Απολλωνία

Απολλωνία, ένας παραλίμνιος σταθμός της Εγνατίας οδού

Νότια της λίμνης Βόλβης, στη θέση Μπουντρούμια, στην αγροτική περιοχή ανάμεσα στα σημερινά χωριά Απολλωνία, Νέα Απολλωνία και Κοκκαλού, εντοπίζονται τα κατάλοιπα της αρχαίας Απολλωνίας, μίας από τις σπουδαιότερες πόλεις της μακεδονικής ενδοχώρας, που υπαγόταν στα γεωγραφικά όρια της αρχαίας Μυγδονίας.

Σύμφωνα με τα ρωμαϊκά οδοιπορικά, η Απολλωνία αποτελούσε σταθμό (mansio) της Εγνατίας οδού, ο οποίος απείχε 36 ή 38 ρωμαϊκά μίλια από τη Θεσσαλονίκη και 30 ή 33 μίλια από την Αμφίπολη. Αυτό σημαίνει ότι η αρχαία οδός διερχόταν κατά μήκος της νότιας όχθης της λίμνης Βόλβης, σε αντίθεση με τη σύγχρονη Εγνατία, η οποία ακολουθεί τη βόρεια πλευρά της λίμνης. Ομοίως, οι περιηγητές του 19ου αιώνα ακολουθούσαν τη διαδρομή στα βόρεια της λίμνης, γιατί η νότια πλημμύριζε. Κοντά στο σημερινό χωριό της Απολλωνίας, ο καθηγητής Νικόλαος Μουτσόπουλος εντόπισε ίχνη λιθόστρωτου δρόμου, που είναι πιθανό να συνδέονται με την αρχαία οδό.

Ιστορική διαδρομή

Οι απαρχές της κατοίκησης στην ευρύτερη περιοχή της Απολλωνίας ανάγονται στους προϊστορικούς χρόνους, καθώς έχουν εντοπιστεί τρεις τουλάχιστον θέσεις που χρονολογούνται από το τέλος της Νεότερης Νεολιθικής περιόδου έως και την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (θέσεις «Απολλωνία Α», «Τούμπα Νέα Απολλωνία Β» ή «Τούμπα Τσαΐρ», «Νέα Απολλωνία Γ» ή «Μεσέ Αλάνι Μεσοποτάμου»).

Η ταύτιση της θέσης της αρχαίας πόλης της Απολλωνίας υπήρξε αντικείμενο προβληματισμού των ερευνητών για πολλές δεκαετίες, καθώς οι γραπτές πηγές αναφέρονται στο τοπωνύμιο Απολλωνία με διαφορετικούς κάθε φορά προσδιορισμούς. Η τοποθεσία της αρχαίας πόλης στη θέση Μπουντρούμια, κοντά στη λίμνη Βόλβη, ταυτίστηκε τη δεκαετία του 1980 από τον καθηγητή Νικόλαο Μουτσόπουλο, ο οποίος συνδύασε τις επιφανειακές έρευνες με τις πληροφορίες των γραπτών πηγών και των περιηγητών. Η συζήτηση για την ταύτιση της θέσης της αρχαίας Απολλωνίας έκλεισε οριστικά όταν βρέθηκε λατινική επιγραφή με επιστολή του αυτοκράτορα Αδριανού (117-138 μ.Χ.), στην οποία αναφέρεται το όνομα της πόλης.

Χρυσό στεφάνι από τάφο της αρχαίας Απολλωνίας, 4ος αι. π.Χ. A. M. Θεσσαλονίκης / Gold wreath from a tomb of Apollonia, 4th c. BC. Archaeological Museum of Thessalonikι
Χρυσό στεφάνι από τάφο της αρχαίας Απολλωνίας, 4ος αι. π.Χ. A. M. Θεσσαλονίκης / Gold wreath from a tomb of Apollonia, 4th c. BC. Archaeological Museum of Thessalonikι

