Βέροια παραδόθηκε ειρηνικά στους νέους κυρίαρχους, ο χριστιανικός πληθυσμός έτυχε ευνοϊκής αντιμετώπισης και κατά τους πρώτους αιώνες της οθωμανικής κατάκτησης υπερείχε αριθμητικά έναντι των μουσουλμάνων. Αργότερα, κυρίως χάρη σε εξισλαμισμούς και εποικισμούς, ο μουσουλμανικός πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε σημαντικά, έτσι ώστε οι μουσουλμανικές συνοικίες να είναι ισάριθμες ή περισσότερες των χριστιανικών. Κατά τους οθωμανικούς χρόνους, η πόλη επεκτάθηκε για πρώτη φορά εκτός της οχύρωσης. Οι μουσουλμάνοι εγκαταστάθηκαν κυρίως στα ψηλότερα τμήματα της νότιας πλευράς της πόλης, εκτός της οχύρωσης, με ορισμένους μόνο από αυτούς να κατοικούν στο νότιο τμήμα της οχυρωμένης πόλης. Ο αστικός χώρος εντός της οχύρωσης ήταν κυρίως κατανεμημένος σε χριστιανικές συνοικίες. Οι χριστιανοί είχαν επίσης εγκατασταθεί στο ανατολικό και βόρειο τμήμα της πόλης. Στη Βέροια υπήρχε και μία ακμαία εβραϊκή κοινότητα που διέμενε εκτός του δυτικού τμήματος των τειχών, κατά μήκος του ποταμού Τριπόταμου (συνοικία Μπαρμπούτα).
Κατά την ίδια περίοδο, η Βέροια γνώρισε μεγάλη οικονομική και εμπορική ακμή, η οποία, πέρα από την ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα παραγωγής χάρη στην πλούσια ενδοχώρα της (πλούσια παραγωγή κτηνοτροφικών προϊόντων και καλλιέργεια μεταξύ άλλων ρυζιού, λιναριού, κάνναβης, βαμβακιού, σιταριού, φρούτων και λαχανικών), στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην εκμετάλλευση της κινητήριας δύναμης των υδάτων του ποταμού Τριπόταμου και στην ανάπτυξη της υφαντουργίας. Ο Εβλιγιά Τσελεμπί, που επισκέφτηκε την πόλη στα τέλη της δεκαετίας του 1670, αναφέρεται με θαυμασμό στους 300 νερόμυλους που διέθετε η πόλη και τα «φτιαγμένα με τέχνη» υφαντουργικά προϊόντα της, όπως προσόψια, πετσέτες και μεταξωτά σεντόνια, που στέλνονταν ως δώρα ακόμη και στον σουλτάνο. Στους μετέπειτα αιώνες, κατά μήκος του Τριπόταμου λειτουργούσε ένας μεγάλος αριθμός από νεροτριβές (μπατάνια ή ματάνια), αλευρόμυλους, λαδόμυλους και βυρσοδεψεία, ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα, η αξιοποίηση του υδάτινου πλούτου της πόλης οδήγησε, όπως και στις δύο γειτονικές πόλεις της Έδεσσας και της Νάουσας, στην ίδρυση μεγάλων βιομηχανικών κτηρίων, όπως το νηματουργείο Βέρμιον (1902) και το κλωστοϋφαντουργείο των Αδελφών Χατζηνικολάκη (1906).
Με την εγκατάσταση των Οθωμανών ανεγέρθηκε στην πόλη ένας σημαντικός αριθμός δημόσιων και θρησκευτικών κτηρίων, από τα οποία διατηρούνται σήμερα μόνο τρία (Ορτά Τζαμί, τέμενος Μεντρεσέ και δίδυμο λουτρό). Στα τέλη της δεκαετίας του 1670, ο Εβλιγιά Τσελεμπί αναφέρει επτά τζαμιά και εννιά μεστζίτ (συνοικιακά τεμένη), τρεις μεντρεσέδες (ιεροδιδασκαλεία), δύο γραμματοδιδασκαλεία, πέντε τεκέδες (μονές δερβίσηδων), πέντε διπλά και 70 απλά λουτρά, τρία ιμαρέτ (πτωχοκομεία) και 15 πλούσια χάνια. Κέντρο της οικονομικής ζωής της πόλης αποτελούσε η αγορά, η οποία διέθετε 600 καταστήματα, και, όπως όλες οι οικονομικά ανθηρές πόλεις, ένα μπεζεστένι (κλειστή αγορά) που στεγαζόταν με έξι τρούλους.
Ο χριστιανικός πληθυσμός της πόλης διατήρησε σημαντικά προνόμια. Η Βέροια εξακολούθησε να αποτελεί έδρα μητρόπολης, ενώ ο αρχικός μητροπολιτικός της ναός (Παλιά Μητρόπολη) παρέμεινε χριστιανικός μέχρι τα τέλη του 16ου ή τις αρχές του επόμενου αιώνα, οπότε μετατράπηκε σε τζαμί και η μητροπολιτική έδρα μεταφέρθηκε στον κοντινό ναό των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Από τους πολυάριθμους ναούς της πόλης, δύο ακόμη μετατράπηκαν σε τεμένη, ο ναός του Αποστόλου Παύλου (Τζαμί του Μεντρεσέ) και ο κατεδαφισμένος σήμερα ναός της Αγίας Παρασκευής (Τζαμί του Φριντζή). Η αυτοδιοικούμενη χριστιανική κοινότητα της πόλης ανέπτυξε αξιόλογη εκπαιδευτική δραστηριότητα και ανέδειξε σημαντικούς λόγιους, όπως τον Ιωάννη Κωττούνιο (1572-1657) και τον Μητροφάνη Κριτόπουλο, μετέπειτα πατριάρχη Αλεξανδρείας (1636-1639). Στη Βέροια λειτούργησαν αξιόλογα ελληνικά σχολεία, το πρώτο εκ των οποίων ιδρύθηκε γύρω στα μέσα του 17ου αιώνα από τον λόγιο ιερομόναχο Καλλίνικο Μάνιο (Μανιό). Παράλληλα, οι χριστιανοί κάτοικοι της πόλης ανέπτυξαν σημαντική χορηγική δραστηριότητα, προχωρώντας στην ανέγερση ή ανακαίνιση και τοιχογράφηση ενός μεγάλου αριθμού ναών. Η καλλιτεχνική παραγωγή της πόλης καθ’ όλη την περίοδο της κυριαρχίας των Οθωμανών υπήρξε αξιοσημείωτη, με τη δράση συχνά αξιόλογων τοπικών ζωγράφων ή εργαστηρίων.
