Αμφίπολη
Αμφίπολη, η λαμπρή πόλη που ίδρυσαν οι Αθηναίοι στις όχθες του Στρυμόνα
Η αρχαία Αμφίπολη βρίσκεται σε απόσταση περίπου 60 χλμ. νοτιοανατολικά της πόλης των Σερρών. Την πόλη ίδρυσαν στην ανατολική όχθη του Στρυμόνα το 437 π.Χ. Αθηναίοι άποικοι με επικεφαλής τον στρατηγό Άγνωνα, γιο του Νικία, του μετριοπαθούς Αθηναίου στρατηγού και πολιτικού κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο (431-404 π.Χ.). Όπως αναφέρει ο ιστορικός Θουκυδίδης, η πόλη ονομάστηκε έτσι επειδή περιβάλλεται από δύο μεριές από τον Στρυμόνα, τον άλλοτε πλωτό ποταμό που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην επικοινωνία του Αιγαίου με τους οδικούς άξονες που οδηγούσαν προς τα Βόρεια Βαλκάνια.
Η στρατηγική θέση της Αμφίπολης, στο σταυροδρόμι οδικών αρτηριών που ένωναν τη Θράκη με τη Μακεδονία και τη θάλασσα με την ενδοχώρα, καθώς και ο μεγάλος φυσικός της πλούτος, την ανέδειξαν σε σπουδαίο πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο του αρχαίου κόσμου. Κατά τους ρωμαϊκούς και μετέπειτα χρόνους, η πόλη υπήρξε σταθμός της Εγνατίας οδού, η διέλευση της οποίας από την πόλη συνέβαλε αποφασιστικά στην εμπορική και πολιτιστική της ανάπτυξη.
Η πορεία της Εγνατίας οδού από την Αμφίπολη μέχρι τους Φιλίππους μπορεί να αποκατασταθεί, σε γενικές γραμμές, με βάση τις πληροφορίες που διαθέτουμε από τα οδοιπορικά, τα αρχαιολογικά ευρήματα (κατάλοιπα τμημάτων της αρχαίας οδού και μιλιοδείκτες) και από την εξέταση και ερμηνεία των αεροφωτογραφιών της περιοχής (φωτογραμμετρία). Η αρχαία οδός πιθανότατα περιέτρεχε το νότιο και ανατολικό τείχος της Αμφίπολης, χωρίς να διέρχεται μέσα από αυτήν, και στη συνέχεια προχωρούσε με κατεύθυνση προς τα βορειοανατολικά, ακολουθώντας τις βόρειες υπώρειες του Παγγαίου όρους, με κατεύθυνση προς τους Φιλίππους.
Την πορεία της Εγνατίας οδού στα βόρεια του Παγγαίου επιβεβαιώνουν τρεις ενεπίγραφοι ρωμαϊκοί μιλιοδείκτες που βρέθηκαν στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας, της επικράτειας δηλαδή της Αμφίπολης. Οι δύο από αυτούς, του 201 και 217 μ.Χ. (επί των αυτοκρατόρων Σεπτίμιου Σεβήρου και Καρακάλλα, αντίστοιχα), βρέθηκαν στο χωριό Παλαιοκώμη, ενώ ο τρίτος, ο οποίος διασώζει τρεις επιγραφές, εκ των οποίων η μία χρονολογείται την εποχή της Β΄ τετραρχίας (305-306 μ.Χ.), αποκαλύφθηκε ακόμη βορειότερα, στο χωριό Μικρό Σούλι. Πολύ αργότερα, κατά τους οθωμανικούς χρόνους, ο δρόμος κατευθυνόταν νότια του ορεινού όγκου προς τη σημερινή Καβάλα.
Γενικά, η επικράτεια της Αμφίπολης έχει να επιδείξει ένα σημαντικό ακόμη αριθμό μιλιοδεικτών. Τέσσερις ενεπίγραφοι μιλιοδείκτες, κατασκευασμένοι στην Αμφίπολη, βρέθηκαν σε απόσταση 15 χλμ. περίπου νοτιοδυτικά από αυτήν, στη θέση «Ακρογιάλι», 10 περίπου χλμ. δυτικά του χωριού Νέα Κερδύλλια. Όλοι αναφέρονται σε εργασίες επισκευής της Εγνατίας οδού κατά τον 2ο και 3ο αιώνα μ.Χ. και, όπως έχει υποστηριχθεί, στη θέση όπου βρέθηκαν είναι πιθανό να υπήρχε ο σταθμός αλλαγής αλόγων (mutatio) της Εγνατίας οδού με την ονομασία Pennana. Ένας ακόμη μιλιοδείκτης της εποχής του αυτοκράτορα Καρακάλλα (217 μ.Χ.), που αποκαλύφθηκε σε αγρούς της περιοχής, σύμφωνα με τη σωζόμενη επιγραφή ήταν τοποθετημένος σε απόσταση 1 ρωμαϊκού μιλίου από την Αμφίπολη. Ένας άλλος μιλιοδείκτης, ίδιας χρονολογίας, που βρέθηκε εντοιχισμένος, σε δεύτερη χρήση, στο τείχος της βυζαντινής Χρυσούπολης, ήταν τοποθετημένος σε απόσταση 4 ρωμαϊκών μιλίων από την Αμφίπολη.
Ιστορική διαδρομή
Τα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν κατοίκηση στην περιοχή πολύ πριν την ίδρυση της πόλης από τους Αθηναίους (437 π.Χ.). Τα πρώτα ίχνη κυμαίνονται χρονικά από τη Νεολιθική εποχή (6η χιλιετία π.Χ.) έως την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (1050-700 π.Χ.) και εντοπίζονται στον λεγόμενο Λόφο 133, σε μικρή απόσταση βόρεια της Αμφίπολης.
