Ασπροβάλτα
Ασπροβάλτα, στον μυχό του Στρυμονικού κόλπου
Η κωμόπολη Ασπροβάλτα, σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα τουριστικά θέρετρα της Μακεδονίας, βρίσκεται στον μυχό του Στρυμονικού κόλπου, στη στενόμακρη πεδιάδα που εκτείνεται στα βορειανατολικά της λίμνης Βόλβης, αμέσως μετά τα στενά της Ρεντίνας, τα λεγόμενα «Μακεδονικά Τέμπη». Η στενή αυτή πεδινή λωρίδα γης, την οποία ο Ηρόδοτος αποκαλεί «Σιλέως πεδίον», περιβάλλει τον Στρυμονικό κόλπο σαν στεφάνι και περιγράφεται από τον γεωγράφο Μιχαήλ Χρυσοχόου ως «πεδιὰς μηνοειδὴς εὐρεῖα». Κατά τους αρχαίους χρόνους, τουλάχιστον από τον 4ο αιώνα π.Χ., υπαγόταν στα γεωγραφικά όρια της Μυγδονίας. Στην εξαιρετικά εύφορη αυτή περιοχή, με τα άφθονα νερά και την πυκνή βλάστηση, η αρχαιολογική έρευνα έχει εντοπίσει πληθώρα θέσεων, που εκτείνονται χρονικά από τους προϊστορικούς μέχρι και τους οθωμανικούς χρόνους, περιλαμβάνοντας κατάλοιπα οικισμών και νεκροταφείων, αγροικιών, φρουρίων και πύργων.
Η περιοχή υπήρξε ήδη από τους αρχαίους χρόνους ξεχωριστού στρατηγικού ενδιαφέροντος, καθώς μέχρι και σήμερα αποτελεί το μοναδικό πέρασμα μεταξύ Μακεδονίας και Θράκης. Από εδώ διερχόταν άλλοτε η Εγνατία οδός, η οποία, όπως και η σύγχρονη, αμέσως μετά την Αμφίπολη ακολουθούσε τους ανατολικούς πρόποδες των Κερδυλλίων ορέων, αποφεύγοντας να ακολουθήσει νοτιότερη πορεία, κατά μήκος των ακτών του Στρυμονικού κόλπου, αφού κάτι τέτοιο θα την ανάγκαζε να διασχίσει αμμώδεις εκτάσεις. Στη συνέχεια, η Εγνατία οδός, αφού διερχόταν μέσα από τα στενά της Ρεντίνας, συνέχιζε την πορεία της με κατεύθυνση προς την Απολλωνία και τη Θεσσαλονίκη.
Στην περιοχή της Ασπροβάλτας θα πρέπει να αναζητηθεί o σταθμός αλλαγής αλόγων (mutatio) της Εγνατίας οδού Pennana, o οποίος, σύμφωνα με το οδοιπορικό του Μπορντώ του 333, μεσολαβούσε ανάμεσα στον σταθμό (mansio) της Αμφίπολης και τον σταθμό αλλαγής αλόγων (mutatio) Peripides, από τους οποίους απείχε 10 ρωμαϊκά μίλια (ο τελευταίος σταθμός τοποθετείται στη δυτική είσοδο των στενών της Ρεντίνας). Ο mutatio Pennana έχει συσχετιστεί από την έρευνα με τα κατάλοιπα του συγκροτήματος μιας ρωμαϊκής αγροικίας (μέσα 4ου-μέσα 6ου αι. μ.Χ.) που έχει αποκαλυφθεί στο 87ο χλμ. της Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Καβάλας. Στην άποψη αυτή συνηγορούν η διάταξη και οι χρήσεις των χώρων του συγκροτήματος (μεγάλη αυλή, μεγάλος χώρος παρασκευής φαγητού, στάβλος, χώροι υγιεινής, λουτρό), που υποδεικνύουν ότι θα μπορούσε, πέρα από τις αγροτικές δραστηριότητες, να λειτουργεί και ως χώρος υποδοχής και εξυπηρέτησης ταξιδιωτών, ως ένα