Αρχαία Ζώνη

Αρχαία Ζώνη, μία σημαντική αποικία της Σαμοθράκης στις απέναντι θρακικές ακτές

Χάλκινο νόμισμα Ζώνης με τον θεό Απόλλωνα, β΄ μισό 4ου αι. π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Αλεξανδρούπολης, φωτ. Βασίλης Καραφυλλίδης / Bronze coin of Zone with the god Apollo, second half of the 4th c. BC. Archaeological Museum of Alexandroupolis, photo: V. Karafyllidis
Χάλκινο νόμισμα Ζώνης με τον θεό Απόλλωνα, β΄ μισό 4ου αι. π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Αλεξανδρούπολης, φωτ. Βασίλης Καραφυλλίδης / Bronze coin of Zone with the god Apollo, second half of the 4th c. BC. Archaeological Museum of Alexandroupolis, photo: V. Karafyllidis

Περίπου 20 χλμ. δυτικά της Αλεξανδρούπολης, κοντά στη σημερινή κοινότητα της Μεσημβρίας, διατηρούνται τα κατάλοιπα της αρχαίας οχυρής πόλης, η οποία παλαιότερα είχε ταυτιστεί με την αρχαία Μεσημβρία, σήμερα, ωστόσο, ταυτίζεται με την αρχαία Ζώνη. Πρόκειται για τη σημαντικότερη και ακμαιότερη από τις έξι πόλεις-αποικίες της Σαμοθράκης στις ακτές της Θράκης, στη λεγόμενη Σαμοθρακική Περαία. Η αρχαία Εγνατία οδός διέρχεται ανατολικά της Ζώνης, διασχίζοντας τα Ζωναία όρη, στις νότιες παρυφές των οποίων ήταν κτισμένη η αρχαία πόλη.

Η Ζώνη, κατά τους κλασικούς χρόνους, τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ., αναδείχθηκε σε σημαντικό εμπορικό και οικονομικό κέντρο της περιοχής. Από τα τέλη, ωστόσο, του 4ου ή τις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ., ακολουθώντας την τύχη των υπόλοιπων πόλεων της Σαμοθρακικής Περαίας, άρχισε να παρακμάζει και να ερημώνεται. Την παρακμή της πόλης, όπως και των υπόλοιπων αποικιών της Σαμοθράκης, επιτάχυνε αποφασιστικά η κατασκευή της Εγνατίας οδού στο γ΄ τέταρτο του 2ου αιώνα π.Χ., κατά μήκος της οποίας ιδρύθηκαν νέες πόλεις, που μετατόπισαν το κέντρο βάρους από τις πόλεις που ήταν κτισμένες κατά μήκος των ακτών στις πόλεις που ιδρύθηκαν στη θρακική ενδοχώρα.

Ιστορική διαδρομή

Το φυσικό περιβάλλον των Ζωναίων ορέων εξύμνησαν οι ποιητές των ελληνιστικών χρόνων Απολλώνιος ο Ρόδιος και Νίκανδρος (3ος-2ος αι. π.Χ.), οι οποίοι αναφέρονται στην ύπαρξη ενός ωραίου δάσους φηγών. Η πρώτη μνεία για την αρχαία Ζώνη εντοπίζεται στο έργο του ιστορικού και γεωγράφου Εκαταίου του Μιλήσιου, περίπου το 500 π.Χ., ο οποίος σημειώνει ότι ανήκε στους Κίκονες, τοπικό θρακικό φύλο, που κατοικούσε ανάμεσα στη λίμνη Βιστονίδα και τα Ζωναία όρη. Οι ανασκαφές στην αρχαία Ζώνη επιβεβαιώνουν πράγματι την ύπαρξη εγκατάστασης αυτόχθονων πληθυσμών.