Μεταξύ των αρχαίων συγγραφέων που αναφέρονται στη μυγδονική Απολλωνία (Ἀπολλωνία Μυγδονίας) περιλαμβάνονται ο Ψευδό-Σκύλαξ (πριν το 360 π.Χ.), ο Πλίνιος (1ος αι. μ.Χ.) και ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (2ος αι. μ.Χ.). Η παλαιότερη, ωστόσο, αναφορά της πόλης συναντάται στα Ελληνικά του Αθηναίου ιστορικού Ξενοφώντα, ο οποίος, αναφερόμενος στα ιστορικά γεγονότα του 382 π.Χ., μνημονεύει την Απολλωνία μαζί με την Άκανθο, ως τις σημαντικότερες πόλεις στην περιοχή της Ολύνθου της Χαλκιδικής, οι οποίες έστειλαν πρέσβεις στη Σπάρτη για να ζητήσουν βοήθεια ενάντια στις βλέψεις του Κοινού των Χαλκιδαίων, της πολιτικής συνένωσης των χαλκιδικών πόλεων με πρωτεύουσα την Όλυνθο. Είναι η περίοδος που οι φιλόδοξοι Χαλκιδείς εκτόπισαν τον βασιλιά της Μακεδονίας και επέλασαν ακόμη και νότια της Πέλλας.

Η ίδρυση της Απολλωνίας ανάγεται, ωστόσο, σε λίγο προγενέστερη εποχή από την πρώτη μνεία της από τον Ξενοφώντα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιστορικού Θουκυδίδη, η Απολλωνία θεωρείται ότι ιδρύθηκε από Χαλκιδαίους που είχαν εγκατασταθεί στα νότια παράλια της Χαλκιδικής το 432 π.Χ., όταν ο βασιλιάς της Μακεδονίας Περδίκκας Β΄ (448-413 π.Χ.) έπεισε τους κατοίκους πολλών παραθαλάσσιων πόλεων της Χαλκιδικής να αποστατήσουν από την Αθηναϊκή Συμμαχία και να έλθουν να εγκατασταθούν κοντά στην Όλυνθο και στη λίμνη Βόλβη. Σε εκείνους που θα εγκατέλειπαν τις εστίες τους θα έδινε γαίες «στη Μυγδονία, κοντά στη λίμνη Βόλβη», για να τις καλλιεργούν όσο θα διαρκούσε ο πόλεμος εναντίον των Αθηναίων.

Η Απολλωνία εμφανίζεται ως αυτόνομη πόλη στην επιγραφή από το Ασκληπιείο της Επιδαύρου του 360/59 π.Χ., στην οποία παρατίθενται τα ονόματα των θεωροδόκων που αναλάμβαναν την υποδοχή και φιλοξενία των Επιδαυρίων θεωρών, των επίσημων αντιπροσώπων του αρχαίου ιερού, στον βορειοελλαδικό χώρο. Την αυτονομία της η πόλη έχασε την εποχή του βασιλιά Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας (359-336 π.Χ.), οπότε περιήλθε στο μακεδονικό βασίλειο.

Άγαλμα Νίκης από την Απολλωνία, β μισό 2ου αι. π.Χ. A. M. Θεσσαλονίκης / Statue of Nike from Apollonia, 2nd half of 2nd c. BC. Archaeological Museum of Thessaloniki
Άγαλμα Νίκης από την Απολλωνία, β μισό 2ου αι. π.Χ. A. M. Θεσσαλονίκης / Statue of Nike from Apollonia, 2nd half of 2nd c. BC. Archaeological Museum of Thessaloniki

Ο Στράβων αναφέρει ότι η Απολλωνία ήταν μεταξύ των πόλεων που συνοικίσθηκαν για να ιδρυθεί η Θεσσαλονίκη το 316/5 π.Χ. Στην Απολλωνία συναντήθηκαν ο Λεύκιος Αιμίλιος Παύλος και ο τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας Περσέας μετά τη μάχη της Πύδνας (148 π.Χ.), η οποία έκρινε την οριστική υποταγή της Μακεδονίας στους Ρωμαίους. Σύμφωνα με τον ιστορικό Λίβιο, ο Περσέας έφθασε στην Απολλωνία από την Αμφίπολη, που ήταν μίας ημέρας δρόμος.

Από επιγραφές είναι γνωστό ότι στην Απολλωνία υπήρχε ναός του Διονύσου, ενώ λατρεύονταν επίσης ο Δίας, ο Ερμής και ο Ηρακλής. Η ανασκαφή έφερε στο φως ένα ναόσχημο οικοδόμημα σε επαφή με το νότιο τμήμα του τείχους και ένα συμπαγές πήλινο κεφάλι ειδωλίου, σχεδόν φυσικού μεγέθους.