πανδοχείο της εποχής. Η άποψη αυτή, ωστόσο, δεν γίνεται ευρύτερα αποδεκτή, καθώς η θέση που είναι κτισμένη η αγροικία, σε ένα απομονωμένο ψηλό διάσελο, επιτρέπει μεν την εποπτεία της περιοχής, εξασφαλίζοντας παράλληλα την ασφάλεια και προστασία του συγκροτήματος, δεν βρίσκεται όμως στον άξονα απ’ όπου θα διερχόταν η Εγνατία οδός. Σύμφωνα με τον μελετητή Μόσχο Οτάτζη, ο σταθμός Pennana θα μπορούσε να τοποθετηθεί στη θέση «Ακρογιάλι», ανάμεσα στην Ασπροβάλτα και το χωριό Νέα Κερδύλ(λ)ια των Σερρών, όπου βρέθηκαν τέσσερις ενεπίγραφοι μιλιοδείκτες που κατασκευάστηκαν στην Αμφίπολη και αναφέρονται σε επισκευές της αρχαίας οδού, οι οποίες έλαβαν χώρα μεταξύ του 138 και των τελών του 224-αρχών 225 μ.Χ. (βλ. Αμφίπολη).
Με τη διέλευση της Εγνατίας οδού από την περιοχή συνδέεται το μικρό κάστρο που είναι κτισμένο στη θέση Καλέδες (Καλιάδες), στα ανατολικά της Ασπροβάλτας, στις νοτιοανατολικές υπώρειες των Κερδυλλίων ορέων. Η ίδρυσή του ανάγεται στους μεσοβυζαντινούς χρόνους, ενώ ήταν σε χρήση μέχρι την πρώιμη οθωμανική περίοδο. Το μικρό μέγεθος του κάστρου, σε συνδυασμό με τη θέση του, που εξασφάλιζε την εποπτεία του παραλιακού πεδίου, καθώς και τη δυνατότητα ταχείας διαφυγής στο παρακείμενο δασωμένο όρος, οδηγούν στην άποψη ότι αποτελούσε έναν οχυρωμένο σταθμό της Εγνατίας, που αποσκοπούσε στον έλεγχο της οδού, καθώς επίσης και στην ασφαλή διαμονή και διέλευση των ταξιδιωτών και του στρατού. Η χρονολόγηση του κάστρου στους μεσοβυζαντινούς χρόνους δεν επιτρέπει την ταύτισή του με τον σταθμό Pennana, όπως έχει υποστηριχθεί.
Σημαντικά στοιχεία για την τοπογραφία της περιοχής κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο παρέχει το Τυπικό της Μονής της Πετριτζονίτισσας στο σημερινό Μπάτσκοβο της Βουλγαρίας (1083), σύμφωνα με το οποίο παραχωρήθηκαν στη μονή το χωριό Πριλόγγιο (ή Πριλόγκιο) της ἀρχοντείας των Στεφανιανών, μαζί με τα «παλαιά κάστρα», τα «αγρίδια» (αγροτικές εγκαταστάσεις) και τα «ξενοδοχεία» (πανδοχεία) της περιοχής. Στο χωριό Πριλόγγιο, για την ταύτιση του οποίου έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις, υπάγονταν δύο τουλάχιστον «ξενοδοχεία». Οι αρχοντείες αποτελούσαν διοικητικές περιφέρειες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στις οποίες υπάγονταν φρουρούμενα περάσματα και κλεισούρες στρατηγικής σπουδαιότητας. Αυτή των Στεφανιανών, με επίκεντρο τον σημαντικό βυζαντινό οικισμό της περιοχής Στεφανινά, στα βορειοανατολικά της λίμνης Βόλβης, ενδέχεται να είχε συγκροτηθεί ήδη από τον 9ο αιώνα, αν όχι νωρίτερα, με σκοπό τη φύλαξη των στενών της Ρεντίνας.
