Αναστασιούπολη/Περιθεώριο

Αναστασιούπολη/Περιθεώριο, η πόλη που «περι-θεωρούσε» την Εγνατία οδό

Στη σημερινή θέση Καλέδες, νότια των χωριών Αμαξάδων και Κοπτερού, στα σύνορα μεταξύ των Π.Ε. Ροδόπης και Ξάνθης, διατηρούνται τα κατάλοιπα μίας από τις σημαντικότερες οχυρωμένες πόλεις της Θράκης που έφερε διαδοχικά τα ονόματα Αναστασιούπολη και Περιθεώριο. Η πόλη, στον μυχό της λίμνης Βιστωνίδας, ανάμεσα στα καλλιεργήσιμα χωράφια της γόνιμης πεδιάδας της Κομοτηνής, διέθετε άλλοτε λιμάνι, που μέσω της λίμνης επικοινωνούσε με το Θρακικό πέλαγος. Η στρατηγικής σημασίας θέση της, απ’ όπου μπορούσε να ελέγχει την Εγνατία οδό και τη στενή πεδινή έκταση μεταξύ της Ροδόπης και της λίμνης Βιστωνίδας, την ανέδειξε σε σημαντικό στρατιωτικό κέντρο, ικανό να προβάλει ισχυρή αντίσταση στους πολιορκητές κατά τη διάρκεια των βυζαντινών εμφυλίων πολέμων (α΄ μισό 14ου αι.) και, αργότερα, κατά την εποχή της οθωμανικής προέλασης (γ΄ τέταρτο 14ου αι.). 

Από του ερευνητές γίνεται αποδεκτή η πληροφορία που δίνει σε μεταγενέστερη εποχή ο αυτοκράτορας Ιωάννης Καντακουζηνός (1347-1354), ότι η Αναστασιούπολη ιδρύθηκε από τον αυτοκράτορα Αναστάσιο Α΄ (491-518 μ.Χ.), ο οποίος της έδωσε το όνομά του και φρόντισε για την οχύρωσή της. Αργότερα, ο Ιουστινιανός Α΄ (527-565 μ.Χ.), στο πλαίσιο κατασκευής οχυρωματικών έργων στην περιοχή της Θράκης μετά τις συνεχόμενες εισβολές Σλάβων, ενίσχυσε το παράλιο τείχος της πόλης. Ο ίδιος, προκειμένου να εξασφαλίσει τον έλεγχο της ενδοχώρας της Θράκης, ανοικοδόμησε ένα μεγάλο τείχος-υδραγωγείο (διατείχισμα), ανάμεσα στην πόλη και τους πρόποδες της Ροδόπης.

Σύμφωνα με μία άποψη, η Αναστασιούπολη υπήρξε σταθμός της Εγνατίας οδού, καθώς ήταν κτισμένη πάνω ή κοντά στον σταθμό αλλαγής αλόγων (mutatio) Stabulo Diomedis (Στάβλοι του Διομήδη), ονομασία που κρύβει την ανάμνηση του όγδοου άθλου του Ηρακλή, την αρπαγή, δηλαδή, των σαρκοβόρων αλόγων του βασιλιά της Θράκης Διομήδη. Στην άποψη αυτή συνηγορούν τα κατάλοιπα αρχαίου οδοστρώματος, πιθανότατα της Εγνατίας οδού, που έχουν εντοπιστεί σε μικρή απόσταση από την Αναστασιούπολη, κατά μήκος της βόρειας όχθης του ποταμού Κόσυνθου. Υπάρχει, ωστόσο, και η άποψη ότι η αρχαία Εγνατία διερχόταν λίγο βορειότερα της Αναστασιούπολης, στο ύψος της σύγχρονης Εγνατίας οδού, ακολουθώντας τους πρόποδες της οροσειράς της Ροδόπης. Έχει υποστηριχτεί ότι στο σημείο της διασταύρωσης της Εγνατίας με το διατείχισμα του Ιουστινιανού ανοιγόταν μία πύλη, η οποία προστατευόταν από έναν τετράπλευρο και έναν κυκλικό πύργο.

Ιστορική διαδρομή

Λίγα είναι γνωστά για την ιστορία της Αναστασιούπολης κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους. Η πόλη αναφέρεται για πρώτη φορά με το νέο της όνομα, Περιθεώριο, στα πρακτικά της Συνόδου της Κωνσταντινούπολης του 879, στην οποία συμμετείχε ο επίσκοπος της πόλης Ιάκωβος. Έκτοτε, στις γραπτές πηγές, τουλάχιστον μέχρι τον 13ο αιώνα, γίνεται ταυτόχρονα λόγος για την Αναστασιούπολη και το Περιθεώριο. Σήμερα είναι ευρύτερα αποδεκτό από την έρευνα ότι οι δύο ονομασίες αποδίδονται στην ίδια πόλη. Στους βυζαντινούς χρόνους, χάρη στην ανάπτυξη του εμπορίου, που οφειλόταν στο φυσικό λιμάνι του, το Περιθεώριο γνώρισε μεγάλη άνθηση. Περιλαμβάνεται μάλιστα ανάμεσα στις πόλεις όπου οι Βενετοί, από το β΄ μισό του 11ου αιώνα, διατηρούσαν σημαντικά εμπορικά και οικονομικά προνόμια. Το 1083 μνημονεύεται ανάμεσα στις πόλεις, όπου η Μονή της Θεοτόκου Πετριτζονιτίσσης στο Μπάτσκοβο της Βουλγαρίας διέθετε σημαντική έγγειο ιδιοκτησία, όπως και αλλού στη Θράκη (Παπίκιον όρος).

