Αιγές

Αιγές, η βασιλική μητρόπολη των Μακεδόνων

Σε μικρή απόσταση 13 περίπου χλμ. νοτιοανατολικά της Βέροιας και της σύγχρονης Εγνατίας οδού βρίσκεται η μικρή κωμόπολη της Βεργίνας, που ιδρύθηκε το 1922, με την εγκατάσταση προσφύγων από τον Πόντο. Ήταν Νοέμβριος του 1977 όταν στο εξώφυλλο των New York Times παρουσιαζόταν μία από τις σημαντικότερες αποκαλύψεις όλων των εποχών, που χαρακτηρίστηκε ως «εύρημα του αιώνα»: ο καθηγητής Μανόλης Ανδρόνικος και οι συνεργάτες του έφεραν στο φως κάτω από έναν τεράστιο χωμάτινο όγκο, ύψους 13 μ. και διαμέτρου 110 μ., τη λεγόμενη Μεγάλη Τούμπα, τέσσερις μνημειακούς τάφους, που χαρακτηρίστηκαν ως βασιλικοί και οι δύο από αυτούς, του «Φιλίππου Β΄» και του «Πρίγκιπα» ή του «Αλεξάνδρου Δ΄», βρέθηκαν ασύλητοι και άθικτοι με ένα πολύτιμο, μοναδικής τέχνης σύνολο ευρημάτων, που φωτίζουν τις γνώσεις μας, όχι μόνο για την ευμάρεια, αλλά και την υψηλή στάθμη του πολιτισμού των αρχαίων Μακεδόνων. Η αποκάλυψη των τάφων της Μεγάλης Τούμπας, που ολοκληρώθηκε το 1980, ήρθε να ενισχύσει παράλληλα την άποψη που είχε διατυπώσει το 1968 ο Άγγλος ιστορικός Nicholas Hammond, βαθύς γνώστης της μακεδονικής τοπογραφίας, ότι τα κατάλοιπα της αρχαίας πόλης, που είχαν έρθει στο φως ήδη με τις πρώτες αρχαιολογικές έρευνες των μέσων του 19ου αιώνα στα νότια της Βεργίνας, ανήκουν στις Αιγές, την πρώτη πρωτεύουσα του βασιλείου των Μακεδόνων, ταύτιση που σήμερα γίνεται ευρύτερα αποδεκτή από την πλειονότητα των ερευνητών. Έκτοτε, οι ανασκαφές, που συνεχίζονται μέχρι και σήμερα, έχουν φέρει στο φως τα ισχυρά τείχη και ορισμένα από τα πιο επιβλητικά κοσμικά και θρησκευτικά κτήρια της πόλης, μαζί με έναν μεγάλο αριθμό ταφικών μνημείων και καλλιτεχνικών αριστουργημάτων, που μαρτυρούν την ιστορική σημασία της αρχαίας μακεδονικής πρωτεύουσας και καθιστούν τον αρχαιολογικό χώρο των Αιγών έναν από τους σημαντικότερους της χώρας, που έχει ενταχθεί στον Κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.

Κεφαλή που ταυτίζεται με τον Φίλιππο Β. Πολυκεντρικό Μουσείο Αιγών/ Ivory head identified as Philip II. Polycentric Museum of Aigai, Royal Tombs–Treasures Exhibition
Κεφαλή που ταυτίζεται με τον Φίλιππο Β. Πολυκεντρικό Μουσείο Αιγών/ Ivory head identified as Philip II. Polycentric Museum of Aigai, Royal Tombs–Treasures Exhibition

Η πόλη των Αιγών είναι κτισμένη σε φυσικά οχυρή θέση, στις βόρειες υπώρειες των Πιερίων, απ’ όπου είναι δυνατή η επόπτευση της εύφορης μακεδονικής πεδιάδας, που απλώνεται μπροστά της. Η θέση της πόλης είναι ταυτόχρονα ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, καθώς από τις Αιγές διερχόταν ο οδικός άξονας που διέσχιζε τα Πιέρια συνδέοντας τις περιοχές της Μακεδονίας με τον νότιο ελλαδικό χώρο. Η νεκρόπολη της πόλης απλώνεται στην πεδιάδα, εκτός των τειχών, σε μια τεράστια έκταση 540 περίπου στρεμμάτων ανάμεσα στη Βεργίνα και τα Παλατίτσια, μία μικρή κοινότητα 3 περίπου χλμ. ανατολικά της Βεργίνας. Φυσικό όριο της εκτεταμένης χώρας, της επικράτειας, των Αιγών, έκτασης περίπου 65.000 στρεμμάτων, αποτελεί στα βορειοδυτικά ο ποταμός Αλιάκμονας, ο οποίος εξασφάλιζε την προστασία της πόλης από τους κινδύνους του βορρά και της επέτρεπε παράλληλα, καθώς ήταν πλωτός, την επικοινωνία με τη θάλασσα, που στην αρχαιότητα εισχωρούσε πιο βαθιά, καλύπτοντας ένα μεγάλο μέρος της σημερινής πεδιάδας της Ημαθίας. Σήμερα, για να φθάσει κανείς από τη Βέροια στη Βεργίνα, διέρχεται από το ειδυλλιακό φυσικό τοπίο του φράγματος του Αλιάκμονα, που οικοδομήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1950, δημιουργώντας την τεχνητή λίμνη της Αγίας Βαρβάρας ή «του Αλιάκμονα».

Ιστορική διαδρομή

Τα πρώτα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή εντοπίζονται σε μία τούμπα της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού (3000 π.Χ.), κοντά στις όχθες του Αλιάκμονα. Κατά την Εποχή του Σιδήρου και τους πρώιμους αρχαϊκούς χρόνους (11ος-7ος αι. π.Χ.), η ευρύτερη περιοχή της Βεργίνας γνώρισε ιδιαίτερα πυκνή κατοίκηση, όπως καταδεικνύει ο σημαντικός αριθμός οικισμών και νεκροταφείων της εποχής αυτής που είναι διάσπαρτοι στον κάμπο και τους γύρω λόφους σε μια μεγάλη ακτίνα, μέχρι και 7 χλμ. από τη Βεργίνα. Στην ίδια την πόλη των Αιγών, οι εκατοντάδες τύμβοι της νεκρόπολής της, με τα ιδιαίτερα πλούσια κτερίσματα, που χρονολογούνται ανάμεσα στον 11ο και τον 7ο αιώνα π.Χ., βεβαιώνουν την παρουσία ήδη από την πρώιμη αυτή εποχή ενός ακμαίου και ισχυρού κέντρου, που διατηρούσε στενές επαφές με τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο.