Παλαιά Ασπροβάλτα
Ο αρχικός οικισμός της Ασπροβάλτας ιδρύθηκε τον 16ο αιώνα, 2 χλμ. περίπου βορειοδυτικά του σημερινού παραθαλάσσιου οικισμού, με σκοπό να αντιμετωπιστούν οι ληστρικές συμμορίες που λυμαίνονταν την περιοχή. Σύμφωνα με έγγραφο της Μονής Σίμωνος Πέτρας του Αγίου Όρους, η περιοχή όπου δημιουργήθηκε ο οικισμός της Ασπροβάλτας αποψιλώθηκε, καθώς ήταν καλυμμένη από πυκνό δάσος που πρόσφερε ιδανικό καταφύγιο σε συμμορίες ληστών.
Τον 17ο-18ο αιώνα, η Ασπροβάλτα ήταν μουσουλμανικό χωριό και ανήκε στα χωριά των καρβουνιάρηδων, που είχαν την υποχρέωση να παραδίδουν κάθε χρόνο μια ποσότητα άνθρακα στις οθωμανικές αρχές. Το 1844, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Ασπροβάλτας διεκδίκησαν από τους χριστιανούς κατοίκους των Στεφανινών την εκμετάλλευση του πυκνού δάσους που εξακολουθούσε να καλύπτει την περιοχή, στο οποίο αναφέρονται με θαυμασμό οι περιηγητές. Ο καδής (ιεροδικαστής) της Θεσσαλονίκης, ωστόσο, αποφάνθηκε υπέρ των κατοίκων των Στεφανινών. Σύμφωνα με τον ταγματάρχη Νικόλαο Σχινά, που περιηγήθηκε τη Μακεδονία στα μέσα της δεκαετίας του 1880, η Ασπροβάλτα κατοικούνταν από 50 τουρκικές οικογένειες και αποτελούσε τόπο ξεχειμωνιάσματος λιγοστών οικογενειών Βλάχων κτηνοτρόφων. Στις 23 Οκτωβρίου 1907, στο πλαίσιο του Μακεδονικού Αγώνα, έλαβε χώρα η μάχη της Ασπροβάλτας, στην οποία ο ανθυπολοχαγός Κοσμόπουλος νίκησε με το αντάρτικο σώμα του τις αντίπαλες δυνάμεις των Βουλγάρων που συνοδεύονταν από Τούρκους χωροφύλακες.
Στους όψιμους οθωμανικούς χρόνους, από την περιοχή εξακολουθούσαν να διέρχονται οι οδοιπόροι που ταξίδευαν από τη Μακεδονία στη Θράκη. Ενδεικτικό της στρατηγικής αξίας της θέσης αποτελεί το γεγονός ότι στην Ασπροβάλτα στάθμευε μονάδα χωροφυλακής. Κοντά στην Παλαιά Ασπροβάλτα, κατά την κατασκευή της σύγχρονης Εγνατίας οδού, αποκαλύφθηκαν τα κατάλοιπα ενός μεγάλου χανιού, πανδοχείου, του 19ου-αρχών 20ού αιώνα. Το κτήριο περιβαλλόταν από ακανόνιστο περίβολο, στη νοτιοανατολική γωνία του οποίου υπήρχε μικρός τετράπλευρος χώρος, που λειτουργούσε ως παρατηρητήριο.
Σύγχρονη Ασπροβάλτα
Μετά την απελευθέρωση της περιοχής από τους Οθωμανούς το 1912, η Παλαιά Ασπροβάλτα σταδιακά εγκαταλείφθηκε από τον μουσουλμανικό πληθυσμό, ενώ λιγοστοί Έλληνες εγκαταστάθηκαν στην παραλία, στη θέση του σημερινού οικισμού. Ο πληθυσμός της Ασπροβάλτας αυξήθηκε το 1922 μετά την έλευση προσφύγων, οι περισσότεροι από τους οποίους προέρχονταν από το Ρένκιοϊ της Μικράς Ασίας.