Στο νότιο νεκροταφείο της πόλης αποκαλύφθηκε ένας διθάλαμος μακεδονικός τάφος (τέλη 4ου-αρχές 3ου αι. π.Χ.). Στον προθάλαμο του υπήρχε μαρμάρινη κίστη με κάλυμμα, εύρημα σπάνιο, καθώς αντίστοιχο έχει βρεθεί μόνο στον φερόμενο τάφο του Φιλίππου Β΄ στις Αιγές. Ο τάφος βρέθηκε συλημένος, στα λιγοστά, ωστόσο, κινητά του ευρήματα περιλαμβάνονται φύλλα από χρυσά στεφάνια ελιάς και βελανιδιάς και δύο χρυσά σκουλαρίκια, που στο ένα αναπαριστάται φτερωτός Έρωτας και στο άλλο λεοντοκεφαλή.

Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους η διέλευση της Εγνατίας οδού από την πόλη συνέβαλε στην ανάπτυξή της. Σε λατινική επιγραφή άγνωστου αυτοκράτορα αναφέρεται η κατασκευή καταλύματος (stabulum) για τους ταξιδιώτες, ενώ σε άλλη επιγραφή μαρτυρείται το καλά οργανωμένο υδροδοτικό σύστημα της πόλης. Σύμφωνα με τις Πράξεις των Αποστόλων, από την Απολλωνία πέρασε ο απόστολος Παύλος μαζί με τον συνοδοιπόρο του απόστολο Σίλα στην πορεία του από την Αμφίπολη προς τη Θεσσαλονίκη (49/50 μ.Χ.).

Κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, η Απολλωνία περιλαμβάνεται στον κατάλογο του Συνέκδημου του Ιεροκλέους (πριν το 535 μ.Χ.) μεταξύ των πόλεων της Μακεδονίας. Πιθανότατα την περίοδο αυτή αποτελούσε έδρα επισκοπής υπαγόμενη στη Μητρόπολη της Θεσσαλονίκης, με βάση την αναφορά επισκόπου της πόλης σε εκκλησιαστικό τακτικό, επίσημο κείμενο του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, που χρονολογείται το 739 μ.Χ., επί του αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ (717-741 μ.Χ.). Την επικράτηση της χριστιανικής θρησκείας στην πόλη επιβεβαιώνει ο εντοπισμός από τον καθηγητή Μουτσόπουλο οικοδομικών λειψάνων και αρχιτεκτονικών μελών που ανήκουν σε παλαιοχριστιανική βασιλική.

Π. Αδάμ-Βελένη, «Απολλωνία η Μυγδονική», ΑΕΜΘ 14 (2000), drw. 1
Π. Αδάμ-Βελένη, «Απολλωνία η Μυγδονική», ΑΕΜΘ 14 (2000), drw. 1

Οι ανασκαφικές εργασίες, που πραγματοποιήθηκαν στην πόλη της Απολλωνίας από την αρμόδια Αρχαιολογική Υπηρεσία μεταξύ του 1991 και του 2010, έφεραν στο φως ένα μεγάλο μέρος της περιμέτρου των τειχών της αρχαίας πόλης, η οποία υπολογίζεται ότι είχε έκταση 33 εκτάρια, καθιστώντας τη μία από τις μεγαλύτερες της αρχαίας Μακεδονίας. Αποκαλύφθηκε, επίσης, ένας μεγάλος αριθμός ταφών από τις νεκροπόλεις της, οι οποίες αναπτύσσονται εξωτερικά των τειχών της πόλης, καταλαμβάνοντας σχεδόν τη διπλάσια έκτασή της. Στα νότια της πόλης εκτείνεται το νεκροταφείο της υστεροκλασικής και ελληνιστικής εποχής, ενώ κατά μήκος του βόρειου τείχους αναπτύσσεται το νεκροταφείο των υστεροελληνιστικών, ρωμαϊκών και παλαιοχριστιανικών χρόνων. Στην περιοχή του νότιου νεκροταφείου αποκαλύφθηκαν δύο προγενέστεροι κεραμικοί κλίβανοι των αρχαϊκών και πρώιμων κλασικών χρόνων (6ο-5ο αι. π.Χ.), στους οποίους πιθανότατα κατασκευάζονταν πήλινα ειδώλια, καθώς στην περιοχή τους βρέθηκε μεταξύ άλλων πήλινη μήτρα κεφαλής ειδωλίου.