Οι απαρχές της ίδρυσης των Αιγών χάνονται στη σφαίρα του μύθου, καθώς μάλιστα οι αναφορές της πόλης σε αρχαίους συγγραφείς δεν είναι ιδιαίτερα συχνές. Οι προϋπάρχοντες διάσπαρτοι οικισμοί στην ευρύτερη περιοχή της Βεργίνας και ο πληθυντικός αριθμός του ονόματος των Αιγών, όπως και άλλων αρχαίων ελληνικών μυθικών κέντρων (Ἀθῆναι, Θῆβαι κ.ά.), υποδηλώνουν ότι η πόλη ήταν οργανωμένη «κωμηδόν» ή «κατά κώμας», με έναν κεντρικό οικιστικό πυρήνα, το άστυ, γύρω από τον οποίο αναπτύσσονταν διάσπαρτοι μικροί ή μεγαλύτεροι οικισμοί. Στην περιοχή νότια του Αλιάκμονα βρισκόταν η περίφημη για τις βοσκές και την ξυλεία της «μακεδονὶς γῆ», η κοιτίδα των Μακεδόνων, που ζούσαν από τους αρχαιότατους χρόνους στα Πιέρια όρη και επιδίδονταν σε νομαδική κτηνοτροφία. Ιδρυτής των Αιγών θεωρείται ο μυθικός βασιλικός προπάτορας των Μακεδόνων Κάρανος, γιος του βασιλιά του Άργους Τημένου και απόγονος του Ηρακλή, ή, κατά μία διαφορετική άποψη, ο απόγονος του Καράνου, Περδίκκας Α΄, για την καταγωγή και τη δράση του οποίου υπάρχουν διαφορετικές παραδόσεις. Σύμφωνα με τον ιστορικό Ηρόδοτο, ο Περδίκκας Α΄ κατέφυγε στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. από το Άργος στη Μακεδονία, καταφέρνοντας να αναρριχηθεί στον μακεδονικό θρόνο και να εγκαθιδρύσει τη δυναστεία των Τημενιδών, η οποία έμελλε να παραμείνει επικεφαλής του μακεδονικού βασιλείου για τρεισήμισι αιώνες, με πλέον εξέχοντα μέλη της τον Φίλιππο Β΄ (359-336 π.Χ.) και τον γιο του Μέγα Αλέξανδρο (336-323 π.Χ.). Ο ιστορικός Διόδωρος Σικελιώτης παραδίδει τον συνδεόμενο με την ονομασία της πόλης χρησμό που έδωσε στον Περδίκκα Α΄ το μαντείο των Δελφών, σύμφωνα με τον οποίο, ο Δίας τον πρόσταξε να ιδρύσει την πρωτεύουσα του κράτους του εκεί που θα συναντούσε κατσίκες λευκές σαν το χιόνι, με αστραφτερά κέρατα, να είναι παραδομένες σε βαθύ ύπνο («…ἔνθα δ’ ἂν ἀργικέρωτας ἴδῃς χιονώδεας αἶγας εὐνηθέντας ὕπνῳ») -η ονομασία των Αιγών ερμηνεύεται ως «η πόλη με τα κοπάδια των κατσικιών», από την αρχαία λέξη αἴξ, που σημαίνει κατσίκα.

Χρυσό στεφάνι & λάρνακα, τάφος Φιλίππου Β. Πολυκεντρικό Μουσείο Αιγών/ Gold wreath & larnax from the tomb of Philip II. Polycentric Museum of Aigai, Royal Tombs-Treasures Exhibition
Χρυσό στεφάνι & λάρνακα, τάφος Φιλίππου Β. Πολυκεντρικό Μουσείο Αιγών/ Gold wreath & larnax from the tomb of Philip II. Polycentric Museum of Aigai, Royal Tombs-Treasures Exhibition
Αργυρή υδρία & χρυσό στεφάνι, τάφος “Πρίγκηπα”. Πολυκεντρικό Μουσείο Αιγών/ Silver hydria and gold wreath, tomb of the “Prince". Polycentric Museum of Aigai, Royal Tombs-Treasures Exhibition
Αργυρή υδρία & χρυσό στεφάνι, τάφος “Πρίγκηπα”. Πολυκεντρικό Μουσείο Αιγών/ Silver hydria and gold wreath, tomb of the “Prince". Polycentric Museum of Aigai, Royal Tombs-Treasures Exhibition

Τους μετέπειτα αιώνες, οι διάδοχοι του Περδίκκα Α΄, ανέδειξαν την πόλη των Αιγών στην καθέδρα ενός από τα ισχυρότερα βασίλεια της αρχαιότητας, τα σύνορα του οποίου τετραπλασιάστηκαν κατά το α΄ μισό του 5ου αιώνα π.Χ., στα χρόνια του βασιλιά Αλέξανδρου Α΄, του αποκαλούμενου «Φιλέλληνα» (περ. 495-454 π.Χ.). Οι ισχυροί Μακεδόνες βασιλείς ανέδειξαν παράλληλα τις Αιγές σε ένα ακμαίο καλλιτεχνικό και πνευματικό κέντρο, προσκαλώντας στην αυλή τους μερικούς από τους σημαντικότερους διανοητές και καλλιτέχνες της αρχαιότητας.