Μνημεία - Αρχαιότητες Ασπροβάλτας
Ρωμαϊκές αγροικίες
Στην ευρύτερη περιοχή της Ασπροβάλτας, κατά τις εργασίες κατασκευής της σύγχρονης Εγνατίας οδού, αποκαλύφθηκε μια σειρά από αγροικίες που χρονολογούνται από τους ύστερους κλασικούς και πρώιμους ελληνιστικούς μέχρι τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους. Αποτελούν μεγάλα κτηριακά συγκροτήματα, καθώς η έκτασή τους κυμαίνεται μεταξύ 2 και 4 στρεμμάτων. Οι αγροικίες παρήγαγαν και εμπορεύονταν αγροτικά προϊόντα, όπως λάδι και σιτηρά, και διέθεταν επαρκείς χώρους για την αποθήκευσή τους. Παράλληλα, είχαν οχυρωματικό χαρακτήρα και επόπτευαν τη γύρω περιοχή, παρέχοντας την ίδια στιγμή υψηλή ασφάλεια, τόσο για τους ενοίκους τους, όσο και για τα αγροτικά προϊόντα που ήταν αποθηκευμένα σε αυτές.
Αγροικία - σταθμός της Εγνατίας οδού (;), 87ο χλμ. Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Καβάλας
Η μορφή του συγκροτήματος, που είχε μεγάλη διάρκεια ζωής (μέσα 4ου-μέσα 6ου αι. μ.Χ.), προέκυψε ύστερα από αλλεπάλληλες προσθήκες και επιμέρους επισκευές. Στην τελική του μορφή διέθετε μία μεγάλη περίκλειστη αυλή με αψιδωτή απόληξη, μέσα στην οποία διαμορφώνονταν οι διάφοροι επιμέρους χώροι της αγροικίας, διαταγμένοι σε κάτοψη σχήματος Π. Ορισμένοι από αυτούς διέθεταν δεύτερο όροφο. Ξεχωρίζει μία μεγάλων διαστάσεων αίθουσα με κεντρική εστία για την παρασκευή φαγητού. Ένας από τους ορθογώνιους χώρους στα νοτιοδυτικά της αγροικίας ερμηνεύθηκε ως αποθήκη ωρίμανσης μούστου για οίνο, καθώς διέθετε δάπεδο από υδραυλικό κονίαμα και αγωγό απορροής υγρών. Μέσα στην αυλή βρισκόταν ένα μικρό ανεξάρτητο λουτρό. Ένα καλά οργανωμένο σύστημα αποχέτευσης με αγωγούς διοχέτευε τα νερά έξω από το συγκρότημα. Έξω από τον περίβολο του συγκροτήματος αποκαλύφθηκε μία ημιυπαίθρια αποθήκη-πιθεώνας με δέκα λαξεύματα στο χώμα για την τοποθέτηση μεγάλων πιθαριών, καθώς επίσης και ένα απομονωμένο ορθογώνιο κτίσμα που πιθανώς χρησίμευε ως στάβλος ή ιπποστάσιο.
Το συγκρότημα, παρά τη σημασία του, δεν κατέστη δυνατό να διασωθεί, καθώς το μεγαλύτερο τμήμα του βρισκόταν πάνω στον άξονα της σύγχρονης Εγνατίας, η οποία λόγω των εδαφικών ιδιομορφιών της περιοχής δεν ήταν δυνατό να μετακινηθεί σε άλλη θέση.
Αγροικία στη θέση «Λιοτόπι του Ρουχτσέλη», 85ο χλμ. Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Καβάλας
Ο επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος της αγροικίας βρίσκεται 2 περίπου χλμ. ανατολικά της Ασπροβάλτας. Η συνολική έκταση του συγκροτήματος είναι πάνω από 3,5 στρέμματα. Αναγνωρίζονται τρεις κύριες οικοδομικές φάσεις με μικρές χρονικά αποστάσεις μεταξύ τους. Η ίδρυσή της αγροικίας τοποθετείται στα χρόνια της βασιλείας του Φιλίππου Β΄ (359-336 π.Χ.), ενώ η εγκατάλειψή της γύρω στο 240-230 π.Χ., δηλαδή την περίοδο των επιδρομών των Γαλατών στη Μακεδονία.