Πριν από την άφιξη των Ελλήνων κατοικούσε στην περιοχή το θρακικό φύλο των Ηδωνών. Ήδη από τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. παρατηρούνται οι πρώτες προσπάθειες εγκατάστασης Ελλήνων αποίκων εκατέρωθεν των εκβολών του Στρυμόνα. Το ενδιαφέρον τους προσέλκυε η εύφορη γη της περιοχής, τα δάση της που παρείχαν ξυλεία κατάλληλη για την κατασκευή πλοίων και η γειτνίασή της με το πλούσιο σε κοιτάσματα χρυσού και αργύρου Παγγαίο όρος. Περίπου το 655 π.Χ., κοντά στην Αμφίπολη, στη δυτική όχθη του ποταμού, ιδρύθηκε από αποίκους της Άνδρου η Άργιλος, ενώ μέσα στον 7ο αιώνα π.Χ., Πάριοι ή Θάσιοι πιθανότατα άποικοι ίδρυσαν στις εκβολές του ποταμού την Ηιόνα. Η θέση της τελευταίας, η οποία αναδείχθηκε τους επόμενους αιώνες σε επίνειο της Αμφίπολης, τοποθετείται στον λόφο του Προφήτη Ηλία, που υψώνεται στη βόρεια παρειά της Εθνικής οδού Καβάλας-Θεσσαλονίκης (στην αρχαιότητα οι εκβολές του Στρυμόνα εισχωρούσαν σημαντικά προς τα ανατολικά).
Οι Αθηναίοι είχαν ξεκινήσει επανειλημμένες προσπάθειες να εδραιωθούν στην περιοχή ήδη από τον 6ο αι. π.Χ. Η οριστική, ωστόσο, εγκατάστασή τους στην περιοχή πραγματοποιήθηκε τελικά το 437 π.Χ. με την ίδρυση της Αμφίπολης, αφού έδιωξαν τους Ήδωνες από την περιοχή. Ο Άγνωνας, προσωπικός φίλος και συνεργάτης του Περικλή, εκτός από την ονομασία που έδωσε στην πόλη, φρόντισε για την οχύρωσή της με «μακρό τείχος», καθώς και για την ανέγερση δημόσιων κτηρίων και ιερών (Ἁγνώνεια οἰκοδομήματα). Η κυριαρχία των Αθηναίων, παρόλες τις προσπάθειές τους, είχε διάρκεια μόλις 13 χρόνια. Το 424 π.Χ., σε μία κρίσιμη φάση του Πελοποννησιακού πολέμου, κυρίευσε την Αμφίπολη ο στρατηγός των Σπαρτιατών Βρασίδας, προκαλώντας «μέγα δέος» στους Αθηναίους, εξαιτίας της σημαντικής στρατηγικής και οικονομικής σημασίας της. Το ίδιο έτος ή λίγο αργότερα ξεκίνησε και η έκδοση αυτόνομων αργυρών νομισμάτων της Αμφίπολης, η οποία συνεχίστηκε μέχρι και τα ρωμαϊκά χρόνια. Τα νομίσματα, που φέρουν στην εμπρόσθια όψη την κεφαλή του Απόλλωνα και στην οπίσθια αγωνιστικό πυρσό, αποτελούν έναν από τους ωραιότερους και πιο ξεχωριστούς τύπους της αρχαιότητας.
Το 422 π.Χ., ο Αθηναίος Κλέων επιχείρησε να ανακαταλάβει ανεπιτυχώς την πόλη. Στη μάχη που δόθηκε μπροστά από τα τείχη της, η οποία περιγράφεται από τον Θουκυδίδη, σκοτώθηκαν και οι δύο αρχηγοί των αντίπαλων δυνάμεων, ο Κλέων και ο Βρασίδας. Μαζί με αυτούς βρήκαν τον θάνατο 600 Αθηναίοι στρατιώτες και μόνο επτά στρατιώτες των αντιπάλων τους. Οι κάτοικοι της Αμφίπολης, που ήταν ευχαριστημένοι με το καθεστώς του Βρασίδα, φρόντισαν για τον ενταφιασμό του με μεγάλες τιμές στην αγορά της πόλης. Έκτοτε, ο Σπαρτιάτης στρατηγός λατρεύτηκε με ετήσιες θυσίες και αγώνες σαν ο πραγματικός οικιστής της πόλης. Το 421 π.Χ., σύμφωνα με τους όρους της Νικιείου Ειρήνης, με την οποία τερματίστηκε η πρώτη περίοδος του Πελοποννησιακού πολέμου, η Αμφίπολη επιστράφηκε στους Αθηναίους. Η πόλη, ωστόσο, ήταν απρόθυμη να επιστρέψει στην επιρροή της μητρόπολής της και φαίνεται ότι έκτοτε παρέμεινε ανεξάρτητη, μέχρις ότου το 357 π.Χ. την κατέλαβε ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Β΄.
Η μακεδονική κυριαρχία στην Αμφίπολη δηλώνει το τέλος της αυτονομίας της, παράλληλα όμως σημαίνει και την ανάδειξή της σε ένα σημαντικό οικονομικό και στρατιωτικό κέντρο του μακεδονικού βασιλείου. Ο πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε σημαντικά με την εγκατάσταση Μακεδόνων, αλλά και πολιτών από διάφορα άλλα μέρη του αρχαίου κόσμου (Κόρινθο, Προκόννησο, Μίλητο κ.ά.), οι οποίοι προσέδωσαν στην πόλη κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Η πόλη αναδείχτηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο, ενώ με την εκμετάλλευση των ορυχείων του Παγγαίου, γνώρισε μεγάλη οικονομική ακμή. Παράλληλα, αποτέλεσε ένα από τα κυριότερα βασιλικά νομισματοκοπεία του μακεδονικού κράτους.
Ξεχωριστή θέση στην ιστορία της πόλης κατέχουν οι προετοιμασίες της μεγάλης εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 334 π.Χ. για την κατάκτηση της Ασίας. Η Αμφίπολη χρησιμοποιήθηκε ως ναυτική βάση του μεγάλου στρατηλάτη, καθώς στο λιμάνι της και μέσα στον πλωτό Στρυμόνα συγκεντρώθηκε ο πολυπληθής στρατός και ο μεγάλος του στόλος. Ο Μέγας Αλέξανδρος, πριν ξεκινήσει την εκστρατεία του, συμπεριέλαβε την Αμφίπολη ανάμεσα στις έξι πόλεις όπου θα κτιζόταν ένας μεγαλοπρεπής ναός για τον οποίο πρόσφερε 315 τόνους ασήμι.