Κατά το α΄ μισό του 4ου αιώνα π.Χ., κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αρχελάου (413-399 π.Χ.) ή, κατά άλλους ερευνητές, στην ταραγμένη εποχή που ακολούθησε τη δολοφονία του, επί Αμύντα Γ΄ (393-368 π.Χ.), το διοικητικό κέντρο του μακεδονικού βασιλείου μεταφέρθηκε στην Πέλλα, που βρισκόταν πλησιέστερα στη θάλασσα. Οι Αιγές παρέμειναν, ωστόσο, ο τόπος ενταφιασμού των μελών της βασιλικής οικογένειας και το πατροπαράδοτο κέντρο, όπου τελούνταν οι σημαντικές ιερές τελετές και οι μεγάλες γιορτές του βασιλείου.

Με τα μέχρι σήμερα δεδομένα της ανασκαφικής έρευνας, που έχει αποκαλύψει ένα μικρό μόνο ποσοστό της αρχαίας πόλης των Αιγών, είναι γνωστά λιγοστά μόνο κατάλοιπα κτηρίων των αρχαϊκών και των κλασικών χρόνων (7ος-α΄ μισό 4ου αι. π.Χ.). Την εικόνα, ωστόσο, της πολυάνθρωπης και ακμάζουσας αυτήν την περίοδο πόλης αποκαλύπτουν και πάλι οι εντυπωσιακές για το μέγεθος και τον πλούτο των κτερισμάτων τους ταφές της αχανούς νεκρόπολής της. Τα εισαγόμενα αντικείμενα που συνοδεύουν τους νεκρούς, όπως τα πήλινα αγγεία από την Αθήνα, την Κόρινθο και την ανατολική Ιωνία και τα γυάλινα αγγεία από τη Ρόδο και τη Φοινίκη, μαρτυρούν παράλληλα το εύρος των εμπορικών επαφών που είχαν αναπτύξει οι Αιγές με τα μεγάλα οικονομικά και παραγωγικά κέντρα της εποχής.

Οι Αιγές γνώρισαν μια νέα περίοδο μεγάλης ακμής κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Φιλίππου Β΄, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως ο «χρυσός αιώνας» των Αιγών. Ο εξαίρετος στρατηγός και άριστος διπλωμάτης, που ο ίδιος διέθετε αξιόλογη μόρφωση, αναδείχτηκε σε μαικήνα των γραμμάτων και των τεχνών και εφάρμοσε στις Αιγές ένα μεγαλόπνοο οικοδομικό πρόγραμμα ανεγείροντας σημαντικά δημόσια κτήρια, μεταξύ των οποίων και το επιβλητικό ανάκτορο. Στον Φίλιππο Β΄ αποδίδεται επίσης η οικοδόμηση του μεγάλου θεάτρου, όπου έμελλε να δολοφονηθεί το 336 π.Χ., κατά τη διάρκεια της λαμπρής γιορτής που οργάνωσε για τον γάμο της κόρης του Κλεοπάτρας με τον θείο της, βασιλιά της Ηπείρου, Αλέξανδρο Α΄. Στις Αιγές, αμέσως μετά τη δολοφονία του Φιλίππου Β΄, λόγω της κρίσιμης κατάστασης που δημιουργήθηκε, ανακηρύχθηκε αμέσως βασιλιάς ο Μέγας Αλέξανδρος.

Στα χρόνια των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι Αιγές σταδιακά υποβαθμίστηκαν, ενώ το 276/5 π.Χ. υπέστησαν μεγάλη καταστροφή μετά την ήττα του Αντίγονου Γονατά από τον βασιλιά της Ηπείρου Πύρρο. Οι Γαλάτες μισθοφόροι του Πύρρου άρπαξαν τους θησαυρούς από τους τάφους των βασιλέων και μάλιστα πέταξαν τα οστά των νεκρών για να τους προσβάλουν. Η βίαιη καταστροφή της νεκρόπολης επιβεβαιώνεται ανασκαφικά με την ανεύρεση ενός μεγάλου αριθμού κατεστραμμένων επιτύμβιων στηλών στην επίχωση του τεράστιου τύμβου της Μεγάλης Τούμπας. Το 168 π.Χ., μετά την ήττα του τελευταίου Μακεδόνα βασιλιά Περσέα, οι Αιγές, όπως και η Πέλλα, καταστράφηκαν από τους Ρωμαίους, οι οποίοι ισοπέδωσαν τα τείχη τους και γκρέμισαν τα κτήριά τους. Κατά τη μακραίωνη περίοδο της κυριαρχίας των Ρωμαίων, η ζωή στην πόλη των Αιγών συνεχίστηκε, χωρίς όμως πια την παλιά της αίγλη και χωρίς να ανοικοδομηθούν τα λαμπρά κτήρια της ελληνιστικής περιόδου. Τα ερείπια των προϋπάρχοντων κτηρίων κατέλαβαν πλέον οικίες και ιερά, που κτίστηκαν με υλικά σε δεύτερη χρήση, καθώς επίσης και διάφορα εργαστήρια, υφαντουργεία και βαφεία.

Τον 1ο αιώνα μ.Χ., η πόλη των Αιγών φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε οριστικά, καθώς, όπως έχει υποστηριχθεί, μία μεγάλη κατολίσθηση των Πιερίων κατάχωσε και κατέστρεψε μεγάλο τμήμα της πόλης. Κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους φαίνεται ότι δημιουργήθηκε ένας νέος οικισμός σε μικρή απόσταση από τις Αιγές, 1 περίπου χλμ. βορειοανατολικά του οικισμού της Βεργίνας, όπου έχει ανασκαφεί το συγκρότημα μίας μεγάλης τρίκλιτης βασιλικής τριών οικοδομικών φάσεων (τέλη 4ου-αρχές 5ου αι. μ.Χ., τέλη 5ου-αρχές 6ου αι. μ.Χ. και τέλη 6ου-αρχές 7ου αι. μ.Χ.), η οποία διέθετε βαπτιστήριο και άλλα προσκτίσματα και κοσμούνταν με περίτεχνα ψηφιδωτά δάπεδα. Βορειοδυτικά της βασιλικής αποκαλύφθηκαν επίσης τα κατάλοιπα ενός κεραμικού κλιβάνου, που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή πλίνθων και κεράμων στέγης.

