Ακρόπολη Καστρίτσας

Οχυρωμένος λόφος Καστρίτσας, ένα «αρχαιολογικό παλίμψηστο» στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων

Ο επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος στον λόφο της Καστρίτσας, σε μικρή απόσταση δυτικά της σημερινής ομώνυμης κοινότητας, δεσπόζει στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, νοτιοανατολικά της λίμνης Παμβώτιδας (λίμνης των Ιωαννίνων), απέχοντας από τα Ιωάννινα περίπου 12 χλμ. Ο κρημνώδης και φυσικά οχυρά λόφος, που βρίσκεται σε υψόμετρο 250 μ. από την επιφάνεια της λίμνης, αποτελεί ένα «αρχαιολογικό παλίμψηστο», όπου η ανθρώπινη παρουσία καταγράφεται από τους προϊστορικούς μέχρι τους νεότερους ακόμη χρόνους. Στο βόρειο τμήμα της κορυφής του λόφου διασώζονται σε σημαντική έκταση και αξιόλογο ύψος τα κατάλοιπα μίας από τις μεγαλύτερες οχυρωμένες αρχαίες πόλεις της Ηπείρου, έκτασης 345 στρεμμάτων, η ταύτιση της οποίας παραμένει προβληματική. Από τον καθηγητή Σωτήριο Δάκαρη, που πραγματοποίησε τις πρώτες ανασκαφικές έρευνες στον λόφο της Καστρίτσας κατά τη δεκαετία του 1950, όπως και από άλλους μελετητές, έχει προταθεί η ταύτισή της με τη γνωστή από τις αρχαίες πηγές πόλη Τέκμωνα, ωστόσο κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις, όπως ότι πρόκειται για τις αρχαίες Ευρυμενές.

Αεροφωτογραφία του αρχαιολογικού χώρου, φωτ. ΕΦΑ Ιωαννίνων/ Aerial view of the archaeological site, photo: Ephorate of Antiquities of Ioannina
Αεροφωτογραφία του αρχαιολογικού χώρου, φωτ. ΕΦΑ Ιωαννίνων/ Aerial view of the archaeological site, photo: Ephorate of Antiquities of Ioannina

Στην ίδρυση της οχυρωμένης πόλης συνέβαλε η ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας θέση του λόφου, ο οποίος προσφέρει την πλήρη εποπτεία του νότιου μισού του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων, ενώ παράλληλα επιτρέπει τον έλεγχο των αρχαίων οδικών αξόνων από και προς την Ήπειρο και τη Μακεδονία στα βόρεια και τα βορειοδυτικά αντίστοιχα, την περιοχή του Αμβρακικού στα νότια, τη Θεσπρωτία στα δυτικά και τη Θεσσαλία στα ανατολικά μέσω των περασμάτων του όρους Δρίσκος. Βρίσκεται επίσης σε οπτική επαφή με την αρχαία οχυρωμένη πόλη του Μεγάλου Γαρδικίου στο ύψωμα Καστρί, βορειοδυτικά της λίμνης Παμβώτιδας, η οποία ελέγχει με ανάλογο με την Καστρίτσα τρόπο, το βορειοδυτικό τμήμα του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων. 

Ιστορική διαδρομή

Η ανθρώπινη παρουσία στον λόφο της Καστρίτσας τεκμηριώνεται ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους, κατά τους οποίους το ανάγλυφο της περιοχής δεν είχε τη σημερινή μορφή, καθώς, λόγω της αυξομειώσεως της στάθμης των νερών της Παμβώτιδας, ο λόφος είχε τη μορφή μας μικρής χερσονήσου που εισχωρούσε μέσα στα νερά της λίμνης. Στις δυτικές υπώρειες του λόφου βρίσκεται το Παλαιολιθικό σπήλαιο, μία από τις πρωιμότερες εγκαταστάσεις στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, τα πρώτα ίχνη κατοίκησης της οποίας ανάγονται στην Ανώτερη Παλαιολιθική εποχή (22000 π.Χ.). Η επόμενη φάση κατοίκησης του λόφου τοποθετείται στη Νεολιθική εποχή (5500-3200 π.Χ.), με βάση τα ανασκαφικά ευρήματα που αποκαλύφθηκαν σε αποστραγγιστική τάφρο στους πρόποδες του λόφου και σε ένα μικρό σπήλαιο στη βόρεια απόληξή του, μη προσβάσιμο σήμερα λόγω κατολισθήσεων.

