Άβαντας
Άβαντας, το χωριό του Έβρου με τις πολλές αρχαιότητες
Σε απόσταση 11 περίπου χλμ. από την Αλεξανδρούπολη, στα βόρεια της Εγνατίας οδού, είναι κτισμένο το χωριό Άβαντας (Άβας), κοντά στο οποίο διατηρείται μια σειρά από αρχαιότητες που καταδεικνύουν τη σημασία της περιοχής από τους ρωμαϊκούς, τουλάχιστον, μέχρι τους οθωμανικούς χρόνους.
Μνημεία - Αρχαιότητες
Κάστρα Άβαντα και Ποτάμου
Τα δύο κάστρα, που είναι κτισμένα σε πολύ κοντινή απόσταση μεταξύ τους, ήλεγχαν αποτελεσματικά τις ορεινές διαβάσεις που διέρχονταν από τις νοτιοανατολικές υπώρειες της οροσειράς της Ροδόπης και συνέδεαν την πεδιάδα του Έβρου με την πεδιάδα της Κομοτηνής, αλλά και γενικότερα τα παράλια με την ενδοχώρα της Θράκης. Σύμφωνα με τον Οθωμανό Χατζή Κάλφα, ιστοριογράφο, γεωγράφο και ανώτατο διοικητικό υπάλληλο επί των σουλτάνων Μουράτ Δ΄ (1623-1640), Ιμπραήμ Α΄ (1640-1648) και Μεχμέτ Δ΄ (1648-1687), τις ορεινές διαβάσεις της περιοχής χρησιμοποιούσαν, κατά τους οθωμανικούς χρόνους, όσοι μετακινούνταν πεζή προς την κωμόπολη Σαπτσιλάρ (σημερινές Σάπες) και την πόλη Κουμουτζηνά (σημερινή Κομοτηνή). Όσοι διέθεταν, ωστόσο, τροχοφόρα, ακολουθούσαν την οδική αρτηρία στα νότια του Άβαντα, η οποία διερχόταν μέσα από τον οικισμό της Μάκρης, που αποτελούσε σταθμό της Εγνατίας οδού.
Το πρώτο κάστρο δεσπόζει στον απότομο λόφο Μποζ-Τεπέ, σε μικρή απόσταση βόρεια του Άβαντα. Έχει σε κάτοψη πλάγιο παραλληλόγραμμο σχήμα και περικλείει μια έκταση λίγο μικρότερη από 10 στρέμματα. Ο οχυρωματικός του περίβολος ενισχυόταν από τετράπλευρους πύργους, από τους οποίους είναι ορατοί σήμερα οι τέσσερις.
Το δεύτερο κάστρο, γνωστό ως κάστρο του Ποτάμου, βρίσκεται νότια από τον Άβαντα, στον χαμηλό επιμήκη βραχώδη λόφο που υψώνεται κοντά στον ομώνυμο σταθμό της σιδηροδρομικής γραμμής Κομοτηνής-Αλεξανδρούπολης και στο εγκαταλειμμένο σήμερα χωριό Πόταμος (ή Ποταμός, βουλγ. Μπάντομα), που πριν την ενσωμάτωση της περιοχής στο Ελληνικό κράτος, το 1920, κατοικούνταν από Βούλγαρους. Στα δυτικά του κάστρου διέρχεται η Επαρχιακή οδός Αλεξανδρούπολης-Άβαντα. Το κάστρο έχει περίμετρο περίπου 600 μ. και περικλείει μια έκταση όχι μεγαλύτερη από 8 στρέμματα. Διαθέτει δύο οχυρωματικούς περιβόλους, από τους οποίους ο εσωτερικός, που είναι μικρότερος, έκτασης περίπου ενός στρέμματος, είναι τριγωνικής κάτοψης και αναπτύσσεται στο βόρειο τμήμα του κάστρου, όπου η στάθμη του βραχώδους λόφου είναι υψηλότερη. Την άμυνα του κάστρου ενισχύουν κατά διαστήματα ισχυροί τετράπλευροι πύργοι, εκτός από έναν που έχει τραπεζιόσχημη κάτοψη. Η πύλη του κάστρου, που ανοίγεται στο νότιο τμήμα του εξωτερικού περιβόλου, προστατεύεται από δύο πύργους, έναν τετράπλευρο και έναν επτάπλευρο. Ο μεγαλύτερος από τους πύργους, στο δυτικό τμήμα του εσωτερικού περιβόλου, λόγω της θέσης και του μεγέθους του, θα μπορούσε να ταυτιστεί με τον ακρόπυργο του κάστρου.