Το συγκρότημα έχει τετράγωνη κάτοψη, διαστάσεων 28,00 x 28,50 μ. Αποτελείται από τέσσερις πτέρυγες περιμετρικά, οι τρεις εκ των οποίων, πλην της νότιας, είναι διώροφες. Στο κέντρο της αγροικίας υψώνεται ένα κεντρικό διώροφο κτήριο-πύργος. Στη βόρεια και ανατολική πλευρά του συγκροτήματος διαμορφώνονται δύο μεγάλων διαστάσεων υπαίθριες αυλές, που πιθανώς φιλοξενούσαν κτηνοτροφικές δραστηριότητες (εκτροφή και σταβλισμό ζώων). Κατά την τρίτη οικοδομική φάση, στη νότια πλευρά του συγκροτήματος προστέθηκε μια σειρά από βοηθητικούς χώρους, ο ένας εκ των οποίων χρησιμοποιήθηκε σαν οπτάνιο (κουζίνα), όπως μαρτυρεί η κεντρική εστία που ανασκάφηκε εκεί. Δύο άλλοι χώροι της ίδιας επέκτασης είχαν εργαστηριακή χρήση, όπως προκύπτει από τα πολλά υπολείμματα που σχετίζονται με την επεξεργασία μετάλλων. Η εργαστηριακή δραστηριότητα διαπιστώθηκε και εκτός του συγκροτήματος, στην περιοχή ενός μεγάλου αναλημματικού τοίχου που ανασκάφηκε για συνολικό μήκος 30 μ., σε απόσταση 50 μ. από το συγκρότημα, όπου αποκαλύφθηκαν τρεις μεγάλοι κλίβανοι.
Βυζαντινό κάστρο, θέση Καλέδες (Καλιάδες)
Πρόκειται για ένα πεντάπλευρο φρούριο με πέντε ημικυκλικούς πύργους, που περικλείει έκταση 800 τ.μ. Ο οχυρωματικός περίβολος διατηρείται σε μέγιστο ύψος 6,20 μ. Η κύρια πύλη του κάστρου, που είναι διπλή, διαμορφώνεται στο μέσο της μεσημβρινής πλευράς, ενώ μία δεύτερη είσοδος ανοίγεται στο βόρειο άκρο του ανατολικού περιβόλου, δίπλα στον ανατολικό πύργο. Εσωτερικά του νότιου και βόρειου περιβόλου υπάρχουν κλίμακες ανόδου που οδηγούν στον περίδρομο. Δίπλα στη νότια κλίμακα αποκαλύφθηκε μία μεγάλη κινστέρνα.
Το κάστρο χρονολογείται στους μεσοβυζαντινούς χρόνους, δεν αποκλείεται, ωστόσο, να έχει ιδρυθεί στη θέση παλαιότερου κάστρου. Κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο δέχτηκε εκτεταμένες επισκευαστικές εργασίες. Ήταν σε χρήση μέχρι και την πρώιμη οθωμανική εποχή.
Χάνι, Παλαιά Ασπροβάλτα
Τα κατάλοιπα του κτηρίου που αποκαλύφθηκαν κατά της εργασίες κατασκευής της σύγχρονης Εγνατίας οδού, έχουν κάτοψη σχήματος Γ. Η βόρεια πτέρυγα συγκροτείται από πέντε ισομεγέθη δωμάτια, ενώ η δυτική από δύο δωμάτια μεγαλύτερων διαστάσεων. Οι δύο πτέρυγες έβλεπαν προς μία υπαίθρια αυλή.