Από το 1804 έως το 1820, στην περιοχή της Βέροιας διατηρούσε τσιφλίκια ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, που είχε καταλάβει μεγάλο τμήμα της Μακεδονίας. Ενεργή ήταν η συμμετοχή των Ελλήνων οπλαρχηγών της Βέροιας στην Επανάσταση του 1821, ενώ πολλά από τα χωριά της ευρύτερής της περιοχής καταστράφηκαν ολοκληρωτικά από τους Οθωμανούς μαζί με τη Νάουσα τον Απρίλιο του 1822. Η Βέροια μετασχηματίστηκε σε μεγάλο βαθμό κυρίως μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1864, που κατέστρεψε ένα σημαντικό τμήμα της, ενώ στα τέλη του 19ου αιώνα, λόγω και της σιδηροδρομικής σύνδεσης της πόλης με τη γραμμή Θεσσαλονίκης-Μοναστηρίου (1894), ο πολεοδομικός της ιστός μεταβλήθηκε σημαντικά με την ανέγερση μεγάλων βιομηχανικών κτηρίων και κτηρίων της οθωμανικής διοίκησης, όπως το Δικαστικό Μέγαρο και το μεγάλο σχολείο στην πλατεία Ωρολογίου.
Η πόλη ενσωματώθηκε στο Ελληνικό κράτος το 1912. Στο διάστημα που ακολούθησε τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων (1913) και τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922), η πόλη δέχθηκε μεγάλο αριθμό προσφύγων από τη Μικρά Ασία, τη Θράκη, τον Πόντο και τον Καύκασο, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν είτε στις συνοικίες των μουσουλμάνων, που αντίστοιχα αποχώρησαν από την πόλη, είτε σε νεοϊδρυθέντες συνοικισμούς. Λίγο αργότερα, κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής (1943), η Βέροια απώλεσε το σύνολο σχεδόν του εβραϊκού της πληθυσμού.
Μνημεία
Οχύρωση
Από την ισχυρή οχύρωση της αρχαίας πόλης, η διαδρομή της οποίας είναι γνωστή σε ικανοποιητικό βαθμό κυρίως χάρη στις σωστικές ανασκαφές, διατηρούνται σήμερα ελάχιστα τμήματα, κυρίως της νοτιοδυτικής και νοτιοανατολικής πλευράς. Στη μακραίωνη ιστορία της πόλης, η οχύρωση δέχτηκε αλλεπάλληλες ενισχύσεις και επισκευές. Τα αρχαιότερα τμήματά της χρονολογούνται στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., ενώ εύκολα αναγνωρίσιμη είναι η φάση της επισκευής του β΄ μισού του 3ου αιώνα μ.Χ., όταν για την ενίσχυσή της λόγω των επιδρομών των Γότθων και των Ερούλων χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα παλαιότερο οικοδομικό υλικό. Τα τείχη της πόλης, πάχους 2,40-2,80 μ., είναι κατασκευασμένα με ιδιαίτερη επιμέλεια από επιμήκεις πώρινους δόμους, κατά το ψευδοϊσόδομο σύστημα, ενώ ενισχύονται κατά διαστήματα με ημικυκλικούς, τετράγωνους και τριγωνικούς πύργους. Με βάση τα ανασκαφικά ευρήματα και τις πηγές έχει προταθεί η ταύτιση τριών από τις πύλες της οχύρωσης, της Βασιλικής (βόρειας), της Οψικκιανής (νοτιοανατολικής) και της Ευιαστικής (νοτιοδυτικής).
Από τη βυζαντινή οχύρωση της πόλης, που σύμφωνα με δύο σημειώματα χειρογράφων είχε περίμετρο περίπου 3.500 ή 3.900 μ., σήμερα είναι ορατά κυρίως κάποια τμήματα της νοτιοδυτικής ακρόπολης, την οποία ανέγειρε ο Στέφανος Δουσάν στα μέσα του 14ου αιώνα, πίσω από την πλατεία Ωρολογίου. Στον χώρο της ακρόπολης διατηρείται επίσης το κατώτερο τμήμα του συνδεόμενου με τοπικούς θρύλους, ισχυρού ορθογώνιου πύργου της Βιργινίας ή της βασίλισσας Βεργίνας, που είχε ύψος 11 έως 14 μ. και σωζόταν άθικτος έως το 1909, όταν άρχισε η κατεδάφισή του.
Ρωμαϊκός δρόμος επί της οδού Μητροπόλεως
Είναι εντυπωσιακό ότι το κέντρο της σύγχρονης πόλης της Βέροιας, που είναι κτισμένο στη θέση της αρχαίας πόλης, ακολουθεί την ίδια πολεοδομική οργάνωση, με αποτέλεσμα οι βασικοί οδικοί του άξονες να παραμένουν ίδιοι από τα ρωμαϊκά τουλάχιστον χρόνια έως σήμερα. Έτσι, κάτω από τη σημερινή οδό Μητροπόλεως και με την ίδια κατεύθυνση (Α-Δ) έχει αποκαλυφθεί μία από τις κεντρικότερες ρωμαϊκές οδικές αρτηρίες της πόλης (β΄ μισό 2ου αι. μ.Χ.), που διέσχιζε το κέντρο της οδηγώντας στη νοτιοδυτική πύλη της οχύρωσης (Ευιαστική). Το πλάτος της οδού, που πιθανότατα περιβαλλόταν από στοές (via colonnata), είναι 4,00 μ., ενώ το συνολικό μήκος της 515 μ., όσο και το μήκος της σημερινής οδού Μητροπόλεως. Το κατάστρωμά της αποτελείται από ογκώδεις μαρμαρόπλακες, οι οποίες σε ορισμένα σημεία σώζουν τις αύλακες που χάραξαν οι τροχοί αρμάτων και αμαξών. Ενδεικτικό του αναπτυγμένου δικτύου αποχέτευσης και ύδρευσης της πόλης είναι ότι κάτω από το κατάστρωμα της οδού έβαινε ένας κτιστός αγωγός αποχέτευσης, ενώ πλάι στα κράσπεδά της διέρχονταν πήλινοι σωλήνες ύδρευσης, εφοδιασμένοι κατά τακτά διαστήματα με φρεάτια καθαρισμού. Ένα μεγάλο τμήμα της ρωμαϊκής οδού έχει σήμερα αναδειχθεί, ενώ ορισμένα τμήματά της διατηρούνται στα υπόγεια πολυκατοικιών.