Διακοσμητικό σύμπλεγμα από τον τάφο του “Πρίγκηπα”. Πολυκεντρικό Μουσείο Αιγών/ Decoration (detail) from the tomb of the “Prince”. Polycentric Museum of Aigai, Royal Tombs-Treasures Exhibition
Διακοσμητικό σύμπλεγμα από τον τάφο του “Πρίγκηπα”. Πολυκεντρικό Μουσείο Αιγών/ Decoration (detail) from the tomb of the “Prince”. Polycentric Museum of Aigai, Royal Tombs-Treasures Exhibition

Οι μετέπειτα ειδήσεις για την ευρύτερη περιοχή της Βεργίνας ανήκουν σε πολύ μεταγενέστερους χρόνους. Ο γειτονικός οικισμός Παλατίτσια απαντά σε έγγραφα του 14ου αιώνα με τη μορφή Παλατίτζια ή Παλατήτζια, που θεωρείται ότι αποτελεί ανάμνηση του ερειπωμένου ανακτόρου των Αιγών, καθώς σημαίνει «μικρά παλάτια». Η συνέχιση της κατοίκησης του οικισμού στους μετέπειτα χρόνους επιβεβαιώνεται από την παρουσία του μεταβυζαντινού ναού του Αγίου Δημητρίου, καθώς επίσης και από τις αναφορές σε έγγραφα του 17ου-19ου αιώνα. Στη θέση του ανακτόρου των Αιγών διατηρούνταν μέχρι το 1861 τα κατάλοιπα του μοναστηριακού συγκροτήματος της Αγίας Τριάδας, πιθανότατα του 14ου αιώνα, τα οποία κατεδαφίστηκαν από τους πρώτους ανασκαφείς του αρχαιολογικού χώρου, τον Γάλλο αρχαιολόγο Léon Heuzey και τον Γάλλο αρχιτέκτονα Honoré Daumet. Σε τοπογραφικό διάγραμμα των δύο ερευνητών αποτυπώνονται επίσης δύο μικροί αγροτικοί οικισμοί, οι Μπάρμπες, στη θέση της σημερινής Βεργίνας, και οι Κούτλες, λίγο ψηλότερα, στις βόρειες παρυφές των Πιερίων, κάτω από την αρχαία πόλη των Αιγών, όπου μάλιστα διέμεναν κατά τη σύντομη παραμονή τους στην περιοχή.

Μνημεία - Αρχαιότητες

Πολεοδομική οργάνωση

Η πόλη των Αιγών, που έχει σε κάτοψη επίμηκες ακανόνιστο πολυγωνικό σχήμα και καταλαμβάνει έκταση 768,80 στρεμμάτων, προστατευόταν από ισχυρά τείχη. Το νότιο τμήμα της αναπτύσσεται μέσα στο δάσος, στις υπώρειες των Πιερίων, όπου σε ιδιαίτερα οχυρή θέση, στην κορυφή ενός αντερείσματος ύψους 320 μ., βρίσκεται η ακρόπολη, έκτασης 5,20 στρεμμάτων. Το υπόλοιπο, βόρειο τμήμα της πόλης εκτείνεται στην πεδιάδα. Το νότιο, ορεινό της τμήμα, καθώς αναπτύσσεται σε επικλινή θέση, είναι οργανωμένο σε άνδηρα, χωρίς να ακολουθείται ένα οργανωμένο πολεοδομικό σύστημα με κανονικά οικοδομικά τετράγωνα και κάθετους οδικούς άξονες. Από τα κοσμικά και θρησκευτικά κτήρια της πόλης έχουν ανασκαφεί μέχρι σήμερα το ανάκτορο, το θέατρο και δύο ιερά. Με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα, τα τείχη και η πλειονότητα των κτηρίων της πόλης καταστράφηκαν στα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ., μετά τη μάχη της Πύδνας (168 π.Χ.).

Από το τείχος της πόλης, μήκους περίπου 3,30 χλμ., έχει αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα ένα σημαντικό τμήμα, μήκους 2,50 χλμ. Έχει πάχος 2,20-2,90 μ. και αποτελείται από μία λίθινη βάση πάνω στην οποία εδραζόταν η ανωδομή από ωμούς πλίνθους, που δεν σώζεται σήμερα. Για την κατασκευή της λίθινης βάσης, που φθάνει σε ύψος μέχρι 1,90 μ., έχουν χρησιμοποιηθεί τοπικοί ασβεστόλιθοι με αδρή ή καθόλου επεξεργασία, λαξευτοί πωρόλιθοι και πηλόχωμα ως συνδετικό υλικό. Στα πιο καίρια σημεία, κυρίως στο πεδινό τμήμα του τείχους, η τοιχοποιία της λίθινης βάσης είναι περισσότερο επιμελημένη και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά πωρόλιθοι. Το τείχος ήταν σε όλο το μήκος του στεγασμένο με κεραμίδες λακωνικού τύπου, καθώς ήταν απαραίτητο να προστατεύονται από τις καιρικές συνθήκες οι ωμές πλίνθοι της ανωδομής του. Σε όλο το μήκος του ενισχύεται κατά διαστήματα με ισχυρούς ημικυκλικούς και ορθογώνιους πύργους, ενώ σε καίρια σημεία του ανοίγονται πέντε πύλες, τέσσερις εξωτερικές και μία εσωτερική μεταξύ της πόλης και της ακρόπολης. Από τις εξωτερικές πύλες, εκείνη του ανατολικού σκέλους του τείχους αποτελούσε την κύρια πύλη της πόλης, από την οποία ξεκινούσε η οδός που οδηγούσε προς τα λιμάνια της Πύδνας και της Μεθώνης στη δυτική ακτή του Θερμαϊκού κόλπου. Καθώς ανοίγεται στο πεδινό, περισσότερο ευπρόσβλητο τμήμα του τείχους, έχει κατασκευαστεί με ιδιαίτερη επιμέλεια, ως ένα συμμετρικά σχεδιασμένο συγκρότημα έκτασης 1 στρέμματος, που προστατεύεται από δύο ισχυρούς ημικυκλικούς πύργους.