Παλαιολιθικό σπήλαιο Καστρίτσας, χάντρες από θαλάσσια όστρεα, 22000-9000 π.Χ., φωτ. ΕΦΑ Ιωαννίνων/ Palaeolithic Cave of Kastritsa, shell beads, 22000-9000 BC, photo: Ephorate of Antiquities of Ioannina
Παλαιολιθικό σπήλαιο Καστρίτσας, χάντρες από θαλάσσια όστρεα, 22000-9000 π.Χ., φωτ. ΕΦΑ Ιωαννίνων/ Palaeolithic Cave of Kastritsa, shell beads, 22000-9000 BC, photo: Ephorate of Antiquities of Ioannina

Στους ανατολικούς πρόποδες του λόφου, η ανασκαφική έρευνα έχει φέρει επίσης στο φως ταφές και τα κατάλοιπα ενός ανοχύρωτου οικισμού, που γνώρισε συνεχή κατοίκηση από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (1600 π.Χ.) έως και τους κλασικούς τουλάχιστον χρόνους (4ο αι. π.Χ.). Πρόκειται για την περίοδο κατά την οποία είχε ήδη εμφανιστεί στην Ήπειρο το ελληνόφωνο φύλο των Μολοσσών, που ήταν εγκατεστημένοι σε κώμες, οικισμούς γεωργοκτηνοτροφικού χαρακτήρα, κατάλοιπα των οποίων έχουν αποκαλυφθεί σε διάφορες θέσεις της ευρύτερης περιοχής. Κινητά ευρήματα της ίδιας εποχής έχουν επίσης αποκαλυφθεί στην κορυφή του λόφου, η οργανωμένη κατοίκηση του οποίου, ωστόσο, με τη μορφή μιας ισχυρά οχυρωμένης πόλης, τοποθετείται, με βάση τα νεότερα ανασκαφικά δεδομένα, στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ., επί του βασιλιά Πύρρου, εποχή κατά την οποία στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων παρατηρείται η ίδρυση ενός εκτεταμένου δικτύου ακροπόλεων, που σε περιόδους κρίσεων παρείχαν προστασία στους πληθυσμούς που ήταν εγκατεστημένοι στις διάσπαρτες πεδινές κώμες. Κατά περιόδους, ωστόσο, έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις σχετικά με τη χρονολόγηση της ίδρυσης της πόλης, συνδέοντάς τη για παράδειγμα με το μεταρρυθμιστικό έργο του βασιλιά των Μολοσσών Θαρύπα (423-404 π.Χ.).

Η οχυρωμένη πόλη της Καστρίτσας γνώρισε μεγάλη ακμή ιδιαίτερα μετά τα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ., όταν συγκροτήθηκαν αρχικά η Άπειρος ή Συμμαχία των Ηπειρωτών (Κοινὸν Ἀπειρωτᾶν) (περ. 329/5-233/2 π.Χ.) και στη συνέχεια το Κοινό των Ηπειρωτών (233/2-168 π.Χ.), συμμαχικές ομοσπονδίες των πόλεων-κρατών της Ηπείρου. Το 167 π.Χ. καταστράφηκε από τους Ρωμαίους, ως τιμωρία για τη βοήθεια που πρόσφεραν οι Ηπειρώτες στον τελευταίο βασιλιά της Μακεδονίας Περσέα κατά τον Γ΄ Μακεδονικό πόλεμο. Η πόλη εξακολούθησε, ωστόσο, να κατοικείται τους μετέπειτα ρωμαϊκούς και παλαιοχριστιανικούς χρόνους, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 6ου αιώνα. Ένα σταθμίο του τέλους του 4ου-αρχών 5ου αιώνα, που βρέθηκε κατά την ανασκαφή ενός μεγάλων διαστάσεων, πιθανότατα δημόσιου, παλαιοχριστιανικού κτηρίου στον λόφο της Καστρίτσας, από κράμα χαλκού με ένθετο ασήμι και την παράσταση δύο αυτοκρατόρων, είναι ενδεικτικό για τη σπουδαιότητα της πόλης κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, εφόσον η ανεύρεσή του προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας κεντρικής διοίκησης -τα σταθμία αποτελούσαν επίσημα επικυρωμένα μετρικά βάρη για το ζύγισμα κυρίως χρυσών νομισμάτων και πολύτιμων μετάλλων.

