Αλεξανδρούπολη
Αλεξανδρούπολη, η πόλη που «γεννήθηκε» τον 19ο αιώνα
Η Αλεξανδρούπολη, πρωτεύουσα σήμερα της Π.Ε. Έβρου και η μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, έχει μία ιδιάζουσα για τον ελληνικό χώρο ιστορία, καθώς ιδρύθηκε μόλις στο β΄ μισό του 19ου αιώνα.
Οι αρχαιολογικές ενδείξεις υποδεικνύουν ότι κατά την αρχαιότητα, στη θέση της Αλεξανδρούπολης βρισκόταν η αρχαία πόλη Τέμπυρα, που ιδρύθηκε πιθανότατα από αποίκους της Σαμοθράκης, αποτελώντας μία από τις πόλεις των απέναντι θρακικών ακτών, της λεγόμενης Σαμοθρακικής Περαίας. Στα ρωμαϊκά οδοιπορικά, η Τέμπυρα (Timpiro ή mutatio ad Unimpara) αναφέρεται ως σταθμός ανεφοδιασμού (mutatio) της Εγνατίας οδού, σε απόσταση 8 ή 9 ρωμαϊκών μιλίων (12 ή 14 χλμ., αντίστοιχα) από τον προηγούμενο σταθμό της Τραϊανούπολης. Η απόσταση αυτή αντιστοιχεί πράγματι στην απόσταση της σημερινής Αλεξανδρούπολης από τον αρχαιολογικό χώρο της Τραϊανούπολης, στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της ταύτισής της με την αρχαία Τέμπυρα. Υπάρχει, ωστόσο, και η άποψη ότι στη θέση της Αλεξανδρούπολης βρισκόταν η αρχαία Σάλη, επίσης αποικία της Σαμοθράκης.
Ιστορική διαδρομή
Οι μέχρι σήμερα αρχαιολογικές ενδείξεις για την ύπαρξη οικισμού στη θέση της σημερινής Αλεξανδρούπολης κατά τους αρχαίους χρόνους είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Σποραδικά ευρήματα ανασκαφών, που έχουν διενεργηθεί στην πόλη, ανάγονται στους κλασικούς και ελληνιστικούς χρόνους. Τμήματα οργανωμένου νεκροταφείου της ρωμαϊκής περιόδου έχει ανασκαφεί στην περιοχή του Φάρου και του λιμεναρχείου. Στο βόρειο τμήμα της πόλης, στον συνοικισμό της Καλλιθέας, αποκαλύφθηκαν κατάλοιπα λουτρού των ρωμαϊκών χρόνων, ενώ στο ανατολικό άκρο της ανασκάφηκε από τους Βούλγαρους, κατά τους Βαλκανικούς πολέμους, ταφικός τύμβος υστερορωμαϊκών χρόνων.
Θα περάσουν πολλοί αιώνες μέχρις ότου η περιοχή της Αλεξανδρούπολης έρθει και πάλι στο προσκήνιο. Στο β΄ μισό του 19ου αιώνα, στο πλαίσιο της προσπάθειας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να εκσυγχρονιστεί και να μετατραπεί από θεοκρατικό καθεστώς σε σύγχρονο κράτος Δυτικού τύπου, δρομολογώντας ένα φιλόδοξο πρόγραμμα υποδομών, που περιλάμβανε την κατασκευή σιδηροδρόμων, λιμανιών και φάρων από εταιρείες ευρωπαϊκών συμφερόντων που κατείχαν τη σχετική τεχνογνωσία, ιδρύθηκε το Δεδέαγατς, όπως ονομαζόταν η Αλεξανδρούπολη μέχρι το 1920. Συγκεκριμένα, το 1869, η αυστριακή εταιρεία του βαρόνου Maurice de Hirsch έλαβε από την οθωμανική κυβέρνηση το προνόμιο της κατασκευής και της εκμετάλλευσης της «Ενωτικής» σιδηροδρομικής γραμμής Κωνσταντινούπολης-Θεσσαλονίκης, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την υποχρέωση να κατασκευάσει εμπορικό λιμάνι στην Αίνο. Η Αίνος (σημερινή Ενέζ της Τουρκίας), κτισμένη στις εκβολές του ποταμού Έβρου, αποτελούσε μέχρι τότε το επίνειο της Αδριανούπολης, με την οποία επικοινωνούσε μέσω του ποταμού, που τότε ήταν πλωτός. Η οθωμανική κυβέρνηση σκόπευε να συνδέσει σιδηροδρομικά την Αίνο με την Αδριανούπολη προς διευκόλυνση των εξαγωγών των προϊόντων της πλούσιας θρακικής ενδοχώρας. Οι συνεχείς, ωστόσο, προσχώσεις του Έβρου δυσχέραιναν την κατασκευή των λιμενικών εγκαταστάσεων, με αποτέλεσμα η εταιρεία να ζητήσει και να λάβει τη συγκατάθεση της οθωμανικής κυβέρνησης για την ίδρυση λιμανιού δυτικά του Έβρου, στην περιοχή της σημερινής Αλεξανδρούπολης.