Οι επαφές που ανέπτυξαν οι Κίκονες με τα εμπορικά δίκτυα της εποχής οδήγησαν, στα τέλη του 7ου ή στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ., πληθυσμούς από τη Βόρεια Ιωνία και ίσως την Αιολίδα να ιδρύσουν στην περιοχή της Ζώνης ένα εμπόριον, μια εγκατάσταση εμπορικού χαρακτήρα. Λίγο αργότερα, στο α΄ μισό του 6ου αιώνα π.Χ., έφθασαν στη Ζώνη Ίωνες άποικοι, πιθανότατα μαζί με Αιολείς από τη Σαμοθράκη, οι οποίοι κατάφεραν να ενσωματώσουν ειρηνικά όλες τις προϋπάρχουσες πληθυσμιακές ομάδες. Δημιουργήθηκε έτσι μια νέα ισχυρή πόλη με ελληνική ταυτότητα, στην οποία, ωστόσο, το τοπικό θρακικό στοιχείο κατείχε σημαίνουσα θέση. Ενδεικτική της ειρηνικής συνύπαρξης των Θρακών και των νέων Ελλήνων αποίκων με τη σταδιακή αφομοίωση και τον εξελληνισμό των γηγενών είναι η ανεύρεση στο ιερό του Απόλλωνα ενός «θησαυρού» 291 ενεπίγραφων θραυσμάτων αγγείων με χαραγμένο το όνομα του θεού (6ος-4ος αι. π.Χ.), στα οποία οι περισσότερες επιγραφές είναι γραμμένες στην τοπική θρακική διάλεκτο και αποδίδονται με ελληνικούς χαρακτήρες.

Τοπογραφικό διάγραμμα αρχαιολογικού χώρου Ζώνης. Αρχείο ΕΦΑ Έβρου, ψηφιακή επεξεργασία ΔΒΜΑ / Zone archaeological site, topographic map. Archive of the Ephorate of Antiquities of Evros, digital processing: DBMA
Τοπογραφικό διάγραμμα αρχαιολογικού χώρου Ζώνης. Αρχείο ΕΦΑ Έβρου, ψηφιακή επεξεργασία ΔΒΜΑ / Zone archaeological site, topographic map. Archive of the Ephorate of Antiquities of Evros, digital processing: DBMA
Κτηριακό συγκρότημα με σύστημα αποστράγγισης υδάτων κατασκευασμένο από αμφορείς, φωτ. ΕΦΑ Έβρου / Building complex with water-drainage system constructed using amphorae, photo: Ephorate of Antiquities of Evros
Κτηριακό συγκρότημα με σύστημα αποστράγγισης υδάτων κατασκευασμένο από αμφορείς, φωτ. ΕΦΑ Έβρου / Building complex with water-drainage system constructed using amphorae, photo: Ephorate of Antiquities of Evros

Η Ζώνη αναφέρεται από τον Ηρόδοτο σε σχέση με την πορεία της στρατιάς του Ξέρξη εναντίον της Ελλάδας το 480 π.Χ. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, συγκεκριμένες πληροφορίες για την τύχη της πόλης κατά τη διάρκεια της περσικής κυριαρχίας στην περιοχή. Μετά τη λήξη των Περσικών πολέμων και την απομάκρυνση των Περσών από τη Θράκη (β΄ τέταρτο 5ου αι. π.Χ.), η Σαμοθράκη και οι πόλεις της Σαμοθρακικής Περαίας εντάχθηκαν στην Αθηναϊκή Συμμαχία εγκαινιάζοντας μια νέα περίοδο άνθησης. Ειδικότερα, η Ζώνη, τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ., εκμεταλλευόμενη την προνομιακή της θέση, έπαιξε σημαίνοντα διαμεσολαβητικό ρόλο στις εμπορικές επαφές που διατηρούσε η Αθήνα με το νεοσύστατο θρακικό κράτος των Οδρυσών Θρακών, ενός από τα κυριότερα θρακικά φύλα. Το 425 π.Χ., η Ζώνη φαίνεται, μάλιστα, ότι απέκτησε καθεστώς αυτονομίας και ανεξαρτησίας από τη μητρόπολη Σαμοθράκη, καθώς στους καταλόγους της Β΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας εμφανίζεται για πρώτη φορά με αυτοτελή φορολόγηση. Στην απογραφή του συμμαχικού φόρου για το έτος 422/1 π.Χ., ο φόρος που καταλογίστηκε στη Ζώνη ανήλθε σε δύο τάλαντα, αξιόλογο ποσό, που είναι το μεγαλύτερο μεταξύ των άλλων πόλεων της περιοχής, υποδηλώνοντας ότι αποτελούσε την πλουσιότερη, αν όχι και τη μεγαλύτερη, πόλη της Σαμοθρακικής Περαίας.

Στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. εμφανίστηκαν στην περιοχή οι Μακεδόνες, οι οποίοι ακολούθησαν ευνοϊκή πολιτική απέναντι στις πόλεις της Σαμοθρακικής Περαίας, από σεβασμό προς το ιερό των Μεγάλων Θεών της Σαμοθράκης. Μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., η Ζώνη παρουσίαζε την εικόνα μιας οικονομικά εύρωστης πόλης. Από τα τέλη, ωστόσο, του 4ου και τις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ., ξεκίνησε η παρακμή των παράκτιων πόλεων της Σαμοθρακικής Περαίας.

Αεροφωτογραφία «Περιτειχισμένου οικισμού», φωτ. ΕΦΑ Έβρου / Aerial photograph of the “Walled settlement”, photo: Ephorate of Antiquities of Evros
Αεροφωτογραφία «Περιτειχισμένου οικισμού», φωτ. ΕΦΑ Έβρου / Aerial photograph of the “Walled settlement”, photo: Ephorate of Antiquities of Evros

Η αλλαγή των πολιτικών ισορροπιών, που έφερε στην περιοχή η επικράτηση των επιγόνων Μακεδόνων βασιλέων, και η κατάλυση του κράτους των Οδρυσών από τον Φίλιππο Β΄ το 341 π.Χ. οδήγησαν σταδιακά στην παρακμή της Ζώνης. Οι κάτοικοί της εγκατέλειψαν την πόλη τους, χωρίς να έχει συμβεί κάποια βίαιη καταστροφή, όπως υποδεικνύουν τα ανασκαφικά ευρήματα. Μετά τα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ. δημιουργήθηκε πάνω στα θεμέλια της εγκαταλελειμμένης πόλης μία μικρή οχυρή εγκατάσταση, που έχει ονομαστεί συμβατικά «Περιτειχισμένος οικισμός». Εκεί, η ζωή συνεχίστηκε μέχρι και τις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. Τα υπόλοιπα, ωστόσο, τμήματα της πόλης φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκαν.

Στους αιώνες που ακολουθούν δεν γίνεται καμία αναφορά στη Ζώνη. Ίσως η πόλη είχε προσαρτηθεί στην επικράτεια της Μαρώνειας, ακολουθώντας την τύχη της γειτονικής Σάλης, που αναφέρεται ως κώμη της Μαρώνειας. Στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ., με την ίδρυση της Τραϊανούπολης, η Ζώνη εντάχθηκε στην επικράτεια της νεοϊδρυθείσας πόλης.

Η ζωή στη Ζώνη συνεχίστηκε τουλάχιστον μέχρι τον 6ο αιώνα μ.Χ., με βάση τα ανασκαφικά ευρήματα, που περιλαμβάνουν ελάχιστα ίχνη εγκαταστάσεων, αγροτικού κυρίως χαρακτήρα.

 

Ιερό Απόλλωνα, ενέπιγραφo όστρακo με το όνομα του Απόλλωνα σε θρακική γλώσσα, 5ος αι. π.Χ. ΕΦΑ Έβρου, φωτ. Στ. Στουρνάρας / Sanctuary of Apollo, sherd with inscription in Thracian, 5th c. BC. Ephorate of Antiquities of Evros, photo: St. Stournaras
Ιερό Απόλλωνα, ενέπιγραφo όστρακo με το όνομα του Απόλλωνα σε θρακική γλώσσα, 5ος αι. π.Χ. ΕΦΑ Έβρου, φωτ. Στ. Στουρνάρας / Sanctuary of Apollo, sherd with inscription in Thracian, 5th c. BC. Ephorate of Antiquities of Evros, photo: St. Stournaras