Με την Αμφίπολη συνδέονται σημαντικές προσωπικότητες του μακεδονικού βασιλείου, όπως οι τρεις στρατηγοί του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Νέαρχος, Ηφαιστίωνας και Λαομέδων, που διέμεναν στην πόλη. Μετά τον θάνατό του, η φρουρά της πόλης παρέμεινε πιστή στη μητέρα του Ολυμπιάδα και μόνο μετά από διαταγή της δέχτηκε να παραδώσει την πόλη στον Κάσσανδρο, έναν από τους διαδόχους του. Ο τελευταίος φυλάκισε στην Αμφίπολη τη σύζυγο του Μεγάλου Αλεξάνδρου Ρωξάνη και τον γιο του Αλέξανδρο Δ΄, τους οποίους έδωσε εντολή να δολοφονηθούν. Το 179 π.Χ., ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Ε΄ πέθανε και ενταφιάστηκε στην Αμφίπολη.
Το τελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας του μακεδονικού βασιλείου γράφτηκε στην Αμφίπολη. Το 168 π.Χ., ο Περσέας, γιος του Φιλίππου Ε΄ και τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας, μετά την ήττα του στη μάχη της Πύδνας από τον Ρωμαίο στρατηγό Αιμίλιο Παύλο, επιχείρησε χωρίς επιτυχία να αντισταθεί στην Αμφίπολη, που αποτέλεσε το τελευταίο του έρεισμα στον αγώνα του εναντίον των Ρωμαίων. Μετά τη νίκη του, ο Αιμίλιος Παύλος εγκαταστάθηκε στην πόλη, στην οποία έγινε η επίσημη παράδοση της Μακεδονίας στους Ρωμαίους. Για να γιορτάσει τη νίκη του καθιέρωσε αγώνες με συμμετοχή Ελλήνων και ξένων από διάφορες πόλεις της Ασίας. Η Αμφίπολη ορίστηκε πρωτεύουσα της πρώτης μερίδας, της μίας από τις τέσσερις διοικητικές περιφέρειες (regiones) στις οποίες διαιρέθηκε η Μακεδονία. Με τη μετατροπή της Μακεδονίας σε ρωμαϊκή επαρχία το 148 π.Χ., η Αμφίπολη ανακηρύχθηκε «ελεύθερη πόλη» (civitas libera), διατηρώντας την αυτονομία της, με τοπικούς άρχοντες για τη ρύθμιση των διάφορων ζητημάτων της.
Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, η πόλη συνέχισε να γνωρίζει μεγάλη οικονομική και εμπορική ακμή. Διατήρησε σημαντικό νομισματοκοπείο, στο οποίο εκδόθηκαν σειρές νομισμάτων που φέρουν την επιγραφή ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΠΡΩΤΗΣ. Τα πλούσια οικοδομήματα, οι επιγραφές και τα λαμπρά έργα τέχνης αποτελούν μάρτυρες της μεγάλης της άνθησης. Στα χρόνια που ακολούθησαν, κατά τον Α΄ Μιθριδατικό πόλεμο και μέχρι την αποκατάσταση της ρωμαϊκής κυριαρχίας στη Μακεδονία από τον Σύλλα (85 π.Χ.), η Αμφίπολη βρέθηκε σε δυσμενή κατάσταση λόγω της διεκδίκησης της περιοχής από τον βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη Στ΄ (120-63 π.Χ.), με τον οποίο συμμάχησαν τα τοπικά θρακικά φύλα. Στα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ. επιτέθηκαν στην πόλη Θράκες, καταστρέφοντας τα οικοδομήματά της.
Ο χριστιανισμός διείσδυσε νωρίς στην Αμφίπολη, καθώς στα 49/50 μ.Χ. την επισκέφτηκε ο απόστολος Παύλος, πηγαίνοντας από τους Φιλίππους στη Θεσσαλονίκη μέσω της Εγνατίας οδού . Ωστόσο, η χριστιανική κοινότητα της πόλης εδραιώθηκε στους επόμενους αιώνες. Πιθανότατα ήδη τον 5ο αιώνα μ.Χ., η Αμφίπολη αναδείχθηκε σε έδρα επισκοπής, αν και επίσκοπος της πόλης μνημονεύεται για πρώτη φορά αργότερα, στην Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης (553 μ.Χ.). Η πόλη, αν και συρρικνωμένη, εξελίχθηκε σταδιακά σε σημαντικό εκκλησιαστικό κέντρο, όπως αποδεικνύει ο μεγάλος αριθμός, το μέγεθος και ο λαμπρός διάκοσμος των παλαιοχριστιανικών μνημείων της.
Στο τέλος της παλαιοχριστιανικής περιόδου (τέλη 6ου-τέλη 7ου αι. μ.Χ.), στο εσωτερικό της οχύρωσης κατασκευάστηκε ένα εγκάρσιο τείχος με πεντάπλευρο πύργο, το οποίο άφησε εκτός των τειχών μία από τις βασιλικές της πόλης (Βασιλική Γ). Το τείχος αυτό, μαζί με έναν μικρό μονόχωρο ναό, που αποκαλύφθηκε στο κεντρικό κλίτος της βασιλικής και χρονολογείται μετά τα μέσα του 6ου αιώνα, αποτελούν τα οψιμότερα αρχαιολογικά κατάλοιπα της Αμφίπολης. Από αυτήν την περίοδο, η πόλη φαίνεται ότι σταδιακά άρχισε να εγκαταλείπεται, πιθανότατα λόγω επιδρομών των Σλάβων, αλλά και φυσικών καταστροφών. Το 692 μ.Χ. αναφέρεται η συμμετοχή επισκόπου της πόλης στα πρακτικά της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου της Κωνσταντινούπολης, ενώ η τελευταία αναφορά στην πόλη χρονολογείται στα 739 μ.Χ., επί του αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ (717-741 μ.Χ.).
Έχει υποστηριχθεί ότι μετά την εγκατάλειψη της πόλης, πιθανότατα τον 9ο αιώνα, οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν νοτιότερα, στη θέση της αρχαίας Ηιόνας, όπου ίδρυσαν τη βυζαντινή Χρυσούπολη, η οποία εξελίχθηκε στη συνέχεια σε δραστήριο λιμάνι και εμπορικό-οδικό σταθμό ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη.
