Άβδηρα

Άβδηρα, η πόλη του Δημόκριτου

Τα Άβδηρα, κτισμένα σε μια μικρή χερσόνησο των θρακικών παραλίων, ανάμεσα στις εκβολές του ποταμού Νέστου και το Πόρτο Λάγος, υπήρξαν μία από τις σημαντικότερες και πιο πολυάνθρωπες πόλεις της αρχαίας Θράκης, με μεγάλη εμπορική και οικονομική άνθηση. Οι συγγραφείς της αρχαιότητας υπογραμμίζουν τη σημασία των Αβδήρων σε σύγκριση με τις υπόλοιπες θρακικές πόλεις και επισημαίνουν την ευνοημένη γεωγραφική της θέση. Το εύρος των εμπορικών της συναλλαγών αποκαλύπτει η ευρεία κυκλοφορία των υψηλής ονομαστικής αξίας νομισμάτων της, με έμβλημα τον γρύπα, που, πέρα από τις γειτονικές πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης, έχουν βρεθεί σε απομακρυσμένες περιοχές, όπως στην Αίγυπτο, τη Συρία και τη Μεσοποταμία. Τα πλούσια κινητά ευρήματα των ανασκαφών μαρτυρούν την ύπαρξη αξιόλογων τοπικών εργαστηρίων και το υψηλό επίπεδο της τέχνης των Αβδήρων. Μεγάλη και συνεχής υπήρξε η πνευματική ακτινοβολία της πόλης, καθώς εδώ γεννήθηκαν και έδρασαν ορισμένες από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της αρχαιότητας, όπως οι ποιητές Ανακρέων και Νικαίνετος, ο μαθηματικός Βίων, ο σοφιστής Πρωταγόρας και οι φιλόσοφοι Λεύκιππος, Εκαταίος και Ανάξαρχος. Από τα Άβδηρα καταγόταν, επίσης, ο μεγάλος προσωκρατικός φιλόσοφος Δημόκριτος, που θεωρείται ο θεμελιωτής της σύγχρονης ατομικής επιστήμης.

Μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση, από τον 2ο αιώνα π.Χ. και εξής, η άλλοτε λαμπρή πόλη άρχισε σταδιακά να συρρικνώνεται. Όπως και στην περίπτωση άλλων αρχαίων παράλιων πόλεων της Θράκης (π.χ. Ζώνη, Μαρώνεια), στην παρακμή της συνέβαλλε σε μεγάλο βαθμό η κατασκευή και λειτουργία της Εγνατίας οδού, η οποία ενίσχυσε τις χερσαίες επικοινωνίες της περιοχής μετατοπίζοντας το οικονομικό βάρος από τα παράλια στην ενδοχώρα της Θράκης.

Ιστορική διαδρομή

Στον χώρο του μύθου, η ίδρυση της πόλης των Αβδήρων συνδέεται με τον όγδοο άθλο του Ηρακλή, την αρπαγή, δηλαδή, των αλόγων του βασιλιά της Θράκης Διομήδη. Η μυθολογική παράδοση αναφέρει ότι η πόλη ιδρύθηκε από τον ίδιο τον μυθικό ήρωα προς τιμήν του συντρόφου του Άβδηρου, τον οποίον κατασπάραξαν τα ανθρωποφάγα άλογα του Διομήδη. Σύμφωνα με τις φιλολογικές μαρτυρίες, η πρώτη κατοίκηση στην περιοχή ανάγεται στο 654 π.Χ., στο πλαίσιο του Β΄ Ελληνικού αποικισμού, με την εγκατάσταση Ιώνων αποίκων από τις Κλαζομενές της Μικράς Ασίας. Το πρώτο αυτό εγχείρημα των Κλαζομενίων, αν και επιτυχές ως προς την ίδρυση αποικίας, δεν εδραιώθηκε, κυρίως λόγω των εχθρικών επιθέσεων των τοπικών θρακικών φύλων. Έναν αιώνα περίπου αργότερα, το 545 π.Χ., ακολούθησε ένα δεύτερο κύμα Ιώνων αποίκων, αυτή τη φορά από την Τέω, γειτονική πόλη των Κλαζομενών. Οι Τήιοι άποικοι εγκαταστάθηκαν στην ολιγοπληθή οχυρωμένη πόλη που είχαν ιδρύσει οι Κλαζομένιοι και πολύ γρήγορα εδραιώθηκαν, εξελίσσοντας την πόλη τους σε κυρίαρχη δύναμη της περιοχής. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 491 π.Χ., όταν ο Πέρσης στρατηγός Μαρδόνιος κυρίευσε τις ελληνικές πόλεις της περιοχής, το λιμάνι των Αβδήρων χρησίμευσε ως ορμητήριο των Περσών. Εδώ φιλοξενήθηκε, μάλιστα, δύο φορές ο βασιλιάς Ξέρξης, το 480 και το 479 π.Χ., αφήνοντας πίσω του ως δώρα ανταπόδοσης ένα χρυσό ξίφος και μία χρυσοποίκιλτη τιάρα.