Ως προς τη χρονολόγηση του τείχους, σύμφωνα με τα πορίσματα της πανεπιστημιακής ανασκαφικής έρευνας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης που διενεργείται από το 1981, το τείχος έχει κατασκευαστεί σε μία ενιαία φάση στα χρόνια της βασιλείας του Κασσάνδρου (316-297 π.Χ.) και μάλιστα μετά το 305 π.Χ. Διαφορετικά είναι τα πορίσματα της ανασκαφικής έρευνας που διενεργήθηκε το 2003-2004 στο βορειοδυτικό τμήμα του τείχους, δίπλα στην ταφική συστάδα «των Βασιλισσών», από την τότε αρμόδια ΙΖ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, σύμφωνα με τα οποία, το τείχος έχει κατασκευαστεί στην εποχή του Περδίκκα Β΄ (454-413 π.Χ.) και ανακατασκευάστηκε στην αρχή της βασιλείας του Φιλίππου Β΄ (359-336 π.Χ.).

Το βασίλειον των Αιγών είναι κτισμένο σε υπερυψωμένο άνδηρο στις υπώρειες του λόφου της ακρόπολης, κοντά στη δυτική πλευρά του τείχους. Αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα οικοδομήματα της αρχαιότητας, με συνολική έκταση 12,50 στρεμμάτων, για την ανέγερση του οποίου απαιτήθηκαν μεγάλα τεχνικά έργα και η κατασκευή ενός μνημειώδους αναλήμματος μήκους 104 μ. και ύψους 7,50-12,50 μ. Κεντρικό πυρήνα, την «καρδιά», του ανακτόρου αποτελεί το μεγάλο, κεντρικό τετράγωνο περιστύλιο, έκτασης 4 στρεμμάτων, γύρω από το οποίο διατάσσονται οι διάφοροι επιμέρους χώροι του ανακτόρου, σε μία αδιαίρετη με αυτό ενότητα.

Οι εργασίες αποκατάστασης και αναστήλωσης του ανακτόρου, που ξεκίνησαν το 2007, έχουν δώσει την ευκαιρία για την ενδελεχή μελέτη του μνημείου, φωτίζοντας διάφορα προβλήματα της έρευνας, όπως της ανασύνθεσης της κάτοψής του και της επακριβούς χρονολόγησης της ίδρυσής του, που τοποθετείται στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., στα χρόνια του Φιλίππου Β΄. Από την έρευνα υπογραμμίζεται ο σχεδιασμός του συγκροτήματος από έναν αξιόλογο και ευρηματικό αρχιτέκτονα, που εφάρμοσε ιδιαίτερα πολύπλοκες χαράξεις και ακολούθησε με απόλυτη συνέπεια τους κανόνες της περίφημης χρυσής τομής, υιοθετώντας παράλληλα πρωτοπόρες λύσεις, όπως την πλαισίωση του επιβλητικού πρόπυλου της μνημειακής πρόσοψης του ανακτόρου από δύο διώροφες στοές με δωρικούς κίονες στο ισόγειο και ιωνικούς αμφιπεσσοκίονες στον όροφο, που αποτελούν τις πρώτες πλήρως ανεπτυγμένες διώροφες στοές της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Οι μεγάλες αίθουσες, εμβαδού 280 τ.μ., του τεράστιου τριμερούς διαμερίσματος της δυτικής πλευράς του ανακτόρου αποτελούν επίσης τα μεγαλύτερα μέχρι σήμερα γνωστά κτήρια της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής που στεγάζονται με ενιαία στέγη χωρίς εσωτερικά στηρίγματα. Πολυτελή υλικά κατασκευής, εκτεταμένα μαρμαροθετήματα, υψηλής τέχνης ψηφιδωτά δάπεδα και ένα άψογο σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης συνθέτουν μεταξύ άλλων ένα μνημειώδες κτήριο που δέσποζε από μακριά ως τοπόσημο δύναμης και εξουσίας, στεγάζοντας όλες τις δομές που ήταν απαραίτητες για την άσκηση της εξουσίας. Η αρχική μορφή του ανακτόρου παρέμεινε αναλλοίωτη μέχρι την καταστροφή του στα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ., με ελάχιστες προσθήκες και τροποποιήσεις που έγιναν κατά τον 3ο αιώνα π.Χ., στα χρόνια των Αντιγονιδών.

Είναι κτισμένο σε απόσταση περίπου 50 μ. βόρεια του ανακτόρου, σε άμεση με αυτό οργανική ενότητα, με τρόπο έτσι ώστε να είναι προφανής η σύνδεση της πολιτιστικής και πνευματικής ζωής της πόλης με τις πολιτικές και διοικητικές λειτουργίες της. Τα ανασκαφικά δεδομένα και κυρίως η στενή σχέση του θεάτρου με το ανάκτορο οδηγούν στη χρονολόγηση της κατασκευής του στην ίδια με αυτό περίοδο, στα τέλη της βασιλείας του Φιλίππου Β΄ (359-336 π.Χ.).

Το θέατρο των Αιγών διακρίνεται για την ιδιαίτερα μεγάλη ορχήστρα του, διαμέτρου 28,40 μ., μία από τι μεγαλύτερες γνωστές σήμερα ορχήστρες αρχαίων θεάτρων. Το δάπεδό της είναι χωμάτινο, χωρίς κάποια επένδυση, ενώ στο κέντρο της βρίσκεται η λίθινη τετράπλευρη βάση της θυμέλης, του βωμού του Διονύσου. Η σκηνή, από την οποία διατηρείται ένα μικρό μόνο τμήμα στο ύψος των θεμελίων, είχε τη μορφή μιας επιμήκους στοάς, ανοικτής προς την πλευρά της ορχήστρας, μήκους 25 μ. Από το κοίλο του θεάτρου, που μοιράζεται σε εννέα κερκίδες, λίθινα ήταν μόνο τα εδώλια της πρώτης σειράς, στοιχείο που οδηγεί στο συμπέρασμα είτε ότι το κοίλο ήταν χωμάτινο είτε ότι δεν ολοκληρώθηκε ποτέ η κατασκευή του θεάτρου.