Τον 11ο με 12ο αιώνα τοποθετείται η ίδρυση της Μονής του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου σε πλάτωμα της δυτικής πλευράς του λόφου, εντός των αρχαίων τειχών, που γνώρισε μεγάλη άνθηση κατά τους οθωμανικούς χρόνους. Στους οθωμανικούς χρόνους τοποθετείται επίσης η ανέγερση του ναού του Αγίου Αθανασίου στο νοτιοανατολικό τμήμα του λόφου, ο οποίος κατεδαφίστηκε κατά τους Βαλκανικούς πολέμους και ανακατασκευάστηκε στην ίδια θέση από τους κατοίκους του σημερινού οικισμού της Καστρίτσας, μετά την ενσωμάτωση των Ιωαννίνων στο Ελληνικό κράτος (1913). Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ο λόφος της Καστρίτσας, λόγω της κομβικής του θέσης για την άμυνα της πόλης των Ιωαννίνων, εντάχθηκε στο αμυντικό πρόγραμμα των Οθωμανών, που οργανώθηκε γύρω στα 1909-1912 από γερμανική στρατιωτική αποστολή με επικεφαλής τον στρατηγό Κόλμαρ φον ντερ Γκολτζ (Colmar von der Goltz) και περιλάμβανε την ενίσχυση της άμυνας και άλλων οχυρών θέσεων στην ευρύτερη περιοχή του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων. Στον λόφο της Καστρίτσας κατασκευάστηκε μια σειρά οχυρωματικών έργων, όπως πυροβολείων, χαρακωμάτων, αποθηκών πυρομαχικών, δεξαμενών και κτηρίων καταυλισμού των στρατιωτών.

Χαρακτηριστικά δείγματα ελληνιστικής κεραμικής από το κτηριακό συγκρότημα Ε, 3ος-2ος αι. π.Χ., φωτ. ΕΦΑ Ιωαννίνων/ Characteristic examples of Hellenistic pottery from Building Complex E, 3rd–2nd c. BC, Photo: Ephorate of Antiquities of Ioannina
Χαρακτηριστικά δείγματα ελληνιστικής κεραμικής από το κτηριακό συγκρότημα Ε, 3ος-2ος αι. π.Χ., φωτ. ΕΦΑ Ιωαννίνων/ Characteristic examples of Hellenistic pottery from Building Complex E, 3rd–2nd c. BC, Photo: Ephorate of Antiquities of Ioannina

Μνημεία

Οχύρωση

Το τείχος της ελληνιστικής πόλης της Καστρίτσας, μήκους 3 περίπου χλμ., έχει επιμήκη κάτοψη, με προσανατολισμό Β-Ν. Ακολουθεί το φυσικό ανάγλυφο του εδάφους και περιτρέχει τη βόρεια απόληξη του λόφου, ενώ στα δυτικά κατεβαίνει χαμηλά στα πρανή του λόφου, σχεδόν μέχρι το επίπεδο της πεδιάδας. Διατηρείται σε ύψος από 2,50 έως 5,00 μ. και έχει μέσο πλάτος περίπου 3,25 μ. Αποτελείται από δύο λιθόκτιστα μέτωπα, με ενδιάμεσο γέμισμα από χώμα και αργούς λίθους ή λατύπη. Όπως συμβαίνει συχνά στις αρχαίες οχυρώσεις της Δυτικής Ελλάδας, η τοιχοποιία του τείχους έχει πολυγωνική μορφή, καθώς είναι κατασκευασμένο από μεγάλες λαξευτές λιθοπλίνθους, που διαθέτουν περισσότερες των τεσσάρων πλευρές. Χαρακτηριστικό επίσης της τοιχοποιίας του τείχους είναι ότι οι λιθόπλινθοι, για λόγους καλύτερης σταθεροποίησης, τοποθετούνται κατά διαστήματα εγκάρσια. Η τοιχοποιία της οχύρωσης διαφοροποιείται κατά τόπους, ακολουθώντας το ισόδομο ή ψευδοϊσόδομο σύστημα, στοιχείο που υποδεικνύει διαφορετικές οικοδομικές φάσεις, οι οποίες ωστόσο είναι δύσκολο να προσδιοριστούν χρονολογικά με βάση τα μέχρι σήμερα ανασκαφικά δεδομένα. Οι επισκευές που παρατηρούνται σε ορισμένα τμήματα της οχύρωσης με εκτεταμένη χρήση αργών λίθων και κονιάματος τοποθετούνται κατά τη βυζαντινή και οθωμανική περίοδο.