Πάντως, η περιοχή της Αμφίπολης ξανακατοικήθηκε αργότερα. Στην ίδια, την ανατολική όχθη του Στρυμόνα, κοντά στην αρχαία γέφυρα διάβασης του ποταμού, αναπτύχθηκε ο βυζαντινός οικισμός Μαρμάρι, που μνημονεύεται για πρώτη φορά το στα τέλη του 11ου αιώνα (1083) ως «ξενοδοχεῖον …πλησίον τῆς γέφυρας». Ο οικισμός εξυπηρετούσε τις ανάγκες στάθμευσης των ταξιδιωτών που διάβαιναν τον Στρυμόνα από το πέρασμα που αναφέρεται στις γραπτές πηγές ως «Πόρος του Μαρμαρίου». Οπωσδήποτε, η απαίτηση καταβολής αντιτίμου για τη διάβαση του ποταμού, το ονομαζόμενο «ποριάτικο», υποδηλώνει ότι υπήρχαν κάποιες οργανωμένες εγκαταστάσεις για τη διέλευση του ποταμού.
Το Μαρμάρι ως οικισμός επέζησε ως τους πρώιμους οθωμανικούς χρόνους. Τελευταία αναφέρεται στα 1547 από τον Γάλλο περιηγητή Pierre Belon, ενώ η Χρυσούπολη είχε ήδη παρακμάσει. Το πέρασμα, ωστόσο, του ποταμού στο σημείο αυτό διατηρήθηκε έως τον 18ο-19ο αιώνα.
Από τον 17ο-18ο αιώνα τον οικισμό του Μαρμαρίου διαδέχτηκε ένας νέος οικισμός με το όνομα Νεοχώρι (Γενίκιοϊ), ο οποίος αναπτύχθηκε σε μικρή απόσταση, βορειοανατολικά από το Μαρμάρι. Ο Γάλλος πρόξενος Esprit Marie Cousinéry, που πέρασε για πρώτη φορά από την περιοχή το 1779, αναφέρει ότι ο οικισμός αριθμούσε 100 χρόνια ζωής. Το 1922 δημιουργήθηκε ο σύγχρονος προσφυγικός οικισμός, με την ονομασία Αμφίπολη, ο οποίος εκτείνεται στο βόρειο τμήμα της περιτειχισμένης αρχαίας πόλης.
ΜΝΗΜΕΙΑ-ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ
Ελληνιστική και ρωμαϊκή πόλη
Οι ανασκαφές που διενεργούνται χωρίς διακοπή από το 1956 έως σήμερα έχουν αποκαλύψει μεγάλο μέρος από τα τείχη και ορισμένα από τα ιερά και τα ιδιωτικά και δημόσια κτήρια της πόλης, η οποία είχε μεγάλη έκταση, 2.500 στρεμμάτων.
Οχύρωση
Η οχύρωση της Αμφίπολης είναι από τις πιο επιβλητικές της Μακεδονίας. Τα παλαιότερα τμήματα του οχυρωματικού περιβόλου χρονολογούνται στην εποχή της ίδρυσης της πόλης από τον Άγνωνα, ο οποίος, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, ενίσχυσε την πόλη με «μακρό τείχος». Οι μεταγενέστερες οικοδομικές φάσεις της οχύρωσης ανήκουν στους ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους. Ο μεγάλος σε έκταση οχυρωματικός περίβολος ενισχύεται με ορθογώνιους και κυκλικούς πύργους και είναι κτισμένος κατά το ισόδομο ή ψευδοϊσόδομο σύστημα, με λιθοπλίνθους πωρόλιθου, που φέρουν αναθύρωση στα άκρα. Το τείχος είχε περίδρομο, στον οποίο ανέβαιναν οι τοξότες και οι στρατιώτες με λίθινες κλίμακες, ενώ διέθετε ένα περίπλοκο σύστημα προστασίας με μεγάλους οχετούς και αγωγούς για την αποχέτευση των ομβρίων υδάτων και των νερών από τις πλημμύρες του Στρυμόνα. Το καλύτερα διατηρημένο τμήμα του είναι το βόρειο, που σε πολλά σημεία σώζεται σε ύψος 7-8 μ. Ο Βρασίδας φρόντισε μεταξύ των ετών 424 και 422 π.Χ. να επεκτείνει το τμήμα αυτό του τείχους, προκειμένου να το συνδέσει με την ξύλινη γέφυρα του Στρυμόνα. Στο βόρειο τμήμα του τείχους ανοίγεται η Πύλη Γ, η μεγαλύτερη και πιο ισχυρή από τις πέντε πύλες που έχει φέρει στο φως η ανασκαφική έρευνα (Πύλες Α-Ε). Έχει διαστάσεις 13,90 x 9,00 μ. και το πάχος της φθάνει τα 2,00 μ. Η Πύλη Δ ή «Πύλη του Αυγούστου» διαμορφώνεται στο νότιο τμήμα του τείχους και πιθανότατα ήταν η επίσημη είσοδος στην πόλη κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, καθώς γειτνίαζε με την Εγνατία οδό. Έχει διαστάσεις 10,00 x 10,25 μ. και εκατέρωθέν της έχουν στηθεί δύο μαρμάρινα βάθρα χάλκινων ανδριάντων με τιμητικές επιγραφές, που αναφέρουν τον θεοποιημένο Αύγουστο και τον ανθύπατο Λεύκιο Καλπούρνιο Πείσωνα. Από τις υπόλοιπες πύλες του τείχους, ιδιαίτερα σημαντική είναι η διπλή Πύλη Α που διαμορφώνεται στο βόρειο τμήμα του.