Κατά τους κλασικούς χρόνους (5ος-4ος αι. π.Χ.), μετά τους Περσικούς πολέμους, τα Άβδηρα, υπό τη σφαίρα επιρροής των Αθηναίων (υπήρξαν μέλος της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας), γνώρισαν μια περίοδο μεγάλης οικονομικής και πολιτιστικής ακμής. Τη δύναμη της πόλης μαρτυρεί ο υψηλός φόρος που ήταν υποχρεωμένα να καταβάλουν τα Άβδηρα στην Αθηναϊκή Συμμαχία. Ζωτική για την ακμή της πόλης υπήρξε η μεγάλης έκτασης Ἀβδηρῖτις χώρα, η ζώνη με τις πλούσιες καλλιεργήσιμες εκτάσεις που ήλεγχε η πόλη στην ενδοχώρα της Θράκης, η οποία περιλάμβανε σε γενικές γραμμές το σημερινό νότιο τμήμα της Π.Ε. Ξάνθης.

Νεκροταφείο των τύμβων, γυάλινο αλάβαστρο, τέλη 6ου-αρχές 5ου αι. π.Χ., ΕΦΑ Ξάνθης / Burial tumuli, Glass alabastron, late 6th- early 5th c., Ephorate of Antiquities of Xanthi
Νεκροταφείο των τύμβων, γυάλινο αλάβαστρο, τέλη 6ου-αρχές 5ου αι. π.Χ., ΕΦΑ Ξάνθης / Burial tumuli, Glass alabastron, late 6th- early 5th c., Ephorate of Antiquities of Xanthi
Σφραγιδόλιθος από καρνεόλη με παράσταση Απόλλωνα, από οικία του νότιου περιβόλου, ρωμαϊκή περίοδος, ΕΦΑ Ξάνθης / South Enclosure, insula of residencies. Carnelian seal-stone depicting Apollo, Roman period, Ephorate of Antiquities of Xanthi
Σφραγιδόλιθος από καρνεόλη με παράσταση Απόλλωνα, από οικία του νότιου περιβόλου, ρωμαϊκή περίοδος, ΕΦΑ Ξάνθης / South Enclosure, insula of residencies. Carnelian seal-stone depicting Apollo, Roman period, Ephorate of Antiquities of Xanthi

Πιθανότατα το 347/6 π.Χ., τα Άβδηρα, μαζί με άλλες πόλεις των θρακικών παραλίων, περιήλθαν στον οριστικό έλεγχο του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Β΄. Την περίοδο αυτή, οι γεωφυσικές μεταβολές, που επέφεραν οι προσχώσεις του ποταμού Νέστου, ανάγκασαν τους κατοίκους να μεταφέρουν την πόλη των Αβδήρων νοτιότερα. Η πόλη κτίστηκε από την αρχή, με ενιαίο οικοδομικό πρόγραμμα, σύμφωνα με το ιπποδάμειο σύστημα. Διαθέτοντας δύο λιμάνια, εξακολούθησε να γνωρίζει μεγάλη οικονομική και εμπορική άνθηση.