Το 1872 ξεκίνησαν τα λιμενικά έργα, ενώ το 1873 λειτούργησε η σιδηροδρομική γραμμή Αδριανούπολη-Δεδέαγατς. Γύρω από τον σταθμό άρχισε να δημιουργείται η νέα πόλη, που περιλάμβανε τα πρώτα απαραίτητα για τη λειτουργία της κτήρια: αποθήκες, τελωνείο, καθώς και κτήρια για την εγκατάσταση των Ευρωπαίων μηχανικών, των υπαλλήλων και των εργαζομένων του σιδηροδρόμου. Σταδιακά, η Αίνος άρχισε να παρακμάζει και οι Έλληνες που ήταν εγκατεστημένοι εκεί εγκαταστάθηκαν ομαδικά στη νεοϊδρυθείσα πόλη, η οποία συγκέντρωσε έκτοτε το εξαγωγικό εμπόριο της Θράκης.
Στο τέλος του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1877-1878), η πόλη κατελήφθη από τη Ρωσία. Οι Ρώσοι, στους οποίους οφείλεται η σημερινή ιπποδάμεια ρυμοτομία της πόλης, σε συνεργασία κυρίως με Έλληνες, κατήρτισαν πολεοδομικό σχέδιο (1878), με το οποίο επιχείρησαν να την επεκτείνουν «επί νέου ευρωπαϊκού ρυθμού», με μεγάλους και ευθείς δρόμους, λεωφόρους, πλατείες και «υπέροχον θέαν προς την θάλασσαν». Με την ανάκτηση του Δεδέαγατς από τους Οθωμανούς συνεχίστηκε η ταχύτατη ανάπτυξη της πόλης. Το λιμάνι της απέκτησε ιδιαίτερα μεγάλη κίνηση και κατασκευάστηκε ο γνωστός Φάρος. Είναι χαρακτηριστικό ότι, στα τέλη του 19ου αιώνα, από το Δεδέαγατς εξάγονταν προϊόντα αξίας 61 εκατομμυρίων φράγκων, έναντι προϊόντων αξίας 45,5 εκατομμυρίων που εξάγονταν από την Κωνσταντινούπολη και 29 εκατομμυρίων από τη Θεσσαλονίκη. Το 1896, από το Δεδέαγατς πέρασε κλάδος της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Κωνσταντινούπολης, καθιστώντας την πόλη μέρος ενός δεύτερου σιδηροδρομικού άξονα. Η μεγάλη εμπορική κίνηση της πόλης οδήγησε στην ταχύτατη οικονομική και πολιτιστική της ανάπτυξη. Εγκαινιάστηκαν υποκαταστήματα τραπεζών, ασφαλιστικών και ναυτιλιακών εταιρειών, ενώ ιδρύθηκαν σχολεία, εκκλησίες και διοικητικά κτήρια. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η Αλεξανδρούπολη αποτελούσε μία κοσμοπολίτικη πόλη, που συγκέντρωνε Έλληνες, Οθωμανούς, Αρμένιους, Εβραίους και Ευρωπαίους, οι οποίοι για την εξυπηρέτηση των λατρευτικών και εκπαιδευτικών τους αναγκών φρόντιζαν για την ανέγερση θρησκευτικών κτηρίων και σχολείων. Η Ελληνική Κοινότητα, αμέσως μετά την εγκατάστασή της στην πόλη, έκτισε έναν μικρό ναό και ένα σχολείο. Το 1887 διατηρούσε Αστική Σχολή Αρρένων, παρθεναγωγείο και νηπιαγωγείο. Η σταδιακή πληθυσμιακή και οικονομική άνοδος της Ελληνικής Κοινότητας της πόλης, σε συνδυασμό με την εγκατάλειψη της Αίνου, οδήγησε το 1890 στη μεταφορά της έδρας της μητρόπολης από την Αίνο στο Δεδέαγατς. Οι εγκατεστημένοι Ευρωπαίοι στην πόλη (Φραγκολεβαντίνοι), υπάλληλοι κυρίως του σιδηροδρόμου και των προξενείων, αλλά και έμποροι και επιχειρηματίες, έδιναν έναν ευρωπαϊκό αέρα στην πόλη.
Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων (1912-1913), στις 8 Νοεμβρίου του 1912, το Δεδέαγατς πέρασε στην κυριαρχία των Βουλγάρων και με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913), παραχωρήθηκε, μαζί με την υπόλοιπη Δυτική Θράκη, στη Βουλγαρία. Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγύ (27 Νοεμβρίου 1919), η Βουλγαρία παραιτήθηκε των κυριαρχικών της δικαιωμάτων επί της Δυτικής Θράκης και η πόλη βρέθηκε υπό καθεστώς διασυμμαχικής διοίκησης, με επικεφαλής Γάλλους και έναν Έλληνα κυβερνητικό αντιπρόσωπο, τον Χαρίσιο Βαμβακά, στενό συνεργάτη του Ελευθέριου Βενιζέλου (Διασυμμαχική Θράκη). Τη 14η Μαΐου 1920, οι δυνάμεις του ελληνικού στρατού, με επικεφαλής τον στρατηγό Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάν, ύψωσαν την ελληνική σημαία στο Διοικητήριο της πόλης. Αμέσως ξεκίνησε η συζήτηση για τη μετονομασία της πόλης και προτάθηκε η ονομασία Νεάπολη.
Τον Ιούλιο του 1920 επισκέφθηκε την πόλη ο βασιλιάς Αλέξανδρος Α΄ της Ελλάδας και οι τοπικές αρχές αποφάσισαν να της δώσουν το όνομά του. Με τη Συνθήκη των Σεβρών (28 Ιουλίου 1920), η Αλεξανδρούπολη περιήλθε στο Ελληνικό κράτος. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922) και την ανταλλαγή πληθυσμών, ο πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε σημαντικά με τον ερχομό 8.000 προσφύγων από τη Βόρεια και την Ανατολική Θράκη, τη Μικρά Ασία και τη Μαύρη Θάλασσα. Μετά το 1920, η πρώτη αιρετή δημοτική αρχή προσπάθησε να επιλύσει πολλά από τα προβλήματα της πόλης. Η ύδρευση, ο ηλεκτροφωτισμός, οι τηλεπικοινωνίες και οι δρόμοι αποτέλεσαν προτεραιότητες για να εκσυγχρονιστεί η πόλη, η οποία είχε αναπτυχθεί εν τω μεταξύ εντυπωσιακά, σε μεγάλα οικοδομικά τετράγωνα.
Η οικοδομική και οικονομική ανάπτυξη της Αλεξανδρούπολης συνεχίστηκε μέχρι το 1940, οπότε ανακόπηκε από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου παρέμεινε για τρία χρόνια υπό βουλγαρική κατοχή (1941-1944). Το τέλος του πολέμου σηματοδότησε την αρχή της ανάκαμψης της πόλης. Μετά το 1950, η Αλεξανδρούπολη ακολούθησε την πορεία των άλλων ελληνικών αστικών κέντρων, με την οικονομία της να γνωρίζει μεγάλη άνθηση, τις πολυκατοικίες να αντικαθιστούν τα όμορφα νεοκλασικά της κτήρια και την ίδια την πόλη να επεκτείνεται σε πλάτος, αλλά και σε «ύψος».
Μνημεία
Φάρος
Το μνημείο, σύμβολο της πόλης, ξεκίνησε να κτίζεται γύρω στο 1850 από τη γαλλική Εταιρεία Φάρων και Φανών (Administration Générale des Phares de l’ Empire Ottoman). Εγκαινιάστηκε την 1η Ιουνίου 1880 και έκτοτε λειτουργεί αδιάλειπτα. Ο Φάρος, ένας από τους ψηλότερους της Ανατολικής Μεσογείου, με ύψος 18 μ., είναι ορατός από απόσταση 24 ναυτικών μιλίων (περίπου 44 χλμ.). Μέχρι το 1973 λειτουργούσε με πετρέλαιο και έκτοτε με ηλεκτρικό ρεύμα.