Τα κινητά ευρήματα των ανασκαφών, τα σημαντικότερα από τα οποία εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αλεξανδρούπολης, εντυπωσιάζουν με το πλήθος και την ποικιλία τους και αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες της οικονομικής άνθησης της αρχαίας πόλης. Ιδιαίτερα εντυπωσιακός είναι ο αριθμός των 6.800 περίπου νομισμάτων, που καλύπτουν ένα ευρύ χρονολογικό φάσμα από τον 5ο αιώνα π.Χ. έως τον 6ο αιώνα μ.Χ. Τα περισσότερα από αυτά είναι κοπές του νομισματοκοπείου της Ζώνης, εκδόσεις χάλκινων νομισμάτων που προορίζονταν για την κάλυψη τοπικών αναγκών εντός των ορίων της πόλης και της χώρας της. Τα νομίσματα διαφόρων άλλων ελληνικών πόλεων, τόσο γειτονικών (Μαρώνειας, Αβδήρων, Αίνου κ.ά.), όσο και πιο απομακρυσμένων περιοχών (πόλεων του Βορείου Αιγαίου, του Βοσπόρου, της Προποντίδας κ.ά.), η εισηγμένη κεραμική από την Αττική και την Ιωνία και τα άλλα ευρήματα των ανασκαφών μαρτυρούν το ευρύ εμπορικό δίκτυο που ανέπτυξε η πόλη την περίοδο της ακμής της.

Μνημεία

Οχύρωση και τοπογραφία της αρχαίας πόλης
Zώνη, Τμήμα του δυτικού τείχους, φωτ. ΕΦΑ Έβρου / Zone, part of the western wall, photo: Ephorate of Antiquities of Evros
Zώνη, Τμήμα του δυτικού τείχους, φωτ. ΕΦΑ Έβρου / Zone, part of the western wall, photo: Ephorate of Antiquities of Evros

Η αρχαία πόλη καταλαμβάνει το ανατολικό πέρας της παραλιακής κοιλάδας του χειμάρρου Σαπλί Ντερέ και εκτείνεται σε μια μεγάλη έκταση, 123 περίπου στρεμμάτων. Περιβάλλεται από ισχυρό οχυρωματικό περίβολο, μήκους 1.370 μ., ο οποίος ενισχύεται κατά τακτά διαστήματα με τετράγωνους πύργους ή γωνιώδεις προεξοχές. Ένα εσωτερικό τείχος, κατά μήκος ενός ξεροπόταμου, με κατεύθυνση περίπου Β-Ν, χωρίζει την πόλη σε δύο τμήματα, από τα οποία έχει διερευνηθεί ανασκαφικά μόνο το δυτικό τμήμα, έκτασης 49,30 στρεμμάτων, όπου αναπτύσσεται ο κύριος πολεοδομικός της ιστός. Οι δύο αμμώδεις παραλίες, στα ανατολικά και δυτικά της πόλης, εξυπηρετούσαν τις λιμενικές της ανάγκες.

Η Ζώνη είναι κτισμένη σύμφωνα με ένα όχι αυστηρό ιπποδάμειο σύστημα, όπου ένα πλέγμα οριζόντιων και κάθετων δρόμων ορίζει μεγάλα οικοδομικά τετράγωνα. Ο σημαντικότερος από τους δρόμους έχει πλάτος από 5,50 έως 7,00 μ. Η ανασκαφή έχει φέρει στο φως κατοικίες που ακολουθούν την τυπική διάταξη της κλασικής εποχής, με τους κύριους και δευτερεύοντες χώρους διαταγμένους γύρω από μία κεντρική αυλή. Σε ορισμένα από τα κτίσματα, όπου έχουν αποκαλυφθεί κλίβανοι, υπολείμματα επεξεργασίας μετάλλων, μήτρες ειδωλίων και εργαστηριακά σκεύη, αναγνωρίζεται εργαστηριακή δραστηριότητα. Η ανασκαφή έχει φέρει, επίσης, στο φως τμήματα του αποχετευτικού δικτύου της πόλης και φρεάτια για την ύδρευσή της.