Ξύλινη γέφυρα
Σε επαφή με το βορειοδυτικό τμήμα των τειχών της Αμφίπολης και την Πύλη Γ αποκαλύφθηκε η υποδομή της ξύλινης γέφυρας που συνέδεε την πόλη με το λιμάνι της στον ποταμό Στρυμόνα, ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα της ανασκαφής. Πρόκειται για τη γέφυρα στην οποία αναφέρεται ο Θουκυδίδης περιγράφοντας την πολεμική σύγκρουση του Βρασίδα με τον Κλέωνα το 422 π.Χ. Στο σημείο αυτό έχουν αποκαλυφθεί 101 πάσσαλοι από ξύλο δρυός, κυκλικής ή τετράγωνης διατομής, σφηνωμένοι στο αμμώδες έδαφος. Οι 77 πάσσαλοι είναι τοποθετημένοι εξωτερικά της πύλης και οι 24 εσωτερικά αυτής. Είναι διαταγμένοι κατά τετράδες ή τριάδες σε μια επιφάνεια μήκους 275 μ. και πλάτους 4-6 μ., που αντιστοιχεί στο πλάτος της γέφυρας. Η εξέταση των πασσάλων με ραδιοχρονολόγηση (C14) επιβεβαίωσε την κατασκευή του μεγαλύτερου μέρους της γέφυρας κατά τους κλασικούς χρόνους, διαπιστώνοντας ταυτόχρονα ότι η γέφυρα υπήρχε στη θέση αυτή ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους (760 π.Χ.). Στο πέρασμα των αιώνων, μέχρι ακόμη και τους βυζαντινούς και οθωμανικούς χρόνους, γνώρισε πολλές και εκτεταμένες επισκευές.
Ιερά
Στην Αμφίπολη λατρεύονταν πολλές θεότητες, των οποίων, ωστόσο, δεν έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα τα ιερά. Ανάμεσά τους ξεχωριστή θέση κατείχε ο ποταμός Στρυμόνας, που λατρεύτηκε ως θεός από τους κατοίκους της πόλης και απεικονίζεται σε αττικά αγγεία ως σεβάσμιος γενειοφόρος γέροντας.
Το Θεσμοφόριο ή Νυμφαίο αποτελεί το αρχαιότερο ιερό της πόλης, καθώς χρονολογείται στο β΄ μισό του 5ου αιώνα π.Χ., πριν από την ίδρυσή της το 437 π.Χ. Αποκαλύφθηκε σε επαφή σχεδόν με το βόρειο τείχος και συνδέεται με λατρεία χθόνιων θεοτήτων, όπως η Κόρη και πιθανότατα η Αφροδίτη.
Το ιερό της μούσας Κλειούς, που ταυτίστηκε με βάση μία αναθηματική επιγραφή που βρέθηκε στον χώρο του (τέλη 5ου-αρχές 4ου αι. π.Χ.), διατηρείται σε αποσπασματική κατάσταση. Η ύπαρξη ιερού της Κλειούς στην Αμφίπολη μαρτυρείται από τον ιστορικό Μαρσύα που καταγόταν από τους Φιλίππους. Σύμφωνα με τον μύθο, η Κλειώ είναι η μητέρα του τοπικού ήρωα και βασιλιά της Θράκης Ρήσου, τα άλογα του οποίου, λευκότερα και από το χιόνι, έτρεχαν σαν τον άνεμο. Ο Ρήσος σκοτώθηκε στον Τρωικό πόλεμο και ενταφιάστηκε από τον Έκτορα. Υπήρχε χρησμός πως οι Αθηναίοι δεν θα μπορούσαν να ιδρύσουν αποικία στη Θράκη, εάν δεν μετέφεραν τα οστά του Ρήσου από την Τροία. Τότε ο Αθηναίος στρατηγός Άγνωνας τα μετέφερε στην Αμφίπολη, όπου ανέγειρε ταφικό μνημείο κοντά στο ιερό της μητέρας του.
Ένα τρίτο ιερό, κατάλοιπα του οποίου έχουν φέρει στο φως οι ανασκαφές (τέλη 2ου-αρχές 1ου αι. π.Χ.), ήταν πιθανότατα αφιερωμένο στον θεό Άττι, που ανήκει στην ομάδα των ανατολικών θεοτήτων. Η λατρεία του Άττιος, όπως και άλλων αιγυπτιακών θεοτήτων, της Ίσιδος, του Σάραπι και του Ώρου, ήταν ευρύτατα διαδεδομένη στην Αμφίπολη.
Κτηριακό συγκρότημα κλασικών χρόνων - Τάφος του στρατηγού Βρασίδα
Στην περιοχή του Αρχαιολογικού Μουσείου, στον ανατολικό τομέα της πόλης, αποκαλύφθηκε κτηριακό συγκρότημα, η αρχαιότερη φάση του οποίου ανήκει στα τέλη του 5ου-αρχές 4ου αιώνα π.Χ. Στο εσωτερικό του βρέθηκε ένας κιβωτιόσχημος τάφος, που περιείχε μία ασημένια λειψανοθήκη-τεφροδόχο και ένα χρυσό στεφάνι. Η θέση του λιτού τάφου εντός των τειχών, τα πλούσια κτερίσματά του, σε συνδυασμό με ένα όρυγμα-αποθέτη που βρέθηκε δίπλα του, οδηγούν στην άποψη ότι αυτός ανήκε σε ένα πρόσωπο ιδιαίτερα σημαντικό για την πόλη, το οποίο δεν αποκλείεται να είναι ο ίδιος ο Βρασίδας, που λατρεύτηκε ως ήρωας-οικιστής της Αμφίπολης και ενταφιάστηκε με τιμές το 422 π.Χ. στο εσωτερικό της πόλης.
Ελληνιστική οικία
Αποκαλύφθηκε στον νότιο τομέα της πόλης και χρονολογείται στον 2ο αιώνα π.Χ. Ακολουθεί το σχήμα των ελληνιστικών οικιών με περίστυλη αυλή στο κέντρο, γύρω από την οποία οργανώνονται τα δωμάτια. Η ανασκαφική έρευνα της οικίας, που δεν έχει ολοκληρωθεί, έχει φέρει στο φως στο βόρειο τμήμα της δύο δωμάτια που κοσμούνται με αξιόλογες τοιχογραφίες που μιμούνται αρχιτεκτονικά στοιχεία (μίμηση τοιχοποιίας, γείσα, κ.ά.).
Ρωμαϊκή έπαυλη
Έχει αποκαλυφθεί στα νοτιοδυτικά της ακρόπολης, σε απόσταση 200 μ. περίπου από τη Βασιλική Α και χρονολογείται στον 2ο ή 3ο αιώνα μ.Χ. Τα δάπεδά της κοσμούσαν αξιόλογα ψηφιδωτά, όπως η Αρπαγή της Ευρώπης, ο Ποσειδώνας με την Αμυμώνη και η Αρπαγή του Ύλα από τις Νύμφες.