Τα πλούσια κινητά ευρήματα των ανασκαφών συμπληρώνουν τα τυχαία ευρήματα, κυρίως επιγραφές, που κατά καιρούς παραδίδονται στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακά. Ανάμεσά τους, ξεχωριστή θέση κατέχουν το σπάνιο χρυσό στεφάνι από φύλα κισσού του γ΄ τέταρτου του 4ου αιώνα π.Χ. και το μαρμάρινο άγαλμα Νίκης του β΄ μισού του 2ου αιώνα π.Χ., που θα αποτελούσε ακρωτήριο δημόσιου οικοδομήματος ή θα ανήκε σε αναθηματικό μνημείο.

Μνημεία - Αρχαιότητες

Αρχαία οχύρωση

Έχουν έρθει στο φως 834 μ. του αρχαίου οχυρωματικού περιβόλου της πόλης, ο οποίος υπολογίζεται ότι θα είχε συνολικό μήκος 3.100 μ. Το τείχος διατηρείται στο επίπεδο της πρώτης σειράς δόμων και έχει πάχος 2,20 μ. Ανά 35 μ. ενισχύεται με έναν ημικυκλικό ή κυκλικό πύργο διαμέτρου 7,00 μ. Το τείχος είναι κτισμένο με πώρινους τραπεζιόσχημους δόμους, ανάμεσα στους οποίους παρεμβάλλονται μικρότεροι πλακοειδείς λίθοι («αιγυπτιάζον» σύστημα δόμησης). Χρονολογείται στον 5ο αιώνα π.Χ. Το δυτικό σκέλος του, που σώζεται σε λίγο μεγαλύτερο ύψος, έχει μικρότερο πάχος (1,80 μ.) και είναι κτισμένο σύμφωνα με το ψευδοϊσόδομο σύστημα τοιχοποιίας. Πιθανότατα αποτελεί κάποιο προτείχισμα ή ένα επαναδομημένο σε μεταγενέστερους χρόνους τμήμα, ίσως των ελληνιστικών χρόνων.

Έχει κολουροκωνικό σχήμα με διαμορφωμένο μικρό πλάτωμα στην κορυφή του. Αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους της Μακεδονίας, με ύψος 19 μ. και διάμετρο 100 μ. Η ανασκαφική έρευνα έφερε στο φως λιθόκτιστο αναλημματικό τοίχο/περίβολο από αργολιθοδομή που ακολουθεί την περίμετρο του τύμβου, μήκους 36 μ., πλάτους 1,00 μ. και ύψους 0,50 μ. Στο νότιο τμήμα του τύμβου αποκαλύφθηκε καμαροσκεπής διθάλαμος μακεδονικός τάφος, πιθανότατα του β΄ μισού του 3ου αιώνα π.Χ. Έχει διαστάσεις 7,00 x 4,00 μ. και είναι κατασκευασμένος κατά το ισόδομο σύστημα, με αδρά λαξευμένους λίθους από τραβερτίνη. Ο τάφος βρέθηκε συλημένος αρκετές φορές ήδη από την αρχαιότητα.