Άποψη της οχύρωσης, ΔΒΜA, φωτ. Κ. - Μ. Ξενικάκης / View of the fortifications, DBMA, photo: K.- M. Xenikakis
Άποψη της οχύρωσης, ΔΒΜA, φωτ. Κ. - Μ. Ξενικάκης / View of the fortifications, DBMA, photo: K.- M. Xenikakis

Οι γραπτές πηγές, που αναφέρονται στη βυζαντινή πόλη-κάστρο, πληθαίνουν κυρίως κατά τους υστεροβυζαντινούς χρόνους, όταν η Θράκη περιήλθε στο επίκεντρο των πολεμικών συρράξεων της περιόδου, ιδίως κατά τους εμφυλίους πολέμους του α΄ μισού του 14ου αιώνα που συντάραξαν το Βυζάντιο. Το Περιθεώριο συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πόλεις της Θράκης που καταστράφηκαν το 1205/6 από τις επιδρομές του Βούλγαρου ηγεμόνα Ιωαννίτζη (Σκυλογιάννη). Στις αρχές του 14ου αιώνα, πιθανότατα το καλοκαίρι του 1307, έλαβε χώρα εδώ μία σημαντική μάχη, ανάμεσα σε δύο αντιμαχόμενα μεταξύ τους σώματα Καταλανών, που, μετά την πρόσκλησή τους από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο (1282-1328) για να τον βοηθήσουν στην απώθηση των Οθωμανών, είχαν περάσει τη Μικρά Ασία στη Θράκη επιδιδόμενοι σε λεηλασίες. Η φονική μάχη επέφερε σημαντικό πλήγμα στην Καταλανική Εταιρεία, τα μέλη της οποίας κινήθηκαν στη συνέχεια προς την Ανατολική Μακεδονία, τη Χαλκιδική και τελικά τη νότια Ελλάδα.

Επί αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄, η επισκοπή του Περιθεωρίου φαίνεται ότι προήχθη σε μητρόπολη. Σύμφωνα με τη διήγηση του Ιωάννη Καντακουζηνού, ο εγγονός του Ανδρόνικου Β΄, Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος (1328-1341), βρήκε την πόλη κατεστραμμένη και προχώρησε στη ριζική ανοικοδόμησή της. Ο Ιωάννης Καντακουζηνός, το 1342 και κατόπιν το 1343, επιχείρησε να καταλάβει μάταια την πόλη. Στις 7 Ιουλίου 1345, συνασπισμένος με τις δυνάμεις του Ουμούρ Πασά του Εμιράτου του Αϊδινίου, νίκησε τα στρατεύματα του Βούλγαρου πολέμαρχου Μομτσίλου (Μομιτζίλου), ο οποίος μάλιστα σκοτώθηκε στη μάχη. Το 1355, ο άρχοντας του Περιθεωρίου, δεσπότης Ιωάννης Ασάνης, παρέδωσε την απόρθητη πόλη στον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο (1354-1391), ο οποίος, όμως, μπόρεσε να προβάλει τις αξιώσεις του για την πόλη μόλις το 1357. Το 1354 και κατόπιν το 1361, το Περιθεώριο είναι πιθανό να λεηλατήθηκε από τους Οθωμανούς. Είναι η εποχή που τη Θράκη λυμαίνονταν Σέρβοι, Βούλγαροι και Οθωμανοί, οι οποίοι έπαιρναν μέρος κατ’ επανάληψη στις εμφύλιες συγκρούσεις των αντιμαχόμενων δυνάμεων του Βυζαντίου, στο πλευρό της μίας ή της άλλης παράταξης, και κατόπιν εκτρέπονταν σε λεηλασίες.

Το Περιθεώριο κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς πιθανότατα το 1383, με αρκετή σχετικά καθυστέρηση σε σχέση με τις υπόλοιπες πόλεις της Θράκης, που πέρασαν στην κυριαρχία των Οθωμανών το αργότερο το 1373. Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα πριν από την κατάκτηση του Περιθεωρίου από τους Οθωμανούς, τη διοίκηση της πόλης είχαν αναλάβει τοπικοί άρχοντες. Οι κάτοικοι αποφάσιζαν για τις υποθέσεις της πόλης τους και, αποκομμένοι καθώς ήταν από την ενδοχώρα της Θράκης, επικοινωνούσαν με την Κωνσταντινούπολη μόνο μέσω της θάλασσας.