Το τείχος ενισχύεται με ισχυρούς τετράπλευρους πύργους και θλάσεις κατά μήκος της νότιας και νοτιοδυτικής πλευράς του λόφου, όπου οι κλίσεις είναι ηπιότερες και κατά συνέπεια περισσότερο ευάλωτες. Με πύργους και με θλάσεις προστατεύονται επίσης οι έξι πύλες που ανοίγονται σε καίρια σημεία του τείχους, σε φυσικά οχυρές θέσεις, τρεις στην ανατολική, μία στη βόρεια και δύο στη νοτιοδυτική του πλευρά. Η κατασκευή των έξι πυλών είναι μνημειώδης με τη χρήση στις γωνίες μεγάλων λαξευτών λίθων. Ανάμεσα στους πύργους του τείχους ξεχωρίζει ο μνημειακός ακραίος ανατολικός πύργος της νότιας πλευράς, ο οποίος αρχικά ήταν ορθογώνιος και σε μία δεύτερη μεταγενέστερη οικοδομική φάση ενισχύθηκε με την προσθήκη μίας τριγωνικής απόληξης, αποκτώντας μια σπάνια στην οχυρωματική πεντάπλευρη, με λογχοειδή απόληξη κάτοψη, συνολικού μήκους εσωτερικά 24,00 μ. και μέγιστου πάχους, στη βάση του τριγώνου, 9,00 μ. Η μετατροπή και ενίσχυση του πύργου τοποθετείται κατά την περίοδο της ρωμαϊκής επέλασης στην Ήπειρο το 167 π.Χ., καθώς, κατά την ανασκαφική έρευνα, διαπιστώθηκε στην εξωτερική πλευρά του πύργου η παρουσία ενός στρώματος καταστροφής («στρώματος μάχης») της εποχής αυτής, με μεγάλες συγκεντρώσεις από σιδερένια βέλη, σιδερένιες αιχμές δοράτων και λίθινες σφαίρες λιθοβόλων πολιορκητικών μηχανών.

Από την ανασκαφική έρευνα, που έχει περιοριστεί στη νότια και νοτιοδυτική πλευρά της οχυρωμένης πόλης, σε μια έκταση 60 περίπου στρεμμάτων, προκύπτει ότι αυτή ήταν πυκνοδομημένη, ακολουθώντας ελεύθερο πολεοδομικό σύστημα, προσαρμοσμένο στις κλίσεις του εδάφους και τα βραχώδη εξάρματα. Οι οικοδομικές νησίδες, που σε ορισμένες περιπτώσεις συγκρατούνται με αναλημματικούς τοίχους, έχουν κοινό προσανατολισμό και ορίζονται από πλατείς ή στενούς δρόμους, πλάτους από 1,00 έως 4,50 μ.

Από τα ευρήματα των ανασκαφών, ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα κατάλοιπα τεσσάρων μεγάλων κτηριακών συγκροτημάτων, η χρήση των οποίων υπήρξε συνεχής από τις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. έως τα τέλη του 6ου αιώνα μ.Χ. Κατά τη διάρκεια της μακραίωνης χρήσης τους, οι εξωτερικές διαστάσεις τους παρέμειναν σταθερές, πραγματοποιήθηκαν, ωστόσο, εκτεταμένες αλλαγές στη διαρρύθμιση των εσωτερικών τους χώρων. Τα κτήρια που τα απαρτίζουν έχουν τετράγωνη σχεδόν κάτοψη, κυμαινόμενου εμβαδού από 120 έως 255 τ.μ. και είναι κατασκευασμένα από μεγάλους ασβεστόλιθους, επίσης με πολυγωνική τοιχοποιία. Η εσωτερική τους διαρρύθμιση χαρακτηρίζεται από τη συμμετρική διάταξη δωματίων στις δύο πλευρές ενός κεντρικού διαδρόμου. Για τη στέγασή τους είχαν χρησιμοποιηθεί πήλινες κεραμίδες. 

Από τα τέσσερα κτηριακά συγκροτήματα, το συμβατικά ονομαζόμενο Ε, συνολικού εμβαδού 1.024 τ.μ., είναι κτισμένο ανάμεσα σε μεγάλες κεντρικές οδούς της πόλης. Πιθανότατα ήταν διώροφο και διέθετε ψηφιδωτά δάπεδα και πήλινο αρχιτεκτονικό διάκοσμο, τμήματα του οποίου αποκαλύφθηκαν κατά την ανασκαφή. Το συγκρότημα περιλάμβανε μία εντυπωσιακή δεξαμενή χωρητικότητας 85 κυβ.μ. και επιμέρους χώρους με στεγανοποιημένα δάπεδα και τοίχους με υδραυλικό κονίαμα, που υποδεικνύουν τη λειτουργία λουτρικών εγκαταστάσεων. Ορισμένοι από τους χώρους του συγκροτήματος είχαν επίσης εργαστηριακή χρήση, όπως υποδηλώνουν τα κατάλοιπα ενός κλιβάνου και διάφορων άλλων πήλινων κατασκευών. Την υδροδότηση του συγκροτήματος εξασφάλιζε ένα δίκτυο αγωγών επιμελημένης κατασκευής. Από το λεγόμενο συγκρότημα Γ-ΣΤ-Ζ-Η-Θ, που έχει συνολική επιφάνεια 1.120 τ.μ. περίπου, ενδιαφέρον παρουσιάζει το μεγάλο κτήριο Γ, το οποίο σώζεται σε ύψος που φθάνει μέχρι και τα 2,00 μ. και εντυπωσιάζει με τη μνημειώδη κατασκευή του από ογκώδεις λιθοπλίνθους.