Ο σημερινός παρόχθιος οικισμός της Απολλωνίας, απαντά σε οθωμανικά κατάστιχα ως Bazar-i Cedid ήδη από τον 16ο αιώνα. Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα ήταν γνωστός με το παλαιό όνομά του, Παζαρούδα ή Παζαργιά (Pazargah) και Γενή Μπαζάρ (Yeni Pazar). Κατά τους οθωμανικούς χρόνους αποτελούσε το σημαντικότερο διοικητικό κέντρο της περιοχής, ως έδρα του ναχιγιέ (μικρής διοικητικής περιφέρειας) Παζαργκιάχ. Παράλληλα, κατά τους οθωμανικούς χρόνους αναδείχθηκε σε μεγάλο εμπορικό κέντρο της περιοχής. Εδώ λάμβανε χώρα κάθε Παρασκευή ένα μεγάλο παζάρι, το οποίο, σύμφωνα με τον Οθωμανό περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπί, που επισκέφτηκε την περιοχή στα τέλη της δεκαετίας του 1670, συγκέντρωνε 5.000-10.000 ανθρώπους. Στην εμπορική κίνηση και στο παζάρι της Παζαρούδας αναφέρεται και ο Gabrielle Gavazza, ακόλουθος του Βενετού βάιλου στην Κωνσταντινούπολη Lorenzo Bernardo, περιγράφοντας το 1591 το ταξίδι τους από τη Θεσσαλονίκη προς τη Ρεντίνα. Την εμπορική κίνηση της Παζαρούδας εξυπηρετούσε το κτηριακό συγκρότημα φιλανθρωπικού χαρακτήρα, αποτελούμενο από τζαμί, χάνι και λουτρό, που διατηρείται σήμερα στον οικισμό της Απολλωνίας. Το συγκρότημα οικοδομήθηκε επί του σουλτάνου Σελίμ Β΄ (1566-1574) με δαπάνη του μεγάλου βεζίρη Σοκολού Μεχμέτ Πασά (Şokolli Muhammad Pasha), ο οποίος, όπως σημειώνεται σε κατάστιχο του 1568, αγόρασε το χωριό, που παλαιότερα ήταν καλλιεργήσιμη γη, εντάσσοντάς το στο βακούφι του. Σύμφωνα με τον Εβλιγιά Τσελεμπί, o ίδιος φρόντισε να ευεργετήσει τον οικισμό και με άλλα κτήρια θρησκευτικού και κοινωφελούς χαρακτήρα, όπως ευκτήριους οίκους, έναν οίκο διδασκαλίας, ένα σχολείο, έναν τεκέ (μονή δερβίσηδων), και ένα ιμαρέτ (πτωχοκομείο). Τα εν λόγω κτήρια, όπως σημειώνει ο Εβλιγιά Τσελεμπί, συνέβαλλαν στην εξέλιξη του οικισμού από μία «εύπορη, όμορφη και καλοκτισμένη κωμόπολη (kasaba)» σε μία «πραγματική πόλη …που ευημερεί ολοένα και περισσότερο». H παρουσία στην Παζαρούδα υποδομών κατάλληλων για την εξυπηρέτηση ταξιδιωτών συνδέεται, όπως έχει υποστηριχθεί, με τη διέλευση μέσα από τον οικισμό, τουλάχιστον κατά τον 16ο αιώνα, του λεγόμενου «αριστερού βραχίονα» (Sol Κol) της Εγνατία οδού, που διέτρεχε τον χώρο της νότιας Μακεδονίας.

Κατά τους επόμενους αιώνες, η Παζαρούδα ανήκε στην κατηγορία των χωριών των καρβουνιάρηδων, που είχαν την υποχρέωση να παραδίδουν κάθε χρόνο μια ποσότητα άνθρακα στις οθωμανικές αρχές. Στα τέλη του 17ου-αρχές 18ου αιώνα, οι κάτοικοι του οικισμού καταγράφονται ως hânekeşan, που πλήρωναν δηλαδή έκτακτους φόρους. Οι κάτοικοί του όφειλαν να παραδίδουν κάθε χρόνο στις οθωμανικές αρχές μια ποσότητα νίτρου για το κρατικό πυριτιδοποιείο. Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, ο οικισμός υπέστη μεγάλη καταστροφή από τα στρατεύματα του Μπαϊράμ Πασά.

Το τζαμί και το χάνι του συγκροτήματος βρίσκονται εντός του οικισμού, ενώ το λουτρό είναι σχετικά απομονωμένο, στις παρυφές του.

Το τζαμί έχει τετράγωνη κάτοψη, πλευράς 10,30 μ., που επιμηκύνεται με την προσθήκη ευρύχωρου προστώου στη δυτική του πλευρά. Στη βορειοδυτική του γωνία είναι ενσωματωμένος ο μιναρές, από τον οποίο σήμερα διατηρείται μόνο η βάση. Το μνημείο καλυπτόταν αρχικά με τρούλο, που σήμερα, έχει αντικατασταθεί από πλάκα οπλισμένου σκυροδέματος. Είναι κτισμένο σύμφωνα με το ψευδοϊσόδομο σύστημα τοιχοποιίας.

Το χάνι, ένα επίμηκες κτήριο διαστάσεων 47,00 x 20,40 μ., είναι το πλέον ερειπωμένο των τριών μνημείων του συγκροτήματος. Διατηρούνται σε αποσπασματική κατάσταση και σε μικρό ύψος μόνο οι εξωτερικοί τοίχοι του κτίσματος, από τους οποίους ο δυτικός έχει ενσωματωθεί στην τοιχοποιία σύγχρονης κατοικίας. Στη βόρεια όψη του διέθετε στοά, προφανώς για τη φιλοξενία των υποζυγίων.