Μητροπολιτικός ναός Αγίου Νικολάου (πλατεία Μητροπόλεως)
Ο μεγαλοπρεπής ναός στην «καρδιά» της πόλης, που είναι αφιερωμένος στον πολιούχο άγιο της Αλεξανδρούπολης, θεμελιώθηκε το 1892 και εγκαινιάστηκε το 1901, αντικαθιστώντας τον παλιό, μικρών διαστάσεων ξύλινο ναό που είχε αναγερθεί γύρω στο 1860. Στις 15 Μαΐου 1920 τελέστηκε εδώ η επίσημη δοξολογία για την απελευθέρωση της πόλης. Στον ναό του Αγίου Νικολάου φυλάσσεται η ξυλόγλυπτη εικόνα της Παναγίας της Τριφώτισσας, του τέλους του 13ου αιώνα, την οποία έφεραν στην πόλη πρόσφυγες από την Αίνο.
Αρμενική εκκλησία (συμβολή των οδών Ανατολικής Θράκης και 14ης Μαΐου)
Καθολικός ναός Αγίου Ιωσήφ και Επισκοπείο (συμβολή των οδών Ελευθερίου Βενιζέλου και Κομνηνών)
Ο ναός του Αγίου Ιωσήφ, ο μοναδικός καθολικός ναός της Δυτικής Θράκης, ξεκίνησε να κτίζεται στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής το 1896 και ολοκληρώθηκε το 1901. Ξεχωρίζει για την επιμελημένη λιθοδομή του και τις μεγάλες κιονοστοιχίες από πράσινο μάρμαρο στο εσωτερικό του. Ίδιας εποχής είναι το διπλανό διώροφο Επισκοπείο, που χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία του καθολικού ιερέα, αλλά και επισκοπείο της καθολικής κοινότητας της πόλης.
Τζαμί (συμβολή των οδών Εμπορίου και Κασσάνδρας)
Στα ανατολικά της πλατείας Μητροπόλεως, κοντά στο λιμάνι, βρίσκεται το μουσουλμανικό τέμενος, ένα από τα παλαιότερα σωζόμενα θρησκευτικά κτήρια της πόλης, η ανέγερση του οποίου τοποθετείται στα τέλη του 19ου ή στις αρχές του 20ού αιώνα.
Κτήρια Σιδηροδρομικών Σταθμών
Ζωντανό κομμάτι της ιστορίας της πόλης αποτελούν τα σωζόμενα κτήρια των δύο σιδηροδρομικών σταθμών της πόλης, της γραμμής Δεδέαγατς-Αδριανούπολης (1873) και Θεσσαλονίκης-Αλεξανδρούπολης (1895), που ακόμη και σήμερα στεγάζουν υπηρεσίες του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδας ή χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες του Δήμου. Ξεχωρίζει το διώροφο κεντρικό κτήριο του Γαλλικού Σταθμού (1873), στο ανατολικό τμήμα της πόλης, κοντά στο λιμάνι, το οποίο είναι κατασκευασμένο με οπτοπλινθοδομή και καλύπτεται εξωτερικά με ξύλινη επένδυση. Λίγο μακρύτερα, ένα από τα πιο όμορφα κτήρια της πόλης αποτελεί ο λεγόμενος «Στρατιωτικός Σταθμός» (Gare Militaire), που συνδέεται με τη δεύτερη σιδηροδρομική γραμμή (1895). Ακολουθεί πρότυπα των σταθμών της περιοχής των Άλπεων και εντυπωσιάζει με τη χρήση ξύλινων διακοσμητικών στοιχείων στην κύρια όψη του.