Τα κινητά ευρήματα της ανασκαφής, όπως τα πολυάριθμα πήλινα υφαντικά βάρη και τα μετάλλινα εργαλεία, που εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων, μας δίνουν πληροφορίες για τις ασχολίες των κατοίκων της πόλης. Τα πήλινα ειδώλια είναι ενδεικτικά για την άσκηση οικιακής λατρείας, ενώ δύο εξάπλευρες πήλινες σφραγίδες υποδεικνύουν βιοτεχνική δραστηριότητα.

Μικρός αριθμός τάφων, που εντοπίστηκε στους ανατολικούς και δυτικούς πρόποδες του λόφου, καταδεικνύει τη θέση των νεκροταφείων της πόλης. Ανάμεσα τους ξεχωρίζει ένας πλούσιος οικογενειακός τάφος του τέλους του 4ου-α΄ μισού 3ου αιώνα π.Χ., με σημαντικά κτερίσματα.

Το κτηριακό συγκρότημα της μονής στο δυτικό τμήμα του λόφου, που στη σημερινή του μορφή είναι το αποτέλεσμα πολλών τροποποιήσεων και επεκτάσεων, περιβάλλεται από λιθόκτιστο περίβολο και περιλαμβάνει διάφορα νεωτερικά κτήρια, όπως ναό αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, παρεκκλήσι των νεομαρτύρων Αγίου Γεωργίου και Αγίας Φιλοθέης, συγκροτήματα κελιών και εργαστηρίων. Το καθολικό, που αποτελεί το παλαιότερο κτίσμα του συγκροτήματος (11ος-12ος αι.) και είναι αφιερωμένο στη Σύλληψη του Τιμίου Προδρόμου, ανήκει στον τύπο του τετράκογχου με τρούλο ναού και διασώζει στο εσωτερικό του τοιχογραφικό διάκοσμο του 17ου αιώνα. Στη δυτική του πλευρά προστέθηκε σε μεταγενέστερη εποχή, μετά την εκτέλεση του τοιχογραφικού του διακόσμου, μία μακρόστενη καμαροσκέπαστη αίθουσα, που καλύπτεται με μονοκλινή κεραμοσκέπαστη στέγη. Στην τοιχοποιία του μνημείου χρησιμοποιείται σε μεγάλη έκταση αρχαίο οικοδομικό υλικό από τον γύρω λόφο. Το τέμπλο του καθολικού είναι ξυλόγλυπτο με αξιόλογες δεσποτικές εικόνες του Χριστού και της Θεοτόκου, υπογεγραμμένες από τον Κρητικό ζωγράφο του 16ου αιώνα Μάρκο Στρελίτζα Μπαθά ή Μάρκο Βαθά.

Η μονή, που κατά τους οθωμανικούς χρόνους διέθετε μεγάλη περιουσία από αμπέλια, μύλους, χωράφια και βοσκοτόπια, χρησιμοποιήθηκε το 1854 ως στρατόπεδο από τους Οθωμανούς και το 1913 από τους Έλληνες, ενώ το 1916 μετατράπηκε σε ορφανοτροφείο. Το 1932, ο ηγούμενος της μονής Δωρόθεος δολοφονήθηκε από ληστές και έκτοτε η μονή ερημώθηκε, μέχρι το 1972, οπότε επαναλειτούργησε ως γυναικεία.

Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες παλαιολιθικές θέσεις του ελλαδικού χώρου με συνεχή κατοίκηση από την 22η έως τη 16η ή 13η χιλιετία π.Χ., κατά τις οποίες επικρατεί ο ανατομικά σύγχρονος άνθρωπος (Homo Sapiens Sapiens). Η ανασκαφική έρευνα των επιχώσεων του σπηλαίου, που έφθαναν σε πάχος μέχρι και 9,00 μ., απέδωσε πλούσια κινητά ευρήματα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται πολυάριθμα λίθινα και οστέινα τέχνεργα. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν οι χάντρες από θαλασσινά όστρεα ή δόντια ελαφιού με στικτή διακόσμηση, και ερμηνεύονται ως σύμβολα κοινωνικής ισχύος και διάκρισης.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Ιωαννίνων