Η Αγορά της πόλης των Αιγών τοποθετείται από τους ερευνητές κάτω από το μνημειακό σύνολο του ανακτόρου και του θεάτρου, όπου έχουν αποκαλυφθεί τα κατάλοιπα του ιερού της Εύκλειας, θεότητας με πολιτική και κοινωνική διάσταση, που λατρευόταν στις αγορές των αρχαίων ελληνικών πόλεων. Από το ιερό έχει αποκαλυφθεί ο κύριος ναός, που είναι διθάλαμος, δωρικός, εν παραστάσι, με είσοδο στην ανατολική πλευρά, διαστάσεων 12,30 x 9,30 μ., καθώς επίσης μία τρίχωρη δωρική στοά και ένας μνημειακός βωμός. Η κατασκευή του μνημειακού συγκροτήματος εντάσσεται στο ίδιο οικοδομικό πρόγραμμα με το ανάκτορο και το θέατρο (β΄ μισό 4ου αι. π.Χ.). Αργότερα, κατά τον 3ο αιώνα π.Χ., στο ιερό προστέθηκαν και άλλα κτίσματα, όπως ένας νέος διθάλαμος ναός. Από τον χώρο του ιερού, που η χρήση του υπήρξε συνεχής μέχρι τον 1ο αιώνα μ.Χ., έχουν έρθει στο φως ορισμένα από τα σημαντικότερα ευρήματα που συνδέονται με τη θρησκευτική και πολιτική ζωή της πόλης, όπως η επιγραφή της Ευρυδίκης, μητέρας του Φιλίππου Β΄, και ένα μοναδικό σύνολο πρωτότυπων γλυπτών του 4ου αιώνα π.Χ., που είχαν τοποθετηθεί σε αποθέτες γύρω από τον δωρικό ναό, μεταξύ των οποίων ένα κολοσσικό φιδόμορφο γλυπτό και ένα υπερφυσικού μεγέθους γυναικείο άγαλμα, το οποίο ταυτίζεται με τη βασίλισσα Ευρυδίκη Μία αναπάντεχη ανακάλυψη αποτελεί επίσης ο εντοπισμός τριών καύσεων του τέλους του 4ου αιώνα π.Χ., καλά κρυμμένων κάτω από ένα πήλινο δάπεδο του 3ου αιώνα π.Χ., με πολύτιμα και μοναδικής τέχνης οστεοδόχα σκεύη και κτερίσματα, ανάμεσα στα οποία και ένα χρυσό στεφάνι βελανιδιάς.

Το ιερό που είναι αφιερωμένο στη Μητέρα των Θεών, την ασιατική Κυβέλη, αποκαλύφθηκε σε πλάτωμα, στο ανατολικό τμήμα της πόλης και η ίδρυσή του χρονολογείται στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. Πρόκειται για ένα μεγάλο τετράπλευρο οικοδόμημα, 32 x 32 μ. περίπου, στον τύπο της αρχαίας οικίας, με ευρύχωρα δωμάτια που οργανώνονται γύρω από μία κεντρική αυλή, χωρίς κάποια μνημειώδη διαμόρφωση, με δάπεδα από χώμα και τοίχους με λίθινα θεμέλια και πλίνθινη ανωδομή. Σε αντίθεση με την απλή αρχιτεκτονική διαμόρφωση του ιερού, ιδιαίτερα πολυάριθμα και πλούσια είναι τα κινητά ευρήματα της ανασκαφής, τα οποία συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ερμηνεία και κατανόηση του χθόνιου και μυστηριακού χαρακτήρα της λατρείας της Μεγάλης Θεάς, που γνώρισε μεγάλη διάδοση στον χώρο της Μακεδονίας.

Η αχανής νεκρόπολη των Αιγών, με τον εκπληκτικό αριθμό των 530 ταφικών τύμβων, γνωστή και ως «Νεκροταφείο των τύμβων», έχει διαμορφωθεί σήμερα σε επισκέψιμο αρχαιολογικό πάρκο, που αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους σε έκταση και μακροβιότερους σε διάρκεια λειτουργίας αρχαιολογικούς χώρους με ταφική χρήση της χώρας. Μέχρι σήμερα, παρόλο που έχει διερευνηθεί μόλις το 1/100 περίπου της νεκρόπολης, έχουν ανασκαφεί 2.500 περίπου τάφοι, που καλύπτουν ένα ευρύ χρονολογικό φάσμα, από την Εποχή του Σιδήρου και των πρώιμων αρχαϊκών χρόνων (11ο-7ο αι. π.Χ.) έως τον 2ο-3ο αιώνα μ.Χ. Οι αρχαιότεροι τάφοι αποτυπώνουν τη μακραίωνη ιστορία της περιοχής πριν ακόμη από τη συγκρότηση του κράτους των Μακεδόνων. Ο τρόπος ανάπτυξης και τα όρια της νεκρόπολης κατά τη διάρκεια της μακραίωνης χρήσης της, η χρονολόγηση των ταφικών μνημείων και η προσγραφή τους σε συγκεκριμένα ιστορικά πρόσωπα είναι μόνο ορισμένα από τα ζητούμενα της ανασκαφικής έρευνας, που συνεχίζεται αδιάλειπτα έως τις μέρες μας.

Από τα ταφικά κτίσματα των Αιγών ξεχωρίζουν οι μακεδονικοί τάφοι της ελληνιστικής εποχής (τέλη 4ου-μέσα 2ου αι. π.Χ.), με τις χαρακτηριστικές επιβλητικές προσόψεις, τις μαρμάρινες θύρες και την πλούσια ζωγραφική διακόσμηση, οι σημαντικότεροι εκ των οποίων, σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη μεταξύ των ερευνητών, αποτέλεσαν τον τόπο ταφής όχι μόνο επιφανών προσώπων του μακεδονικού βασιλείου, αλλά και των μελών της βασιλικής οικογένειας των Τημενιδών. Στη νεκρόπολη των Αιγών έχουν αποκαλυφθεί τα παλαιότερα δείγματα της μνημειακής αυτής ταφικής αρχιτεκτονικής, σε μεγάλη ποικιλία ως προς την αρχιτεκτονική τους σύνθεση και με μοναδικής τέχνης ζωγραφικές συνθέσεις, αποκαλυπτικές του υψηλού επιπέδου της μνημειακής ζωγραφικής της αρχαιότητας, τα πρωτότυπα έργα της οποίας είναι γνωστά σήμερα κυρίως μέσα από τις περιγραφές των αρχαίων συγγραφέων.