Το λουτρό είναι ένα επίμηκες κτήριο, εξωτερικών διαστάσεων 28,00 x 8,70 μ. Οι λειτουργικοί χώροι του αναπτύσσονται παρατακτικά κατά τον άξονα Β-Ν και ακολουθούν την τυπική διάταξη της διαδοχής των χώρων ενός λουτρού. Στα νότια βρίσκεται ο ψυχρός χώρος, που όμως διατηρείται σε ερειπιώδη κατάσταση. Ακολουθεί στη συνέχεια ο χλιαρός χώρος και, τέλος, ο ζεστός. Στο βόρειο άκρο του κτηρίου βρίσκεται η δεξαμενή του νερού και η εστία για τη θέρμανση του νερού. Αναγνωρίζονται δύο κύριες οικοδομικές φάσεις, που δεν απέχουν σημαντικά μεταξύ τους.

Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός του συγκροτήματος έχει υποστηριχθεί ότι θα μπορούσε να συνδεθεί με το έργο του αυτοκρατορικού αρχιτέκτονα Σινάν.

Το λουτρό του συγκροτήματος του Σοκολού Μεχμέτ Πασά βρίσκεται στο περιβάλλον ενός ευρύτερου αρχαιολογικού χώρου, στα όρια του οποίου περιλαμβάνεται το λεγόμενο Βήμα του Αποστόλου Παύλου, ο βράχος πάνω στον οποίο, κατά παράδοση, δίδαξε ο απόστολος, κατευθυνόμενος από την Αμφίπολη προς τη Θεσσαλονίκη. Πάνω στον βράχο φύεται ένας μεγάλος πλάτανος, που η πολιτεία από το 1985 τον έχει κηρύξει ως διατηρητέο μνημείο της φύσης. Το ίδιο έτος κηρύχθηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο και ο αρχαιολογικός χώρος της Απολλωνίας, ο οποίος περιλαμβάνει τα κατάλοιπα ενός ρωμαϊκού-παλαιοχριστιανικού τείχους και ενός παλαιού λιθόστρωτου, λίγο μακρύτερα από το σημείο που βρίσκεται το Βήμα του Αποστόλου Παύλου, για το οποίο έχει υποστηριχθεί ότι αποτελούσε τμήμα της Εγνατίας οδού.

Η ίδρυση της Νέας Απολλωνίας ανάγεται στους οθωμανικούς χρόνους, καθώς αναφέρεται στις πηγές ήδη από τον 16ο αιώνα ως Εγρί Μπουτζάκ-Γαϊνά και ως Εγρί Μπουτζάκ (Eğribucak). Στον οικισμό ήταν εγκατεστημένοι Γιουρούκοι, δηλαδή τούρκικοι νομαδικοί πληθυσμοί που μετακινήθηκαν για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας από τις οθωμανικές αρχές, από τα τέλη του 14ου έως τα τέλη του 16ου αιώνα, σε περιοχές που είχαν εγκαταλειφθεί από τους χριστιανούς κατοίκους τους. Όπως και η Απολλωνία (Παζαρούδα), κατά τον 17ο-18ο αιώνα ανήκε στα χωριά των καρβουνιάρηδων.

Στη νότια όχθη της λίμνης Βόλβης βρίσκεται το χωριό Λουτρά, σημαντικό κέντρο ιαματικού τουρισμού σήμερα, χάρη στις ιαματικές πηγές που αναβλύζουν στην περιοχή. Ο Εβλιγιά Τσελεμπί αναφέρεται επαινετικά στη «θερμοτάτη πηγή» της λίμνης Βόλβης, τονίζοντας τις θεραπευτικές της ιδιότητες για τους πάσχοντες από λέπρα και σύφιλη. Με τα αναβλύζοντα νερά της περιοχής συνδέεται το οθωμανικό λουτρό, που διατηρείται σήμερα ανάμεσα στα χωριά Απολλωνία και Λουτρά, κοντά στη νότια όχθη της λίμνη Βόλβης.

Το λουτρό έχει οκταγωνική κάτοψη και καλύπτεται με ημισφαιρικό θόλο, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου έχει καταρρεύσει. Χρονολογείται τον 16ο αιώνα και είναι κτισμένο σύμφωνα με το πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοποιίας.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Θεσσαλονίκης