Ακόντισμα
Ακόντισμα, ο αρχαίος οικισμός-σταθμός της Εγνατίας οδού στα ανατολικά της Νεάπολης (σημερινής Καβάλας)
Στην κορυφή του φυσικά οχυρού λόφου που υψώνεται ανατολικά της σημερινής παραθαλάσσιας κωμόπολης της Νέας Καρβάλης, στον κόλπο της Καβάλας, διατηρούνται τα κατάλοιπα αρχαίου κάστρου, που, σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, ταυτίζεται με το γνωστό από τις γραπτές πηγές πόλισμα του Ακοντίσματος. Στα ρωμαϊκά οδοιπορικά, το Ακόντισμα αναφέρεται ως ο πρώτος σταθμός (mansio) της Εγνατίας οδού μετά τη Νεάπολη (σημερινή Καβάλα), από την οποία απείχε 9 ρωμαϊκά μίλια, απόσταση που συμπίπτει πράγματι με αυτή των 13 περίπου χλμ. που χωρίζουν τον αρχαίο οικισμό από την Καβάλα. Το Ακόντισμα μνημονεύεται σε μιλιοδείκτη που βρέθηκε στο Καλαμπάκι Δράμας και αναφέρεται σε επισκευή της Εγνατίας οδού το 112 μ.Χ., στα χρόνια του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τραϊανού (98-117 μ.Χ.). Στον οικισμό Λεύκη, σε μικρή απόσταση βόρεια της Νέας Καρβάλης, έχει βρεθεί ένας ακόμη μιλιοδείκτης που αναφέρεται σε επισκευή της Εγνατίας οδού το 216-217 μ.Χ., επί του Ρωμαίου αυτοκράτορα Καρακάλλα (198-217 μ.Χ.), λείπει ωστόσο το τέλος της επιγραφής, όπου πιθανότατα θα μνημονευόταν ο σταθμός της αρχαίας οδού. Ο Ρωμαίος ιστορικός Αμμιανός Μαρκελλίνος (4ος αι. μ.Χ.) χαρακτηρίζει την περιοχή του Ακοντίσματος ως ορεινή και δεσπόζουσα σε στενά περάσματα. Στον Συνέκδημο του Ιεροκλέους, που συντάχθηκε λίγο πριν το 535 μ.Χ., το Ακόντισμα αναφέρεται ως μία από τις 32 πόλεις της επαρχίας του Ιλλυρικού, της μεγάλης διοικητικής περιφέρειας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Ο λόφος, όπου είναι κτισμένο το Ακόντισμα, είναι ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, καθώς βρίσκεται σε μια στενή λωρίδα γης, ανάμεσα στην ακτογραμμή και τις νότιες υπώρειες του όρους Λεκάνη. Από τη θέση αυτή, που στην αρχαιότητα είναι πιθανό μάλιστα να ήταν παραλιακή, καθώς λόγω των προσχώσεων η ακτογραμμή έχει μεταβληθεί, ήταν δυνατό να ελέγχεται η διέλευση της Εγνατίας οδού, η οποία μετά τη Νεάπολη διέσχιζε την πεδιάδα της Χρυσούπολης συνεχίζοντας προς τα ανατολικά με κατεύθυνση προς τον Νέστο και τη Θράκη. Η αρχαία οδός είναι πιθανό ότι διερχόταν από τον αυχένα του λόφου, έξω από την κύρια βόρεια πύλη του Ακοντίσματος, απ’ όπου περνάει και η σύγχρονη Εγνατία οδός. Η διέλευση της Εγνατίας οδού από τη νότια πλευρά του λόφου, παράλληλα με την ακτογραμμή, απ’ όπου διέρχεται και η Παλαιά Εθνική οδός Καβάλας-Ξάνθης, φαίνεται λιγότερο πιθανή. Λείψανα παλαιού οδοστρώματος, όχι όμως απαραίτητα της αρχαίας Εγνατίας οδού, έχουν εντοπιστεί στη βόρεια πλευρά του οχυρωμένου λόφου, ακριβώς πάνω από τη σήραγγα της σύγχρονης Εγνατίας.