Αρχαιολογικός χώρος Αγίου Παταπίου
Ο μοναδικός σήμερα «ανοικτός» αρχαιολογικός χώρος της Βέροιας έχει διαμορφωθεί στον περιβάλλοντα χώρο του μεταβυζαντινού ναού του Αγίου Παταπίου, που βρίσκεται στην «καρδιά» του σύγχρονου πολεοδομικού της ιστού, παραπλεύρως της οδού Βενιζέλου, κάτω από την οποία διερχόταν με την ίδια κατεύθυνση (Β-Ν) η δεύτερη σημαντικότερη ρωμαϊκή οδική αρτηρία της πόλης, οδηγώντας στη βόρεια πύλη της οχύρωσης (Βασιλική πύλη). Εδώ η ανασκαφή έχει φέρει στο φως τα κατάλοιπα σημαντικών παλαιοχριστιανικών εκκλησιαστικών κτηρίων της πόλης, τα οποία έχουν στερεωθεί και αναδειχθεί, έτσι ώστε να είναι επισκέψιμα από το κοινό. Αν και αποσπασματικά σωζόμενα, εντυπωσιάζουν με τις μνημειώδεις διαστάσεις, την επιμελημένη κατασκευή και τη διακόσμησή τους με ορθομαρμαρώσεις, μαρμαροθετήματα και αξιόλογα ψηφιδωτά δάπεδα, αποτελώντας σημαντικούς μάρτυρες του υψηλού επιπέδου της καλλιτεχνικής παραγωγής της Βέροιας κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους. Το παλαιότερο από αυτά είναι ένα μεγάλων διαστάσεων βαπτιστήριο της εποχής του αυτοκράτορα Μεγάλου Θεοδοσίου (379-395 μ.Χ.), που ως θρησκευτικό κτήριο άμεσα συνδεδεμένο με τη χρήση και τη λειτουργία του νερού έχει ανεγερθεί στη θέση προγενέστερων κτηρίων της ρωμαϊκής περιόδου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ένα κρηναίο οικοδόμημα. Από την ανασκαφική έρευνα έχουν αναγνωριστεί ο προαύλιος ή εξώτερος οίκος του βαπτιστηρίου, όπου γίνονταν οι εξορκισμοί των κατηχουμένων και άλλες τελετές πριν από τη βάπτιση, καθώς επίσης το φωτιστήριον ή ο εσώτερος οίκος, όπου λάμβανε χώρα το βάπτισμα των νεοφώτιστων. Ο τελευταίος χώρος εμφανίζει σε κάτοψη τετράκογχο σχήμα και διαθέτει στο κέντρο του μία κτιστή οκταγωνική κολυμβήθρα. Τον 5ο αιώνα μ.Χ., στη θέση του βαπτιστηρίου ανεγέρθηκε μία μεγάλη τρίκλιτη βασιλική με δίκλιτο εγκάρσιο κλίτος, που φαίνεται ότι αποτελούσε τον κεντρικό ναό της παλαιοχριστιανικής Βέροιας και έδρα του τοπικού επισκόπου, πριν από την ίδρυση της Παλιάς Μητρόπολης. Σε αυτή την άποψη συνηγορεί η αποκάλυψη μιας σειράς προσκτισμάτων της βασιλικής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ένα επιβλητικό διμερές, διώροφο πιθανότατα, αψιδωτό κτήριο, που ταυτίσθηκε με επισκοπείο. Η βασιλική ήταν σε χρήση μέχρι τις αρχές του 7ου αιώνα, όταν τον χώρο της κατέλαβε ένα εκτεταμένο νεκροταφείο. Αργότερα, κατά τους μεσοβυζαντινούς χρόνους, στο ανατολικό της τμήμα ανεγέρθηκε ένας μικρός ναός, από τον οποίο έχει αποκαλυφθεί ένα μικρό μόνο τμήμα. Τέλος, τη διαρκή χρήση του χώρου συμπληρώνει ο ναός του Αγίου Παταπίου, ο οποίος, με βάση το αρχικό στρώμα των τοιχογραφιών που διατηρούνται στο εσωτερικό του, ανεγέρθηκε στα τέλη του 15ου ή στις αρχές του 16ου αιώνα, επάνω στα κατάλοιπα προγενέστερων κτηρίων. Στη σημερινή του μορφή, που είναι αποτέλεσμα αλλεπάλληλων οικοδομικών επεμβάσεων, είναι τρίκλιτος με δύο ημικυκλικές κόγχες στα ανατολικά και νάρθηκα στα δυτικά, ενώ ο τοιχογραφικός του διάκοσμος περιλαμβάνει τρία ακόμη στρώματα που χρονολογούνται μεταξύ του τέλους του 16ου και των αρχών του 18ου αιώνα.
Παραδοσιακές συνοικίες Μακαριώτισσας (Κοντογεωργάκη), Κυριώτισσας και Παναγίας Δεξιάς
Οι τρεις γειτονικές μεταξύ τους συνοικίες, που αποτελούσαν άλλοτε έναν από τους κεντρικούς χριστιανικούς πυρήνες της Βέροιας και αναπτύσσονται στο νοτιοδυτικό τμήμα της τειχισμένης πόλης, έχουν χαρακτηριστεί ως διατηρητέες, καθώς διασώζουν σε ικανοποιητικό βαθμό σήμερα τον πολεοδομικό ιστό της οθωμανικής περιόδου. Ανάμεσα στα στενά καλντερίμια των τριών συνοικιών ξεπροβάλλουν οι παλαιές κατοικίες, χαρακτηριστικά δείγματα της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής που αναπτύχθηκε στον χώρο της Μακεδονίας από τον 18ο έως τις αρχές του 20ού αιώνα. Κατά κύριο λόγο είναι διώροφες, διαθέτοντας λιθόκτιστο ισόγειο και ξυλόπηκτη κατασκευή στον όροφο, από τον οποίο προεξέχουν τα σαχνισιά, βαμμένα με ζωηρά χρώματα. Είναι κτισμένες η μία πλάι στην άλλη, εν σειρά, με λίγα ή καθόλου ανοίγματα στο ισόγειο, δημιουργώντας κλειστά προς την πλευρά του δρόμου οικοδομικά σύνολα, στο κέντρο των οποίων υψώνεται συνήθως ένας ναός, καλά κρυμμένος από τα μάτια των περαστικών. Γύρω από τον ναό είναι διαταγμένες οι πλακόστρωτες αυλές των κατοικιών με τα χαγιάτια (ανοικτούς εξώστες), οι οποίες αναπτύσσονται στην πίσω, εσωτερική τους πλευρά και ορίζονται με ψηλούς μαντρότοιχους που επικοινωνούν μεταξύ τους με τις απάνοιξες (χαμηλά παραπόρτια). Σήμερα, πολλές από τις διατηρητέες κατοικίες της Βέροιας έχουν αναπαλαιωθεί και έχουν μετατραπεί σε χώρους αναψυχής και διασκέδασης.