Δημόσια κτήρια και κατοικίες
Η Αλεξανδρούπολη διαθέτει μια πλούσια αρχιτεκτονική κληρονομιά και έναν σημαντικό αριθμό δημόσιων κτηρίων και προπολεμικών κατοικιών, που είναι στενά συνδεδεμένα με την ιστορική μνήμη της πόλης. Ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κτήρια της πόλης είναι το λεγόμενο «Καπνομάγαζο», που σήμερα, μετά την ανακαίνισή του, στεγάζει τη Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης (οδός Αίνου 46). Κτίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα ως σχολείο της καθολικής κοινότητας και μετά το 1924 χρησιμοποιήθηκε ως χώρος αποθήκευσης και επεξεργασίας καπνών, απ’ όπου και η ονομασία του. Ανάμεσα στα πιο επιβλητικά κτήρια της πόλης είναι η Ζαρίφειος Παιδαγωγική Ακαδημία, που ξεκίνησε να κτίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα από τις οθωμανικές αρχές, πιθανότατα ως ναυτική ή στρατιωτική σχολή, αλλά ολοκληρώθηκε μετά το 1928, με χορηγία του Κωνσταντινουπολίτη εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Ζαρίφη (σημερινό 1ο Πειραματικό Δημοτικό Σχολείο, οδός Γεωργίου Ζαρίφη 5). Επίσης, η Λεονταρίδειος Αστική Σχολή Αρρένων, στην πλατεία Μητροπόλεως, δίπλα στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου, ανεγέρθηκε το 1909 με δαπάνη του Μαρωνίτη μεγαλέμπορου και τραπεζίτη Αντώνη Λεονταρίδη, και λειτούργησε έως το 1972 ως εξατάξιο Γυμνάσιο (σημ. Εκκλησιαστικό Μουσείο). Ανάμεσα στα πιο αξιόλογα κτήρια της πόλης συγκαταλέγονται επίσης οι αποθήκες του λιμανιού, το Παλιό Νοσοκομείο (σημ. Μουσικό Σχολείο), το 1ο Δημοτικό Σχολείο, το 3ο Δημοτικό Σχολείο, το παλιό κτήριο της Εθνικής Τράπεζας (σημ. κτήριο Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης), το Δικαστικό Μέγαρο, το Ταχυδρομείο, η κατοικία που κτίστηκε από τον Γεώργιο Δελημιχάλη (σημ. Δημοτικό Ωδείο) και το λεγόμενο «Σπίτι της Αντουανέττας» (σημ. Σύλλογος Ελληνογαλλικής Φιλίας). Ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής αξίας βιομηχανικό κτήριο της πόλης αποτελεί ο Μύλος Μασούρα, κτισμένος από το 1930 έως το 1933, για τις ανάγκες επεξεργασίας των σιτηρών της ενδοχώρας της Θράκης.
Μουσεία
Αρχαιολογικό Μουσείο Αλεξανδρούπολης (οδός Μάκρης 44)
Εκκλησιαστικό Μουσείο Ιεράς Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως (οδός Αίνου 18)
Φιλοξενεί έναν μεγάλο αριθμό εκθεμάτων, που κατά κύριο λόγο αποτελούν κειμήλια που έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη.
Εθνολογικό Μουσείο Θράκης (οδός 14ης Μαΐου 63)
Ιστορικό Μουσείο Αλεξανδρούπολης (Λεωφόρος Δημοκρατίας 335)
Μέσα από μία σύγχρονη μουσειολογική και μουσειογραφική προσέγγιση παρουσιάζεται η ιστορία της πόλης της Αλεξανδρούπολης και της ευρύτερής της περιοχής. Το μουσείο περιλαμβάνει επίσης τη συλλογή της λαογράφου Ελένης Φιλιππίδη, που παρουσιάζει τη ζωή των Σαρακατσάνων γυναικών της Θράκης.
Λαογραφικό Μουσείο Καππαδοκικής Εστίας (οδός Μητροπούλου 1)
Το μουσείο στεγάζεται στο παλιό λιθόκτιστο Δημοτικό Σχολείο της μικρής κοινότητας Νεοχωρίου, λίγα χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Κρυσταλλοπηγής, όπου, κατά τη διάρκεια των εργασιών κατασκευής της Εγνατίας οδού, ήρθαν στο φως σημαντικές αρχαιότητες. Το μουσείο φιλοξενεί πλούσια εκθέματα, που συνδέονται με την καθημερινή ζωή και τις ασχολίες των κατοίκων της περιοχής.
Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Αλεξανδρούπολης (Πλατανότοπος Μαΐστρου)
Το μουσείο, που στεγάζεται σε ένα σύγχρονο κτήριο, πλήρως εναρμονισμένο με το γύρω καταπράσινο περιβάλλον στη μικρή κοινότητα Μαΐστρου, αμέσως ανατολικά της Αλεξανδρούπολης, παρουσιάζει στο κοινό την πλούσια βιοποικιλότητα και τις ιδιαιτερότητες των οικοσυστημάτων της περιοχής του Έβρου.