Μνημεία - Αρχαιότητες σε άλλους οικισμούς της περιοχής
Στεφανινά
Κτισμένα στη θέση του ομώνυμου οχυρωμένου οικισμού των μέσων και ύστερων βυζαντινών χρόνων (Στεφανιανά), αποτελούσαν από τον 11ο τουλάχιστον αιώνα έδρα της αρχοντείας Στεφανιανών και από τον 14ο αιώνα του ομώνυμου κατεπανικίου (μικρή διοικητική περιφέρεια), τα όρια των οποίων περιλάμβαναν την περιοχή της Ασπροβάλτας. Σήμερα διατηρείται μεγάλο τμήμα του κάστρου, που περιέβαλλε τον οικισμό, το οποίο είναι γνωστό ως «Πύργος Στεφανινών». Τα νεότερα σπίτια ωστόσο που έχουν οικοδομηθεί μέσα στην περίμετρό του έχουν αλλοιώσει σημαντικά τη μορφή του κάστρου. Στην ευρύτερη περιοχή των Στεφανινών διατηρείται σήμερα ένας μεγάλος αριθμός αρχαιοτήτων.
Μονή Αγίου Γεωργίου, Κερδύλλιο όρος
Είναι κτισμένη σε ένα ορεινό πλάτωμα, γνωστό ως Πλάκα του Αγίου Γεωργίου, στις υπώρειες των Κερδυλλίων, βορειοανατολικά των Στεφανινών. Το καθολικό της μονής τοποθετείται χρονικά στα μέσα του 16ου αιώνα και ανήκει στον γνωστό ως αθωνίτικο ή αγιορείτικο αρχιτεκτονικό τύπο (τετρακιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με τις πλάγιες κεραίες του σταυρού να απολήγουν σε χορούς). Από τον άλλοτε κατάγραφο ναό, διατηρούνται σήμερα οι τοιχογραφίες του Ιερού Βήματος και της πρόθεσης.
Βρασνά
Σε μικρή απόσταση δυτικά της Ασπροβάλτας βρίσκεται ο παραδοσιακός οικισμός, που στις βυζαντινές πηγές απαντά ως Βραστά, όνομα που διατήρησε ως τις αρχές του 20ού αιώνα. Όπως έχει υποστηριχθεί, ταυτίζεται με τον οικισμό που αναφέρεται σε αθωνικά έγγραφα της υστεροβυζαντινής περιόδου ως μετόχι της Μονής Εσφιγμένου. Εντός του οικισμού, δίπλα στον ναό του Αγίου Γεωργίου, υψώνεται μεγάλος τετράπλευρος πύργος του α΄ τέταρτου του 14ου αιώνα. Τους τοίχους του πύργου ενίσχυαν εξωτερικά παραστάδες, αρχιτεκτονικό στοιχείο που επιχωριάζει στους πύργους του Αγίου Όρους. Ο πύργος συμπεριλαμβάνεται ανάμεσα σε αυτούς που ανέγειραν οι μονές του Αγίου Όρους στην περιοχή της λίμνης Βόλβης, όπου διατηρούσαν έναν μεγάλο αριθμό μετοχίων.
Στη θέση «Τρυπημένη Πέτρα» των Βρασνών αποκαλύφθηκε ένα εντυπωσιακό συγκρότημα με οχυρωματικό χαρακτήρα, συνολικής έκτασης περίπου 4.000 τ.μ., το οποίο εξασφάλιζε την προστασία των εκάστοτε ενοίκων του, ενώ λειτουργούσε και ως χώρος παραγωγής και αποθήκευσης αγροτικών προϊόντων. Χρονολογείται στα χρόνια του Φιλίππου Β΄ (359-336 π.Χ.) και ήταν σε χρήση μέχρι την κατάκτηση της περιοχής από τους Ρωμαίους (168 π.Χ.). Το συγκρότημα έχει πεντάπλευρη κάτοψη και οι επιμέρους χώροι του, που περιλαμβάνουν ελαιοτριβείο, χώρους επεξεργασίας σιτηρών και αποθήκες, οργανώνονται γύρω από μία κεντρική αυλή. Η στρατηγική του θέση, απ’ όπου είναι δυνατή η εποπτεία της γύρω περιοχής, οι μνημειακές του διαστάσεις και ο ισχυρός του περίβολος, που προστατεύεται με ορθογώνιους πύργους, υποδηλώνουν ότι πρόκειται για συγκρότημα με επίσημο και δημόσιο χαρακτήρα.