Η απουσία επιγραφών ή γραπτών αναφορών σχετικά με τα δύο κάστρα δεν επιτρέπει τον προσδιορισμό του έτους ανέγερσής τους ή την εξακρίβωση εάν έχουν κατασκευαστεί την ίδια περίοδο. Στο κάστρο του Ποτάμου αναγνωρίζονται δύο τουλάχιστον οικοδομικές φάσεις. Με βάση τα μορφολογικά στοιχεία των δύο κάστρων έχει προταθεί η χρονολόγησή τους στον 14ο αιώνα, πριν την κατάκτηση της περιοχής από τους Οθωμανούς -η κατάληψη της Θράκης ολοκληρώθηκε το 1373, μετά τη νίκη τους εναντίον των Σέρβων στη μάχη του Ορμενίου (1371). Στο τέλος του 13ου και στον 14ο αιώνα ανήκουν και τα λιγοστά όστρακα κεραμικής που έχουν περισυλλεγεί από τα δύο κάστρα.
Για το κάστρο του Ποτάμου έχει προταθεί η ταύτισή του με τη θέση Güvercinlik, που αναφέρεται στο έπος του εμίρη του Αϊδινίου Ομούρ και στα τουρκικά σημαίνει περιστερώνας. Εάν η ταύτιση αυτή ευσταθεί, τότε θα μπορούσε να ταυτιστεί με το κάστρο Περιστεριά, που αναφέρεται από τις βυζαντινές πηγές σε μικρή απόσταση δυτικά της Βήρας (σημερινές Φέρες). Τον 15ο αιώνα, το κάστρο φαίνεται πως είχε ήδη εγκαταλειφθεί, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Βουργουνδού περιηγητή Bertrandon de la Broquière, που το επισκέφτηκε κατά το ταξίδι του στα 1432-1433. Τον 17ο αιώνα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Οθωμανού περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπί, που επισκέφθηκε το κοντινό χωριό Καρακουβαρτζινλίκ στα τέλη της δεκαετίας του 1670, παρέμεινε εγκαταλειμμένο και κατεστραμμένο, «με μόνους επισκέπτες τα αιγοπρόβατα της περιοχής».
Αρχαιότητες περιοχής Ποτάμου
Κατά τις εργασίες για την κατασκευή του Διαδριατικού Αγωγού Φυσικού Αερίου (ΤΑΡ), που ολοκληρώθηκαν στις αρχές του 2019, αποκαλύφθηκαν, σε απόσταση 1.700 μ. νοτιοδυτικά του κάστρου του Ποτάμου, τα κατάλοιπα μίας μεγάλης παλαιοχριστιανικής τρίκλιτης βασιλικής με νάρθηκα και ευρύχωρο αίθριο. Έξω από τον νάρθηκα και το αίθριο ήρθαν στο φως αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, που, με βάση τα κινητά ευρήματα και τα νομίσματα, ανήκουν στους ρωμαϊκούς χρόνους. Η βασιλική ήταν σε χρήση μέχρι το γ΄ τέταρτο του 6ου αιώνα, οπότε καταστράφηκε, πιθανότατα από πυρκαγιά. Λίγα μόλις μέτρα νοτιονατολικά της βασιλικής εντοπίστηκε ασύλητος κιβωτιόσχημος τάφος του 2ου-3ου αιώνα μ.Χ., με ιδιαίτερα πλούσια κτερίσματα, τα οποία εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αλεξανδρούπολης. Στην ευρύτερη περιοχή, αποκαλύφθηκε μια σειρά από αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, που υποδεικνύουν ότι τόσο η βασιλική, όσο και ο τάφος εντάσσονται σε ένα οχυρωματικό και οικιστικό σύνολο, σε χρήση από τους ρωμαϊκούς μέχρι τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους.