Αρχοντικά Βέροιας
Στις συνοικίες της Κυριώτισσας και της Μακαριώτισσας βρίσκονται ορισμένα από τα πιο εντυπωσιακά αρχοντικά της πόλης, που αποτυπώνουν την οικονομική της ευμάρεια από τον 18ο αιώνα και εξής. Ως προς την αρχιτεκτονική τους μορφή, ακολουθούν τα ίδια με τις υπόλοιπες παραδοσιακές κατοικίες τυπολογικά χαρακτηριστικά, από τις οποίες όμως διακρίνονται κυρίως λόγω του μεγέθους, του μεγαλύτερου ύψους και του πλούσιου διακόσμου τους με τοιχογραφίες, γύψινους φεγγίτες με υαλοπίνακες και ξύλινες επενδύσεις στα ταβάνια, τις μεσάντρες (ντουλάπες) και τις θύρες. Ένα από τα σημαντικότερα αρχοντικά της πόλης που κτίστηκε στα μέσα του 18ου αιώνα είναι το αρχοντικό Σαράφογλου στη συνοικία της Κυριώτισσας. Όπως και στην περίπτωση ορισμένων εκκλησιών της πόλης, σημαντικά αρχοντικά της Βέροιας κατεδαφίστηκαν μεταπολεμικά χάρη στην πολεοδομική της επέκταση. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του αρχοντικού του Σιορ Μανωλάκη με τον περίτεχνο ζωγραφικό διάκοσμο (1829-1833), μέρος του οποίου έχει αποτοιχιστεί και εκτίθεται στο Βυζαντινό Μουσείο της πόλης.
Παλιά αγορά Βέροιας
Δίπλα στη συνοικία της Παναγίας Δεξιάς, κατά μήκος της οδού Κεντρικής και σε παράλληλους και κάθετους με αυτή δρόμους, αναπτύσσεται η παλιά αγορά της πόλης, που ανοικοδομήθηκε μετά τη μεγάλη καταστροφή που υπέστη από την πυρκαγιά του 1864. Την αρχιτεκτονική της ιδιαίτερης αυτής περιοχής της πόλης, που είναι γνωστή ως «Τενεκετζίδικα», συνθέτουν μικρά, συνήθως ισόγεια ή διώροφα, καταστήματα και εργαστήρια με είδη κυρίως καθημερινής χρήσης
Εβραϊκή συνοικία Μπαρμπούτα
Αναπτύσσεται δίπλα στις όχθες του ποταμού Τριπόταμου και αποτελεί ένα μικρό, κλειστό, τριγωνικής κάτοψης, με έντονα αμυντικό χαρακτήρα οικοδομικό σύνολο, που ακολουθεί σε γενικές γραμμές την πολεοδομική οργάνωση και την αρχιτεκτονική των χριστιανικών συνοικιών της πόλης. Η είσοδος στη συνοικία ήταν άλλοτε ελεγχόμενη, καθώς πραγματοποιούνταν μέσω δύο περασμάτων που έκλειναν με γερές δίφυλλες θύρες, το ένα από την πλευρά της σημερινής οδού Μεραρχίας και το άλλο από την πλευρά του Τριπόταμου. Οι κατοικίες της συνοικίας αντιπροσωπεύουν όλες τις κοινωνικές τάξεις, περιλαμβάνοντας από μικρά και ταπεινά κτήρια μέχρι επιβλητικά αρχοντικά, κτισμένα σύμφωνα με τις αρχές της παραδοσιακής μακεδονικής αρχιτεκτονικής, αν και με περισσότερες ευρωπαϊκές επιδράσεις. Ξεχωρίζουν τα αρχοντικά του Μπέκα, του Τσαρτσάνη, του Ολγάνου και του Αναστασίου. Επί της οδού Ολγάνου βρίσκεται η Εβραϊκή Συναγωγή που επισκευάστηκε εκ βάθρων με σουλτανικό φιρμάνι το 1850, η οποία, μαζί με τη Συναγωγή Μοναστηριωτών στη Θεσσαλονίκη, αποτελεί τη μόνη από τις συναγωγές των πόλεων της Μακεδονίας που δεν κατεδαφίστηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και διατηρείται έως τις μέρες μας.
Πλατεία Ωρολογίου (Ρακτιβάν) με τα δύο δημόσια οθωμανικά κτήρια και τον ιστορικό πλάτανο
Στον άξονα της οδού Μητροπόλεως βρίσκεται μία από τις πιο κεντρικές και ιστορικές πλατείες της Βέροιας, όπου έγινε η παράδοση της πόλης από τον Τούρκο διοικητή στον ελληνικό στρατό (16 Οκτωβρίου 1912). Η ονομασία της, που έχει αλλάξει πολλές φορές μέσα στον χρόνο, οφείλεται στον ψηλό λιθόκτιστο πύργο του ρολογιού, χαρακτηριστικό τοπόσημο της πόλης, που όμως κατεδαφίστηκε το 1928. Ονομάζεται και πλατεία Ρακτιβάν χάρη στον Βεροιώτη νομικό και πολιτικό Κωνσταντίνο Ρακτιβάν (1865-1935), που όπως και ο πατέρας του, Δημήτριος Ρακτιβάν (1827-1893), θεωρείται ευεργέτης της πόλης. Στη βορειοδυτική πλευρά της πλατείας υψώνεται το επιβλητικό διώροφο κτήριο που ανεγέρθηκε στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα για να στεγάσει το οθωμανικό Διοικητήριο και στη συνέχεια λειτούργησε, μέχρι τις αρχές του 2013, ως το Δικαστικό Μέγαρο της πόλης. Την ίδια περίοδο οικοδομήθηκε από τις οθωμανικές αρχές το τριώροφο σχολείο που λειτουργεί και σήμερα ως δημοτικό σχολείο, απέναντι από την πλατεία, στην οδό Μπότσαρη. Στην πλατεία βρίσκεται επίσης ο κηρυγμένος από το 1977 ως διατηρητέο μνημείο της φύσης πλάτανος, στα κλαδιά του οποίου οι Οθωμανοί κρέμασαν προς παραδειγματισμό το 1705 τον Ναουσαίο αρματολό Ζήση Καραδήμο και τους δύο γιους του Βασίλειο και Δημήτρη.