Το ιδιαίτερο στρατηγικό ενδιαφέρον της ευρύτερης περιοχής αποδεικνύει η ύπαρξη ενός δεύτερου ισχυρού κάστρου, στα δυτικά της Νέας Καρβάλης, σε μικρή απόσταση από το Ακόντισμα, το οποίο χρονολογείται από τα τέλη του 6ου ως τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. Η ταύτισή του παραμένει προβληματική, καθώς έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις μεταξύ των ερευνητών. Ωστόσο, όπως έχει υποστηριχθεί, αποτελεί πιθανότατα έναν από τους πολλούς, γνωστούς από τις γραπτές πηγές, εμπορικούς σταθμούς που είχαν ιδρύσει οι Θάσιοι στα παράλια απέναντι από το νησί τους για την εκμετάλλευση της πλούσιας σε ξυλεία και μεταλλεύματα ενδοχώρας. Ανάμεσα στην Καβάλα και στο Ακόντισμα, κοντά στην κοινότητα του Χαλκερού, στο ύψωμα που είναι γνωστό ως Εσκί Καπού (Παλιά Πύλη) πάνω από την παραλία της Άσπρης Άμμου, διατηρούνται επίσης σε μεγάλο μήκος τα κατάλοιπα ενός διατειχίσματος, που διαμορφώνεται από δύο παράλληλα τείχη πάχους 0,75-0,80 μ., μεταξύ των οποίων μεσολαβεί ένας διάδρομος πλάτους 1,00-1,10 μ. για την κυκλοφορία των στρατιωτών. Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Τσουρής το ταυτίζει με το Διατείχισμα του Ακοντίσματος, που σύμφωνα με τον ιστορικό Αμμιανό Μαρκελλίνο, υψώθηκε το 395 μ.Χ. στη Μακεδονία από τον magister militum per Illyricum (ανώτερο στρατιωτικό αξιωματούχο) Aequitius. Η παραπάνω, ωστόσο, ταύτιση διατυπώνεται με επιφύλαξη, καθώς η πρόχειρη τοιχοποιία του διατειχίσματος από απλή αργολιθοδομή αποκλίνει από τις ισχυρές και στέρεες οχυρωματικές κατασκευές του 4ου αιώνα μ.Χ. Στο ίδιο ύψωμα διατηρείται ακόμη ένας ισχυρός ορθογώνιος πύργος διαστάσεων 10,95 x 9,10 μ., που η ανέγερσή του τοποθετείται κατά την οθωμανική περίοδο, πιθανότατα τον 16ο αιώνα.
Ο οχυρωματικός περίβολος του Ακοντίσματος έχει σχήμα ελλειψοειδές και κατά διαστήματα ενισχύεται με τετράπλευρους πύργους. Διατηρείται σε μέγιστο ύψος 3,50 μ. και είναι κτισμένος από αδρά επεξεργασμένους τετράπλευρους λίθους, τοποθετημένους σε ισοϋψείς σειρές, χωρίς συνδετικό κονίαμα. Η κύρια πύλη εισόδου στο κάστρο ανοίγεται στη βόρεια πλευρά και προστατεύεται από δύο ισχυρούς πύργους. Μία δεύτερη πύλη διαμορφώνεται στη δυτική πλευρά του τείχους.
Με βάση τα αποτελέσματα της περιορισμένης κλίμακας ανασκαφικής έρευνας που έχει διενεργηθεί στο Ακόντισμα, η ίδρυση του ανάγεται στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., στα χρόνια του βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρου (316-297 π.Χ.). Η πιθανότητα να αποτελεί έναν ακόμη εμπορικό σταθμό των Θασίων του τέλους του 6ου αιώνα π.Χ. δεν μπορεί να αποκλειστεί από τα δεδομένα της μέχρι σήμερα έρευνας.
Λόγω της σημαντικής θέσης του οικισμού, τα τείχη έχουν δεχθεί επεμβάσεις σε διάφορες εποχές, με περισσότερο αναγνωρίσιμες αυτές των ύστερων ρωμαϊκών χρόνων και της μέσης βυζαντινής περιόδου (τέλη 10ου-αρχές 11ου αι.). Στις αρχές επίσης του 20ού αιώνα, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Βούλγαροι προχώρησαν σε εκτεταμένες εργασίες με σκοπό τη δημιουργία διαδρόμων-χαρακωμάτων.
Μουσεία
Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο, Νέας Καρβάλη
Το μουσείο δημιουργήθηκε με σκοπό να διαφυλάξει και να διαδώσει την ιστορία του ελληνισμού της Καππαδοκίας, καθώς το μεγαλύτερου μέρος του πληθυσμού της Νέας Καρβάλης κατάγεται από πρόσφυγες της Μικράς Ασίας μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922). Στα εκθέματα του μουσείου, εκτός από σημαντικά κειμήλια και αντικείμενα της καθημερινής ζωής, περιλαμβάνεται μία σπάνια συλλογή βιβλίων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι παλιές εφημερίδες, τα περιοδικά και τα σχολικά βιβλία. που είναι γραμμένα στα καραμανλίδικα, δηλαδή στα τουρκικά με ελληνική γραφή.