Γυμνάσιο
Αποκαλύφθηκε στον νοτιοανατολικό τομέα της πόλης και αποτελεί ένα εκτεταμένο συγκρότημα αποτελούμενο από επιμέρους εγκαταστάσεις γυμνασίου, παλαίστρας, δεξαμενών, στοών, λουτρών και άλλων κτηρίων. Το συγκρότημα περιλαμβάνει επίσης τον ξυστό ή κατάστεγο δρόμο, μία στεγασμένη στοά μήκους 80 μ. για την άσκηση των αθλητών στον δρόμο σε περίπτωση κακοκαιρίας, και την παραδρομίδα, υπαίθριο διάδρομο, παράλληλο προς τον ξυστό, για την άσκησή τους όταν οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές. Στο συγκρότημα εισερχόταν κανείς μέσω μίας μεγαλοπρεπούς κλίμακας πλάτους 8,70 μ. με δώδεκα βαθμίδες. Το συγκρότημα ιδρύθηκε πιθανότατα στους ύστερους κλασικούς χρόνους, γνώρισε ακμή στην ελληνιστική περίοδο και η λειτουργία του συνεχίστηκε μέχρι τον 1ο αιώνα μ.Χ.
Νεκροπόλεις
Εκτός των τειχών της αρχαίας Αμφίπολης, σε μια ακτίνα μήκους περίπου 4,5 χλμ., εντοπίζεται μεγάλος αριθμός τάφων διαφόρων χρονικών περιόδων. Τα δύο κύρια νεκροταφεία της πόλης, ωστόσο, όπου έχουν βρεθεί τάφοι που κυμαίνονται χρονικά από την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου έως τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους, εντοπίζονται στα ανατολικά και βορειοανατολικά του αρχαιολογικού χώρου (Κλασικό και Ελληνιστικό νεκροταφείο, αντίστοιχα -ο μεγαλύτερος αριθμός των τάφων των δύο νεκροταφείων ανήκει στους κλασικούς και κυρίως στους ελληνιστικούς χρόνους). Ανάμεσα στους τάφους της Αμφίπολης ξεχωρίζει μια σειρά μακεδονικών τάφων, ιδιαίτερα επιμελημένης κατασκευής. Οι περισσότεροι, ωστόσο, βρέθηκαν εν μέρει κατεστραμμένοι από τη δράση τυμβωρύχων. Ο μεγαλύτερος τάφος του ελληνιστικού νεκροταφείου είναι ο Μακεδονικός Τάφος 1, που βρέθηκε ασύλητος. Από το εσωτερικό του περισυλλέγησαν αρκετά πολύτιμα αντικείμενα και χρυσά κοσμήματα.
Η μεγάλη έκταση των νεκροταφείων και η διασπορά των τάφων, σε συνδυασμό με την πολυτέλεια αρκετών ταφικών κατασκευών και των κτερισμάτων τους, είναι ενδεικτικά του υψηλά κοινωνικού, οικονομικού και πολιτιστικού επιπέδου της Αμφίπολης.
Τύμβος Καστά
Βρίσκεται στα βορειοανατολικά της Αμφίπολης, σε μικρή απόσταση έξω από τα βόρεια τείχη της. Η ανασκαφική έρευνα, που πραγματοποιήθηκε μεταξύ 2011 και 2014, προσελκύοντας το ενδιαφέρον της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας και του κοινού, έφερε στο φως γύρω από ολόκληρη την περίμετρο του λόφου έναν μνημειώδη ταφικό περίβολο, ύψους 3 μ. και περιμέτρου 597 μ., κατασκευασμένο εξολοκλήρου από μάρμαρο Θάσου. Η έκτασή του αντιστοιχεί σε περίπου 20 στρέμματα, που είναι η μεγαλύτερη που έχει ανακαλυφθεί σε ταφικό μνημείο της Ελλάδας. Εσωτερικά του περιβόλου, στο νότιο τμήμα του, αποκαλύφθηκε ένας μοναδικός σύνθετος μακεδονικός τάφος, μήκους 24,00 μ., πλάτους 4,50 μ. και ύψους 6,00 μ. μέχρι την καμάρα στέγασής του, η οποία καλύπτει ολόκληρο το μνημείο. Ο τάφος αποτελείται συνολικά από τέσσερις χώρους, συνυπολογίζοντας τον χώρο της εισόδου, στην οποία οδηγεί μνημειώδης κλίμακα με 16 βαθμίδες. Το υπέρθυρο του πρώτου διαφραγματικού τοίχου κοσμείται με δύο ολόγλυφες Σφίγγες από μάρμαρο Θάσου, ενώ το υπέρθυρο του δεύτερου διαφραγματικού τοίχου στηρίζουν δύο συμφυείς σε πεσσούς μαρμάρινες καρυάτιδες. Το δάπεδο του θαλάμου πίσω από τον πρώτο διαφραγματικό τοίχο κοσμεί βοτσαλωτό δάπεδο με γεωμετρικά θέματα (ορθογώνια και ρόμβους), ενώ το δάπεδο του θαλάμου πίσω από τον τοίχο με τις καρυάτιδες καλύπτεται με βοτσαλωτό δάπεδο που απεικονίζει την Αρπαγή της Περσεφόνης. Στον κυρίως ταφικό θάλαμο αποκαλύφθηκε μεγάλος κιβωτιόσχημος τάφος, με λιγοστά κτερίσματα, καθώς αυτός είχε συληθεί ήδη από τους αρχαίους χρόνους. Αναλύσεις των σκελετικών καταλοίπων έδειξαν ότι στον τάφο ήταν θαμμένα πέντε τουλάχιστον άτομα. Για τη χρονολόγηση του τάφου έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις μεταξύ των ερευνητών. Σύμφωνα με την ανασκαφέα, Κατερίνα Περιστέρη, ο τάφος χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αιώνα π.Χ. και πιθανότατα κατασκευάστηκε κατά παραγγελία του Μεγάλου Αλεξάνδρου για τον νεκρό στρατηγό Ηφαιστίωνα, με αρχιτέκτονα τον Δεινοκράτη.