Βήμα Αποστόλου Παύλου
Το πέρασμα του αποστόλου Παύλου από τη Βέροια σηματοδοτεί το μνημείο που έχει αναγερθεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 στη θέση όπου κατά παράδοση δίδαξε ο ιδρυτής της «αποστολικής» εκκλησίας της Βέροιας, σε μικρή απόσταση από την πλατεία Ωρολογίου. Εδώ, το απόγευμα της εορτής του αποστόλου (29 Ιουνίου), τελείται πανηγυρικός Διορθόδοξος Εσπερινός, με τον οποίο ολοκληρώνονται τα «Παύλεια», πολιτιστικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις που οργανώνει προς τιμήν του αποστόλου η Ιερά Μητρόπολη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας.
Ορτά Τζαμί (επί των οδών Λεωνίδου και Θεμιστοκλέους)
Το Τζαμί «της Μέσης», όπως δηλώνεται από την ονομασία του, είναι κτισμένο στο κέντρο της πόλης, στο τμήμα εκείνο που περιλαμβανόταν άλλοτε εντός των τειχών, ανάμεσα στη βυζαντινή ακρόπολη και την Παλαιά Μητρόπολη. Ταυτίζεται με το Τζαμί του Τσελεμπί Σινάν Μπέη, που αναφέρει ο Εβλιγιά Τσελεμπί ως ένα από τα επτά τεμένη που διέθετε η πόλη στα τέλη του 17ου αιώνα. Σύμφωνα με τον ίδιο, πάνω από την είσοδο του τεμένους υπήρχε επιγραφή με την αναγραφή του έτους 1491/2, το οποίο ανταποκρίνεται στη χρονολόγηση της ανέγερσης του μνημείου, όπως συνάγεται από την εξέταση των αρχιτεκτονικών και μορφολογικών του χαρακτηριστικών. Πρόκειται για ένα απλό, τετράγωνο σε κάτοψη κτήριο, εμβαδού 104,23 τ.μ., το οποίο στεγάζεται με έναν μεγάλο τρούλο, που άλλοτε ήταν μολυβδοσκέπαστος. Η τοιχοποιία του τεμένους είναι ιδιαίτερα επιμελημένη, από λαξευμένους πωρόλιθους με την παρεμβολή σειρών από πλίνθους ανά διαστήματα και δύο σειρές οδοντωτού γείσου. Στη βορειοδυτική του είσοδο διαμορφώνεται τριμερές κιονοστήρικτο προστώο, από το οποίο σήμερα σώζεται μόνο ένα μικρό τμήμα, ενώ στη δυτική του γωνία υψώνεται περίτεχνος μιναρές, το ανώτερο τμήμα του οποίου διακοσμείται με σταλακτίτες, ενώ το κυλινδρικό του σώμα με μικρά κεραμικά πλακίδια, που δημιουργούν συνεχείς επάλληλους ρόμβους σε αβακωτό μοτίβο. Στο εσωτερικό του τεμένους διατηρείται τοιχογραφικός διάκοσμος που περιλαμβάνει αποσπάσματα από το Κοράνι και φυτικά μοτίβα.
Τέμενος Μεντρεσέ (συμβολή των οδών Μάρκου Μπότσαρη και Αποστόλου Παύλου)
Κτισμένο πιθανότατα κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα στη νοτιοανατολική πλευρά της πόλης, ακριβώς έξω από τα τείχη, δίπλα σήμερα στο Βήμα του Αποστόλου Παύλου, αποτελούσε, όπως έχει υποστηριχθεί, τμήμα ενός εκτεταμένου συγκροτήματος μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείου), το οποίο λειτουργούσε τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Από την έρευνα ταυτίζεται με το ιεροδιδασκαλείο που περιγράφει με γλαφυρότητα ο Εβλιγιά Τσελεμπί, εντυπωσιασμένος τόσο από την ομορφιά του γύρω τοπίου, όσο και από την πνευματική του ακτινοβολία, καθώς εδώ συγκεντρώνονταν εξέχοντες επιστήμονες και λόγιοι της πόλης. Το μνημείο, κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου από λαξευτούς πωρόλιθους κατά το ισόδομο σύστημα, έχει τετράγωνη κάτοψη, διαστάσεων 12,50 x 12,50 μ., και καλύπτεται με έναν μεγάλο τρούλο, διαμέτρου 12 μ. Στην ανατολική του πλευρά υψώνεται ο μιναρές, ενώ στη βόρεια πλευρά του διαμορφώνεται ένας ισοπλατής, ορθογώνιος προθάλαμος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τοιχογραφικός διάκοσμος του τρούλου στο εσωτερικό του μνημείου, που χρονολογείται στο α΄ μισό του 19ου αιώνα και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τέσσερις πίνακες που απεικονίζουν τοπία και τεμένη της Βέροιας. Το μνημείο αποτελεί σήμερα ιδιοκτησία της Ιεράς Μητρόπολης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας και λειτουργεί ως χώρος πολιτισμού («Παύλειο Πολιτιστικό Κέντρο»).
Δίδυμο οθωμανικό λουτρό (Λουτρό του Αλατά) (συμβολή των οδών Λουτρού και Ελευθερίας)
Σε κεντρικό σημείο της πόλης, νότια της οδού Μητροπόλεως, ορθώνεται το γνωστό και ως «Τουζτσί χαμάμ» (Tuzci hamam = λουτρό του Αλατά) ή εκ παραφθοράς «Τσις χαμάμ», που ταυτίζεται με το λουτρό του Σινάν του Αλατά και αναφέρεται στα τέλη του 17ου αιώνα από τον Εβλιγιά Τσελεμπί ως ένα από τα πέντε δίδυμα λουτρά της πόλης. Με βάση τα αρχιτεκτονικά και μορφολογικά του στοιχεία χρονολογείται στα τέλη του 15ου αιώνα και πιθανότατα αποτελούσε τμήμα του κουλιγιέ του Σινάν Μπέη, ο οποίος εμφανίζεται σε οθωμανικό κατάστιχο του 1500 να έχει ευεργετήσει την πόλη με ένα μπεζεστένι και ίσως ένα τζαμί με σχολείο. Πρόκειται για ένα μεγάλων διαστάσεων, με επιμελημένη τοιχοποιία κτήριο, συνολικού εμβαδού περίπου 545 τ.μ., αποτελούμενο από δύο τμήματα (ανδρικό και γυναικείο), τα οποία δεν επικοινωνούν μεταξύ τους και διατάσσονται εγκάρσια, έτσι ώστε το όλο συγκρότημα να σχηματίζει κάτοψη σχήματος Γ. Το κάθε τμήμα του λουτρού απαρτίζεται από τρία μέρη (αποδυτήριο, χλιαρό και θερμό διαμέρισμα), με τα δύο αποδυτήρια του κάθε τμήματος να στεγάζονται με μεγάλους και ψηλούς τρούλους που καταλαμβάνουν κυρίαρχη θέση στη σύνθεση του μνημείου. Οι άλλοι χώροι είναι χαμηλότεροι και στεγάζονται με διάτρητους θολίσκους ή καμάρες που καλύπτονται με μονοκλινείς ή δικλινείς στέγες. Το μνημείο, εκτός από τα αξιόλογα αρχιτεκτονικά του στοιχεία, διακρίνεται για τον σπάνιο τοιχογραφικό του διάκοσμο που μέχρι στιγμής έχει αποκαλυφθεί κυρίως στον χώρο του ανδρικού αποδυτηρίου, με κυρίαρχο θέμα την παράσταση κυνηγιού και εξωτικά ζώα (ελέφαντα και καμηλοπάρδαλη).