Σπηλαιώδης ναός Αγίων Θεοδώρων
Βρίσκεται σε μια στενή κοιλάδα, που πλαισιώνεται από ψηλούς βράχους σε απόσταση 4 χλμ. δυτικά του Άβαντα και λίγα χιλιόμετρα βορειοδυτικά του κάστρου του Ποτάμου, σχεδόν δίπλα στη σιδηροδρομική γραμμή Αλεξανδρούπολης-Κομοτηνής. Στους βράχους της κοιλάδας διαμορφώνονται σπήλαια, στο ένα εκ των οποίων, τουλάχιστον, διαπιστώνεται ανθρώπινη κατοίκηση, στοιχείο που έχει οδηγήσει στην άποψη ότι ο χώρος χρησιμοποιήθηκε στους βυζαντινούς χρόνους από ασκητές και ότι ο ναός των Αγίων Θεοδώρων αποτελούσε ασκηταριό.
Ένας στενόμακρος διάδρομος οδηγεί στον κυρίως ναό του σπηλαίου, μία ευρύχωρη, περίπου ορθογωνισμένη αίθουσα, διαστάσεων 5,00 x 3,50 μ. Ο χώρος του Ιερού Βήματος οριοθετείται από ένα κτιστό τέμπλο.
Στο εσωτερικό του ναού των Αγίων Θεοδώρων διατηρείται, αν και αποσπασματικά, αξιόλογης ποιότητας τοιχογραφικός διάκοσμος. Οι παραστάσεις δεν ακολουθούν το καθιερωμένο εικονογραφικό πρόγραμμα των βυζαντινών ναών, αλλά αναπτύσσονται τυχαία και είναι ασύνδετες μεταξύ τους, με εξαίρεση τις παραστάσεις του Ιερού Βήματος και του κτιστού τέμπλου. Η έμφαση που δίνεται σε σκηνές που συνδέονται με τη μορφή της Θεοτόκου υποδεικνύει ότι το σπήλαιο αρχικά ήταν αφιερωμένο στη Θεοτόκο και όχι στους αγίους Θεοδώρους. Διακρίνονται τρία στρώματα ζωγραφικής, το πρώτο από τα οποία εντοπίζεται σε μία μικρή επιφάνεια στη νότια πλευρά του κτιστού τέμπλου και ανάγεται πιθανότατα στον 9ο-10ο αιώνα. Περιορισμένης έκτασης είναι, επίσης, οι παραστάσεις του δεύτερου στρώματος, από τις οποίες σε καλύτερη κατάσταση διατηρείται η Κοίμηση της Θεοτόκου, του τέλους του 11ου ή των αρχών του 12ου αιώνα. Σε μεγαλύτερη έκταση διατηρείται το τρίτο στρώμα, που, βάσει τεχνοτροπικών κριτηρίων, τοποθετείται στο γ΄ τέταρτο του 13ου αιώνα. Παραστάσεις, όπως η Μεγάλη Δέηση στο κτιστό τέμπλο ή η ένθρονη Θεοτόκος ανάμεσα σε δύο αρχαγγέλους στον βόρειο τοίχο, μαρτυρούν ότι το συνεργείο, που φιλοτέχνησε τις τοιχογραφίες του τρίτου στρώματος στη δυσπρόσιτη αυτή ορεινή περιοχή της Ροδόπης, ήταν ενήμερο για τα ρεύματα της τέχνης που επικρατούσαν αυτή την περίοδο στην Κωνσταντινούπολη.