Ανάμεσα στα ανασκαμμένα τμήματα της νεκρόπολης, ιδιαίτερα σημαντικοί θεωρούνται οι ομαδοποιημένοι τάφοι που είναι συγκεντρωμένοι σε τρεις συστάδες, οι οποίοι συνδέονται από τους ερευνητές με τον ηγεμονικό οίκο των Τημενιδών: η συστάδα της Μεγάλης Τούμπας ή του «Φιλίππου Β΄» («Συστάδα Α»), στα ανατολικά όρια του οικισμού της Βεργίνας, όπου σήμερα έχουν εγκιβωτιστεί στο κτήριο των Βασιλικών Τάφων – Έκθεσης Θησαυρών, η συστάδα των «Βασιλισσών» («Συστάδα Β»), σε σημαντικό και περίοπτο σημείο, ακριβώς δίπλα στη βορειοδυτική πύλη του αρχαίου τείχους, και η συστάδα των «Τημενιδών» («Συστάδα Γ») στα νότια της πρώτης συστάδας, κοντά στο παλιό Δημαρχείο της Βεργίνας.

Στην πρώτη συστάδα περιλαμβάνονται οι τέσσερις μεγαλοπρεπείς τάφοι που ανασκάφηκαν από τον καθηγητή Μανόλη Ανδρόνικο και την ομάδα του, ο κιβωτιόσχημος Τάφος Ι ή της «Περσεφόνης» και οι τρεις μακεδονικοί τάφοι, ο Τάφος ΙΙ ή του «Φιλίππου Β΄», ο Τάφος ΙΙΙ ή του «Πρίγκιπα» ή του «Αλέξανδρου Δ΄» και ο Τάφος IV ή «Τάφος με τους ελεύθερους κίονες», καθώς επίσης και το λεγόμενο «ηρώο», μία υπέργεια κατασκευή που δημιουργήθηκε πιθανότατα ως μνημείο απόδοσης τιμών στους νεκρούς των παρακείμενων τάφων. Οι δύο από τους τέσσερις τάφους που αποδίδονται από τους περισσότερους ερευνητές στον βασιλιά Φίλιππο Β΄ και τον Αλέξανδρο Δ΄, εγγονό του Φιλίππου Β΄ και γιο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, βρέθηκαν ασύλητοι, με ένα μοναδικό θησαυρό πολύτιμων κτερισμάτων, «αριστουργηματικά έργα των μέγιστων καλλιτεχνών της εποχής», όπως έχουν χαρακτηριστεί, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται ένας εντυπωσιακός αριθμός μετάλλινων αντικειμένων από σίδηρο, χαλκό, ασήμι και χρυσό, όπως η λαμπρή χρυσοποίκιλτη σιδερένια πανοπλία και οι χάλκινες κνημίδες, οι μοναδικές ολόχρυσες τεφροδόχες λάρνακες, τα πολύτιμα χρυσά στεφάνια βελανιδιάς και τα λαμπρά αργυρά σκεύη συμποσίου. Εξαιρετικής τέχνης είναι επίσης οι μικρής κλίμακας ελεφαντοστέινες ανάγλυφες μυθολογικές σκηνές ή ιστορικές παραστάσεις που κοσμούν την τελετουργική χρυσελεφάντινη ασπίδα και τις βαρύτιμες χρυσελεφάντινες κλίνες που συνόδευαν τους νεκρούς των δύο τάφων. Εκτός από τα πολύτιμα κτερίσματα, εξαιρετικής ποιότητας είναι και οι ζωγραφικές συνθέσεις που διακοσμούν τους τάφους, ιδιαίτερα η μεγάλη σύνθεση με σκηνές βασιλικού κυνηγιού στην εντυπωσιακή πρόσοψη του τάφου του «Φιλίππου Β΄», που συνδυάζει τον δωρικό και τον ιωνικό ρυθμό, και η σκηνή της Αρπαγής της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα στο εσωτερικό του ομώνυμου τάφου («Τάφου της Περσεφόνης»), που περιλαμβάνονται μεταξύ των αριστουργημάτων της αρχαίας τέχνης. Από άποψης αρχιτεκτονικής ξεχωρίζει ιδιαίτερα η εντυπωσιακή πρόσοψη του τάφου του «Φιλίππου Β΄», που θυμίζει ναό και συνδυάζει τον δωρικό με τον ιωνικό ρυθμό: μία δίφυλλη μαρμάρινη θύρα, που μιμείται ξύλινα πρότυπα, πλαισιώνεται από δωρικούς ημικίονες και παραστάδες, ενώ επιστέφεται με δωρικό επιστύλιο και γείσο. Στο πάνω μέρος της πρόσοψης κυριαρχεί με τον όγκο της μία ασυνήθιστα ψηλή ιωνική ζωφόρος, μήκους 5,56 μ., με τη ζωγραφική παράσταση του κυνηγιού.

Στη δεύτερη συστάδα βρέθηκε ασύλητος ο μνημειακός λιθόκτιστος κιβωτιόσχημος τάφος της λεγόμενης «Δέσποινας των Αιγών», των αρχών του 5ου αιώνα π.Χ., που αποτελεί την πλουσιότερη γυναικεία ταφή της εποχής. Για την ταυτότητα της ευγενικής καταγωγής νεκρής, που ήταν καταστόλιστη με χρυσά και αργυρά κοσμήματα και ελάσματα στα ενδύματα και τα υποδήματά της, έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις μεταξύ των ερευνητών. Ανάμεσα στους τάφους της ίδιας συστάδας περιλαμβάνεται, επίσης, ο μεγάλων διαστάσεων μακεδονικός τάφος που αποδίδεται στην Ευρυδίκη, μητέρα του Φιλίππου Β΄, με τον καταστόλιστο μαρμάρινο θρόνο, ύψους 2,00 μ., στο ερεισίνωτο του οποίου αποδίδεται ζωγραφικά το θεϊκό ζεύγος του Κάτω Κόσμου, ο Πλούτωνας και η Περσεφόνη.