Το 170 π.Χ., κατά τη διάρκεια του Γ΄ Μακεδονικού πολέμου ανάμεσα στους Μακεδόνες και τους Ρωμαίους, τα Άβδηρα πολιορκήθηκαν από τον Ρωμαίο στρατηγό Λεύκιο Ορτένσιο, που, με τη σύμπραξη των στρατευμάτων του Ευμένη Β΄ της Περγάμου, κατέστρεψε εντελώς την πόλη. Το 168 π.Χ., μετά τη μάχη της Πύδνας και την ήττα των Μακεδόνων από τους Ρωμαίους, τα Άβδηρα περιήλθαν στην κυριαρχία των τελευταίων, διατηρώντας, ωστόσο, το προνομιακό καθεστώς της «ελεύθερης πόλης» (civitas libera). Έκτοτε, η πόλη άρχισε να χάνει την παλιά της αίγλη και περιορίστηκε σε έκταση.

Αργότερα, στο α΄ μισό του 4ου αιώνα μ.Χ., ο πληθυσμός της πόλης μετακινήθηκε στον παραλιακό λόφο της ακρόπολης. Εκτός από ιστορικούς λόγους, στην εικόνα συρρίκνωσης της πόλης συνέβαλαν φυσικοί παράγοντες, συγκεκριμένα ο σχηματισμός ελών και η ανύψωση του επιπέδου του εδάφους, που προκάλεσαν οι αλλεπάλληλες πλημμύρες του ποταμού Νέστου. Η υπερυψωμένη θέση της ακρόπολης θα ήταν προφανώς ένας από τους λόγους που οδήγησαν στην επιλογή αυτού του τμήματος της αρχαίας πόλης για τη δημιουργία του παλαιοχριστιανικού και μετέπειτα βυζαντινού οικισμού.

Τον 6ο αιώνα μ.Χ., η πόλη μνημονεύεται στον Συνέκδημο του Ιεροκλέους (πριν το 535 μ.Χ.) με τη νέα της ονομασία Πολύστυλο («Ἄβδηρα τό νῦν Πολύστυλον»). Έκτοτε, οι πηγές σιωπούν μέχρι το 879 μ.Χ., οπότε η πόλη, με τη νέα της ονομασία πλέον, απαντά στα πρακτικά της Συνόδου της Κωνσταντινούπολης ως έδρα επισκοπής. Από τον 10ο έως τον 12ο αιώνα, το Πολύστυλο αναγράφεται ως επισκοπή υπαγόμενη στη μητρόπολη των Φιλίππων. Η μεταλλαγή του ονόματος, όπως έχει υποστηριχθεί, είναι πιθανό να οφείλεται στους πολλούς στύλους (κίονες), που υψώνονταν στον απέραντο ερειπιώνα της αρχαίας πόλης.

Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, το Πολύστυλο εξελίχθηκε σε μία σημαντική πόλη-κάστρο της περιοχής, όχι όμως ιδιαίτερα μεγάλη σε έκταση, καθώς από τις πηγές χαρακτηρίζεται ως φρούριον ή παράλιον πολίχνιον. Στην ανάπτυξη της πόλης κατά τους βυζαντινούς χρόνους σημαντικό ρόλο είχε η καίρια γεωγραφική της θέση, καθώς αποτελούσε το μοναδικό λιμάνι ανάμεσα στη Χριστούπολη (σημερινή Καβάλα) και τους Πόρους (σημερινό Πόρτο Λάγος), στο οποίο κατέληγαν δύο δρόμοι από την ενδοχώρα, ένας από την Ξάνθεια και ένας από το Περιθεώριο (Αναστασιούπολη).