Γεφύρι Καραχμέτ
Πρόκειται για το μοναδικό σωζόμενο από τα γεφύρια, λιθόκτιστα και ξύλινα, που συνέδεαν τις δύο όχθες του ποταμού Τριπόταμου, καθώς αυτά παρασύρθηκαν από τα νερά του ποταμού σε μια μεγάλη πλημμύρα που έπληξε την πόλη το 1935 και σήμερα έχουν αντικατασταθεί από σύγχρονα τσιμεντένια. Το λιθόκτιστο γεφύρι, η κατασκευή του οποίου ανάγεται στους οθωμανικούς χρόνους, είναι μονότοξο με μήκος 20 μ., πλάτος 2,20 μ. και ύψος 10 μ. από την κοίτη του ποταμού. Για την ονομασία του έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς διαφορετικές απόψεις, όπως ότι προέρχεται από το όνομα του χορηγού που συνέβαλε στην οικοδόμησή του. Από ορισμένους μελετητές ταυτίζεται με το «περίτεχνο» και «σαν ένα ψηλό ουράνιο τόξο» μονότοξο γεφύρι που περιγράφει με θαυμασμό ο Εβλιγιά Τσελεμπί, σύμφωνα με τον οποίο κατασκευάστηκε το 1586 από τον Σινάν Μπέη, πρόσωπο πιθανότατα διαφορετικό από τον ομώνυμο μπέη στον οποίο αποδίδεται το δίδυμο λουτρό της πόλης.
Βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες της Βέροιας
Η Βέροια, μετά την ενσωμάτωσή της στο Ελληνικό κράτος το 1912, διέθετε τον εντυπωσιακό αριθμό των 72 βυζαντινών και μεταβυζαντινών εκκλησιών, από τις οποίες διατηρούνται σήμερα οι 48. Οι περισσότερες από αυτές είναι κατανεμημένες στις δύο παραδοσιακές συνοικίες της Κυριώτισσας και της Μακαριώτισσας. Η έντονη μεταπολεμική ανοικοδόμηση της πόλης αγνόησε συστηματικά τις ιδιαιτερότητες του πολεοδομικού της ιστού, με αποτέλεσμα, χάρη κυρίως στη διάνοιξη καινούριων δρόμων, να κατεδαφιστεί μόλις μετά το 1950 ένας σημαντικός αριθμός των εκκλησιών της πόλης. Με εξαίρεση τον ναό της Παλιάς Μητρόπολης, που ξεχωρίζει ως προς τις διαστάσεις και την αρχιτεκτονική του μορφή, πρόκειται κυρίως για κτήρια μικρών σχετικά διαστάσεων, με χαμηλές αναλογίες και λιτά διαμορφωμένες τις εξωτερικές τους όψεις. Η αρχιτεκτονική τους περιορίζεται σε δύο μόνο τύπους, της τρίκλιτης βασιλικής και του μονόχωρου ναού, εκτός από μία μόνο περίπτωση (ναός των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίττας). Οι περισσότεροι από τους ναούς της Βέροιας χρονολογούνται κυρίως μετά τον 14ο αιώνα, ενώ στο πέρασμα των αιώνων έχουν δεχθεί ποικίλες επεμβάσεις, συνήθως με την προσθήκη στον αρχικό τους πυρήνα επιπλέον περίστωων ή στοών, με αποτέλεσμα σχεδόν κανένας από αυτούς να μην διατηρεί σήμερα ακέραιη την αρχική αρχιτεκτονική του μορφή. Στο εσωτερικό τους διατηρείται πλούσιος τοιχογραφικός διάκοσμος, που λόγω της αδιάκοπης λειτουργίας και χρήσης τους και των συνεχών μετασκευών και ανακαινίσεών τους, συνήθως δεν ανήκει σε μία ενιαία περίοδο, αλλά περιλαμβάνει μια σειρά από διαδοχικά, διαφορετικών εποχών στρώματα. Στη μνημειακή τέχνη της Βέροιας παρακολουθείται χωρίς διακοπή η εξέλιξη της βυζαντινής και μεταβυζαντινής ζωγραφικής, από τον 12ο, στον οποίο ανήκουν τα παλαιότερα δείγματα (Παλιά Μητρόπολη), μέχρι και τον 19ο αιώνα.
Παρακάτω παρουσιάζονται με χρονολογική σειρά ορισμένοι από τους σημαντικότερους ναούς της πόλης.
Παλιά Μητρόπολη (οδός Κεντρικής 34)
Ο ναός βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της παλιάς πόλης και ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με νάρθηκα και εγκάρσιο κλίτος. Αποτελεί το σημαντικότερο μνημείο της Βέροιας και ένα από τα κορυφαία των Βαλκανίων, κυρίως λόγω του μεγέθους του, της αρχιτεκτονικής του μορφής και του υψηλής ποιότητας γλυπτού και ζωγραφικού του διακόσμου. Για αιώνες αποτέλεσε τον μητροπολιτικό ναό της πόλης και πιθανότατα ήταν αφιερωμένος στη Θεοτόκο και στους κορυφαίους των αποστόλων, Πέτρο και Παύλο. Στο πέρασμα των χρόνων δέχθηκε εκτεταμένες οικοδομικές επεμβάσεις, εκ των οποίων η αρχική, η οποία ανιχνεύεται μόνο στα θεμέλια και στα κατώτερα μέρη των τοίχων, τοποθετείται στον 7ο-8ο αιώνα. Αργότερα, στα τέλη του 11ου-αρχές 12ου αιώνα, ο ναός κτίστηκε εκ νέου με δαπάνη του επισκόπου της πόλης Νικήτα. Η μορφή του μνημείου αλλοιώθηκε σημαντικά μετά τη μετατροπή του σε οθωμανικό τέμενος (Χουνκιάρ Τζαμί) στα τέλη του 16ου ή στις αρχές του 17ου αιώνα. Κατά τη μακραίωνη λειτουργία του ως τζαμί μεταξύ άλλων κατέρρευσε ή κατεδαφίστηκε σκοπίμως το νότιο κλίτος του, ενώ προστέθηκε ένας μιναρές και μία ανοικτή στοά στη βόρεια πλευρά του.