Βρίσκεται λίγα μέτρα έξω από τα Παλατίτσια και ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με διευρυμένο, τραπεζοειδή στην κάτοψη, νάρθηκα. Ο ναός είναι κτισμένος με απλή αργολιθοδομή, στην οποία ενσωματώνονται σποραδικά αρχαία μέλη που προέρχονται από τις γειτονικές Αιγές. Στους κίονες, επίσης, των δύο κιονοστοιχιών του ναού έχουν χρησιμοποιηθεί ως βάσεις σφόνδυλοι δωρικών κιόνων του ανακτόρου των Αιγών. Στο εσωτερικό του μνημείου διατηρείται πλούσιος τοιχογραφικός διάκοσμος, ο οποίος, σύμφωνα με τις σωζόμενες κτητορικές επιγραφές, φιλοτεχνήθηκε το 1570 από τον ζωγράφο Νικόλαο από το Λινοτόπι, μικρό οικισμό της Καστοριάς, στην οροσειρά του Γράμμου, από τον οποίο κατάγονται και άλλοι ζωγράφοι που δραστηριοποιούνται από τον 16ο έως και τον 18ο αιώνα σε έναν ευρύ γεωγραφικό χώρο της νότιας Βαλκανικής χερσονήσου. Σύμφωνα με τις επιγραφές, ο νάρθηκας προστέθηκε και τοιχογραφήθηκε λίγα χρόνια αργότερα, το 1592. Οι τοιχογραφίες του νάρθηκα παρουσιάζουν στενή τεχνοτροπική συγγένεια με τοιχογραφικά σύνολα της ίδιας περιόδου που διατηρούνται σε ναούς της γειτονικής Βέροιας.

Μουσεία

Πολυκεντρικό Μουσείο Αιγών

Αποτελεί μια νέα, ολιστική και δυναμική προσέγγιση της σχέσης αρχαιολογικού χώρου – μουσείου – επισκέπτη, καθώς ενσωματώνει και ενώνει το Κεντρικό Μουσειακό Κτήριο με το σύνολο του αρχαιολογικού χώρου των Αιγών, ο οποίος περιλαμβάνει το ανάκτορο και το θέατρο, το αρχαιολογικό πάρκο του Νεκροταφείου των Αιγών – Βασιλικής Ταφικής Συστάδας των Τημενιδών, τους Βασιλικούς Τάφους – Έκθεση Θησαυρών (πρώην Μουσείο Βασιλικών Τάφων Αιγών) και τον μεταβυζαντινό ναό του Αγίου Δημητρίου Παλατιτσίων.

Αρχείο ΕΦΑ Ημαθίας / Archive Ephorate of Antiquities of Imathia
Αρχείο ΕΦΑ Ημαθίας / Archive Ephorate of Antiquities of Imathia

Σημείο αναφοράς και πόλος συνοχής του Πολυκεντρικού Μουσείου είναι το Κεντρικό Μουσειακό Κτήριο, που εγκαινιάστηκε το 2022 και σχεδιάστηκε έτσι ώστε να γίνει η νοηματική πύλη εισόδου στον αρχαιολογικό χώρο και την ιστορία των Αιγών, στην ιστορία και τον πολιτισμό των Μακεδόνων, αλλά και της αχανούς ελληνιστικής οικουμένης, εφόσον εδώ πρόκειται να φιλοξενηθεί η φυσική έδρα του ψηφιακού μουσείου «Μέγας Αλέξανδρος: από τις Αιγές στην Οικουμένη».

Το νέο Μουσείο, εκτός από το εισαγωγικό έκθεμα «παράθυρο στον κόσμο του Μεγάλου Αλεξάνδρου», φιλοξενεί τρεις μόνιμες εκθέσεις: την έκθεση αρχιτεκτονικών μελών με κεντρικό έκθεμα το αναταγμένο τμήμα, μήκους 30 μ., του ορόφου του κεντρικού τμήματος της πρόσοψης του Ανακτόρου των Αιγών, την έκθεση γλυπτών και την κεντρική έκθεση «Αιγών μνήμη», στην οποία εκτίθενται ευρήματα από τις ανασκαφές των Αιγών. Στον χώρο του Μουσείου στεγάζεται, επίσης, η περιοδική έκθεση «Οικουμένης Αντίδωρον», που, σε συνεργασία με το Νομισματικό Μουσείο και τον συλλέκτη Θεόδωρο Αραβάνη, πραγματεύεται το φαινόμενο της Ελληνιστικής Οικουμένης μέσω των μορφών των πρωταγωνιστών των εξελίξεων, όπως αυτοί απεικονίζονται στα νομίσματα, καθώς επίσης και η έκθεση «Ύλης μνήμη», με έργα του εικαστικού Χρήστου Μποκόρου.

Το υπόγειο κτήριο των βασιλικών τάφων, που εξωτερικά έχει τη μορφή χωμάτινου τύμβου, κατασκευάστηκε το 1993, εγκιβωτίζοντας και προστατεύοντας τα αρχαία ταφικά μνημεία της Μεγάλης Τούμπας, διατηρώντας σταθερές τις συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση των τοιχογραφιών που τα κοσμούν. Παράλληλα, εδώ εκτίθενται όλοι οι πολύτιμοι θησαυροί που βρέθηκαν στους βασιλικούς τάφους.

Σε απόσταση 8 περίπου χλμ. ανατολικά της Βεργίνας, στην κωμόπολη Μελίκη, ο δημοσιογράφος και ερευνητής του λαϊκού πολιτισμού Γιώργος Μελίκης δημιούργησε στο πατρικό του σπίτι έναν χώρο έρευνας και έκθεσης πτυχών του υλικού και άυλου λαϊκού πολιτισμού. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πλούσια συλλογή μασκών από ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, τα τάματα λαϊκής λατρείας, αλλά και τα εκθέματα που σχετίζονται με σημαντικά έθιμα της περιοχής.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Ημαθίας