Κατά τον 14ο αιώνα, η πόλη ήρθε στο προσκήνιο των πολεμικών συγκρούσεων και των εμφυλίων πολέμων που συντάραξαν το Βυζάντιο, ακολουθώντας πορεία παράλληλη με το γειτονικό Περιθεώριο. Το 1342, η πόλη ανοικοδομήθηκε από τον Ιωάννη Καντακουζηνό, στον οποίο παρέμεινε από ευγνωμοσύνη σύμμαχος κατά τον Β΄ Βυζαντινό Εμφύλιο πόλεμο, παίρνοντας θέση εναντίον των Παλαιολόγων. Το ίδιο έτος, ο Απόκαυκος, πολιτικός αντίπαλος του Καντακουζηνού, κυρίευσε το Πολύστυλο και ενίσχυσε τους εκεί υποστηρικτές των Παλαιολόγων. Είναι η ίδια περίπου εποχή, κατά την οποία ο πολιτικός του αντίπαλος, αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος (1328-1341), ανοικοδόμησε το Περιθεώριο. Το 1343, ο εμίρης του Αϊδινίου και της Σμύρνης, Ουμούρ Πασάς, έστειλε στο λιμάνι του Πολύστυλου 15 πλοία για βοήθεια στον Καντακουζηνό, τρία από τα οποία καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια επίθεσης στην πόλη από τον Βούλγαρο πολέμαρχο Μομιτζίλο. Όπως και στην περίπτωση του Περιθεωρίου, οι εμφύλιοι πόλεμοι και οι συνεχόμενες επιδρομές Σέρβων, Βουλγάρων και Οθωμανών οδήγησαν στη σταδιακή παρακμή της πόλης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1360, η πόλη, όπως και ολόκληρη η περιφέρεια της Ξάνθης, περιήλθε στην κυριαρχία των Σέρβων.

Κοιμητηριακή βασιλική, χάλκινος σταυρός-λειψανοθήκη, 9ος αι., ΕΦΑ Ξάνθης / Funerary basilica, bronze reliquary cross, 9th c., Ephorate of Antiquities of Xanthi
Κοιμητηριακή βασιλική, χάλκινος σταυρός-λειψανοθήκη, 9ος αι., ΕΦΑ Ξάνθης / Funerary basilica, bronze reliquary cross, 9th c., Ephorate of Antiquities of Xanthi

Μετά την οριστική κατάκτηση της Θράκης από τους Οθωμανούς στα τέλη του 14ου αιώνα, το λιμάνι του Πολύστυλου φαίνεται ότι εξακολουθούσε να είναι σε λειτουργία, τουλάχιστον μέχρι τον 16ο αιώνα, καθώς αναφέρεται μεταξύ των παράλιων οικισμών της Θράκης σε πορτολάνους της εποχής. Κατά τους οθωμανικούς χρόνους, πιθανώς λόγω των πειρατικών επιδρομών, ο οικισμός του Πολύστυλου σταδιακά εγκαταλείφθηκε και οι κάτοικοί του ίδρυσαν τον σημερινό οικισμό των Αβδήρων, 7 περίπου χλμ. βόρεια από τη θάλασσα. Η χρονολογία ίδρυσης του νέου οικισμού δεν είναι γνωστή, θα πρέπει, ωστόσο, να τοποθετηθεί πριν από τις αρχές του 18ου αιώνα, οπότε και χρονολογείται η παλαιότερη γραπτή μαρτυρία, μία επιγραφή του 1726, που ήταν άλλοτε εντοιχισμένη στη βρύση της πλατείας του οικισμού. Για τον νέο οικισμό επικράτησε σταδιακά η ονομασία Μπουλούστρα, η οποία αποτελεί παραφθορά της ονομασίας Πολύστυλο -σήμερα η ονομασία Μπουλούστρα έχει παραμείνει για το ακρωτήριο στο οποίο είναι κτισμένη η αρχαία ακρόπολη στον αρχαιολογικό χώρο των Αβδήρων. Ο νέος οικισμός γρήγορα αναπτύχθηκε, έτσι ώστε στα μέσα του 19ου αιώνα να συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ακμάζοντες οικισμούς της περιοχής. Ο πληθυσμός του παρέμεινε στην πλειονότητά του χριστιανικός. Η σημερινή του ονομασία, Άβδηρα, καθιερώθηκε μετά την ενσωμάτωση της περιοχής της Ξάνθης στο Ελληνικό κράτος, στις 4 Οκτωβρίου 1919.