Κατά τους οθωμανικούς χρόνους, η λίμνη Βιστωνίδα μετονομάστηκε σε Μπουρού και το Περιθεώριο σε Μπουρού Καλέ, δηλαδή πύργος της Μπουρού. Το 1403, η πόλη επανήλθε στους Βυζαντινούς για ένα μικρό χρονικό διάστημα, μέχρι το 1422, οπότε καταλήφθηκε και πάλι από τους Οθωμανούς. Έκτοτε, άρχισε η σταδιακή παρακμή της πόλης. Στους οθωμανικούς χρόνους, η σταδιακή μείωση του χριστιανικού πληθυσμού οδήγησε στη συνένωση της Μητρόπολης Περιθεωρίου με αυτήν της Ξάνθης, η οποία λειτουργεί ως τις μέρες μας ως ενωμένη μητρόπολη (Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου). Οι περιηγητές, που επισκέπτονται τον 17ο αιώνα το Μπουρού Καλέ, δίνουν μία εικόνα πλήρους ερήμωσης. Ο Γάλλος ιερέας Robert de Dreux είδε μόνο δύο εκκλησίες και έναν ιερέα, φτωχό και απογοητευμένο από την παρακμή της πόλης του. Ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί βρήκε τα άλλοτε «όμορφα και απόρθητα» τείχη της πόλης κατεστραμμένα, εντός των οποίων υπήρχαν μόνο 50 κατοικίες χριστιανών και πέντε μαγαζιά.

Μνημεία

Σήμερα είναι ορατά μόνο τα κατάλοιπα των τειχών και του υδραγωγείου της πόλης. Οι λιμενικές της εγκαταστάσεις έχουν επιχωθεί από τις προσχώσεις της Βιστωνίδας.

Οχύρωση

Έχει σχήμα πολυγωνικό και ενισχύεται κατά τακτά διαστήματα από τετράπλευρους και κυκλικούς πύργους. Η κεντρική πύλη του τείχους ανοίγεται στα νοτιοανατολικά, προς την πλευρά της λίμνης και το άλλοτε λιμάνι της πόλης, ενώ προστατεύεται από δύο ισχυρούς τετράπλευρους πύργους. Στις επιφάνειες των τειχών εντοπίζονται πλίνθινα μονογράμματα των Παλαιολόγων, τα οποία συνδέονται πιθανότατα με τις εκτεταμένες επισκευές τους από τον Ανδρόνικο Γ΄ Παλαιολόγο. Σε αυτές, κυρίως, τις οικοδομικές εργασίες οφείλεται, άλλωστε, η μορφή που έχουν σήμερα τα τείχη της πόλης. Ένα από τα μονογράμματα αποδίδεται, σύμφωνα με μία άποψη, στην οικογένεια των Καντακουζηνών και είναι πιθανό να συνδέεται με επισκευή των τειχών που θα έλαβε χώρα από τον Ιωάννη ή τον γιο του, Ματθαίο Καντακουζηνό, στους οποίους περιήλθε η πόλη κατά διαστήματα, κατά τον Β΄ Βυζαντινό Εμφύλιο πόλεμο (1341-1347).

Αεροφωτογραφία του διατειχίσματος του Ιουστινιανού Α΄, φωτ. ΕΦΑ Ροδόπης / Aerial photograph of Justinian I’s cross-wall, photo: Ephorate of Antiquities of Rhodope
Αεροφωτογραφία του διατειχίσματος του Ιουστινιανού Α΄, φωτ. ΕΦΑ Ροδόπης / Aerial photograph of Justinian I’s cross-wall, photo: Ephorate of Antiquities of Rhodope

Ξεκινούσε από τη βορειοδυτική γωνία της οχύρωσης της Αναστασιούπολης και έφθανε μέχρι τους πρόποδες της Ροδόπης. Με μήκος 2,4 χλμ., λειτουργούσε παράλληλα και ως υδραγωγείο, μεταφέροντας από τη Ροδόπη νερό στην πόλη. Σήμερα διατηρείται στο μεγαλύτερο μήκος του, αν και όχι σε καλή κατάσταση. Ένα σημαντικό τμήμα του διερευνήθηκε και στερεώθηκε στο πλαίσιο της κατασκευής του Διαδριατικού Αγωγού Φυσικού Αερίου στη Βόρεια Ελλάδα. Το μέγιστο ύψος του διατειχίσματος φθάνει τα 3,00 μ. Αποτελείται από δύο παράλληλα σκέλη, πάχους 1,40-1,60 μ., που αφήνουν μεταξύ τους διάδρομο πλάτους 3,60-3,80 μ., τον οποίο διέτρεχε ο αγωγός που μετέφερε νερό στην πόλη. Παράλληλα, ο διάδρομος εξασφάλιζε τη δυνατότητα να κινούνται σε αυτόν οι στρατιώτες όταν υπήρχε ανάγκη. Ο Εβλιγιά Τσελεμπί αναφέρεται στο τείχος, «που το μάκρος του είναι μία ώρα» και «δεν μπορεί να περάσει τίποτα, ούτε άνθρωπος, ούτε καραβάνι».

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Ροδόπης