 

Από τα θρησκευτικά κτήρια της πόλης έχουν αποκαλυφθεί δύο ιερά, αφιερωμένα το ένα στη θεά Δήμητρα και το άλλο στον θεό Απόλλωνα. Ωστόσο, επιγραφικές κυρίως μαρτυρίες και άλλα ευρήματα επιβεβαιώνουν την ύπαρξη στην αρχαία Ζώνη και άλλων ιερών, αφιερωμένων στην Αφροδίτη, τον Διόνυσο, την Κυβέλη και τον Ορφέα. Στο ιερό της Δήμητρας, που είναι μικρότερο σε έκταση, βρέθηκε «θησαυρός», αποτελούμενος από 200 περίπου χρυσά, επίχρυσα, επάργυρα και χάλκινα αναθηματικά πλακίδια του 4ου αιώνα π.Χ., που φέρουν λατρευτικές παραστάσεις. Το ιερό του Απόλλωνα, που ιδρύθηκε στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. και ήταν σε χρήση μέχρι τα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ., αποτελεί και το σημαντικότερο δημόσιο οικοδόμημα της Ζώνης. Οριοθετείται από έναν μεγάλο περίβολο, που περικλείει έκταση 4.800 τ.μ. και στο εσωτερικό του είναι διαταγμένοι γύρω από μία πλακόστρωτη αυλή ο ναός και ο βωμός του Απόλλωνα, καθώς και ένα σύνολο βοηθητικών κτισμάτων.

Αποτελεί μία αινιγματική ιδιομορφία του πολεοδομικού συνόλου της Ζώνης. Πρόκειται για έναν οικισμό συνολικής έκτασης 2,43 στρεμμάτων που αναπτύχθηκε μετά τα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ. στο νοτιοδυτικό τμήμα της οχυρωμένης πόλης, το οποίο απομονώθηκε με την κατασκευή ενός συμπληρωματικού τείχους πάχους 2,00 μ. Παράλληλοι και κάθετοι δρόμοι διαιρούν τον οικισμό σε πυκνά οικοδομικά τετράγωνα, σύμφωνα με το ιπποδάμειο σύστημα. Η δημιουργία του «περιτειχισμένου οικισμού», η κατοίκηση του οποίου συνεχίστηκε μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους, συνδέεται πιθανόν με την εγκαθίδρυση της πτολεμαϊκής κυριαρχίας ή την εγκατάσταση των Μαρωνιτών, οι οποίοι είχαν αναλάβει στο μεταξύ τον έλεγχο των οδών επικοινωνίας στα Ζωναία όρη.

Στα δυτικά της πόλης, σε μια μεγάλη έκταση περίπου 500 στρεμμάτων, εκτείνεται η νεκρόπολή της, όπου έχει έρθει στο φως ένας μεγάλος αριθμός ταφών με πλούσια κτερίσματα. Δύο ταφικοί τύμβοι της Εποχής του Σιδήρου (8ος-7ος αι. π.Χ.) επιβεβαιώνουν την πρώιμη κατοίκηση της περιοχής και την ύπαρξη ενός θρακικού οικισμού πριν από την ίδρυση της ελληνικής αποικίας της Ζώνης.

Στα δυτικά της αρχαίας Ζώνης, κοντά στην ακτή, διατηρείται το μοναδικό κτίσμα της βυζαντινής περιόδου, ο λεγόμενος πύργος του «Γάτου» ή «Αγριόγατου», που χρονολογείται στον 13ο-14ο αιώνα, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί μια πρωιμότερη χρονολόγηση στον 11ο ή 12ο αιώνα. Έχει σχεδόν τετράγωνη κάτοψη και διατηρείται στο ύψος της πρώτης στάθμης (μέγιστο σωζόμενο ύψος 3,90 μ.), που είναι τυφλή, χωρίς ανοίγματα, επομένως η είσοδός του βρισκόταν στην αμέσως επόμενη στάθμη και ήταν δυνατή μόνο μέσω κινητής κλίμακας. Η χρήση του συνδέεται πιθανότατα με την εποπτεία και τον έλεγχο των παραλίων της ευρύτερης περιοχής.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Έβρου