Πόρτο Λάγος, αρχαιολογικός χώρος Πόρων, φωτ. ΕΦΑ Ξάνθης / Porto Lagos, archaeological site of Poroi (phot. Ephorate of Antiquities of Xanthi)
Πόρτο Λάγος, αρχαιολογικός χώρος Πόρων, φωτ. ΕΦΑ Ξάνθης / Porto Lagos, archaeological site of Poroi (phot. Ephorate of Antiquities of Xanthi)

ΜΝΗΜΕΙΑ-ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ

Αρχαιολογικός χώρος Αβδήρων

Όλους τους τελευταίους αιώνες, στον αρχαιολογικό χώρο των Αβδήρων παρέμεναν ορατά μόνο τα τείχη της βυζαντινής πόλης. Το 1887, τα αρχαία ερείπια ταυτίσθηκαν με τα Άβδηρα από τον Αυστριακό αρχαιολόγο Wilhelm Regel. Η συστηματική ανασκαφική έρευνα, που ξεκίνησε το 1950 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, έχει φέρει στο φως ένα μεγάλο τμήμα της αρχαίας και βυζαντινής πόλης, η οποία κατά τη διάρκεια της μακραίωνης παρουσίας της δεν βρισκόταν πάντοτε στην ίδια θέση, ούτε καταλάμβανε την ίδια έκταση.

O αρχαιολογικός χώρος περιλαμβάνει σήμερα τον αρχαιότερο Βόρειο περίβολο, που περιέκλειε την πόλη των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων (μέσα 7ου-μέσα 4ου αι. π.Χ.), και τον Νότιο περίβολο, που κτίστηκε όταν η πόλη επανιδρύθηκε ουσιαστικά στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., στα νότια της πρώτης αρχαϊκής/κλασικής πόλης, λόγω της επιχωμάτωσης του κόλπου από τον ποταμό Νέστο. Στο νοτιοδυτικό τμήμα του Νότιου περιβόλου, στο ακρωτήριο Μπουλούστρα, περικλείεται ο λόφος της αρχαίας ακρόπολης, όπου μετέπειτα αναπτύχθηκε το βυζαντινό Πολύστυλο. Τα νεκροταφεία της πόλης, από την αρχαϊκή έως και την ελληνιστική περίοδο, εκτείνονται βόρεια του αρχαιολογικού χώρου, σε μια μεγάλη έκταση, 3.000 περίπου στρεμμάτων.

Ο Βόρειος περίβολος έχει καμπύλο σε κάτοψη σχήμα και περιλαμβάνει μια έκταση 1.075 τ.μ. Εντός του έχουν αποκαλυφθεί μεταξύ άλλων τμήματα του τείχους της αποικίας των Κλαζομενίων (7ος αι. π.Χ.), τμήματα του τείχους των Τηίων (τέλη 6ου-αρχές 5ου αι. π.Χ.), ένας νεώσοικος της ίδιας εποχής, που βρισκόταν στο βορειοανατολικό άκρο του λιμανιού, πριν η περιοχή γίνει χερσαία από τις προσχώσεις του ποταμού Νέστου, και τα κατάλοιπα του ιερού της Δήμητρας και της Κόρης (τέλη 6ου-τέλη 4ου αι. π.Χ.).

Ο Νότιος περίβολος έχει τετράπλευρο σε κάτοψη σχήμα και καλύπτει μια έκταση 1.125 τ.μ. περίπου. Η ανασκαφή έχει φέρει στο φως ένα μεγάλο τμήμα από τους δρόμους και τις κατοικίες της πόλης, που είναι κτισμένη σύμφωνα με το ιπποδάμειο σύστημα, καθώς επίσης τα κατάλοιπα των δύο λιμενικών της εγκαταστάσεων.