Μνημείο λέοντος
Σήμα κατατεθέν για την περιοχή των Σερρών, το επιτύμβιο μνημείο, που απεικονίζει έναν λέοντα καθισμένο στα πίσω του πόδια, στέκει σήμερα στη δυτική όχθη του Στρυμόνα, δίπλα στην Επαρχιακή οδό που ενώνει την Αμφίπολη με τη Σερραϊκή Ακτή. Με ύψος 5,30 μ., είναι ένα από τα πιο επιβλητικά γλυπτά του τέλους του 4ου αιώνα π.Χ. Τμήματα του υπερμεγέθους λέοντα είχαν βρεθεί από Έλληνες στρατιώτες το 1912, στη συνέχεια από Άγγλους στρατιώτες το 1916 και, τέλος, κατά τα έτη 1930-1931, κατά τη διάρκεια των μεγάλων αποστραγγιστικών έργων από την εταιρεία Monks-Ulen, που εξυγίαναν την πεδιάδα των Σερρών και δημιούργησαν τη λίμνη της Κερκίνης. Η σημερινή βάση του μνημείου, που αναστηλώθηκε το 1936, δεν είναι η αρχική. Όπως έχει υποστηριχθεί πρόσφατα, ο λέοντας αρχικά ήταν τοποθετημένος στην κορυφή του λόφου Καστά, άποψη, ωστόσο, που δεν γίνεται ευρύτερα αποδεκτή.
Παλαιοχριστιανική πόλη
Κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, η Αμφίπολη περιορίστηκε στο μέσο της αρχαίας πόλης, στον χώρο της αρχαίας ακρόπολης, έκτασης 400 στρεμμάτων. Την προστασία της διασφάλιζε ένας οχυρωματικός περίβολος 2.200 μ. περίπου, κατασκευασμένος στο μεγαλύτερο τμήμα του από προγενέστερα αρχιτεκτονικά μέλη. Κατά διαστήματα ενισχύεται με τετράπλευρους πύργους και έναν κυκλικό στη βορειοανατολική γωνία.
Μέσα στην περιτειχισμένη έκταση ανασκάφηκαν τέσσερις παλαιοχριστιανικές βασιλικές, που συμβατικά έχουν ονομαστεί Βασιλικές Α-Δ, καθώς επίσης και ένας περίκεντρος ναός. Οι τέσσερις βασιλικές ανήκουν στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής, τον κυρίαρχο αρχιτεκτονικό τύπο κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους σε ολόκληρη τη μεσογειακή λεκάνη. Στη δυτική τους πλευρά διαθέτουν ευρύχωρους νάρθηκες και μεγάλα αίθρια. Αν και έχουν μεγάλες διαστάσεις, είναι μικρότερα σε μέγεθος κτίσματα σε σύγκριση με τις παλαιοχριστιανικές βασιλικές των Φιλίππων και της Θεσσαλονίκης. Κοσμούνται με αρχιτεκτονικά γλυπτά εξαίρετης τέχνης και με αξιόλογα ψηφιδωτά δάπεδα.
Οι ανασκαφές έχουν φέρει ακόμη στο φως τα κατάλοιπα ενός μεγάλου ορθογώνιου κτηρίου στα ανατολικά της Βασιλικής Α που ερμηνεύεται ως επισκοπικό μέγαρο. Στη νοτιοδυτική γωνία του αναπτύσσονται τρία επιμήκη ορθογώνια διαμερίσματα, που πιθανότατα αποτελούσαν δεξαμενές, καθώς οι τοίχοι και ο πυθμένας τους καλύπτονται με υδραυλικό κονίαμα. Κατάλοιπα οικιών και επιτύμβιες επιγραφές συμπληρώνουν την εικόνα της παλαιοχριστιανικής πόλης.
Βασιλική Α
Χρονολογείται στο α΄ μισό του 6ου αιώνα μ.Χ. και αποτελεί τη μεγαλύτερη σε μέγεθος εκκλησία της Αμφίπολης, καθώς διαθέτει δύο νάρθηκες και ένα μεγάλο αίθριο. Στο δυτικό της τμήμα είναι ενσωματωμένα επιμέρους προσκτίσματα, που εξυπηρετούσαν διάφορες λατρευτικές ανάγκες.
Βασιλική Β
Βασιλική Γ
Η μικρότερη από τις βασιλικές της Αμφίπολης είναι κτισμένη στα δυτικά και πολύ κοντά στη Βασιλική Α. Το αίθριό της δεν διαμορφώνεται ως συνήθως στη δυτική πλευρά, αλλά στη νότια. Η Βασιλική Γ ξεχωρίζει για τα υψηλής ποιότητας ψηφιδωτά της δάπεδα και χρονολογείται στο β΄ μισό του 5ου αιώνα μ.Χ.
Βασιλική Δ
Κτισμένη σε απόσταση 26,50 μ. νοτιοανατολικά της Βασιλικής Α, χρονολογείται, όπως και η Βασιλική Γ, στο β΄ μισό του 5ου αιώνα μ.Χ. Στη δυτική της πλευρά, το αίθριο είναι τετράστωο, με μία διώροφη στοά σε κάθε μία από τις πλευρές του. Η Βασιλική Δ διακρίνεται για τον πλούσιο γλυπτό της διάκοσμο.
Περίκεντρος ναός
Αποκαλύφθηκε σε απόσταση 50 μ. νότια της Βασιλικής Β και αποτελεί το επιβλητικότερο παλαιοχριστιανικό μνημείο της πόλης και έναν από τους λίγους περίκεντρους ναούς αυτής της περιόδου στον ελλαδικό χώρο. Ο πυρήνας του ναού είναι ένα κεντρικό εξάγωνο που περιβάλλεται σε όλες του τις πλευρές, εκτός από την ανατολική, από έναν περιφερειακό διάδρομο οκταγωνικής κάτοψης. Η αψίδα που προεξέχει στα ανατολικά είναι πεντάπλευρη και πλαισιώνεται από δύο ορθογώνιους χώρους. Δυτικά του ναού ανασκάφηκε τετράστωο αίθριο με δίτονες (διώροφες) κιονοστοιχίες. Σε επαφή με τις δύο πλάγιες πλευρές του αιθρίου αποκαλύφθηκε μια σειρά από προσκτίσματα. Τα δάπεδα του ναού κοσμούνταν με πλούσια μαρμαροθετήματα, ενώ οι τοίχοι του καλύπτονταν με εντοίχια ψηφιδωτά, όπως μαρτυρούν τα σπαράγματα που βρέθηκαν κατά τη διάρκεια της ανασκαφής. Ο ναός, με βάση τον πλούσιο γλυπτό διάκοσμο των αρχιτεκτονικών του μελών, χρονολογείται στις αρχές του 6ου αιώνα.