Οι τοιχογραφίες στο εσωτερικό του μνημείου κυμαίνονται χρονικά από τις αρχές του 12ου έως τις αρχές του 14ου αιώνα. Το μεγαλύτερο μέρος τους ανήκει στο στρώμα που χρονολογείται μεταξύ του 1220 και 1229, στα χρόνια του ηγεμόνα του Δεσποτάτου της Ηπείρου Θεόδωρου Κομνηνού Δούκα. Οι εξαιρετικής τέχνης τοιχογραφίες, που έχουν συνδεθεί με αυτές του καθολικού της μονής Mileševa στη Σερβία (1222-1228) και απηχούν την επίσημη τέχνη της Θεσσαλονίκης, μέσα από σοφά επιλεγμένες αλληγορίες εκφράζουν μέσα σε μία ταραγμένη περίοδο τις φιλοδοξίες του ηγεμόνα του Δεσποτάτου για επανάκτηση της χαμένης το 1204 Κωνσταντινούπολης.
Ναός Αγίου Ιωάννη Θεολόγου (Μέγα Θεολόγου)
Σώζεται στο βόρειο τμήμα της παλιάς πόλης και ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με δίρριχτη στέγη. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Βέροιας, λόγω του αρχικού του τοιχογραφικού διακόσμου που καλύπτει τον χώρο του Ιερού Βήματος και χρονολογείται από τους περισσότερους ερευνητές στην τρίτη δεκαετία του 13ου αιώνα. Σύμφωνα, ωστόσο, με μία άποψη, οι τοιχογραφίες του ναού είναι πιθανότερα έργο των τελευταίων δεκαετιών του ίδιου αιώνα, καθώς παρουσιάζουν στενή συνάφεια με το στρώμα της αντίστοιχης εποχής στην Παλιά Μητρόπολη. Στην αρχική οικοδομική φάση του ναού ανήκει μόνο το Ιερό Βήμα, ενώ το υπόλοιπο κτίσμα διαμορφώθηκε πιθανότατα στις αρχές του 17ου αιώνα, όταν προστέθηκε το ξύλινο τέμπλο και τοιχογραφήθηκε μέρος της πρόθεσης.
Ναός Αναστάσεως του Χριστού (Σωτήρα Χριστού) (οδός Κοντογιωργάκη 1)
Βρίσκεται στη συνοικία της Μακαριώτισσας. Παρόλο που πρόκειται για ένα χαμηλών αξιώσεων από αρχιτεκτονικής πλευράς κτίσμα, που ανήκει στον απλό τύπο του μονόχωρου ξυλόστεγου ναού με μεταγενέστερο περίστωο (αρχές 18ου αι.), αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της παλαιολόγειας περιόδου, καθώς διατηρεί ακέραιο τον υψηλής ποιότητας τοιχογραφικό του διάκοσμο. Σύμφωνα με τη σωζόμενη έμμετρη κτητορική επιγραφή, ο ναός, που ήταν αφιερωμένος στην Ανάσταση του Χριστού, ανεγέρθηκε το 1314/5 με χορηγία του άγνωστου από άλλη πηγή Ξένου Ψαλιδά και της συζύγου του Ευφροσύνης. Οι τοιχογραφίες του έχουν εκτελεστεί από τον «άριστο», όπως αναφέρεται στην επιγραφή, ζωγράφο Γεώργιο Καλλιέργη (Καλλέργη), έναν από τους κυριότερους εκφραστές της ανανεωτικής κίνησης της ζωγραφικής των αρχών του 14ου αιώνα, που έζησε και κινήθηκε γύρω από τη Θεσσαλονίκη. Όπως δηλώνεται επίσης στην επιγραφή, ο ναός εγκαινιάστηκε από πατριάρχη, πιθανότατα τον Βεροιώτη στην καταγωγή Νίφωνα Α΄. Στον νότιο τοίχο του ναού περιλαμβάνεται η προσωπογραφία ενός ιερομόναχου συνοδευόμενου από δεητική επιγραφή, στην οποία ο ναός αναφέρεται ως καθολικό σταυροπηγιακής μονής, οδηγώντας την έρευνα στην ταύτισή της με τη γνωστή από τις πηγές Μονή του Σωτήρος Χριστού, την οποία παραχώρησε το 1314 με αυτοκρατορικό χρυσόβουλο ο Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος στον ηγούμενο Ιγνάτιο Καλόθετο, σημαντική προσωπικότητα της εποχής, που διατηρούσε στενές επαφές με τους πατριαρχικούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης. Στις εξωτερικές επιφάνειες του ναού περιλαμβάνεται η απεικόνιση πέντε κεκοιμημένων αφιερωτών και αφιερωτριών του 14ου αιώνα με χαρακτηριστικά για την εποχή ενδύματα. Τον τοιχογραφικό διάκοσμο του ναού συμπληρώνουν οι παραστάσεις του βόρειου τοίχου εξωτερικά και του περίστωου, που έχουν εκτελεστεί το 1727, επί αρχιερατείας του μητροπολίτη Βεροίας Ιωακείμ.
Ναός των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίττας (οδός Κοντογιωργάκη)
Κοντά στον ναό του Σωτήρα Χριστού ξεπροβάλλει μέσα από μία συστάδα κατοικιών ο μοναδικός ναός της Βέροιας που ανήκει στον χαρακτηριστικό της βυζαντινής αρχιτεκτονικής τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο. Υπήρξε άλλοτε καθολικό μονής και η ίδρυσή του ανάγεται πιθανότατα στα μέσα του 14ου αιώνα, κυρίως με βάση την πλίνθινη επιγραφή που σχηματίζεται ανάμεσα στον πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο της κόγχης του Ιερού Βήματος εξωτερικά, στην οποία αναφέρεται ο επίσκοπος Μακάριος, ο οποίος ταυτίζεται με τον γνωστό από γραπτές πηγές της εποχής ομώνυμο επίσκοπο Καστρίου ή Καμπανίας, γειτονικής προς τη Βέροια επισκοπής. Η σημερινή μορφή του ναού είναι αλλοιωμένη σε μεγάλο βαθμό, κυρίως λόγω της κατάρρευσης του τρούλου και την προσθήκη κατά τον 16ο αιώνα ενός περίστωου, που περιβάλλει τις τρεις πλευρές του κτηρίου. Σύμφωνα με τη σωζόμενη κτητορική επιγραφή, ο ναός τοιχογραφήθηκε το 1589, με τη συνδρομή του άρχοντα κυρ Κωστή, από έναν τοπικό ζωγράφο, η δράση του οποίου αναγνωρίζεται και σε άλλους ναούς της Βέροιας. Στο μνημείο διατηρούνται δύο ακόμη προγενέστερα στρώματα των μέσων του 14ου και του τέλους του 15ου αιώνα, ενώ οι παραστάσεις του Χριστού και της Θεοτόκου στο αρχικό μαρμάρινο τέμπλο του ναού φιλοτεχνήθηκαν στα μέσα του 17ου αιώνα.