 Το τμήμα αυτό της αρχαίας πόλης έχει ανασκαφεί σε μεγαλύτερη έκταση από τα υπόλοιπα και αποτελεί τον κύριο επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο. Εδώ έχει αποκαλυφθεί ένα μεγάλο τμήμα του αρχαίου τείχους με την εντυπωσιακή Δυτική πύλη που πλαισιώνεται από δύο ισχυρούς τετράπλευρους πύργους. Ανάμεσα στα αποκαλυφθέντα κατάλοιπα του Νότιου περιβόλου περιλαμβάνονται επίσης ένα πολυτελές ρωμαϊκό λουτρό, ένα ταφικό μνημείο ρωμαϊκών χρόνων, το οικοδόμημα που χαρακτηρίστηκε ως «Αποθήκη αμφορέων ή κατάστημα πώλησής τους», καθώς εντός του βρέθηκαν οξυπύθμενοι αμφορείς κατά χώραν, και το λεγόμενο «Εργαστήριο κοροπλαστικής», δηλαδή μία νησίδα που περιλαμβάνει καταστήματα και εργαστήριο κατασκευής πήλινων ειδωλίων. Εντός του Νότιου περιβόλου έχει αποκαλυφθεί επίσης μία σειρά από εντυπωσιακές κατοικίες, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν αυτές με τις πλακόστρωτες αυλές και το λεγόμενο «Σπίτι των δελφινιών», το οποίο περιλαμβάνει εντυπωσιακό ψηφιδωτό δάπεδο με δελφίνια.

Πήλινο ειδώλιο κωμικού ηθοποιού, α΄ μισό 4ου αι. π.Χ., Αρχ. Μουσείο Αβδήρων / Τerracotta figurine of a comic actor, first half of the 4th c. BC., Archaeological Museum of Abdera
Πήλινο ειδώλιο κωμικού ηθοποιού, α΄ μισό 4ου αι. π.Χ., Αρχ. Μουσείο Αβδήρων / Τerracotta figurine of a comic actor, first half of the 4th c. BC., Archaeological Museum of Abdera

Ανάμεσα στον Βόρειο και τον Νότιο περίβολο, στην πλαγιά ενός λόφου, έχουν αποκαλυφθεί τα κατάλοιπα του αρχαίου θεάτρου της πόλης, η χρονολόγηση της κατασκευής του οποίου δεν είναι βεβαιωμένη.

Η ανασκαφή έχει φέρει στο φως ένα σημαντικό αριθμό κτισμάτων που συνδέονται με τη δημόσια και θρησκευτική ζωή της βυζαντινής πόλης-κάστρου, που αναπτύχθηκε στη θέση της ακρόπολης της αρχαίας πόλης. Ο οχυρωματικός της περίβολος έχει τραπεζιόσχημη κάτοψη και σώζεται σε ολόκληρη σχεδόν την περίμετρό του, μήκους 800 μ. περίπου. Το μεγαλύτερο τμήμα του χρονολογείται στους υστεροβυζαντινούς χρόνους και σχετίζεται με τις οικοδομικές εργασίες στις οποίες προέβη ο Ιωάννης Καντακουζηνός (1347-1354). Αναγνωρίζονται, ωστόσο, και παλαιότερες οικοδομικές φάσεις της μέσης βυζαντινής περιόδου.

Σημαντικότερο κτήριο της ανασκαφής θεωρείται ο επισκοπικός ναός που ήρθε στο φως στο μεσαίο τμήμα της οχυρωμένης πόλης (τέλη 10ου-αρχές 11ου αι.). Ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής και έχει κτιστεί πάνω στα ερείπια τρίκλιτης παλαιοχριστιανικής βασιλικής, η οποία διέθετε οκταγωνικό βαπτιστήριο. Ανάμεσα στα υπόλοιπα κτήρια που αποκαλύφθηκαν εντός των τειχών, συμπεριλαμβάνονται ένας μονόχωρος ναός του 12ου αιώνα και ένας λουτρώνας του 4ου-5ου αιώνα. Εκτός των τειχών, κοντά στη δυτική πύλη της αρχαίας πόλης, ανασκάφηκε μία κοιμητηριακή βασιλική, που χρονολογείται πριν από τον 9ο αιώνα και γνώρισε αλλεπάλληλες οικοδομικές φάσεις. Γύρω της αναπτύχθηκε ένα εκτεταμένο νεκροταφείο, το οποίο ήταν σε χρήση μέχρι τον 11ο-12ο αιώνα.