Πύργοι του Μαρμαρίου και του Χάνδακα
Στα μέσα του 14ου αιώνα, στην περιοχή της Αμφίπολης δραστηριοποιούνταν οι τυχοδιώκτες αδελφοί, Αλέξιος, μέγας στρατοπεδάρχης, και ο Ιωάννης, μέγας πριμικήριος, οι οποίοι, ως σύμμαχοι του αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου (1341-1391), κατέλαβαν μεγάλες εκτάσεις γης στην Ανατολική Μακεδονία, τις οποίες απέσπασαν από τους Σέρβους. Στα 1367 (σύμφωνα με χαμένη σήμερα κτητορική επιγραφή), κοντά στον βυζαντινό οικισμό του Μαρμαρίου ανήγειραν τον ομώνυμο πύργο, τον οποίο παραχώρησαν ως μετόχι στη μονή Παντοκράτορος, που ίδρυσαν την ίδια περίπου εποχή στο Άγιον Όρος. Το παντοκρατορινό μετόχι είχε πολύ μεγάλη έκταση και περιλάμβανε και άλλους οικισμούς της περιοχής. Ο πύργος έχει εξωτερικές διαστάσεις 10,00 x 10,65 μ. Διατηρείται σε ύψος 14,00 μ. και αρχικά ήταν τριώροφος. Είναι κτισμένος με δομικό υλικό από τα κτήρια της αρχαίας Αμφίπολης. Η είσοδός του ανοίγεται για λόγους ασφαλείας στο μέσο περίπου της βόρειας του πλευράς, σε ύψος 2,50 μ. από την επιφάνεια του εδάφους.
Ο πύργος του Χάνδακα, που υψώνεται στη δυτική όχθη του Στρυμόνα, πήρε την ονομασία του από τον οικισμό που θεωρείται ότι υπήρχε σε αυτή τη θέση. Προηγείται χρονικά του πύργου του Μαρμαρίου, αφού θεωρείται ότι περιήλθε στη δικαιοδοσία της μονής Ζωγράφου του Αγίου Όρους μαζί με τον ομώνυμο οικισμό το 1342, με χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου. Ο πύργος διατηρείται αποσπασματικά, φθάνοντας σε ύψος τα 8,00 μ. Πρόκειται για τετράγωνο κτίσμα, εσωτερικών διαστάσεων 7,00 x 7,00 μ. Όπως και ο πύργος του Μαρμαρίου, ήταν πιθανότατα τριώροφος. Στην τοιχοποιία του παρατηρείται επίσης η χρήση οικοδομικού υλικού από προγενέστερα κτήρια της Αμφίπολης. Ενισχύεται στατικά με δώδεκα αντηρίδες ενσωματωμένες στους τοίχους (τρεις σε κάθε πλευρά), από τις οποίες διατηρούνται σήμερα οι μισές.
Οι δύο πύργοι δεν είχαν αμυντικό χαρακτήρα, καθώς, απομονωμένοι όπως ήταν, αποτελούσαν εύκολο στόχο των επιτιθέμενων. Η λειτουργία τους συνδέεται με τον έλεγχο του «πόρου του Μαρμαρίου», την είσπραξη του «ποριάτικου» φόρου για λογαριασμό των δύο μονών και για τη συγκέντρωση και διακίνηση της αγροτικής παραγωγής της ενδοχώρας του Στρυμόνα, κυρίως δημητριακών, οι οποίες πραγματοποιούνταν με τα καράβια που διέθεταν οι ίδιες οι μονές. Στην περιοχή των δύο πύργων, η οποία βρίσκεται σε σχετικά μικρή απόσταση από το Άγιον Όρος, οι μονές είχαν στην κατοχή τους έναν σημαντικό αριθμό υδρόμυλων, για την κυριότητα των οποίων ξέσπασαν κατά καιρούς αρκετές διαμάχες.
Χρυσούπολη
Το κάστρο της Χρυσούπολης διατηρείται δίπλα στις εκβολές του Στρυμόνα, στη θέση Καλέδες, πολύ κοντά στη θέση της αρχαίας Ηιόνας. Με βάση τα ευρήματα της επιφανειακής έρευνας, η ίδρυσή του ανάγεται στον 9ο-10ο αιώνα. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι βυζαντινές πηγές συγχέουν τη Χρυσούπολη με την Αμφίπολη. Στην τοιχοποιία του κάστρου της Χρυσούπολης αναγνωρίζονται διαφορετικές οικοδομικές φάσεις, με σημαντικότερη εκείνη που αποδίδεται στον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ΄ Παλαιολόγο (1328-1341). Το κάστρο περιέκλειε αρχικά μια έκταση 25 στρεμμάτων και στη συνέχεια επεκτάθηκε προς τα ανατολικά με την προσθήκη ενός μεγαλύτερου οχυρωματικού περίβολου, ο οποίος περικλείει έκταση 65 στρεμμάτων.
Άργιλος
Η παλαιότερη από τις αποικίες της Άνδρου στις ακτές του Βορείου Αιγαίου ανασκάπτεται τα τελευταία χρόνια από την Αρχαιολογική Υπηρεσία σε συνεργασία με το Καναδικό Ινστιτούτο και το Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ. Βρίσκεται στην ακτή του Στρυμονικού κόλπου, σε απόσταση περίπου 6 χλμ. από την αρχαία Αμφίπολη και 4 χλμ. δυτικά των εκβολών του Στρυμόνα. Η ανασκαφή έχει φέρει στο φως δημόσια και ιδιωτικά κτήρια της πόλης.
Μουσείο
Αρχαιολογικό Μουσείο Αμφίπολης
Βρίσκεται στον σύγχρονο οικισμό της Αμφίπολης. Μέσα από έναν μεγάλο αριθμό αντικειμένων, παρουσιάζεται ο μεγάλος αρχαιολογικός πλούτος της Αμφίπολης και της ευρύτερής της περιοχής. Αντικείμενα από την Αμφίπολη εκτίθενται και στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Καβάλας.