Ναός Αγίου Βλασίου
Στη συνοικία της Κυριώτισσας διατηρείται ο αρχικά μονόχωρος ξυλόστεγος ναός των αρχών του 14ου αιώνα, που έχει δεχθεί εκτεταμένες οικοδομικές επεμβάσεις, έτσι ώστε σήμερα να περιβάλλεται από ένα περίστωο, που του προσδίδει στην κάτοψη τη μορφή τρίκλιτου ναού. Στο εσωτερικό του σώζονται τέσσερα στρώματα τοιχογράφησης, που χρονολογούνται μεταξύ του 14ου και του 18ου αιώνα. Ιδιαίτερα σημαντικές θεωρούνται οι τοιχογραφίες του πρώτου στρώματος (δεύτερη δεκαετία του 14ου αι.), οι οποίες, όπως έχει υποστηριχθεί, έχουν εκτελεστεί από ένα τοπικό εργαστήριο, το οποίο ακολουθεί τις τάσεις της ζωγραφικής του Γεώργιου Καλλιέργη. Αξιόλογες επίσης είναι οι τοιχογραφίες του τρίτου στρώματος (μέσα 16ου αι.), που αποτελούν έργο ενός ικανού ζωγράφου που δραστηριοποιείται την ίδια περίοδο και σε άλλους ναούς της Βέροιας.
Άγιος Σάββας της Κυριώτισσας (οδός Μυτιλέκα)
Η μορφή της μεγάλης σήμερα τρίκλιτης βασιλικής με νάρθηκα και δίρριχτη στέγη στην ομώνυμη συνοικία της Κυριώτισσας είναι το αποτέλεσμα νεωτερικών επεμβάσεων του 19ου αιώνα. Από τον αρχικό ναό, που αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα παλαιολόγεια κτίσματα της Βέροιας, διατηρείται μόνο το ανατολικό τμήμα, το οποίο κοσμείται με τοιχογραφίες του γ΄ τέταρτου του 14ου αιώνα. Ξεχωρίζει ο πλούσιος κεραμοπλαστικός διάκοσμος της τρίπλευρης αψίδας εξωτερικά, που περιλαμβάνει το συμπίλημα του ονόματος Παλαιολογίνα, πιθανότατα της μοναχής Ξένης Παλαιολογίνας, που, σύμφωνα με έγγραφο του 1344, διέθετε μεγάλη κτηματική περιουσία στην περιοχή.
Μουσεία
Αρχαιολογικό Μουσείο Βέροιας (Λεωφόρος Ανοίξεως 47)
Στο μουσείο εκτίθενται πολυάριθμα ευρήματα που κυμαίνονται χρονικά από τους προϊστορικούς έως τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους, προερχόμενα από την πόλη της Βέροιας και άλλους σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους της Ημαθίας, όπως τη Μίεζα, τη Νέα Νικομήδεια και την Άλωρο.
Βυζαντινό Μουσείο Βέροιας (οδός Θωμαΐδου 26)
Βρίσκεται στη γειτονιά της διατηρητέας συνοικίας της Κυριώτισσας και στεγάζεται στον υδροκίνητο αλευρόμυλο του Στέργιου Μάρκου των αρχών του 20ού αιώνα, η υποδειγματική αποκατάσταση του οποίου βραβεύτηκε από την Europa Nostra, τον πανευρωπαϊκό οργανισμό για την προστασία της πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς. Τα πλούσια εκθέματα του μουσείου, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται μία ιδιαίτερα αξιόλογη συλλογή φορητών εικόνων, ανασυνθέτουν τις ποικίλες όψεις της ιστορίας και της καλλιτεχνικής παραγωγής της πόλης από τους παλαιοχριστιανικούς μέχρι τους νεότερους χρόνους.
Λαογραφικό Μουσείο Βλάχων (συμβολή των οδών Βερόης και Εβραίων Μαρτύρων 1)
Στεγάζεται στο αρχοντικό Μπόζογλου κοντά στην πλατεία Ωρολογίου και παρουσιάζει στο κοινό ποικίλα εκθέματα από την πλούσια πολιτισμική κληρονομιά των Βλάχων.
Βλαχογιάννειο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνος (Λεωφόρος Ανοίξεως 86)
Το μουσείο στεγάζεται σε διατηρητέο κτήριο που δώρισε η οικογένεια Βλαχογιάννη στην Ιερά Μητρόπολη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας, η οποία είναι υπεύθυνη για τον σχεδιασμό και τη λειτουργία του. Βρίσκεται στη λεγόμενη «παραλία» ή «μπαλκόνι» της Βέροιας, περιοχή αναψυχής της πόλης, με επίκεντρο το πάρκο Εληάς και τον πεζόδρομο που εκτείνεται κατά μήκος της Λεωφόρου Ανοίξεως. Το μουσείο φιλοξενεί τη συλλογή στρατιωτικών στολών του συλλέκτη Κανέλλου Ντόντου και μέσω κειμένων, φωτογραφιών και μιας σειράς εκθεμάτων παρουσιάζει στο κοινό πτυχές της νεότερης ιστορίας της Μακεδονίας.
Παύλειο Κειμηλιαρχείο Ιεράς Μητρόπολης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας, Μονή Παναγίας Δοβρά (Κουκουμητριώτισσας)
Σε μια κατάφυτη τοποθεσία στις ανατολικές υπώρειες του Βερμίου, λίγα μόλις χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Βέροιας, βρίσκεται η ιστορική μονή που διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην Ελληνική Επανάσταση που κηρύχθηκε στην περιοχή το 1822. Στο κειμηλιαρχείο της μονής εκτίθεται η εξαιρετική συλλογή της Ιεράς Μητρόπολης, που περιλαμβάνει σπάνια έργα και κειμήλια από όλες τις περιοχές δικαιοδοσίας της.