Διατηρεί σε μεγάλο βαθμό την παλαιά πολεοδομική του οργάνωση, με τους στενούς δρόμους και τα σπίτια που διαθέτουν αυλόγυρους, διαμορφώνοντας κλειστά σύνολα. Αποτελείται από δύο ξεχωριστές συνοικίες, με δικό τους ενοριακό ναό άλλοτε η καθεμία, από τους οποίους σώζεται σήμερα μόνο ο ένας (ναός Αγίας Παρασκευής).

Nαός Αγίας Παρασκευής, ΕΦΑ Ξάνθης / Church of St Paraskeve, Ephorate of Antiquities of Xanthi
Nαός Αγίας Παρασκευής, ΕΦΑ Ξάνθης / Church of St Paraskeve, Ephorate of Antiquities of Xanthi

Ανεγέρθηκε το 1845 και ανήκει στον τυπικό για την περίοδο αυτή τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής. Αποτελεί μία από τις λιγοστές εκκλησίες της περιόδου που διατηρούνται στην περιοχή, εκτός της πόλης της Ξάνθης. 

Το αρχοντικό Παμουκτσόγλου, ΕΦΑ Ξάνθης / The Pamouktsoglou mansion, Ephorate of Antiquities of Xanthi
Το αρχοντικό Παμουκτσόγλου, ΕΦΑ Ξάνθης / The Pamouktsoglou mansion, Ephorate of Antiquities of Xanthi

Το διώροφο κτήριο, το οποίο κτίστηκε περίπου το 1870 από τον καπνέμπορο Παναγιώτη Παμουκτσόγλου, με καταγωγή από την Κωσνταντινούπολη, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των πλούσιων αρχοντικών, που διέθετε ο οικισμός στα μέσα του 19ου αιώνα. Το υποδειγματικά αποκατεστημένο σήμερα αρχοντικό λειτουργεί ως πολιτιστικός χώρος και αξιοποιείται για εκπαιδευτικούς σκοπούς

Μουσεία

Αρχαιολογικό Μουσείο Αβδήρων
Νεκροταφείο τύμβων, χρυσό σκουλαρίκι με μορφή Νίκης, 3ος αι. π.Χ., Αρχ. Μουσείο Αβδήρων/Tumuli cemetery, gold earring in the form of Nike, 3rd c. BC, Archaeological Museum of Abdera
Νεκροταφείο τύμβων, χρυσό σκουλαρίκι με μορφή Νίκης, 3ος αι. π.Χ., Αρχ. Μουσείο Αβδήρων/Tumuli cemetery, gold earring in the form of Nike, 3rd c. BC, Archaeological Museum of Abdera

Παρουσιάζει στο κοινό την εξέλιξη της παρακείμενης αρχαίας πόλης μέσα από πλούσια κινητά ευρήματα, που καλύπτουν ένα ευρύ χρονολογικό φάσμα, από την ίδρυσή της, στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ., μέχρι τον μετασχηματισμό της σε μια βυζαντινή πόλη-κάστρο. Τα εκθέματα, αντιπροσωπευτικά της καθημερινής ζωής μιας αρχαίας ελληνικής πόλης, μαρτυρούν τον ρόλο που διαδραμάτισαν τα Άβδηρα στην περιοχή της Θράκης, αλλά και σε ολόκληρο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

Στεγάζεται στο παλιό Δημοτικό Σχολείο του νεότερου οικισμού των Αβδήρων, το οποίο ανεγέρθηκε το 1860. Στους δύο ορόφους του κτηρίου εκτίθενται αντικείμενα που συνδέονται με τον παραδοσιακό τρόπο της αγροτικής ζωής των κατοίκων του οικισμού.

Άλλοι σταθμοί στην Π.Ε. Ξάνθης